Η Άποψή μου
Ενημερωθείτε καθημερινά για τις δημόσιες τοποθετήσεις μου (άρθρα, συνεντεύξεις, ομιλίες)

Αθήνα,  23 Απριλίου 2019

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, για τη νέα καθυστέρηση στην εξόφληση των χρεών του Δημοσίου, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Για 5η φορά η κυβέρνηση μεταθέτει την ημερομηνία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Ενώ το κράτος δίνει συνεχείς παρατάσεις στον εαυτό του, η Κυβέρνηση διογκώνει τις οφειλές υπονομεύοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας».

Πλήρης Δήλωση

 

«Η ανικανότητα και η αναποτελεσματικότητα της σημερινής Κυβέρνησης στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας γίνονται πλήρως αντιληπτές αν εξετάσει κανείς τον τρόπο διαχείρισης της εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Εκκαθάριση με 6 καταληκτικές προθεσμίες, αλλά και 5 χρονικές παρατάσεις την τελευταία τετραετία.

 

Αρχικά, με βάση το 3ο Πρόγραμμα, η αποπληρωμή τους θα γινόταν έως το τέλος του 2016. Μετατέθηκε, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο, για τον Ιούνιο του 2017.

 

Στη συνέχεια, υπήρξε κυβερνητική δέσμευση για μηδενισμό τους τον Αύγουστο του 2018.

 

Ακολούθως, με τροπολογίες, το Υπουργείο Οικονομικών παρέτεινε την προθεσμία, αρχικά για το τέλος του 2018, και στη συνέχεια για τον Μάρτιο του 2019. Και έρχεται σήμερα, με νέα τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο για την παιδεία, και τη μεταθέτει και πάλι, αυτή τη φορά για το τέλος Μαΐου.

 

Ενώ το κράτος δίνει συνεχείς παρατάσεις στον εαυτό του, η Κυβέρνηση διογκώνει τις οφειλές, οι οποίες ξεπερνούν πλέον τα 2,1 δισ. ευρώ. Όμως, τα υψηλά χρέη του Δημοσίου, η συστηματική υποεκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, η διατήρηση κεφαλαιακών περιορισμών και η πιστωτική συρρίκνωση, στερούν πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, υπονομεύοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

 

Η μεγάλη πολιτική αλλαγή που έρχεται, θα βάλει τέλος σε αυτή την αδιέξοδη και αναποτελεσματική οικονομική πολιτική».

 

«Θέλω να ευχαριστήσω την ΓΣΕΒΕΕ για την τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυνε να παραστώ και να καταθέσω, κωδικοποιημένα, ορισμένες σκέψεις, με αφορμή την 1ηΕτήσια Έκθεση του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της.

Μία ποιοτική Έκθεση, με προστιθέμενη αξία για όλους μας, που αναδεικνύει τη θέση, το ρόλο, τις προκλήσεις και τις προοπτικές της μικρομεσαίας επιχείρησης στην Ελλάδα.

Μικρομεσαία επιχείρηση η οποία, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις που της ασκήθηκαν την τελευταία δεκαετία μειώνοντας την ύπαρξή τους κατά 200.000, εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πυλώνα της παραγωγικής διαδικασίας, επενδύοντας, καινοτομώντας, παράγοντας, εξάγοντας.

Αποτελεί την κινητήριο δύναμη της οικονομίας, με σημαντική συνεισφορά στον πλούτο, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, στη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.

Και αυτό γιατί οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνιστούν το 99,5% του συνόλου των επιχειρήσεων, προσφέρουν το 85% των θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και αντιπροσωπεύουν το 20% του ΑΕΠ της χώρας».

«Μία χώρα, για να ανταποκριθεί στο ασταθές και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον και για να πετύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης οφείλει να δημιουργήσει ένα λειτουργικό, σταθερό και ασφαλές πλαίσιο για το επιχειρείν, ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες, στην Ελλάδα, επί μακρόν, αντιμετωπίζουν σημαντικά εξωγενή προβλήματα, όπως είναι το υψηλό κόστος συμμόρφωσης στη γραφειοκρατία, ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η δυσλειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών.

Σε αυτά προστίθενται και εγγενή προβλήματα, όπως είναι η δυσκολία διεύρυνσης της πελατειακής βάσης, η ποιοτική απόσταση σε επιδόσεις από τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, ο κατακερματισμός και το μεγάλο πλήθος μικρών επιχειρήσεων σε συνδυασμό με τη μικρή παραγωγικότητα, η περιορισμένη τεχνολογική εστίαση και η μη εκμετάλλευση της καινοτομίας.

Δυστυχώς, σε αυτά τα υπαρκτά, διαχρονικά προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση, η σημερινή Κυβέρνηση, την τελευταία τετραετία, ήρθε να προσθέσει νέα ή να οξύνει υπάρχοντα.

Κωδικοποιώ:

  • Επέβαλε 29 νέους φόρους και διόγκωσε τις ασφαλιστικές εισφορές, δημιουργώντας πρόβλημα βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Όπως επισημαίνει και η Έκθεση, το φορολογικό και ασφαλιστικό κόστος της εργασίας αυξάνεται συνεχώς μετά το 2015, και ανέρχεται σήμερα το 41%, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι στο 36%.

  • Η εσωτερική στάση πληρωμών συνεχίζεται, οι οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, νέες υποχρεώσεις δημιουργούνται, και οι επιστροφές φόρων προς τους ιδιώτες καθυστερούν, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.
  • Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, το οποίο σύμφωνα και με την Έκθεσηαποτελεί καταλυτικό παράγοντα για την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων, συστηματικά υπο-εκτελείται.
  • Η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείωνείναι αργή, ο συντονισμός τους ανύπαρκτος και η απορροφητικότητα από τους τελικούς δικαιούχους, δηλαδή τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, χαμηλή.
  • Εμβληματικές επενδύσεις, όπωςείναι το Ελληνικό και η COSCO, αν και δρομολογήθηκαν, τελματώνουν, εξαιτίας κυβερνητικών ιδεοληψιών. Ενώ σημαντικές αποκρατικοποιήσεις, όπως είναι οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ και τα Ελληνικά Πετρέλαια, καθηλώνονται, εξαιτίας δογματικών αγκυλώσεων.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης, συστηματικά,υποβαθμίζεται.

Κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται.

Η συνεχιζόμενη πιστωτική συρρίκνωση και το υψηλό κόστος δανεισμού επιβαρύνουν τη λειτουργία, αλλά και την ίδια τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ποιο όμως είναι το αποτέλεσμα αυτών των κυβερνητικών πράξεων και παραλείψεων;

Η μεγέθυνση της οικονομίας να παραμένει αναιμική, το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να ασφυκτιούν και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας να υποχωρεί.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση αδυνατεί να δρομολογήσει την αναγκαία παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Η όποια ισχνή μεγέθυνση στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση, η οποία μάλιστα ενισχύεται μέσω επιδομάτων και αποταμιεύσεων, και όχι μέσω της μείωσης της φορολογίας.

Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου υποχωρεί, και διαμορφώνεται στο επίπεδο του 1996 το 2018. Ενώ η καθαρή συνεισφορά του εξωτερικού ισοζυγίου γίνεται και πάλι αρνητική, αφού η αύξηση των εισαγωγών είναι υψηλότερη αυτής των εξαγωγών.

Συνεπώς, όπως καταγράφει και η Έκθεση, υφίσταται αρνητικός ρυθμός καθαρών επενδύσεων, δηλαδή το λειτουργικό κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας μειώνεται».

«Αυτές οι επισημάνσεις καταδεικνύουν αυτό που ολόκληρη η κοινωνία αντιλαμβάνεται:

Με τον σημερινό καπετάνιο και με αυτό το πλήρωμα, η χώρα, χωρίς πυξίδα, δεν θα βρει την Ιθάκη της.

Γι’ αυτό και πρέπει να αλλάξουμε ρότα, άμεσα.

Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα.

Απαιτείται στιβαρή ηγεσία, πολιτική βούληση, αποφασιστικότητα και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου.

Σχέδιο το οποίο:

  • Θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, με επενδυτική πανστρατιά, δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.
  • Θα αποφέρει περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα, για όλους τους πολίτες.
  • Θα βελτιώνει την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τη δημιουργικότητα και την εξωστρέφεια.
  • Θα διασφαλίζει την ατομική ελευθερία και προκοπή, αλλά και τη συλλογική ευημερία.
  • Θα στοχεύει σε ένα καλύτερο και πιο παραγωγικό Κράτος, στηριζόμενο στην οικοδόμηση μιας ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας, το οποίο θα μεριμνά για την εμπέδωση κουλτούρας διαφανούς και αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
  • Θα παρέχει υψηλής ποιότητας γνώσεις σε όλες τις βαθμίδες του συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης, με διεύρυνση των επιλογών, μέσα από ένα σύστημα ανοικτών οριζόντων και ίσων ευκαιριών για όλους τους πολίτες.
  • Θα αναστρέψει την αυξημένη «διαρροή» επιστημόνων και επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχή μείωση του πληθυσμού της χώρας.
  • Θα βοηθήσει να ανταποκριθεί η χώρα στον «δομικό μετασχηματισμό της εργασίας», εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.
  • Θα διασφαλίζει τη συστηματική, ασφαλή και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

Σχέδιο με βασικούς άξονες:

1ος. Η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογίας, με τη γενναία μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος. Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, με φιλοεπενδυτικό πρόσημο.

3ος. Η τόνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

4ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

5ος. Η ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους πιο αδύναμους πολίτες».

«Εκτιμούμε ότι αυτό το σχέδιο θα ενδυναμώσει την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας, θα τονώσει την επιχειρηματικότητα, ιδιαίτερα τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, και θα επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία, με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Η υλοποίηση όμως αυτού του σχεδίου απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά που η σημερινή Κυβέρνηση εγγενώς δεν διαθέτει και προφανώς δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αποκτήσει».

Ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας, Βουλευτής Φθιώτιδας και Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, κλείνει τον τρίτο κύκλο των συναντήσεων-συνεργασιών με τις Δημοτικές Αρχές και τους φορείς των επιμέρους Δήμων.

Έχει έτσι οικοδομήσει πιο συστηματική συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες, γεγονός που συμβάλει στην πιο αποτελεσματική προώθηση της επίλυσης των προβλημάτων τους.

Ταυτόχρονα, προσεχώς, ανοίγει κύκλο προώθησης του προγραμματικού λόγου της Νέας Δημοκρατίας για τη χώρα, με εξειδικεύσεις για την Περιφερειακή Ενότητα Φθιώτιδας.

Συγκεκριμένα, προγραμματίζονται εκδηλώσεις-συζητήσεις σε έδρες Δήμων, με τη συμμετοχή αρμόδιων Τομεαρχών της Νέας Δημοκρατίας, που η πολιτική τους ευθύνη είναι πιο κοντά στα προβλήματα και στις προτεραιότητες της περιοχής, όπως κατωτέρω:

  • Με την Τομεάρχη Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτή Σερρών, κ. Φωτεινή Αραμπατζή.
  • Με τον Τομεάρχη Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτή Κυκλάδων, κ. Γιάννη Βρούτση.
  • Με τον Τομεάρχη Μεταφορών και Υποδομών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτή Σερρών, κ. Κώστα Καραμανλή.
  • Με την Τομεάρχη Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτή Επικρατείας, κ. Νίκη Κεραμέως.
  • Με τον Τομεάρχη Εθνικής Άμυνας της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτή Α’ Αθήνας, κ. Βασίλη Κικίλια.
  • Με τον Τομεάρχη Τουρισμού της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτή Δωδεκανήσου, κ. Μάνο Κόνσολα.
  • Με τον Τομεάρχη Υγείας της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτή Επικρατείας, κ. Βασίλη Οικονόμου.
  • Με τον Τομεάρχη Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτή Καβάλας, κ. Νίκο Παναγιωτόπουλο.
  • Με τον Τομεάρχη Προστασίας του Πολίτη της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτή Λάρισας, κ. Μάξιμο Χαρακόπουλο.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα θα ανακοινωθεί μέχρι το τέλος Απριλίου.

Αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν, να καινοτομούν, να παράγουν και να εξάγουν, να αυξάνουν το μερίδιο αγοράς, να διατηρούν και να δημιουργούν θέσεις απασχόλησης, παρά το γεγονός ότι η χώρα «σέρνεται» σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, με την Κυβέρνηση να θέτει διαρκώς εμπόδια στην επιχειρηματικότητα.

Εμπόδια όπως είναι, ενδεικτικά, η αυξημένη φορολογία, το υψηλό μη-μισθολογικό κόστος, η συστηματική υποεκτέλεση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, η αργή και χαμηλή αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλιών και των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων, η αλλεργία στην υλοποίηση διαθρωτικών αλλαγών και οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης.

Με αποτέλεσμα, οι ρυθμοί μεγέθυνσης της οικονομίας να παραμένουν ισχνοί, ο ρυθμός καθαρών επενδύσεων να είναι αρνητικός, το λειτουργικό κεφαλαιακό απόθεμα να συρρικνώνεται, το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας να υποχωρεί.

Μια χώρα όμως οφείλει, προκειμένου να ανταποκριθεί στο ασταθές, αβέβαιο και με αυξημένους κινδύνους εγχώριο και διεθνές περιβάλλον, να πετύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης,  να δημιουργήσει πολλές και καλά αμειβόμενες θέσεις απασχόλησης και να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή, μέσα από την υλοποίηση ενός συνεκτικού αναπτυξιακού σχεδίου.

Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, με τόνωση των επενδύσεων και ενίσχυση της εξωστρέφειας, θα ενισχύει την παραγωγικότητα και την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα, θα αναστρέψει τη «διαρροή» επιστημόνων και επιχειρήσεων, θα βοηθήσει τη χώρα να ανταποκριθεί στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας, εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.

Ένα σχέδιο με βασικούς άξονες:

 

1ος Άξονας: Την απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη συνολική μείωση φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Με την ταχύτερη και μεγαλύτερη μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, τις υπερ-αποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, τη συνολική μείωση ασφαλιστικών εισφορών, τη μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα, τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.

Αυτή η μείωση των φόρων μπορεί να πραγματοποιηθεί υλοποιώντας τις δεσμευμένες οροφές δαπανών σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, επεκτείνοντας την αξιολόγηση των δαπανών στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης, μη διογκώνοντας το δημόσιο τομέα, επεκτείνοντας τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, ενισχύοντας τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

 

2ος Άξονας: Την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων με φιλοεπενδυτικό πρόσημο.

Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου ασφαλιστικού συστήματος τριών πυλώνων, την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, την αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, τη δημιουργία ενός καλύτερου και όχι ενός μεγαλύτερου κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες και διαδικασίες αξιολόγησης, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού στην εκπαίδευση, την ανάπτυξη ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, καινοτομίας και τεχνολογίας.

Προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία συνταγματική αναθεώρηση, η οποία θα άγγιζε κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη και η δημοσιονομική πειθαρχία. Δυστυχώς, και αυτή, «σκόνταψε» στις ιδεοληψίες της Κυβέρνησης.

 

3ος Άξονας: Την τόνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

 

4ος Άξονας: Την ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Με ένα κράτος που θα βελτιώσει το επιχειρηματικό περιβάλλον και θα περιορίσει τη ρυθμιστική γραφειοκρατία, εποπτεύοντας όμως την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς και ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Και με επιχειρήσεις που θα λειτουργούν με υπευθυνότητα, στοχεύοντας στην ικανοποίηση όλων των stakeholders, υιοθετώντας κανόνες και βέλτιστες πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης και επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

 

5ος Άξονας: Την ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους πιο αδύναμους πολίτες.

Με την ενίσχυση του Προϋπολογισμού για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, την αύξηση των επιδομάτων ανεργίας, την επαναφορά των επιδομάτων για τις τρίτεκνες και τις πολύτεκνες οικογένειες, την υιοθέτηση κινήτρων για τη στήριξη της οικογένειας, την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης ψηφιακών δεξιοτήτων για μακροχρόνια ανέργους.

 

Αυτό το ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο άσκησης οικονομικής πολιτικής είναι ικανό να τονώσει την επιχειρηματικότητα, να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία, με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Η υλοποίησή του όμως προϋποθέτει μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη, φιλελεύθερη και κονωνική Κυβέρνηση. Μία Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Φίλες και Φίλοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τον Πρέσβη κ. Αλέξανδρο Μαλλιά και τις Εκδόσεις «Σιδέρης» για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να συμμετάσχω στη σημερινή – εκτιμώ – εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Για εμένα, η αποδοχή της πρόσκλησης ήταν πρόκληση και ευκαιρία.

Πρόκληση να ιχνηλατήσω τους προβληματισμούς και τις θέσεις του συγγραφέα πάνω στην κακή και επικίνδυνη Συμφωνία των Πρεσπών.

Ευκαιρία να μελετήσω τις «μαρτυρίες» ενός έμπειρου διπλωμάτη, μέσα από γεγονότα που ο ίδιος βίωσε στο πέρασμα των δεκαετιών.

Διπλωμάτη που υπηρέτησε υπό 11 Κυβερνήσεις και 15 Υπουργούς Εξωτερικών.

Διπλωμάτη που υπηρέτησε, μεταξύ άλλων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στον ΟΗΕ, σε βαλκανικές χώρες, στα Σκόπια.

Σήμερα αισθάνομαι δικαιωμένος γι’ αυτή την επιλογή μου.

Όπως και για την θέση που κράτησα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, καταψηφίζοντας την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι ενδιαφέρουσα, χρήσιμη και διδακτική.

Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα τεκμηριωμένης ανάλυσης, συσσωρευμένης γνώσης και πολύχρονης εμπειρίας.

Για τους λόγους αυτούς αποτελεί εφαλτήριο, ανεξάρτητα από προσωπική συμφωνία ή διαφωνία με επιμέρους εκτιμήσεις και παρατηρήσεις του συγγραφέα, για γόνιμη σκέψη και ουσιαστική συζήτηση.

Φίλες και Φίλοι,

Η Νέα Δημοκρατία στήριζε, διαχρονικά, την εύρεση μιας αμοιβαία αποδεκτής λύσης μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών.

Αυτό καταγράφεται και στις σελίδες του βιβλίου.

Μια λύση όμως που θα σέβεται τα πραγματικά, ιστορικά και εθνικά, δεδομένα και δεν θα αφήνει περιθώρια στους γείτονες για υποδαύλιση, μελλοντικά, αυθαίρετων αξιώσεων.

Γιατί όπως ορθά επισημαίνει ο συγγραφέας:

«Η μη λύση δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνιμη ή βέλτιστη επιλογή. Ταυτόχρονα όμως, η παράταση της εκκρεμότητας δεν μπορεί να αποτελεί σήμερα το ισχυρότερο κίνητρο για λύση».

Με αυτό το κριτήριο και για μια σειρά από λόγους, η Νέα Δημοκρατία, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην μακραίωνη ιστορία και την προοπτική της πατρίδας, καταψήφισε την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Συνοψίζω και κωδικοποιώ αυτούς τους λόγους, όπως αποτυπώνονται διάσπαρτα στις σελίδες του βιβλίου.

1ον. Ο Πρωθυπουργός απέτυχε να αξιοποιήσει το κεκτημένο της εθνικής συνεννόησης επί του κρίσιμου αυτού θέματος.

Κεκτημένο που σωρεύτηκε από προηγούμενες Κυβερνήσεις, πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας.

Ενδεικτικά και πριν το Βουκουρέστι, τόσο η Ντόρα Μπακογιάννη, όσο και ο Πέτρος Μολυβιάτης, ενημέρωναν συνεχώς, πλήρως και ουσιαστικά όλες τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου.

Γιατί όπως σωστά επισημαίνει ο κ. Μαλλιάς, «η πολιτική συνεννόηση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για να αντιμετωπίσουμε προκλήσεις εθνικής ασφάλειας».

Και προσθέτει: «Από το 1992, είναι η πρώτη φορά που δεν υπάρχει καμία γέφυρα συνεννόησης και επικοινωνίας. Και αυτή είναι θεμελιώδης ευθύνη και θεσμική υποχρέωση της Κυβέρνησης».

Κυβέρνηση η οποία προσπάθησε να αποδυναμώσει, μέσω του Μακεδονικού, τη συνοχή Κομμάτων της Αντιπολίτευσης, να τα διεμβολίσει, λειτουργώντας με αρχές πολιτικού αταβισμού, επηρεάζοντας τη μέθοδο και την ποιότητα της διαπραγμάτευσης.

Και εύχομαι, αντιθέτως απ’ ότι υποστηρίζει ο Πρωθυπουργός, αυτή η στρατηγική να μην αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση και για άλλα, μελλοντικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

2ον. Η Κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει αστοχίες και σφάλματά της, προσπάθησε να ανασύρει, επιλεκτικά και διαστρεβλωμένα, στοιχεία του παρελθόντος.

Χρησιμοποίησε ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι.

Όπως, για παράδειγμα, ότι η χώρα είχε αποδεχθεί, δήθεν, τη μακεδονική γλώσσα από τη Διάσκεψη του ΟΗΕ του 1977.

Ο κ. Μαλλιάς όμως επισημαίνει ότι «ουδέποτε η Ελλάδα συμφώνησε, εδέχθη ή απεδέχθη τη “Μακεδονική γλώσσα”».

Κάτι που αποτυπώνεται τόσο στα πρακτικά των συσκέψεων των πολιτικών αρχηγών των Σκοπίων, όσο και σε έγγραφα του ΝΑΤΟ (2000).

Αντιθέτως μάλιστα, στους κυβερνητικούς κόλπους υπάρχουν υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού».

Με πρόσφατη έκφρασή του από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία «Μακεδονία».

Αλλά και με τελευταία έκφρασή του, την πρωθυπουργική αποδοχή της ονομασίας «Δημοκρατία της Μακεδονίας του Ίλιντεν», που – ευτυχώς – απέτρεψε η σημερινή Αξιωματική Αντιπολίτευση.

Συνεπώς, όλοι αυτοί δεν δικαιούνται να μας κάνουν μαθήματα!

3ον. Η Κυβέρνηση περιφρόνησε τις γνήσιες πατριωτικές ευαισθησίες των πολιτών και προσέβαλε την ιστορική συνείδηση του λαού.

Και όπως επισημαίνει ο Γιώργος Κουμουτσάκος, στο βιβλίο του Νίκου Στέφου, στην παρουσίαση του οποίου στην Αθήνα συμμετείχε ο κ. Μαλλιάς:

«Δεν θα ξεχάσω την απάντηση του Κώστα Καραμανλή όταν αμέσως μετά την ομόφωνη απόφαση των ηγετών του ΝΑΤΟ του είπα πως «ήταν μια καλή μέρα». «Πράγματι», μου απάντησε, «θα μπορώ να συνομιλώ με ήσυχη συνείδηση με τα φαντάσματα εκείνων που αγωνίσθηκαν για την υπόθεση της Μακεδονίας».

4ον. Η Συμφωνία των Πρεσπών καθιστά διάτρητη την εξωτερική πολιτική δεκαετιών.

Πριν ακριβώς από έντεκα χρόνια, η ελληνική εξωτερική πολιτική κατέγραφε μια ιστορική επιτυχία.

Η Ελλάδα κατάφερε να επιβάλλει στη Συμμαχία τη δική της θέση.

Μετέτρεψε σε «νατοϊκή», και μάλιστα με ομοφωνία, την ελληνική θέση.

Δυστυχώς, η σημερινή Κυβέρνηση «έκαψε» αυτό το ισχυρό διπλωματικό χαρτί.

Έσπευσε και παρέδωσε στους γείτονες καίριας σημασίας διαπραγματευτικά «κλειδιά»: την άμεση ένταξη στο ΝΑΤΟ και την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και τα παρέδωσε χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

5ον. Η Κυβέρνηση αναγνώρισε, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη δήθεν «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής εθνότητας».

Όπως υποστηρίζει και ο κ. Μαλλιάς, πρόκειται για την «αχίλλειο πτέρνα» της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Σύμφωνα με έγγραφο της αμερικανικής  πρεσβείας που κατέθεσε ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή, ήταν σχεδόν αδύνατον η Ελληνική Κυβέρνηση του 2008 να δεχθεί ένα κείμενο το οποίο θα όριζε τους πολίτες αυτής της χώρας ως «Μακεδόνες», και τη γλώσσα τους ως «μακεδονική». Σε αυτά είπε ΟΧΙ η Κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή.

Σε αυτά είπε ΝΑΙ η Κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.

Γιατί όπως επισημαίνει ο συγγραφέας:

«Δεν είναι άδικη ή υπερβολική η ένσταση ως προς την καταλληλότητα της χρήσης του όρου NATIONALITY, αντί του πλέον δόκιμου και κατάλληλου CITIZENSHIP. Δύσκολα μπορεί κάποιος να πείσει ότι η αποδοχή του όρου δεν συνεπάγεται και την εθνικότητα και την εθνική καταγωγή».

Και πράγματι, σε καμία άλλη χώρα που έχει γεωγραφικό προσδιορισμό, δεν ονομάζονται οι πολίτες χωρίς τον επιθετικό τους προσδιορισμό.

Αυτές όμως οι υποχωρήσεις δημιουργούν «εύφορο έδαφος» για τη συντήρηση – στους γείτονες – νοσηρών ιδεολογημάτων, και μπορεί να βάλουν τη χώρα σε εθνική περιπέτεια διαρκείας.

Γιατί «από μικρό σπέρμα μπορεί να βγουν μεγάλες ρίζες».

Και όπως – εύστοχα – επισημαίνει ο κ. Μαλλιάς, «μεταφέρει στις επόμενες γενιές τις σύγχρονες βασικές γενεσιουργές προκλήσεις του Μακεδονικού ζητήματος».

6ον. Η Κυβέρνηση έφερε μία συμφωνία γεμάτη «τρύπες», που δεν θωρακίζει, μακροχρονίως, τη χώρα.

Αφού, μεταξύ άλλων, αφήνει τεράστιες εκκρεμότητες ως προς τα εμπορικά σήματα, τις εμπορικές επωνυμίες, τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις προϊόντων.

Όπως ήδη βιώνουν, στις διεθνείς εκθέσεις προϊόντων, οι Έλληνες παραγωγοί και επιχειρηματίες.

Και δεν πείθουν κανέναν τα κυβερνητικά πολιτικά φληναφήματα περί βελτίωσης της οικονομικής σχέσης των δύο κρατών μέσω της συμφωνίας, αφού οι διμερείς σχέσεις ήταν πρακτικά ομαλές και στενές, παρά τις προκλήσεις των Σκοπίων ως προς την ιδεολογική χρήση της Ιστορίας και η οικονομική συνεργασία καλή, παρά τη ριζική αλλαγή των δεδομένων για την ελληνική πλευρά λόγω της κρίσης μετά το 2010.

Φίλες και Φίλοι,

Γι’ αυτούς τους λόγους η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μία ετεροβαρής, κακή και επικίνδυνη.

Η οποία έχει δημιουργήσει ήδη αρκετά δυσμενή τετελεσμένα.

Οφείλουμε τουλάχιστον να ελέγχουμε αυστηρά την εφαρμογή αυτής της συμφωνίας και να αγωνιστούμε ώστε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις στην οικονομία και την παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα της Βόρειας Ελλάδας.

Και η Νέα Δημοκρατία έχει αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες εξαγωγείς.

Δεσμεύσεις όπως είναι:

  • η έναρξη επικοινωνιακής καμπάνιας με σκοπό την προστασία του brand «Μακεδονία»,
  • η διευκόλυνση των επιχειρήσεων να κατοχυρώσουν εμπορικά σήματα για την προστασία των προϊόντων τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο,
  • η κατοχύρωση περισσότερων μακεδονικών προϊόντων ως Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης και Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
  • η έκδοση Υπουργικής Απόφασης η οποία θα απονέμει αυτόματα το σήμα «GR» στα προϊόντα όλων των μακεδονικών επιχειρήσεων που έχουν κατοχυρώσει το παράγωγο «Μακεδονικός, -ή, -ό» στο σήμα τους, και
  • η προβολή βέτο στην ενταξιακή πορεία των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο δεν διασφαλίζονται τα εθνικά συμφέροντά μας.

Και όπως δήλωσε πρόσφατα, εδώ από τη Λαμία, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης, για να μπει μία χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν 35 Κεφάλαια που απαιτούν έγκριση στην αρχή για να ανοίξουν και στο τέλος για να κλείσουν.

Αυτά ούτε θα ανοίξουν ούτε θα κλείσουν ποτέ, εάν προηγουμένως δεν ικανοποιηθούν οι ελληνικές θέσεις.

Φίλες και Φίλοι,

Συμπερασματικά, η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι χρήσιμη.

Προσφέρει μια υπεύθυνη και τεκμηριωμένη οπτική για ένα εξαιρετικά κρίσιμο εθνικό θέμα.

Συμβάλλει όμως και στον αναγκαίο εθνικό αναστοχασμό της εξωτερικής πολιτικής.

Εξωτερική πολιτική η οποία πρέπει να ασκείται με υπευθυνότητα, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, διορατικότητα και αξιοπιστία.

Άλλωστε, όπως επισημαίνει ορθά ο συγγραφέας, «αποκομίζουμε όφελος όταν είμαστε σοβαροί και πείθουμε για την αξιοπιστία και τη συνέπειά μας, με μέτρο και υπευθυνότητα».

Κύριε Μαλλιά, σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση και κάθε επιτυχία στις προσεχείς Ευρωεκλογές.

«Οι προθεσμίες περνούν η μία μετά την άλλη αλλά τα χρέη του Δημοσίου διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αντί να μειώνονται, αυξάνονται, ξεπερνώντας πλέον τα 2,1 δισ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, η 2η Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας των πιστωτών, αν και κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο πρόβλημα, διαπιστώνει “μη συσσώρευση νέων οφειλών” και “εκπλήρωση των κυβερνητικών δεσμεύσεων”.

Και αυτό, παρ’ ότι η κυβέρνηση είχε δεσμευτεί να μηδενίσει αυτές τις οφειλές, αρχικά τον Αύγουστο του 2018, και μεταγενέστερα στο τέλος του 2018. Μάλιστα, μετά το χθεσινό Eurogroup, ο μηδενισμός τους έχει πάψει να προσδιορίζεται χρονικά.

Η μετάθεση, όμως, της επίλυσης του προβλήματος δεν μπορεί να συνεχίζεται. Τα υψηλά χρέη του Δημοσίου, σε συνδυασμό με την μη εκκαθάριση εκκρεμών αιτήσεων συνταξιοδότησης και τη συστηματική υποεκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων στερούν πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, υπονομεύοντας την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα βάλει οριστικά τέλος σε αυτή την οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά  άδικη επιλογή που συνειδητά έχει κάνει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ».