Tags Posts tagged with "Συνέντευξη"

Συνέντευξη

Γιατί η ΝΔ επιμένει ότι η περίφημη «καθαρή έξοδος» που υπόσχεται η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι ένα πολιτικό «βρώμικο ψέμα»;

Γιατί η αλήθεια είναι ότι η επιθυμητή «καθαρή έξοδος», με τις συνθήκες που δημιούργησε η Κυβέρνηση, δεν είναι εφικτή. Και αυτό διότι, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν με «καθαρό» τρόπο από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι, έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ενώ έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα με εγγυητή του δανείου το Υπερταμείο για λόγους εξασφάλισης των δανειστών.

 Πόσο σημαντική είναι η πιστοληπτική γραμμή στήριξης για να αντέξει η ελληνική οικονομία;

Το πιο σημαντικό είναι η «καθαρή έξοδος» της χώρας από τα μνημόνια και η σταθερή χρηματοδότηση της οικονομίας με χαμηλό κόστους δανεισμού.

Όπως όμως ήδη επεσήμανα, η «καθαρή έξοδος» δεν είναι εφικτή, ενώ και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία. Η δική μας πρόταση είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, που εκτιμώνται στα 27 δισ. ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος, με δεδομένο μάλιστα ότι η Κυβέρνηση έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη αυτού, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει ενεχυριάσει δημόσια περιουσία της χώρας.

Με δεδομένο ότι οι Αλέξης Τσίπρας και Πάνος Καμμένος δεσμεύουν με τις υπογραφές τους τη χώρα για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022, επιμένετε ότι θα μπορέσετε να αλλάξετε το μείγμα της εφαρμοζόμενης πολιτικής;

Πράγματι η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και για μετά το 2022, μάλιστα με ιδιαίτερα χαμηλούς και συρρικνωμένους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Εμείς πιστεύουμε ότι η άμεση υλοποίηση ενός συνεκτικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος, με στοχευμένη μείωση φόρων, υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Υπενθυμίζω ότι το 2014, μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτό να προβλέπεται στο 2ο Μνημόνιο. Συνεπώς, κάτι αντίστοιχο σήμερα, με τεκμηριωμένο τρόπο, είναι εφικτό.

Για να μειώσεις όμως τους φόρους, θα πρέπει και να το πιστεύεις. Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, ο αρμόδιος Υπουργός όχι μόνο ιδεολογικά δεν το πιστεύει, αλλά και αιθεροβατεί υποστηρίζοντας ότι η φορολογία των πολιτών δεν είναι υψηλή.

Επαναλαμβάνεται συνεχώς ότι η Κυβέρνηση δεν μπορεί να ενισχύσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Γιατί το ισχυρίζεστε αυτό;

Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται και εφέτος υψηλές, σχεδόν αμετάβλητες, παρά την εκταμίευση δόσεων για την αποπληρωμή τους, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η εκταμίευση της υπο-δόσης από την προηγούμενη αξιολόγηση.

Επιπρόσθετα, το “σκούπισμα” των ταμειακών διαθεσίμων σε φορείς του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται, με αποτέλεσμα τα ρέπος να έχουν ξεπεράσει πλέον τα 23 δισ. ευρώ, επιβαρύνοντας το επιτοκιακό προφίλ και – ελαφρώς – τη μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους.

Ενώ οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, με αυξητική μάλιστα τάση από μήνα σε μήνα.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Κυβέρνηση αδυνατεί να «αιματοδοτήσει» την πραγματική οικονομία.

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει ότι υπερκαλύπτει τους δημοσιονομικούς στόχους και ότι επιστρέφουμε στην κανονικότητα. Κάτι που πρόσφατα δήλωσε και ο κ. Γιούνκερ. Συμμερίζεστε αυτήν την αισιοδοξία;

Καταρχάς να αξιολογήσουμε πως επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι. Αυτό γίνεται με τη συνειδητή επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, να επιδοθεί σε ανελέητο «κυνήγι» των πολιτών μέσω κατασχέσεων και αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και να στερήσει πόρους από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και η χορήγηση συντάξεων σε δικαιούχους.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής επιλογής είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες κατά 57% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Σε ότι αφορά τον πυρήνα του ερωτήματός σας, δεν συμμερίζομαι αυτή την αισιοδοξία όταν εξακολουθούν να υφίστανται κεφαλαιακοί περιορισμοί, συνεχίζουν να επιβάλλονται νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις, έχουν διευρυνθεί οι ευέλικτες μορφές εργασίας, παραμένουν σταθερά υψηλές οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, υποβαθμίζεται η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης και το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας δεν έχει ακόμη φτάσει στο ύψος που ήταν το 2014.

Δυστυχώς, αντί για κανονικότητα, έχουμε μια κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Σας προβληματίζει το κλίμα ακραίας πόλωσης που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια σχεδόν στο σύνολο της κοινωνίας μας;

Πράγματι, το κλίμα πόλωσης μεγεθύνει τις διαφορές και αποτρέπει τις συγκλίσεις. Η ιστορική, κοινωνική, πολιτική και οικονομική κρισιμότητα των στιγμών επιβάλλει δημιουργικές συνθέσεις και συγκλίσεις ως αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας. Όμως αυτές πρέπει να χτίζονται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης. Δεν μπορούν να επιτευχθούν ευκαιριακά, με «λεόντιες» συμπεριφορές, με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών, με καιροσκοπικές προσεγγίσεις και με μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί, από όλους, αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων και σαφήνεια θέσεων. Πάνω απ’ όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη. Αυτά όμως είναι «είδη εν ανεπαρκεία» για τη σημερινή Κυβέρνηση.

Η ΝΔ θα συνεχίσει να τηρεί, όπως διαχρονικά πράττει, στάση εθνικής ευθύνης. Δεν θα κερδοσκοπήσει πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Η Νέα Δημοκρατία ζητά επίμονα εκλογές. Αντέχει η χώρα πρόωρη προσφυγή στις κάλπες;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία ζητάει εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα τη διεξαγωγή εκλογών. Και τις ζητάει όχι για να επανέλθει μια ώρα αρχύτερα στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά γιατί πιστεύει ότι το κόστος συνέχισης της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος διεξαγωγής εκλογών.

Και αυτό γιατί αποδεικνύεται καθημερινά και επιβεβαιώνεται όλο και πιο έντονα και εμφατικά ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αποτυγχάνει σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας, όπως είναι ενδεικτικά αυτά της οικονομίας, της διαχείρισης του μεταναστευτικού/προσφυγικού προβλήματος, της ασφάλειας των πολιτών, της υπεύθυνης διαχείρισης της εξωτερικής πολιτικής, της παιδείας και της υγείας, της αξιοκρατίας στη δημόσια διοίκηση, της ποιότητας της δημοκρατίας.

Με λίγα λόγια, η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην ιστορική της πορεία.

Το άνοιγμα της ΝΔ προς το «μεσαίο χώρο» σε συνδυασμό με τη δυσαρέσκεια που υπάρχει σε αρκετά στελέχη του κόμματος για παρέκκλιση από τις αρχές του, είναι ένα ζήτημα που πιστεύετε ότι η αξιωματική αντιπολίτευση θα το βρει μπροστά της ενόψει εκλογών;

Η ΝΔ, εκ της αρχικής κατασκευής της, αποτελεί τη μεγάλη πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας, με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις. Παραμένει βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, συνεκτική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική. Είναι συνεπώς προφανές ότι δεν συμμερίζομαι σχετικές ανησυχίες, παρά μόνο αν κάποιοι θελήσουν να υπηρετήσουν προσωπικές στρατηγικές.

Κύριε Σταϊκούρα, πως βλέπετε τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για το ζήτημα του χρέους; Εκτιμάτε ότι θα υπάρξουν αποφάσεις για οριστική λύση το προσεχές διάστημα;
Εύχομαι και ελπίζω να ληφθούν άμεσα αυτόματες και αξιόπιστες αποφάσεις για το χρέος, οι οποίες άλλωστε έχουν καταστεί αναγκαίες εξαιτίας της σημαντικής επιβάρυνσης της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία.
Δυστυχώς όμως, η Κυβέρνηση έχει ήδη συμφωνήσει από πέρυσι οι όποιες παρεμβάσεις να υλοποιηθούν μετά το καλοκαίρι, στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ πιθανόν θα συνοδεύονται από όρους και προϋποθέσεις.

Συμμερίζεστε την άποψη ότι οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις σε Ιταλία αλλά και Ισπανία συνιστούν πηγή αβεβαιότητας για την Ευρωζώνη; Θα μπορούσε, πιστεύετε, αυτό να επηρεάσει και την πορεία εξόδου της χώρας μας στις αγορές;
Πράγματι, οι πηγές αβεβαιότητας και οι εστίες κινδύνου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, είναι πολλές και σημαντικές. Ενώ και η νομισματική πολιτική δεν αναμένεται επί μακρόν να παραμείνει επεκτατική.
Όλα αυτά επηρεάζουν και θα επιδράσουν στο ήδη υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο κόστος δανεισμού της χώρας μας.
Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για το χρέος και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το έως πρόσφατα ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.
Αυτό όμως δεν έγινε και την ευθύνη φέρει, αποκλειστικά, η σημερινή Κυβέρνηση που δεν δημιούργησε τις προϋποθέσεις.

Γιατί υποστηρίζετε ότι δεν θα υπάρξει «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια με την ολοκλήρωση του προγράμματος;
Γιατί το μόνο που ολοκληρώνεται είναι η χρηματοδότηση της χώρας μέσω του προγράμματος. Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές, και μάλιστα «φορτωμένες» με πρόσθετες και βαριές δεσμεύσεις, όπως επιβεβαιώνεται στην 4η αξιολόγηση και στο μεσοπρόθεσμο πλαίσιο, θα συνεχιστούν για τα πολλά επόμενα χρόνια.
Υπενθυμίζεται ότι σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι, και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας.
Οι πολίτες όμως έχουν αντιληφθεί ότι η «αριστερή χρυσόσκονη» έχει ξεπεράσει την ημερομηνία λήξης και έχει πλέον καταστεί δηλητηριώδης.

Μήπως η απομάκρυνση της καθαρής εξόδου, αλλά και το πλαίσιο αυστηρής εποπτείας για τα επόμενα χρόνια δυσκολεύουν τελικά και την υλοποίηση της δέσμευσης της ΝΔ για αλλαγή μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και την προσπάθειά της να πείσει τους εταίρους για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων;
Όχι, διότι αυτή η εξέλιξη ήταν προδιαγεγραμμένη εξαιτίας της Κυβερνητικής ανικανότητας και αναξιοπιστίας. Αφήστε που εμείς, διαχρονικά, έχουμε μάθει στα δύσκολα.
Το σχέδιό μας εδράζεται στην υλοποίηση ενός συνεκτικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος, που θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, η οποία με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.
Υπενθυμίζω δε ότι το 2014, χωρίς να προβλέπεται στο μνημόνιο, μειώθηκαν για πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα φορά φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές).

Η Κυβέρνηση κακώς χτίζει ταμειακό απόθεμα; Η ΝΔ τι θα έκανε;
Η ΝΔ επιθυμεί την «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού. Όπως όμως ήδη σας ανέφερα, η έξοδος με τους ίδιους όρους των άλλων ευρωπαϊκών χωρών δεν είναι εφικτή και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο.
Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία.
Η δική μας πρόταση είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, που εκτιμώνται στα 27 δισ. ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος, με δεδομένο μάλιστα ότι η Κυβέρνηση έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη αυτού.

Ανάπτυξη 2,3% έδειξαν τα στοιχεία για το 1ο τρίμηνο 2018. Παραμένει «αναιμική», όπως έχετε πει για το 2017;
Θα δούμε την πορεία της οικονομίας τα επόμενα τρίμηνα και θα κάνουμε τις σχετικές αξιολογήσεις. Εύχομαι να υπάρξει δυναμική στην οικονομία.
Πάντως, η μείωση του ρυθμού ανάπτυξης στο 1,3% το 2017 και η αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων για το 2018, επιβεβαιώνει τους μέχρι σήμερα ισχυρισμούς μας.
Ενώ η συρρίκνωση της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων το 1ο τρίμηνο του 2018 αποτελεί εστία προβληματισμού, ειδικά αν συνδυαστεί με το υψηλό και διαρκώς αυξανόμενο επίπεδο του ιδιωτικού χρέους.

Εκτός από τη μείωση της φορολογίας για τις επιχειρήσεις, τι άλλο πρέπει να γίνει για να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για αύξηση των επενδύσεων στο βαθμό που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία;
Αυτό που απαιτείται είναι η υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου, όπως αυτό ξεδιπλώνεται από τη Νέα Δημοκρατία, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, νέων και παραδοσιακών.
Σχέδιο με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου, με βασικούς άξονες, εκτός της σταδιακής μείωσης των φορολογικών συντελεστών, την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων (π.χ. απλοποίηση του αδειοδοτικού περιβάλλοντος, βελτίωση του χωροταξικού πλαισίου, υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους κ.α.) και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την πλήρη εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Κύριε Σταϊκούρα, το 2014 η Κυβέρνηση της ΝΔ είχε εξασφαλίσει την προληπτική πιστωτική γραμμή. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι πάμε προς ένα αυστηρό εργαλείο ενισχυμένης εποπτείας. Τι είναι καλύτερο από τα δύο;

Η προληπτική πιστωτική γραμμή εμπεριέχει την ενισχυμένη εποπτεία, την οποία φαίνεται να αποδέχεται η Ελληνική Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με την σαφώς ηπιότερη μετα-προγραμματική εποπτεία που υιοθετήθηκε από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που ακολούθησαν προγράμματα προσαρμογής.

Ενισχυμένη εποπτεία που, με βάση τους ευρωπαϊκούς κανόνες, θα περιλαμβάνει τριμηνιαίες εκθέσεις παρακολούθησης και θα συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις, πιθανώς συνδεόμενους με την υλοποίηση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους.

Συνεπώς η χώρα θα ενταχθεί σε καθεστώς αυστηρότερης – σε σχέση με τις άλλες χώρες – εποπτείας, χωρίς να λαμβάνει τη χρηματοδότηση των εταίρων.

Χρηματοδότηση που επιδιώκει να καλύψει η Κυβέρνηση εις βάρος της πραγματικής οικονομίας, μέσω των υπερ-πλεονασμάτων, της χρησιμοποίησης των «κουτσουρεμένων» δόσεων του δανείου και των ακριβών εκδόσεων χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι κακώς δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Η Κυβέρνηση όμως υπερκαλύπτει τους δημοσιονομικούς στόχους και η χώρα επιστρέφει, όπως ισχυρίζεται, στην κανονικότητα.

Η υπερκάλυψη των στόχων οφείλεται στη συνειδητή επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, να επιδοθεί σε ανελέητο «κυνήγι» των πολιτών μέσω κατασχέσεων και αναγκαστικών μέτρων είσπραξης, και να στερήσει πόρους από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και η χορήγηση συντάξεων σε δικαιούχους.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής επιλογής είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες κατά 55% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Σε ότι αφορά την κανονικότητα, αλήθεια γιατί κάποιοι θριαμβολογούν όταν εξακολουθούν να υφίστανται κεφαλαιακοί περιορισμοί, συνεχίζουν να επιβάλλονται νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις, διευρύνονται οι ευέλικτες μορφές εργασίας, παραμένουν σταθερά υψηλές οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, υποβαθμίζεται η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης, η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και το ονομαστικό ΑΕΠ της δεν έχει ακόμη φτάσει στο ύψος που ήταν το 2014;

Ας αφήσουν επιτέλους κάποιοι στην άκρη τις αυταπάτες, που τόσο πολύ κόστισαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια.

Γιατί δυστυχώς, αντί για κανονικότητα, έχουμε μια κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να ακυρώσουν τη μείωση των συντάξεων;

Κε. Παπαστάθη, με την ψήφο μόνο των Κυβερνητικών Βουλευτών, η επιπλέον αχρείαστη μείωση των συντάξεων, η οποία ήδη εφαρμόζεται στους νέους συνταξιούχους, δεν συναρτάται με το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων. Αντιθέτως, τα αντίμετρα για τα οποία πανηγυρίζει η Κυβερνητική πλειοψηφία, τελούν υπό αίρεση και εξαρτώνται από την υπέρβαση των ιδιαίτερα υψηλών στόχων – από εφέτος – για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Συνεπώς, αντί η Κυβέρνηση να εμπαίζει τους πολίτες με ανεύθυνες και αντιφατικές δηλώσεις, καλύτερα να τους ενημερώσει αναλυτικά και υπεύθυνα για τις νέες περικοπές στις συντάξεις που η ίδια επέβαλλε.

Ζητάτε εκλογές και καταγγέλλετε ότι το αναπτυξιακό σχέδιο της χώρας γράφεται στις Βρυξέλλες. Η δική σας ενημέρωση, ως Τομεάρχης Οικονομικών της ΝΔ, ποια είναι για το λεγόμενο ολιστικό πλάνο που καταρτίζεται από τον κ. Τσακαλώτο;

Καταρχάς, κατά πάγια πρακτική, δεν σχολιάζω διαρροές ή κείμενα εργασίας. Αναμένουμε να δούμε και να αξιολογήσουμε το αναπτυξιακό σχέδιο για τη χώρα, όταν η Κυβέρνηση δεήσει να μας το παρουσιάσει. Μπορώ να σχολιάσω όμως τη διαδικασία που ακολούθησε η Κυβέρνηση και τα μέχρι σήμερα αναπτυξιακά πεπραγμένα της.

Η διαδικασία δείχνει προχειρότητα και είναι υποτιμητική για τη χώρα: περισσότερα από δύο χρόνια καθυστέρησης – με βάση τις μνημονιακές δεσμεύσεις – στο όποιο κείμενο εργασίας, «εν κρυπτώ» κατάθεση στους εταίρους και «πήγαιν’ έλα» με τους θεσμούς, χωρίς στοιχειώδη διαβούλευση και συζήτηση με τα πολιτικά κόμματα, τους κοινωνικούς εταίρους, τους παραγωγικούς και επιστημονικούς φορείς.

Σε ότι αφορά τα πεπραγμένα της Κυβέρνησης, υπενθυμίζω ότι, μετά την ανάκαμψη του 2014, η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση το 2015 και το 2016, παρουσίασε τεράστια υστέρηση στον αναπτυξιακό στόχο του 2017, και όπως δείχνουν όλες οι αναθεωρημένες προβλέψεις των θεσμών, θα αποτύχει και το 2018.

Αυτό είναι το αποτύπωμα των ιδεοληψιών, των παλινωδιών και της ανευθυνότητας της σημερινής Κυβέρνησης.

Κυβέρνηση η οποία, αποδεδειγμένα, δεν μπορεί να διασφαλίσει την αναγκαία για τη χώρα υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί, με απόφαση του Eurogroup το 2017, σε πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022. Με αυτό το δεδομένο, πως η ΝΔ πως θα τηρήσει τη δέσμευσή της να μειώσει τους φόρους;

Πράγματι η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα, με ιδιαίτερα χαμηλούς μάλιστα ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Εμείς πιστεύουμε ότι η άμεση υλοποίηση ενός συνεκτικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος, με στοχευμένη μείωση φόρων, υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, συνεπώς δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Υπενθυμίζω ότι το 2014, μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτό να προβλέπεται στο Μνημόνιο.

Για να μειώσεις όμως τους φόρους, θα πρέπει και να το πιστεύεις.

Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, ο αρμόδιος Υπουργός όχι μόνο ιδεολογικά δεν το πιστεύει αλλά και αιθεροβατεί υποστηρίζοντας ότι η φορολογία των πολιτών δεν είναι υψηλή.