Tags Posts tagged with "Τραπεζικό Σύστημα"

Τραπεζικό Σύστημα

Θέλω να ευχαριστήσω την Ethos Events για την πρόσκληση να χαιρετίσω το σημερινό, ενδιαφέρον, εξαιρετικά επίκαιρο Συνέδριο.

Συνέδριο με αντικείμενο τις προκλήσεις και τις προοπτικές του χρηματοπιστωτικού τομέα, με έμφαση στην αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Συνέδριο που πραγματοποιείται σε μια «ταραγμένη» για τον κλάδο περίοδο, με την εξαΰλωση των τραπεζικών μετοχών, και με πυκνές εξελίξεις σε αυτόν.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των περιορισμένων οικονομικών πόρων.

Είναι επίσης γεγονός ότι τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας βίωσαν, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, μεγάλη επιδείνωση στα θεμελιώδη μεγέθη τους.

Μεταξύ άλλων, και στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου τους.

Επιδείνωση που κατέστησε αναγκαία την ανάληψη πρωτοβουλιών, από την Πολιτεία, για τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, με στόχο την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.

Αποτέλεσμα αυτών των πρωτοβουλιών, μαζί με την επίτευξη δημοσιονομικής ισορροπίας, ήταν η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος το 2014, όπως επιβεβαιώνουν όλοι οι αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί και εποπτικοί μηχανισμοί.

Δυστυχώς, αυτή η σταθεροποιητική διαδικασία ανεκόπη, βίαια, το 2015.

Τους λόγους τους γνωρίζουμε όλοι μας.

Το αποτέλεσμα ήταν να χαθεί η δυναμική – που είχε διαφανεί – στην οικονομία, και οι τράπεζες να χρειαστούν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.

Μέσω αυτής της αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης, προστέθηκε κόστος στο Δημόσιο, απαξιώθηκαν προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε η ιδιοκτησιακή δομή των πιστωτικών ιδρυμάτων, τροποποιήθηκαν – επί το δυσμενέστερο – τα σχέδια αναδιάρθρωσής τους.

Χάθηκε χρόνος, χάθηκαν πόροι, ενισχύθηκαν οι κίνδυνοι.

Έτσι σήμερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο, και πάλι, με μια σειρά από μεγάλες, ενδογενείς και εξωγενείς προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων:

  • Το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, ιδίως σε ότι αφορά τα ελάχιστα επίπεδα και τη σύνθεση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, τους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας και το νέο λογιστικό πλαίσιο.
  • Την επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, οι οποίες εμφανίζουν μία καθαρή εκροή ύψους 28 δισ. ευρώ την τελευταία τετραετία, προκειμένου να ενισχυθεί η ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές κεφαλαίου, η οποία καθίσταται επισφαλής όσο η χώρα βρίσκεται εκτός αγορών, προκειμένου να ενισχυθεί η κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.
  • Τον ψηφιακό μετασχηματισμό του τραπεζικού συστήματος, με κινητήρια δύναμη την καινοτομία. Μετασχηματισμός ο οποίος, εκτός του ότι θα απαιτήσει επενδύσεις στην τεχνολογία, θα οδηγήσει και σε έναν δομικό μετασχηματισμό της εργασίας.
  • Τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών, με τη μείωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων και τη σταδιακή πιστωτική επέκταση.
  • Και τέλος, κάτι που θα αναπτύξω πιο διεξοδικά, τη βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου, με την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα τα οποία ανέρχονται στα 89 δισ. ευρώ, ή ως ποσοστό του συνόλου των ανοιγμάτων, στο 48%.

Τα πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, αποτυπωμένα στην Έκθεση Επισκόπησης του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος, επιβεβαιώνουν ότι το πρόβλημα, επί της ουσίας, παραμένει οξύ και ουσιαστικά άλυτο.

  • Λόγω της αναιμικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, κατώτερων των εκτιμήσεων και των προβλέψεων.
  • Λόγω του στεγνώματος της πραγματικής οικονομίας.
  • Λόγω της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, εξαιτίας της υπερφορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
  • Λόγω του – μέχρι σήμερα – αρνητικού ρυθμού πιστωτικής επέκτασης και της απομόχλευσης που συντελείται στους ισολογισμούς των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Λόγω της σημαντικής καθυστέρησης στην υπέρβαση των εμποδίων για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, παρά τα όποια βήματα σε επίπεδο νομοθετικών πρωτοβουλιών και ρυθμιστικού πλαισίου.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος:

  • Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων προς το σύνολο των ανοιγμάτων παραμένει σταθερός τα τελευταία τρίμηνα, παρά τη μείωση των ανοιγμάτων η οποία οφείλεται κυρίως στις διαγραφές, καθώς τα περιθώρια ανάκτησης και επιστροφής σε καθεστώς εξυπηρέτησης μέσω ρυθμίσεων περιορίζονται.
  • Ο δείκτης αθέτησης υποχρεώσεων παρουσιάζει, τα τελευταία τρίμηνα, ξεκάθαρη αυξητική τάση.
  • Περίπου το 68% των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων με καθυστέρηση πάνω από 90 ημέρες είναι στο «κόκκινο» για περίοδο μεγαλύτερη του 1 έτους.
  • Οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στις μικρομεσαίες και στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, που αποτελούν και τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας, παραμένουν υψηλοί.
  • Και τέλος, δεν έχει υπάρξει, τα τελευταία τρίμηνα, ουσιαστική μείωση στα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι την ώρα που σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, που επίσης «χτυπήθηκαν» από την κρίση, έχει επέλθει σημαντική πρόοδος στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, στην Ελλάδα πληρώνουμε το κόστος της χαμένης τελευταίας τετραετίας, με την οικονομία να «σέρνεται» σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Κόστος το οποίο σχετίζεται με την περιορισμένη δυνατότητα πρόσβασης στις αγορές κεφαλαίου, ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα να αντλήσουν πόρους που θα τους επιτρέψουν ακόμα πιο ενεργή διαχείριση των κόκκινων δανείων.

Κόστος το οποίο αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα έτη, δεδομένων των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και ιδίως του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, αναφορικά με τα ελάχιστα επίπεδα κάλυψης μη εξυπηρετούμενων δανείων από προβλέψεις, ανάλογα με το χρονικό διάστημα της καθυστέρησης.

Κυρίες και Κύριοι,

Για εμάς, για τη Νέα Δημοκρατία, η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία αποτελεί προτεραιότητα και βασικό πυλώνα ενός συνεκτικού σχεδίου για την ανάκαμψη της οικονομίας.

Με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές.

Με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας.

Με την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, που διαρκώς αναβάλλεται.

Με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, που μένουν παρκαρισμένα και αχρησιμοποίητα.

Με την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, που εξακολουθούν να υφίστανται από το 2015.

Με την ομαλοποίηση του οικονομικού περιβάλλοντος, που θα επιτρέψει την επιστροφή καταθέσεων και τη σταδιακή αναθέρμανση της πιστωτικής επέκτασης.

Η βελτίωση της σύνθεσης, της δομής και της ποιότητας τόσο του παθητικού όσο και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, θα μειώσει τους τραπεζικούς κινδύνους, θα ενισχύσει τα οργανικά έσοδα, θα αποκλιμακώσει το κόστος χρηματοδότησής τους, θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα.

Υπό το πρίσμα αυτό, και με δεδομένη τη σοβαρότητα, την ένταση και την έκταση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, εισηγήσεις από αρμόδιους φορείς και πρωτοβουλίες πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα πρέπει να εξετασθούν, από τον κάθε stakeholder, υπό το πρίσμα του κόστους-οφέλους για την Ελληνική οικονομία, το Ελληνικό Δημόσιο, τους αποταμιευτές και τα πιστωτικά ιδρύματα.

Κυρίες και Κύριοι,

«Κλειδί» για όλα τα παραπάνω είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Και αυτά, επειδή αποτελούν – σήμερα – «αγαθά σε ανεπάρκεια» και είναι ζητούμενα, θα χαρακτηρίζουν την επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Με αυτές τις σκέψεις εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου.

H εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Tα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση.

Με τη βοήθεια και της πολιτείας άντεξαν, και σταθεροποίησαν την κατάσταση.

Δυστυχώς όμως, οι «αυταπάτες» και η «δημιουργική ασάφεια» κόστισαν ακριβά, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη αποταμιευτών και επενδυτών.

Έτσι μέσω μιας νέας, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης, προστέθηκε κόστος στο Δημόσιο, απαξιώθηκαν προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε η ιδιοκτησιακή δομή, τροποποιήθηκαν σχέδια αναδιάρθρωσης.

Σήμερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων:

  • Τη βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου, με την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, ιδίως σε ότι αφορά τα ελάχιστα επίπεδα και τη σύνθεση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, τους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας και το νέο λογιστικό πλαίσιο IFRS
  • Την επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα και την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, προκειμένου να ενισχυθεί η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών, με τη μείωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων και τη σταδιακή πιστωτική επέκταση.
  • Την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.
  • Τον ψηφιακό μετασχηματισμό του τραπεζικού συστήματος, με κινητήρια δύναμη την καινοτομία, ο οποίος, εκτός του ότι θα απαιτήσει επενδύσεις στην τεχνολογία, θα οδηγήσει και σε έναν δομικό μετασχηματισμό της εργασίας.

«Κλειδί» για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Και αυτά, επειδή αποτελούν σήμερα «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η χώρα, με δεδομένη την ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω του τρέχοντος προγράμματος, όφειλε να έχει ήδη διαμορφώσει τις συνθήκες για τη σταθερή και συστηματική έξοδο στις διεθνείς αγορές, με ρεαλιστικά επιτόκια.

Δυστυχώς, όμως, με ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αυτές οι συνθήκες δεν δημιουργήθηκαν, με αποτέλεσμα το χαμηλό κόστος δανεισμού να είναι κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένο.

Εάν υπήρχε κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την διεθνώς υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Είμαστε η χώρα της ευρωζώνης με τη μεγαλύτερη ανάγκη ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας της και η μόνη που δεν αξιοποίησε -από το Μάρτιο του 2015- το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, το οποίο φαίνεται να βαίνει στη λήξη του. Και μάλιστα παρά το γεγονός ότι η ένταξη στο πρόγραμμα αποτελούσε προτεραιότητα της Κυβέρνησης τα προηγούμενα χρόνια που όπως και πολλές άλλες ουδέποτε επιτεύχθηκε.

Άλλος ένας εμπαιγμός της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, άλλη μία χαμένη ευκαιρία για τη χώρα».

 

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας κ. Χρήστος Σταϊκούρας, συμμετέχει στις εργασίες της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Εβδομάδας 2018, από 19 έως 21 Φεβρουαρίου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες.

Κατά τη διάρκεια της 1ης ημέρας των εργασιών, στο πλαίσιο της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ο κ. Σταϊκούρας συμμετείχε στις συνεδρίες για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Φορολογικής Πολιτικής και για την Τραπεζική Ένωση και έκανε τις ακόλουθες επισημάνσεις:

 

  1. Future of EU Tax Policy: Taxation of the Digital Economy, follow-up to Panama Papers & Paradise Papers, and the work of the EP PANA Inquiry Committee

 

«Οι νέες τεχνολογίες και η αλματώδης αύξηση των συναλλαγών μέσω ψηφιακών πλατφορμών, συμπεριλαμβανόμενης της οικονομίας του διαμοιρασμού, αυξάνουν τις προκλήσεις για τη φορολογική διοίκηση.

Για την αντιμετώπιση αυτών απαιτείται η εφαρμογή ενός συνεκτικού πλέγματος πολιτικών, όπως είναι:

1ον. Η εφαρμογή ενός ενιαίου, με απλούστερους κανόνες και χαμηλότερους συντελεστές, ευρωπαϊκού χώρου ΦΠΑ, που θα παρέχει ευελιξία και θα δημιουργεί ένα καλύτερο επιχειρηματικό περιβάλλον.

2ον. Η ενίσχυση της συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών και η εναρμόνιση των πλαισίων φορολογίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να εξασφαλισθεί – περιφερειακά – ισόρροπη ανάπτυξη και ευημερία.

Δεν μπορεί να είναι ανεκτό μία χώρα να φορολογεί με εξωπραγματικούς συντελεστές την εργασία, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, ωθώντας στη μετανάστευση τα πιο εξειδικευμένα στελέχη της.

3ον. Η δημιουργία ενός πιο αυστηρού και αποτελεσματικού πλαισίου αντιμετώπισης καταχρηστικών φορολογικών πρακτικών, μέσω των «φορολογικών παραδείσων».

Με τη συμμετοχή στα δίκτυα και τις ομάδες εργασίας που έχουν δημιουργηθεί για την αντιμετώπιση φαινομένων τύπου Panama Papers, εξετάζοντας θέματα που σχετίζονται με τη φορολογική κατοικία και το διακριτικό προφίλ των φορολογουμένων.

4ον. Η εναρμόνιση των κανόνων, σε παγκόσμιο επίπεδο, για την ψηφιακή οικονομία, ώστε το κέρδος να φορολογείται στον τόπο στον οποίο παράγεται.

Αρχικά, με την προσωρινή λύση της επιβολής φόρου διαδικτύου επί του κύκλου εργασιών των εταιριών που δραστηριοποιούνται στο πεδίο αυτό.

Και στη συνέχεια εναρμονίζοντας τις νομοθεσίες των κρατών με το σύγχρονο εμπορικό περιβάλλον, αντιμετωπίζοντας το ζήτημα της παροχής – από τις εταιρείες – πληροφοριών στη φορολογική διοίκηση».

 

  1. Banking Union: Managing the balance between risk sharing and risk reduction

 

«Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, παρά τις πρόσφατες συστηματικές παρεμβάσεις από θεσμούς, Κυβερνήσεις και εποπτικές αρχές, εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με μεγάλες προκλήσεις.

O «κύκλος ανάδρασης» μεταξύ τραπεζών και κρατών, τα υψηλά επίπεδα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους και ο μεγάλος όγκος μη εξυπηρετούμενων δανείων, παραμένουν πηγές ευπάθειας.

Απαιτείται συνεπώς η ενίσχυση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση, ουσιαστική παρέμβαση συνιστά η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, με την επίτευξη – εκ παραλλήλου – προόδου στα πεδία της μείωσης και του επιμερισμού των κινδύνων.

Με πολιτικές, όπως είναι:

1ον. Η περαιτέρω ενδυνάμωση του πλαισίου προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας, με ρεαλιστικές προβλέψεις για ελάχιστες απαιτήσεις σε ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις.

2ον. Η χάραξη ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη μείωση του επιπέδου και την αποτροπή της σώρευσης μη εξυπηρετούμενων δανείων, με την ανάπτυξη, μεταξύ άλλων, δευτερογενών αγορών.

3ον. Η δημιουργία ενός κοινού, επαρκούς σε μέγεθος, λειτουργικού και αποτελεσματικού δημοσιονομικού μηχανισμού ασφάλειας στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης, με τη χορήγηση πιστωτικού ορίου ή εγγυήσεων από τον σημερινό Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, μελλοντικό Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

4ον. Η υιοθέτηση και λειτουργία ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων, εντός των προβλεπόμενων χρονικών προθεσμιών.

Αρχικά συμπληρωματικά με τα εθνικά συστήματα, και μεταγενέστερα με έναν αμοιβαιοποιημένο μηχανισμό.

Χωρίς προϋποθέσεις για τη μετάβαση από το στάδιο της αντασφάλισης στο στάδιο της συνασφάλισης.

Η δημιουργία αυτού του συστήματος εκκρεμεί από το 2014, όταν, επί Ελληνικής Προεδρίας, ολοκληρώθηκαν – με επιτυχία – οι άλλοι δύο πυλώνες της Τραπεζικής Ένωσης».

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας κ. Χρήστος Σταϊκούρας, βουλευτής Φθιώτιδας, μαζί με τους αναπληρωτές Τομεάρχες Οικονομικών, κ. Απόστολο Βεσυρόπουλο, βουλευτή Ημαθίας, και κ. Θεόδωρο Φορτσάκη, βουλευτή Επικρατείας, στο πλαίσιο συναντήσεων με τις διοικήσεις φορέων της οικονομίας, πραγματοποίησαν την Πέμπτη 16 Νοεμβρίου, την έκτη επίσκεψή τους, στα γραφεία της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (Ε.Ε.Τ.).

Στη συνάντηση εργασίας που είχαν με τον Πρόεδρο της Ε.Ε.Τ., κ. Νικόλαο Καραμούζη, καθώς και τους κυρίους Γιώργο Αρώνη, Θεόδωρο Καλαντώνη, και την κυρία Χαρούλα Απαλαγάκη, συζητήθηκαν θέματα που απασχολούν τον τραπεζικό κλάδο και συνολικά την ελληνική οικονομία.

Συγκεκριμένα συζητήθηκαν:

1ον. Η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, πρώτιστα των «στρατηγικών κακοπληρωτών», που εμποδίζουν το τραπεζικό σύστημα, μεταξύ άλλων, να προχωρήσει σε σταδιακή πιστωτική επέκταση.

2ον. Η όσο το δυνατόν ταχύτερη, καθολική άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, που εξακολουθούν ακόμη να υφίστανται, παρά τη σταδιακή χαλάρωσή τους.

3ον. Η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης, που θα οδηγήσει στην ουσιαστική ανάκαμψη των καταθέσεων, μετά τη μεγάλη συρρίκνωσή τους τα τελευταία χρόνια.

4ον. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών, που στόχο θα έχει τη διεύρυνση και διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Οι επικεφαλής του Τομέα Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας θα συνεχίσουν τις συστηματική συνεργασία με τις διοικήσεις των φορέων της οικονομίας για την καταγραφή των καθημερινών προβλημάτων τους, με στόχο μια στρατηγική πέραν των «Μνημονίων» για την ανάταξη της οικονομίας, της κοινωνίας και της χώρας.

Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Νέα Δημοκρατία, έγκαιρα, είχε αναδείξει τους κινδύνους που προέκυπταν σε ιδιοκτησιακό, επιχειρησιακό, λειτουργικό και διοικητικό επίπεδο, από την τελευταία, αχρείαστη ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Ανακεφαλαιοποίηση που οφείλεται στην τεράστια ζημιά που επέφερε στην ελληνική οικονομία και στο τραπεζικό σύστημα η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Συνέπεια αυτής είναι ο ρόλος του Ελληνικού Δημοσίου στις εξελίξεις στο τραπεζικό σύστημα να έχει αποδυναμωθεί, αφού το ποσοστό συμμετοχής του μειώθηκε στο 20% από 60%.

Ενώ και το νέο θεσμικό πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης αποδίδει πολύ μεγαλύτερο ρόλο στους “θεσμούς” για τη διοίκηση του τραπεζικού συστήματος.

Το αποτέλεσμα είναι δύο συστημικές τράπεζες να είναι ουσιαστικά “ακέφαλες” για πολλούς μήνες.

Γι’ αυτό η Κυβέρνηση, όπως και οι θεσμοί, οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους για τα αδιέξοδα που έχουν δημιουργήσει, και τα οποία συντηρούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οφείλουν, να δώσουν, ταχύτατα, τη βέλτιστη λύση στη διοικητική εκκρεμότητα που παρατηρείται σε συστημικές τράπεζες, ώστε να ενισχυθεί η σταθερότητα και η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα.

Και να τεθούν οι βάσεις ώστε, μαζί με την αλλαγή πολιτικής, να επιστρέψουν καταθέσεις και να αντιμετωπισθεί με επιτυχία το ζήτημα των “κόκκινων δανείων”».

Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, με αφορμή τις διαρροές από κύκλους της αντιπροεδρίας της Κυβέρνησης και δηλώσεις μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Με ανησυχία παρακολουθούμε όλα όσα έρχονται, σταδιακά, στο φως της δημοσιότητας, αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας και διοίκησης της Τράπεζας Αττικής, ιδιαίτερα το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Συγκεκριμένα, με βάση δημοσιεύματα τα οποία δεν έχουν διαψευσθεί και πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία της Τράπεζας Αττικής φαίνεται ότι:

  • Το σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων της Τράπεζας παρουσίαζε σοβαρές αδυναμίες.
  • Η Τράπεζα αύξησε την έκθεσή της σε πιστωτικό κίνδυνο, προς συγκεκριμένους δανειολήπτες που φέρονται να έχουν προνομιακή σχέση με την Κυβέρνηση, σε μια περίοδο όπου παρατηρείται απομόχλευση στο πιστωτικό σύστημα.
  • Αυτή η πιστωτική επέκταση πραγματοποιήθηκε με “χαλαρά” πιστοδοτικά κριτήρια και παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα παρουσίασε απώλεια καταθέσεων και σταθερή αύξηση της χρηματοδότησης μέσω του έκτακτου μηχανισμού ρευστότητας (ELA).
  • Μάλιστα, φαίνεται να είναι η μόνη από τις τράπεζες που πραγματοποίησαν αύξηση μετοχικού κεφαλαίου τον περασμένο Δεκέμβριο, και η οποία δεν κατάφερε να μειώσει την εξάρτησή της από τον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας, καθώς μεγάλο μέρος της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου χρηματοδοτήθηκε από καταθέσεις του βασικού μετόχου της Τράπεζας.
  • Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, αρκετά υψηλότερα από το μέσο όρο της αγοράς και, ενδεχομένως, να αυξηθούν περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη την πρόσφατη πιστωτική επέκταση με κριτήρια αμφιβόλου αυστηρότητας.

Αυτά έρχονται να συμπληρώσουν την προβληματική διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας Αττικής.

Διαδικασία η οποία, αν και δεν έχει πλήρως ολοκληρωθεί, χαρακτηρίζεται ήδη από παραλείψεις και σκιές (π.χ. τιμή αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, συμμετοχή ΔΕΚΟ και ασφαλιστικών φορέων κ.α.) για τις οποίες υπάρχουν τεράστιες κυβερνητικές ευθύνες.

Ευθύνες τις οποίες έχουμε επισημάνει και αναδείξει, τόσο με Επίκαιρη Επερώτηση όσο και με Ερώτηση στη Βουλή, από τον περασμένο Φεβρουάριο.

Όλα αυτά θα πρέπει να ελεγχθούν.

Σκιές και ερωτηματικά πάνω στο τραπεζικό μας σύστημα δεν μπορούν να υπάρχουν.

Γνώμονας θα πρέπει να είναι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η διασφάλιση των αποταμιευτών.

Για τη Νέα Δημοκρατία, προσπάθειες συσκότισης και παραπλάνησης, πρακτικές λειτουργίας με μη τραπεζικά κριτήρια και “αριστεροί οραματισμοί” επιστροφής του τραπεζικού συστήματος σε άλλες εποχές, δεν γίνονται αποδεκτές».

Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας και ο Υπεύθυνος του Τομέα Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Σερρών, κ. Κώστας Καραμανλής, για τις εξελίξεις στην Τράπεζα Αττικής, έκαναν την ακόλουθη κοινή δήλωση:

«Η Νέα Δημοκρατία έγκαιρα, με συνεχείς κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις, είχε επισημάνει και τεκμηριώσει την προβληματική διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας Αττικής.

Διαδικασία η οποία, αν και δεν έχει πλήρως ολοκληρωθεί, χαρακτηρίζεται ήδη από παραλείψεις και σκιές (π.χ. τιμή αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, συμμετοχή ΔΕΚΟ και ασφαλιστικών φορέων, κ.α.), για τις οποίες υπάρχουν τεράστιες κυβερνητικές ευθύνες.

Όπως ευθύνες υπάρχουν τόσο για την καθυστέρηση υλοποίησης των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η τράπεζα έναντι των εποπτικών αρχών όσο και για τις επιλογές της νέας διοίκησης της τράπεζας.

Για τη Νέα Δημοκρατία, τέτοιες πρακτικές και επιλογές δεν γίνονται αποδεκτές».