Tags Posts tagged with "Συνέντευξη"

Συνέντευξη

Κύριε Σταϊκούρα, προ ημερών, από το βήμα του επιχειρηματικού και επενδυτικού Συνεδρίου που διοργάνωσε στο Βερολίνο το Ελληνογερμανικό Βιομηχανικό και Εμπορικό Επιμελητήριο, καλέσατε επενδυτές να επενδύσουν στην Ελλάδα όπου όπως είπατε «υπάρχουν ευκαιρίες». Διακρίνατε να υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον για τη χώρα μας;

Κυρία Αδηλίνη, πράγματι κάλεσα τους επενδυτές να τοποθετήσουν κεφάλαια στη χώρα μας. Γιατί η Νέα Δημοκρατία δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ, να αποθαρρύνει και να απειλεί τους επενδυτές. Αντιθέτως, εμείς πιστεύουμε ότι η χώρα μας είναι ελκυστικός επενδυτικός προορισμός και διαθέτει συγκριτικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Δυστυχώς όμως, η σημερινή Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, έχει υπονομεύσει αυτή την επενδυτική θελκτικότητα της χώρας, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον των επενδυτών να είναι περιορισμένο. Κάτι που αποτυπώνεται και στη συνεχή συρρίκνωση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου.

Συνεπώς, και για τον λόγο αυτό, απαιτείται πολιτική αλλαγή, ώστε μέσα από την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου, να έρθουν ξένες άμεσες επενδύσεις στη χώρα, και να δημιουργηθούν καλές θέσεις απασχόλησης.

Πάντως επειδή, μεταξύ άλλων, αναφερθήκατε και στην πολιτική και οικονομική αστάθεια σε χώρες της Ευρωζώνης θα ήθελα να σας ρωτήσω: Μήπως τελικά και η Ευρώπη πρέπει να επαναπροσδιοριστεί καθώς μετά και τα τελευταία γεγονότα στην Ιταλία και στη Γαλλία με τα «κίτρινα γιλέκα» η κατάσταση είναι έκρυθμη;

Στο Βερολίνο, αναφέρθηκα, μεταξύ άλλων, στις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, εξαιτίας του εύθραυστου, σύνθετου και αβέβαιου διεθνούς περιβάλλοντος. Προκλήσεις που σχετίζονται με αλλαγές στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης, με ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα ευρωπαϊκά υποσυστήματα, με κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων μεταξύ μεγάλων οικονομιών, με τάσεις περιχαράκωσης αρκετών εκ των εταίρων, με ενίσχυση της εσωτερικής και εξωτερικής ανασφάλειας, με την υψηλή ανεργία των νέων ανθρώπων, με τις αρνητικές δημογραφικές εξελίξεις, με τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, με τις επιπτώσεις των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων. Ο φόβος μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις έχει δημιουργήσει ένα πολιτικό και κοινωνικό θερμοκήπιο, όπου φύονται λαϊκισμός και εθνικισμός.

Η απάντηση πρέπει να είναι η εμβάθυνση και ενδυνάμωση της Ευρώπης, με ενισχυμένη τη δημιουργική αλληλεγγύη, και με τη εφαρμογή πολιτικών που θα επιτυγχάνουν την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η χώρα μας άλλωστε βίωσε, την τελευταία τετραετία, με εξαιρετικά επώδυνο τρόπο τις καταστροφικές συνέπειες του λαϊκισμού.

Παρά ταύτα, κ. Σταϊκούρα, εσείς ως Νέα Δημοκρατία ασκείτε σκληρή κριτική στην Κυβέρνηση κυρίως στα θέματα της οικονομίας αλλά, προ ημερών,  ο Πιέρ Μοσκοβισί δήλωσε ότι η Ελλάδα έχει εκπληρώσει τους στόχους της και ο Βάλντις Ντομπρόβσκις δήλωσε ότι ο προϋπολογισμός είναι συμβατός με το Σύμφωνο Σταθερότητας. Τελικά μήπως η κριτική σας είναι «υπερβολική»;

Καθόλου. Οι εταίροι, για τους δικούς τους λόγους, επικεντρώνονται στην επίτευξη μόνο των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, αγνοώντας τον τρόπο με τον οποίο αυτά επιτυγχάνονται.

Για την ελληνική κοινωνία όμως, ο τρόπος επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων και τα αποτελέσματα αυτών στην καθημερινότητά τους, έχουν μεγάλη σημασία.

Και δυστυχώς, τα αχρείαστα υπερπλεονάσματα δεν οφείλονται στην ανάπτυξη, όπου η χώρα – επί τετραετίας – αποτυγχάνει στους στόχους της, αλλά προκύπτουν από την υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τις κατασχέσεις και την εσωτερική στάση πληρωμών, σε κοινωνικά ευαίσθητους και αναπτυξιακά κρίσιμους τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Με αποτέλεσμα, κάθε μήνα, να διογκώνονται οι οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία και να υπονομεύεται η αναπτυξιακή προοπτική της οικονομίας.

Ας κατανοήσουν συνεπώς κάποιοι ότι δεν μπορούν να αντιρροπήσουν την πραγματικότητα με εφαρμογή της ρήσης «όταν αυτή δεν σέβεται τις επιθυμίες μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα».

Θέλω να πω, μήπως τελικά αυτό που φοβάται η Νέα Δημοκρατία είναι ότι η Κυβέρνηση, στην πορεία προ τις εκλογές, πέραν του ζητήματος των συντάξεων, να κάνει και άλλες παροχές, «δυσκολεύοντας» τη Νέα Δημοκρατία στην πορεία προς στις κάλπες;

Η ακατάσχετη παροχολογία δεν «δυσκολεύει» τη Νέα Δημοκρατία, το μέλλον της χώρας υπονομεύεται.

Μέλλον το οποίο ναρκοθετείται από τη σημερινή Κυβέρνηση, αφού, ενδεικτικά, το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, οι οφειλές του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί, το Χρηματιστήριο έχει καταρρεύσει, οι προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα – μεταξύ των οποίων η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων – είναι μπροστά μας, η ρευστότητα σημαντικών δημοσίων φορέων επιδεινώνεται και το κράτος διογκώνεται.

Δεν τα φοβόμαστε όμως όλα αυτά, γιατί έχουμε μάθει να κυβερνούμε στα δύσκολα.

Είναι όμως προεκλογικές παροχές οι φορολογικές ελαφρύνσεις και η μη περικοπή των συντάξεων;

Αναρωτιόμαστε γιατί αυτές, όπως είχαμε προτείνει, δεν έγιναν νωρίτερα, όταν τα δημοσιονομικά περιθώρια ήταν μεγαλύτερα, και γίνονται σήμερα, με αποτέλεσμα το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή να υποστηρίζει ότι η εκτέλεση του Προϋπολογισμού θέλει ιδιαίτερη προσοχή γιατί το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι οριακό.

Επί της ουσίας όμως, η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνηση προωθεί, αποσπασματικά, με μεγάλη καθυστέρηση και σε βάθος χρόνου, μειώσεις κάποιων φορολογικών συντελεστών, τους οποίους όμως η ίδια αύξησε.

Δεν μπορεί συνεπώς να «βαπτίζεται» επιτυχία η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών σε ελεύθερους επαγγελματίες, τις οποίες η Κυβέρνηση πρώτα αύξησε το 2016.

Ούτε η σταδιακή μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, αφού πρώτα την αύξησε, ώστε αυτή να διαμορφωθεί το 2021 στο επίπεδο που ήταν το 2014!

Ούτε η μη περαιτέρω περικοπή των συντάξεων, που μόνη της ψήφισε να μειωθούν ακόμη περισσότερο το 2017.

Έτσι, αφού η Κυβέρνηση προχώρησε σε 29 αυξήσεις φόρων, ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό των μέτρων λιτότητας στα 9,5 δισ. ευρώ, επιστρέφει το 1/10 αυτών στην κοινωνία. Και αυτό το 1 θα έχει περιορισμένη επίδραση στην ανάπτυξη, εξαιτίας του μικρού ύψους και της σύνθεσής του, όπως επισημαίνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Συνεπώς η Κυβέρνηση, αντί να πανηγυρίζει, ας κοιταχθεί στον καθρέφτη.

Η Κυβέρνηση δίνει μεγάλη έμφαση στον  πρώτο, όπως τον χαρακτηρίζει, μετα-μνημονιακό προϋπολογισμό που κατατέθηκε στις αρχές του μήνα. Θα ήθελα, λοιπόν, να σας ρωτήσω, εάν ήσασταν εσείς Κυβέρνηση τι διαφορά θα είχε ο συγκεκριμένος προϋπολογισμός;

Για να είμαστε ακριβείς, πρόκειται για τον πρώτο μετα-προγραμματικό και όχι μετα-μνημονιακό προϋπολογισμό.

Και αυτό γιατί η χώρα παραμένει «κλειδωμένη» στην αυστηρή μνημονιακή γραμμή, με τις βαριές πολιτικές λιτότητας να συνεχίζονται, τους δημοσιονομικούς στόχους να διατηρούνται – για πολλά χρόνια – υψηλοί, τη δημόσια περιουσία να είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και τη χώρα να βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Πρόκειται συνεπώς για έναν νεομνημονιακό και αντιαναπτυξιακό Προϋπολογισμό, καταρτισμένο σε περιβάλλον αφαίμαξης της οικονομίας, καμουφλαρισμένο με «παχύ στρώμα» αριστερής χρυσόσκονης εν όψει των επικείμενων εκλογών.

Εμείς, με τα σημερινά δεδομένα της οικονομίας, θα προχωρούσαμε σε μεγαλύτερες και περισσότερες μειώσεις φόρων, στην πλήρη εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, στην εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, στην υλοποίηση διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Όπως είπατε, η Νέα Δημοκρατία δίνει μεγάλη έμφαση στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ποιο είναι το σχέδιο που θα εφαρμόσετε ώστε να πετύχετε το στόχο σας;

Πράγματι, δίνουμε μεγάλη έμφαση στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας, της ποιότητας και της εξωστρέφειας της ελληνική οικονομίας.

Για την επίτευξη αυτών των στόχων απαιτείται η υλοποίηση ενός εμπροσθοβαρούς, συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, την προώθηση συμβάσεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τη διαμόρφωση ενός βιώσιμου ασφαλιστικού συστήματος, τη μεταβίβαση του – σημαντικά μειωμένου – φόρου ακίνητης περιουσίας στην τοπική αυτοδιοίκηση, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων όπως είναι αυτή του Ελληνικού, τη δημιουργία ενός παραγωγικού κράτους, την επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία και τολμηρή πρόταση για την αλλαγή του καταστατικού χάρτη της χώρας, όπως αυτή που έχει προτείνει η Νέα Δημοκρατία, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα. Πεδία που απουσιάζουν από την ιδεοληπτική κυβερνητική πρόταση.

Πάρα ταύτα, τείνει να διαμορφωθεί η άποψη ότι η Νέα Δημοκρατία είναι υπέρ του ιδιωτικού τομέα και ο ΣΥΡΙΖΑ υπέρ του Δημοσίου. Θέλω, λοιπόν, να σας ρωτήσω: Γιατί a priori θεωρείτε ότι ο δημόσιος τομέας «ασθενεί»;

Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι υπέρ του ενός και εναντίον του άλλου.

Θεωρεί ότι οι πολλές και καλές θέσεις απασχόλησης, όπως γίνεται σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, δημιουργούνται στον ιδιωτικό τομέα. Για αυτό και προτείνει συγκεκριμένες πολιτικές προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων.

Πιστεύει όμως και στη σημασία του κράτους, που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς, την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του πλούτου.

Πιστεύει συνεπώς σε ένα καλύτερο και όχι σε ένα μεγαλύτερο κράτος, με τη βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης.

Και προφανώς απαιτούνται προσλήψεις στο Δημόσιο, όταν όμως αποχωρούν, συνταξιοδοτούμενοι, εργαζόμενοι από αυτό, χωρίς απολύσεις.

Λελογισμένες, στοχευμένες προσλήψεις, εκεί που υπάρχουν πραγματικά ανάγκες, οι οποίες θα πραγματοποιούνται με αντικειμενικές και αδιάβλητες διαδικασίες.

Τέλος θα ήθελα την άποψή σας: Εσείς ως Νέα Δημοκρατία βάλετε εναντίον της Κυβέρνησης, ωστόσο, προ ημερών, ο Πρέσβης των ΗΠΑ, Τζέφρι Πάιατ, επεφύλαξε επαίνους για την Κυβέρνηση δηλώνοντας μάλιστα ότι «είναι εντυπωσιασμένος από τη σοβαρότητά της». Μήπως, εν τέλει, η εικόνα που υπάρχει εκτός των ελληνικών τειχών είναι άλλη και σαφώς καλύτερη;

Οι εταίροι μπορούν να διατυπώνουν τις απόψεις τους για την σημερινή πρόθυμη Κυβέρνηση.

Οι πολίτες όμως, οι οποίοι βιώνουν με οδυνηρό τρόπο στην καθημερινότητά τους τις ανερμάτιστες πολιτικές της, έχουν τη δική τους άποψη. Και θα την εκφράσουν δυνατά στις επικείμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν.

Σε ότι αφορά τις στρατηγικές σχέσεις της χώρας μας με τους εταίρους, αυτές θα πρέπει περαιτέρω να ενισχυθούν. Αυτό σταθερά το υποστηρίζαμε και κινούμασταν προς αυτή την κατεύθυνση. Άλλοι έχουν προχωρήσει σε οβιδιακές μεταμορφώσεις.

Κύριε Σταϊκούρα, η μη περικοπή των συντάξεων, η επιστροφή αναδρομικών, το κοινωνικό μέρισμα, η δημοσιονομική υπεραπόδοση δεν συνιστούν πραγματικές ενδείξεις ότι τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα;

Καταρχήν, η δημοσιονομική υπεραπόδοση οφείλεται στην υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών, δηλαδή σε οικονομικά αναποτελεσματικές και κοινωνικά άδικες πολιτικές.

Συνειδητές κυβερνητικές επιλογές που έχουν «εκτοξεύσει» τις οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία και έχουν υπονομεύσει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, με αποτέλεσμα η οικονομία να μεγεθύνεται με αναιμικούς ρυθμούς, χαμηλότερους των προβλέψεων.

Επιπλέον όμως, η χώρα δεν έχει επιστρέψει στην κανονικότητα, αφού η ανταγωνιστικότητά της έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, καταθέσεις δεν έχουν γυρίσει με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.

Όλα αυτά δεν συνιστούν ενδείξεις ότι τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα, αλλά αποδείξεις ότι η χώρα «σέρνεται» σε κατάσταση παράλυσης και στασιμότητας.

 

Σε κάθε περίπτωση δεν είναι θετικό που προωθούνται κάποια μέτρα αποκατάστασης αδικιών και ανακούφισης των πιο αδύναμων;  

Η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνηση προωθεί, αποσπασματικά, με μεγάλη καθυστέρηση και σε βάθος χρόνου, μειώσεις κάποιων φορολογικών συντελεστών, τους οποίους όμως η ίδια αύξησε. Δεν μπορεί συνεπώς να «βαπτίζεται» επιτυχία η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών σε ελεύθερους επαγγελματίες, τις οποίες η Κυβέρνηση πρώτα αύξησε το 2016. Ούτε η σταδιακή μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, αφού πρώτα την αύξησε, ώστε αυτή να διαμορφωθεί το 2021 στο επίπεδο που ήταν το 2014. Ούτε η μη περαιτέρω περικοπή των συντάξεων, που μόνη της ψήφισε να μειωθούν ακόμη περισσότερο το 2017.

Έτσι, αφού η Κυβέρνηση προχώρησε σε 29 αυξήσεις φόρων, ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό των μέτρων λιτότητας στα 9,5 δισ. ευρώ, επιστρέψει το 1/10 του ύψους αυτών στην κοινωνία. Και αυτό το 1 θα έχει περιορισμένη επίδραση στην ανάπτυξη, εξαιτίας του μικρού ύψους και της σύνθεσής του, όπως επισημαίνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Και φυσικά είναι επιλογή της Κυβέρνησης να μην υλοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος των πολυδιαφημιζόμενων αντιμέτρων, όπως είναι η δημιουργία νέων μονάδων προσχολικής εκπαίδευσης, η επιδότηση της συμμετοχής ασφαλισμένων για συνταγογραφούμενα φάρμακα, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, οι επενδύσεις σε υποδομές του πρωτογενή τομέα κ.α.

Συνεπώς η Κυβέρνηση, αντί να πανηγυρίζει, ας «κοιταχθεί στον καθρέπτη».

 

Φοβάστε ότι η κατάσταση που θα κληθεί να διαχειριστεί η Νέα Δημοκρατία ως Κυβέρνηση στην οικονομία μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερη απ’ όσο πιστεύετε;

Είναι γεγονός ότι η Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, ναρκοθετεί τα θεμέλια της οικονομίας: το ιδιωτικό χρέος έχει εκτοξευθεί, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί, το Χρηματιστήριο έχει καταρρεύσει, οι προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα – μεταξύ των οποίων η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και η ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας – είναι μπροστά μας, η ρευστότητα σημαντικών δημοσίων φορέων επιδεινώνεται και το κράτος διογκώνεται.

Δεν φοβόμαστε όμως τα δύσκολα. Είμαστε, διαχρονικά, συνηθισμένοι σε αυτά!

 

Η Νέα Δημοκρατία επιμένει ότι το Πρόγραμμα απέτυχε, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η χώρα βγήκε από τα Μνημόνια. Που βρίσκεται η αλήθεια;

Η αλήθεια είναι ότι η χώρα βγήκε, τυπικά, από το 3ο Πρόγραμμα, στο οποίο την οδήγησαν η δημιουργική ασάφεια, η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015. Η χώρα όμως, ουσιαστικά, παραμένει «κλειδωμένη» στη μνημονιακή γραμμή. Οι βαριές πολιτικές λιτότητας συνεχίζονται, οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται – για πολλά χρόνια – υψηλοί, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και η χώρα βρίσκεται σε αυστηρό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Όμως και το ίδιο το Πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή και βιώσιμη χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Συνεπώς, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αντί να επαίρεται, ας αντιληφθεί, έστω και την ύστατη ώρα της αποδρομής της, ότι «ο γιαλός δεν ήταν τόσο στραβός όσο τον παρουσίαζε, αλλά αυτή στραβά αρμένιζε».

 

Τι διαφορετικό θα κάνετε εσείς όταν οι υφιστάμενες δεσμεύσεις της χώρας επιβάλλουν να συνεχιστεί η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική;

Θα εφαρμόσουμε ένα ολοκληρωμένο οικονομικό σχέδιο, με διαφορετικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ουσιαστική προώθηση των εταιρικών και δημόσιων επενδύσεων. Βασικοί άξονές του:

1ος. Η συνολική μείωση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, όπως είναι η μείωση ασφαλιστικών εισφορών για το σύνολο των εργαζομένων, η μείωση του εισαγωγικού συντελεστή φορολόγησης για τα φυσικά πρόσωπα, η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.

2ος. Η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, όπως είναι το Ελληνικό, η δημιουργία ενός αποτελεσματικού κράτους, η επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία κ.α.

3ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την εκκαθάριση των οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

 

Ποιες συνταγματικές αλλαγές θεωρείτε προσωπικά ότι είναι μείζονος σημασίας για την οικονομία;

Αυτές που σχετίζονται με τα κρίσιμα πεδία της δημόσιας διοίκησης, της εκπαίδευσης, της ανάπτυξης, της δικαιοσύνης και της δημοσιονομικής σταθερότητας. Και οι οποίες απουσιάζουν από την άτολμη, ιδεοληπτική κυβερνητική πρόταση.

Η Κυβέρνηση, μετά τα αναδρομικά των ενστόλων, έφερε στη Βουλή την μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Θα ψηφίσετε και αυτή την ρύθμιση;

Καταρχήν να ξεκαθαρίσουμε ότι η προτεινόμενη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών αφορά μόνο αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες, και μάλιστα κάποιους εξ’ αυτών, πάνω από ένα συγκεκριμένο εισόδημα. Έρχεται έτσι να διορθώσει μέρος του λάθους που έκανε η Κυβέρνηση, το 2016, αυξάνοντας τις ασφαλιστικές εισφορές. Τις οποίες και καταψήφισε η Αξιωματική Αντιπολίτευση.

Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση με κορμό τη Νέα Δημοκρατία, όχι μόνο δεν αύξησε, αλλά αντιθέτως μείωσε τις ασφαλιστικές εισφορές, κατά 6%.

Η δε σημερινή πρόταση της Νέας Δημοκρατίας αφορά τη μείωση ασφαλιστικών εισφορών για το σύνολο των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων, καθώς και για όλους τους μισθωτούς – σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Συνεπώς είναι πολύ ευρύτερη της κυβερνητικής πρότασης.

Έστω και έτσι όμως, θα ψηφίσουμε τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Γιατί η Νέα Δημοκρατία, ευτυχώς για τη χώρα, δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η Κυβέρνηση έχει «κλέψει» το αφήγημά σας αφού και εσείς προτείνετε μείωση φόρων. Ανησυχείτε; 

«Ότι γυαλίζει, δεν είναι χρυσός». Η Κυβέρνηση προτείνει αποσπασματικά, με μεγάλη καθυστέρηση και ατολμία, σε βάθος χρόνου, μειώσεις κάποιων φορολογικών συντελεστών, αφού πρώτα προχώρησε σε 29 αυξήσεις φόρων, οδηγώντας σε φτωχοποίηση την κοινωνία και σε διόγκωση το ιδιωτικό χρέος.

Χωρίς μάλιστα οι προτάσεις αυτές να εντάσσονται σε μία συνεκτική οικονομική πρόταση, όπως αυτή που έχει καταθέσει η Νέα Δημοκρατία, συνολικής μείωσης φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, ώστε να επιτευχθεί υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, να δημιουργηθούν καλές θέσεις εργασίας και να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή.

Όσες συνεπώς κυνικές μεταστροφές και να κάνει, όσα ευρωπαϊκά κοστούμια και να αλλάξει, ο κ. Τσίπρας θα μείνει στην πολιτική ιστορία του τόπου ως «ο Πρωθυπουργός των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών».

Γιατί επιμένετε πως το υπερπλεόνασμα που υπάρχει και ουσιαστικά μοιράζει η Κυβέρνηση έχει δημιουργηθεί από την υψηλή φορολογία;

Διότι αυτή είναι η αλήθεια, όπως επιβεβαιώνεται και από την εκτέλεση του Προϋπολογισμού.

Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου οφείλεται στις υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, στη δραστική συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, στην μη επιστροφή φόρων στους ιδιώτες και στην εσωτερική στάση πληρωμών, σε κοινωνικά ευαίσθητους τομείς, όπως είναι η χορήγηση συντάξεων.

Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την επίτευξη αναιμικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και την εκτόξευση των οφειλών των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία.

Η κατάργηση του μέτρου της περικοπής των συντάξεων μπορεί να επιτευχθεί; 

Μπορεί και πρέπει να επιτευχθεί.

Υπενθυμίζεται άλλωστε ότι οι συνταξιούχοι υφίστανται ήδη, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της Κυβερνητικής αναξιοπιστίας.

Η Νέα Δημοκρατία, αυτές δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να ακυρωθούν οι σχετικές προβλέψεις, την οποία η Κυβέρνηση δεν στήριξε. Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατία, διαχρονικά, δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση υποστηρίζει διαρκώς και τεκμηριωμένα, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα.

Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

Γιατί κάνετε λόγο για παρατεταμένη σκανδαλολογία από την πλευρά της Κυβέρνησης, όπως με την εξεταστική για την υγεία;

Διότι, μέχρι σήμερα, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες και την εργαλειοποίηση εξεταστικών επιτροπών, δεν ικανοποιούνται οι κυβερνητικές επιθυμίες.

Αντιθέτως μάλιστα, καθημερινά πολλαπλασιάζονται τα φαινόμενα καταγγελιών – ακόμη και από στελέχη της – για σκάνδαλα της σημερινής Κυβέρνησης, όπως είναι η διασπάθιση των κοινοτικών πόρων για το προσφυγικό – μεταναστευτικό, η κακοδιαχείριση στην ΕΡΤ, η αλλαγή της σύμβασης του σταθμού στο Θριάσιο, η δυσώδης υπόθεση της ΔΕΠΑ κ.α.

Ας γνωρίζουν συνεπώς όσοι εκτοξεύουν «λάσπη στον ανεμιστήρα» και επικαλούνται δήθεν ηθικά πλεονεκτήματα, ότι «οι άνθρωποι που μένουν σε γυάλινα σπίτια, δεν θα πρέπει να πετούν πέτρες».

Πάντως, ανεξάρτητα από αυτό, πρόσφατα είχαμε την προφυλάκιση του Γιάννου Παπαντωνίου, ενώ η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες ζήτησε το άνοιγμα των λογαριασμών του πρώην Πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη. Τι λέτε;

Ο καθένας κρίνεται για τις πράξεις και τις παραλείψεις του, και γι’ αυτό υπάρχει η Δικαιοσύνη.

Τη συμφωνία Κράτους – Εκκλησίας τελικά θα την ψηφίσετε;

Καταρχήν, όπως υποστηρίζει πλέον ακόμη και ο Πρωθυπουργός, δεν υπάρχει συμφωνία αλλά πλαίσιο συμφωνίας. Το οποίο μάλιστα, με κυβερνητική ευθύνη, ήταν τόσο πρόχειρο και απροετοίμαστο που κατάφερε να διχάσει τους Μητροπολίτες, να ξεσηκώσει τους απλούς κληρικούς και να δυναμιτίσει τις σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Με απώτερο κυβερνητικό στόχο τη δυνατότητα μαζικών προσλήψεων στο Δημόσιο, επιβαρύνοντας τον κρατικό προϋπολογισμό, αφού οι ιερείς θα εξακολουθούν να μισθοδοτούνται από το Κράτος. Η Νέα Δημοκρατία δεν θα δεχθεί καμία αλλαγή που να δημιουργεί συνθήκες ανασφάλειας στους κληρικούς.

Στο διάλογο για την Συνταγματική Αναθεώρηση συμμετέχετε. Πιστεύετε ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες οι όποιες θα οδηγήσουν σε ευρείες συναινέσεις; 

Ο Πρωθυπουργός, και στη συζήτηση στη Βουλή, αρνήθηκε τη δημιουργία αυτών των συνθηκών.

Καταρχήν, διότι θέλει να μετατρέψει ακόμη και το Σύνταγμα σε εργαλείο προώθησης μικροκομματικών σκοπιμοτήτων, αφού δίνει μικρό χρόνο λειτουργίας στις εργασίες της επιτροπής.

Επιπλέον, διότι επιδιώκει μέσα από μία συρρικνωμένη αναθεώρηση να συριζοποιήσει τον συνταγματικό χάρτη της χώρας, ενσωματώνοντας επικίνδυνες, διαλυτικές και ατελέσφορες προτάσεις, παρωχημένες ιδεοληπτικές αγκυλώσεις και κουτοπόνηρες κομματικές μεθοδεύσεις.

Τέλος, διότι η πρότασή του είναι άτολμη, αφού δεν αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα.

Εμείς, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, αναγνωρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται μία τολμηρή αλλαγή του καταστατικού της χάρτη, ζητούμε, ως ένα πεδίο συνεννόησης, να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα άρθρα που εισηγούνται Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση, και να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των αλλαγών με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές, σύμφωνα με το πνεύμα του Συντάγματος.

Τα πεπραγμένα της σημερινής Κυβέρνησης αποδεικνύουν ότι δεν μπορεί να επιτύχει υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.  Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018, όπως και για το 2019, κάτι που έπραξε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Φθινοπωρινή Έκθεσή της. και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο της Κυβέρνησης, το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!


Ακούστε ολόκληρη τη συνέντευξη εδώ.

 

Από την ημέρα της εθνικής επετείου παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο περιστατικό που σχετίζεται με τον θάνατο του Έλληνα ομογενούς στην Αλβανία. Θα ήθελα την εκτίμησή σας και για τον τρόπο που αντιμετωπίζουν το θέμα τα Τίρανα, αλλά και για τους χειρισμούς της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό συμβάν, για μία ανθρωποκτονία. Απαιτείται συνεπώς να υπάρχει, από την αλβανικές αρχές, πλήρης ενημέρωση, διερεύνηση των γεγονότων και απόδοση ευθυνών.

Οι αρχικές δημόσιες κρίσεις του Αλβανού Πρωθυπουργού όχι μόνο δεν κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά ήταν και απαράδεκτες. Αντιθέτως, θα έπρεπε, όπως κάνει κάθε ευνομούμενο Κράτος, να διατάξει την πλήρη διερεύνηση, με κάθε αμεροληψία και διαφάνεια, αυτής της υπόθεσης.

Σε ότι αφορά την Ελληνική Κυβέρνηση, το διάβημα ήταν προς την σωστή κατεύθυνση. Αλλά θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι κατά τη διαδικασία της έρευνας δεν θα υπάρξει καμία πολιτική παρέμβαση από την αλβανική Κυβέρνηση.

Είναι απαραίτητο να υπάρξει απόλυτη διαλεύκανση αυτής της υπόθεσης.

Ψηλά στην επικαιρότητα είναι, επίσης, η επιστολή που έστειλε ο ΣΥΡΙΖΑ στους αρχηγούς των κομμάτων αναφορικά με τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης. Πιστεύετε ότι υπάρχει πεδίο συνεννόησης ώστε να αποκτήσει η χώρα ένα Σύνταγμα που να απαντά στις ανάγκες των καιρών;

Δυστυχώς, με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, το αναγκαίο πεδίο συνεννόησης δεν φαίνεται να υφίσταται, αποκλειστικά με κυβερνητική ευθύνη.

Και αυτό διότι έχουμε να κάνουμε με μία Κυβέρνηση η οποία καθημερινά υβρίζει, συκοφαντεί και απειλεί την αντιπολίτευση, εργαλειοποιεί μία κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία ως επικοινωνιακό αντίβαρο στα συσσωρευμένα αδιέξοδα της πολιτικής της και θέλει να επιβάλλει, συριζοποιώντας τον συνταγματικό χάρτη της χώρας, παρωχημένες ιδεοληψίες (π.χ. διατήρηση απαγόρευσης ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων), κουτοπόνηρες κομματικές μεθοδεύσεις (π.χ. απλή αναλογική και δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία) και υποκριτικές εξαγγελίες για μικροκομματικούς λόγους (π.χ. απαγόρευση πώλησης νερού και ηλεκτρισμού, ενώ έχει εκχωρήσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για 99 χρόνια).

Εμείς, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, αναγνωρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται μία τολμηρή αλλαγή του καταστατικού της χάρτη, ζητούμε, ως ένα πεδίο συνεννόησης, να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα αναθεωρήσιμα άρθρα που εισηγούνται Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, και να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των αλλαγών με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές.

Απόρριψη αυτής της πρότασης συνιστά ομολογία ήττας του ΣΥΡΙΖΑ στις προσεχείς εκλογές.

Στην προοίμιο της ίδιας επιστολής ο πρωθυπουργός κάνει λόγο για «λήξη της περιόδου των Μνημονίων» και για «καθαρή έξοδο» και δεν μπορώ να μην ζητήσω το σχόλιό σας, επικαλούμενος και την ιδιότητά σας ως τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας…

Δεν μπορούμε να μιλάμε για «καθαρή έξοδο» όταν η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα προγράμματα, έχει προ-νομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας στο πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας.

Συνεπώς η χώρα, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, τελεί ουσιαστικά υπό ένα μη ομολογούμενο νέο μνημόνιο.

Και για να μην ξεχνιόμαστε: από τα 8 χρόνια που η χώρα ήταν σε προγράμματα, τα 4 χρόνια, δηλαδή τα μισά, κυβέρνησαν οι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Και ήταν και αχρείαστα…

Το 3ο πρόγραμμα όμως πέτυχε, όπως υποστηρίζουν ΣΥΡΙΖΑ και ξένοι αξιωματούχοι;

Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται, επί μακρόν, εκτός αγορών.

Τουλάχιστον όμως η χώρα ανακάμπτει και επιστρέφει η κανονικότητα.

Καταρχήν η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς. Να υπενθυμίσουμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 (και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το 2019) και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Συνεπώς, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

Επίσης όμως, με βάση και τα πιο πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία για την πορεία της οικονομίας, το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της.

Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται.

Ευτυχώς όμως, ο προϋπολογισμός που θα συζητήσουμε σε λίγες εβδομάδες στη Βουλή, σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας.

Εφόσον η Νέα Δημοκρατία έρθει στην εξουσία, ποιο θα είναι το πρώτο ζήτημα που θα θέσει στους εταίρους ως προς τις μελλοντικές δεσμεύσεις της χώρας;

Καταρχήν θα επιδιώξει να επιτευχθούν – και όχι να υπερκαλυφθούν – οι δημοσιονομικοί στόχοι, με οικονομικά πιο αποτελεσματικό και κοινωνικά πιο δίκαιο τρόπο.

Με στοχευμένες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που θα βελτιώσουν το διαθέσιμο εισόδημα και τη φορολογική συμμόρφωση, με υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με ανάληψη πρωτοβουλιών που θα αυξήσουν τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η άμεση υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Είναι πανθομολογούμενο ότι βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο. Δεδομένων των όσων διημείφθησαν τις προηγούμενες ημέρες με αφορμή την υπόθεση Παπαντωνίου, θα πάμε στις κάλπες με ατζέντα τη Θέμιδα και υπό καθεστώς ακραίας πόλωσης;

Είναι γεγονός, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες και ηθικές αρχές, θα ακολουθήσει το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας και της συνειδητής όξυνσης, προσπαθώντας να κρατηθεί για λίγο ακόμη στην εξουσία. Επιλογή «ύστατης καταφυγής» για όποιον δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στον τόπο.

Όμως, η Κυβέρνηση εκπέμπει, καθημερινά, μία εικόνα αποσύνθεσης και παρακμής, η οποία δεν μπορεί να κρυφτεί ούτε με «αριστερή χρυσόσκονη» μέσα από κάποιες παροχές, ούτε με συνεδριάσεις «κεκλεισμένων των θυρών», ούτε με «λάσπη στον ανεμιστήρα».

Συνεπώς, όσο πιο γρήγορα γίνουν εκλογές, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Από την άλλη πλευρά, ο καθένας κρίνεται για τις πράξεις και τις παραλείψεις του, και γι’ αυτό υπάρχει η Δικαιοσύνη.

Η σημερινή κατάσταση της χώρας χαρακτηρίζεται από οικονομικό τέλμα, κοινωνική μιζέρια, θεσμική παρακμή και κυβερνητική αποσύνθεση. Και αυτά δεν κρύβονται ούτε με “αριστερή χρυσόσκονη”, ούτε με “λάσπη στον ανεμιστήρα”, ούτε μένοντας “κεκλεισμένων των θυρών”.

Και είναι γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με έναν Πρωθυπουργό άβουλο, αδύναμο, απλό θεατή σε συνεχείς παραστάσεις του κυβερνητικού θιάσου, που ο ίδιος όμως έχει δημιουργήσει.


Ακούστε τη συνέντευξη εδώ.

Οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ νυν και πρώην Υπουργών της συγκυβέρνησης συνεχίζονται σχεδόν καθημερινά. Μπορεί να αντέξει η Κυβέρνηση μέχρι το Σεπτέμβριο του 2019;

Είναι γεγονός ότι εξακολουθούμε να παρακολουθούμε υπαινιγμούς και αλληλοκατηγορίες, ακόμη και για χρηματισμούς, μεταξύ μελών της σημερινής ετερόκλητης συγκυβέρνησης. Εκπέμπεται έτσι μία εικόνα κυβερνητικής αποσύνθεσης και παρακμής, η οποία δεν μπορεί να κρυφτεί ούτε κεκλεισμένων των θυρών. Με ένα Πρωθυπουργό αδύναμο και άβουλο, να περιορίζεται σε ρόλο απλού θεατή των διαφορετικών κακόγουστων παραστάσεων που ανεβάζει καθημερινά ο «κυβερνητικός θίασος», τον οποίο ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Παράλληλα, πυκνώνουν και τα αδιέξοδα της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής, σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας σφαίρας. Είναι συνεπώς σαφές ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ «πνέει τα λοίσθια».

Είναι όμως επίσης γεγονός, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, ότι η Κυβέρνηση, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες και ηθικές αρχές, θα ακολουθήσει το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας και της συνειδητής όξυνσης, προσπαθώντας να κρατηθεί για λίγο ακόμη στην εξουσία. Επιλογή «ύστατης καταφυγής» για όποιον δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στον τόπο.

Συνεπώς, όσο πιο γρήγορα γίνουν εκλογές, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Η συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί ευρεία συναίνεση για να προχωρήσει. Θα την παρέχει η Νέα Δημοκρατία;

Πράγματι, η συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί ευρεία συναίνεση.

Αυτή όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης, και όχι ευκαιριακά, με καιροσκοπικές προσεγγίσεις.

Είναι οξύμωρο να αναζητάς συναίνεση από την αντιπολίτευση που καθημερινά υβρίζεις, συκοφαντείς και απειλείς.

Είναι τυχοδιωκτικό να εργαλειοποιείς μία κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία, ως επικοινωνιακό αντίβαρο στα συσσωρευμένα αδιέξοδα της πολιτικής σου.

Και είναι ανεπίτρεπτο να θέλεις να επιβάλλεις τις παρωχημένες ιδεοληψίες σου, ακόμη και στον συνταγματικό χάρτη της χώρας.

Η θέση της Νέας Δημοκρατίας ήταν και παραμένει ξεκάθαρη: Η χώρα χρειάζεται μία τολμηρή αλλαγή του καταστατικού της χάρτη.

Ζητούμε να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα άρθρα που εισηγούνται Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση και να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των αλλαγών, με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές.

Απόρριψη αυτής της πρότασης συνιστά ομολογία ήττας του ΣΥΡΙΖΑ στις προσεχείς εκλογές.

Στηρίζετε την Κυβέρνηση στην προσπάθεια να ακυρώσει τη νέα περικοπή συντάξεων;

Αυτό είναι αυτονόητο, αφού εμείς ούτε καν τις ψηφίσαμε.

Υπενθυμίζεται ότι οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της Κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να ακυρωθούν οι σχετικές προβλέψεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας, διαχρονικά, δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς και τεκμηριωμένα, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

Φταίει η κατάσταση στην Ιταλία που η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει στις αγορές, όπως υποστηρίζει ο κ. Τσακαλώτος;

Προφανώς και όχι.

Σαφώς και η κατάσταση στην Ιταλία έχει επηρεάσει το κόστος δανεισμού, όλων των χωρών.

Όμως, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης, τα επιτόκια δανεισμού αλλά και οι επιτοκιακές διαφορές (spreads) είναι σταθερά υψηλότερα στη χώρα μας και ιδιαίτερα ευμετάβλητα.

Και αυτό διότι, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των θεσμών, όσο ήμασταν στο 3ο, αχρείαστο Πρόγραμμα, δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε ακολουθηθεί μία διαφορετική δημοσιονομική πολιτική, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευάλωτα.

Τελικά, «δεν είναι στραβός ο γιαλός», αλλά «εμείς στραβά αρμενίζουμε».

Εφόσον η Νέα Δημοκρατία έρθει στην εξουσία, ποιο θα είναι το πρώτο ζήτημα που θα θέσει στους εταίρους ως προς τις μελλοντικές δεσμεύσεις της χώρας;

Καταρχήν θα επιδιώξει να επιτευχθούν – και όχι να υπερκαλυφθούν – οι δημοσιονομικοί στόχοι, με οικονομικά πιο αποτελεσματικό και κοινωνικά πιο δίκαιο τρόπο.

Με στοχευμένες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που θα βελτιώσουν το διαθέσιμο εισόδημα και τη φορολογική συμμόρφωση, με υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με ανάληψη πρωτοβουλιών που θα αυξήσουν τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η άμεση υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Εκτιμάτε ότι η Κυβέρνηση θα αφήσει πράγματι φεύγοντας «νάρκες» για την επόμενη ή δεν συμμερίζεστε την άποψη αυτή;

Καταρχήν, η σημερινή Κυβέρνηση θα αφήσει τη χώρα καθηλωμένη σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, αφού έχει αποτύχει όλα αυτά τα χρόνια στους αναπτυξιακούς στόχους που έχει θέσει.

Με τις πολιτικές της όμως, έχει τοποθετήσει και μία σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της οικονομίας. Όπως είναι, ενδεικτικά, οι διογκούμενες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, η υποχρέωση εκκαθάρισης αποκλειστικά με ίδιους πόρους των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου, τα προβλήματα βιωσιμότητας σημαντικών φορέων του Δημοσίου, όπως είναι η ΔΕΗ και οι αστικές συγκοινωνίες, η διόγκωση του κράτους χωρίς σχεδιασμό, αποκλειστικά με κομματικά κριτήρια.

Αυτά τα γνωρίζουμε, τα επισημαίνουμε, και προετοιμαζόμαστε να τα αντιμετωπίσουμε.

Άλλωστε, διαχρονικά, στα δύσκολα, η πολιτική λύση πάντα αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία.