Tags Posts tagged with "Πολυμέσα"

Πολυμέσα

“Προαπαιτούμενα και εκταμίευση δόσης συνιστούν την απόλυτη επιβεβαίωση ότι η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, έχοντας αναλάβει συγκεκριμένες μνημονιακές δεσμεύσεις.

Η μη υλοποίηση των προαπαιτούμενων, εξαιτίας Κυβερνητικής ολιγωρίας και προεκλογικών σκοπιμοτήτων, καθυστερεί την υλοποίηση συγκεκριμένων μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους, που εκκρεμούν από το Δεκέμβριο του 2018, στερεί ρευστότητα από την οικονομία, καταδεικνύει ότι η κανονικότητα δεν έχει επιστρέψει, ενισχύει την αναξιοπιστία της χώρας και δεν συνιστά θετικό μήνυμα για τις αγορές.”

Ακούστε όλη τη συνέντευξη εδώ.

Πως κρίνετε το σχέδιο της Κυβέρνησης για τα κόκκινα δάνεια; Θεωρείτε ότι τελικά λύνετε το πρόβλημα ή όπως έχει προειδοποιήσει ο Γ. Δραγασάκης υπάρχει η περίπτωση μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης;

Υπενθυμίζω ότι μιλάμε για την ίδια Κυβέρνηση και τον ίδιο Υπουργό που υποστήριζαν, το καλοκαίρι του 2015, προκειμένου να δικαιολογήσουν τότε το τεράστιο οικονομικό κόστος της διακυβέρνησής τους, ότι χρειάζονταν μία νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών προκειμένου να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα των «κόκκινων δανείων».

Και τελικά η Κυβέρνηση όχι μόνο προχώρησε τότε σε μία αχρείαστη 3η ανακεφαλαιοποίηση η οποία προσέθεσε κόστος στο Δημόσιο, απαξίωσε προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά δεν έλυσε ούτε το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Άλλωστε, εάν αυτό είχε γίνει, δεν θα συζητούσε σήμερα, με 4 χρόνια καθυστέρηση, για νέα θεσμικά σχήματα δραστικής μείωσης των «κόκκινων δανείων».

Σε κάθε περίπτωση, η Κυβέρνηση οφείλει να αφήσει στην άκρη τη «δημιουργική ασάφεια» και την αναβλητικότητα, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια, και να αναλάβει, μαζί με την Τράπεζα της Ελλάδος, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του υπαρκτού προβλήματος. Πρωτοβουλίες οι οποίες πρέπει να εδράζονται σε μία λογική κόστους/οφέλους για όλους τους εμπλεκομένους του τραπεζικού συστήματος, δηλαδή τους φορολογούμενους, τους καταθέτες, τους δανειολήπτες και τους μετόχους των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Εμείς, ως Νέα Δημοκρατία, έγκαιρα και διορατικά, καταθέσαμε από το 2016 και διαρκώς εμπλουτίζουμε και επικαιροποιούμε, ένα ολοκληρωμένο σχέδιο επιτάχυνσης της διαδικασίας διευθέτησης καθυστερούμενων οφειλών, ουσιαστικής ελάφρυνσης χρεών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε αδυναμία αποπληρωμής και τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία, με διαχωρισμό των εκκρεμών υποθέσεων σε κατηγορίες, με ενίσχυση των ειρηνοδικείων, με απλοποίηση της εξωδικαστικής επίλυσης για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, με αναμόρφωση της πτωχευτικής διαδικασίας, με πρόταση ρυθμίσεων σε πολλές και με χαμηλό ύψος δόσεις για το 80% των πολιτών που χρωστούν μέχρι 3.000 ευρώ στην εφορία, με πολιτικές επιβράβευσης των δανειοληπτών που τα χρόνια της κρίσης κατάφεραν να παραμείνουν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους απέναντι στις τράπεζες.

Σε αυτή την κατεύθυνση, ο κ. Μητσοτάκης πρότεινε για όσους πολίτες ήταν κατά την τελευταία τριετία συνεπείς στην αποπληρωμή των στεγαστικών τους δανείων, να προβλέπεται μια εύλογη μείωση επιτοκίου για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, στο πλαίσιο των κριτηρίων που τελικά θα συμφωνήσει η Κυβέρνηση με την Ελληνική Ένωση Τραπεζών για την προστασία της πρώτης κατοικίας. Είναι μια πρόταση λογική, ρεαλιστική και δίκαιη, συνεπώς και εφικτή, που μελετάται από το τραπεζικό σύστημα.

Στο μεσοπρόθεσμο 2020-2023 προβλέπονται χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης. Ειδικότερα, το ΑΕΠ θα αυξάνεται με ρυθμό 2,5% φέτος, 2,3% το 2020, 2,1% το 2021, 1,8% το 2022 και 1,8% το 2023. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα χρειαστεί τουλάχιστον μια δεκαετία για να επιστρέψει η χώρα στα προ κρίσης επίπεδα. Αλλά η Κυβέρνηση ακόμα μιλάει για θετικά σημάδια στην οικονομία και επιστροφή στην κανονικότητα. Πως το σχολιάζετε;

Η χώρα, επί μακρόν, σέρνεται σε μία κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας», με αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Απέχουμε δε ακόμη αρκετά από την επιστροφή στην κανονικότητα και σίγουρα αυτή δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την παρούσα Κυβέρνηση, αφού επί ημερών της η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί, το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων παρουσιάζει καθυστερήσεις, εμβληματικές επενδύσεις – όπως είναι αυτή του Ελληνικού – κωλυσιεργούν, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης συστηματικά υποβαθμίζεται, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης επικρατούν, η  μακροχρόνια ανεργία ιδιαίτερα στους νέους κυριαρχεί και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.

Και σαν να μην φτάνουν αυτά, η Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, ναρκοθετεί τα θεμέλια της οικονομίας. Και αυτές οι νάρκες δεν σχετίζονται μόνο με τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει το τραπεζικό σύστημα. Αφορούν και τη δημοσιονομική διαχείριση, τις διαρκώς αυξανόμενες οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, τις μη εκκαθαρισμένες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου, την επιδείνωση της ρευστότητας σημαντικών δημοσίων φορέων, την ανεξέλεγκτη διόγκωση του κράτους, την υποβάθμιση της ποιότητας της δημοκρατίας, κ.α.

Η Κυβέρνηση όμως ισχυρίζεται ότι τα δημόσια οικονομικά πάνε καλά…

Μακάρι η όποια ευημερία των αριθμών να συμβάδιζε με αυτή των πολιτών.

Δυστυχώς, τα πρόσφατα στοιχεία του Κρατικού Προϋπολογισμού και της ΑΑΔΕ επιβεβαιώνουν ότι η υστέρηση φορολογικών εσόδων παρά την υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, οι μειωμένες επιστροφές φόρων, το αυξημένο ιδιωτικό χρέος, η διεύρυνση των κατασχέσεων, η εσωτερική στάση πληρωμών και οι λιγότερες δαπάνες για επενδύσεις συνθέτουν την αδιέξοδη πολιτική της Κυβέρνησης.

Της «υβριδικής» Κυβέρνησης που ολοκληρώνει τον αποτυχημένο κύκλο της, αφήνοντας όμως πίσω της μία κοινωνία με εξαντλημένη τη φοροδοτική ικανότητά της, απαισιόδοξη και ανασφαλή για το μέλλον.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για μείωση φόρων από τον πρώτο μήνα διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Αρκεί αυτή η δέσμευση για να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας;

Όχι δεν αρκεί, αλλά αποτελεί βασικό συστατικό ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.

Πέραν αυτής της μείωσης των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών, η Νέα Δημοκρατία θα υλοποιήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο μεταρρυθμίσεων για να ενισχύσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, τη δημιουργία ενός παραγωγικού κράτους, την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία, την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Αυτό το σχέδιο θα ενισχύσει την ποσότητα και θα βελτιώσει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, με ουσιαστική προώθηση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, οδηγώντας σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, στη δημιουργία πολλών και καλά αμειβόμενων θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Βρισκόμαστε κάποιους μήνες πριν από τις κάλπες. Όπως φαίνεται παγιώνεται ή και αυξάνεται μια δημοσκοπική διαφορά υπέρ της Νέας Δημοκρατίας. Θεωρείτε ότι παροχές και δήθεν σκάνδαλα μπορούν να αναστρέψουν το κλίμα;

Όχι, διότι οι πολίτες είναι σήμερα οργισμένοι με τις πρωτόγνωρες υποχωρήσεις της «πρόθυμης» Κυβέρνησης ακόμη και σε κρίσιμα εθνικά θέματα, νιώθουν προσβεβλημένοι όταν λοιδορούνται οι γνήσιες πατριωτικές ευαισθησίες τους, αγανακτούν με το γενικευμένο καθεστώς ανομίας, τον κυβερνητικό αυταρχισμό, τη λειτουργική υποβάθμιση του Κοινοβουλίου και της ποιότητας της δημοκρατίας, την υπονόμευση της διάκρισης των εξουσιών και της ανεξαρτησίας των θεσμών, και βλέπουν, εξουθενωμένοι και απαισιόδοξοι, το διαθέσιμο εισόδημά τους να έχει συρρικνωθεί, τα χρέη τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία να διογκώνονται και την καθημερινότητά τους να μην βελτιώνεται.

Απαιτούν συνεπώς άμεσα, όλο και περισσότεροι, όλο και πιο επιτακτικά, πολιτική αλλαγή.

Και μια τελευταία ερώτηση. Πως σχολιάζετε την πρακτική Πολάκη να ηχογραφήσει τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννη Στουρνάρα;

Επί του ζητήματος, έχει ήδη επιληφθεί η Ελληνική Δικαιοσύνη.

Επί του περιεχομένου όμως της επικοινωνίας, το οποίο επιβεβαιώνεται από όλες τις πλευρές, πρόκειται για ακόμη ένα παράδειγμα πολιτικού ευτελισμού, υπουργικής αλαζονείας, κυβερνητικού αυταρχισμού και καταπάτησης της ανεξαρτησίας των θεσμών.

Οι εξηγήσεις της Attica Bank για το δάνειο προς τον κ. Πολάκη σας έχουν καλύψει;

Υπεύθυνη να αξιολογήσει και να κρίνει είναι η αρμόδια εποπτική αρχή, δηλαδή η Τράπεζα της Ελλάδος, ειδικά σε ότι αφορά το ύψος, τη μορφή και την εξασφάλιση του δανείου, στοιχεία που δημιουργούν βέβαια εύλογα ερωτηματικά. Το πιστωτικό ίδρυμα πάντως, μέχρι σήμερα, δεν έχει δώσει κάποια αποσαφήνιση για τα παρεμφερή δάνεια που, όπως ισχυρίζεται, έχει χορηγήσει σε άλλα φυσικά πρόσωπα.

Πώς σχολιάζετε τη δημοσιοποίηση του διαλόγου μεταξύ του κ. Πολάκη και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Στουρνάρα;

Είναι ένα ακόμη παράδειγμα πολιτικού ευτελισμού, υπουργικής αλαζονείας, κυβερνητικού αυταρχισμού και καταπάτησης της ανεξαρτησίας των θεσμών.

Σε κάθε περίπτωση αναμένουμε από τη Δικαιοσύνη να ξεκαθαρίσει το ζήτημα.

Η Νέα Δημοκρατία, από θέση αρχής, δεν παρεμβαίνει στο έργο, τη λειτουργία και τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων εποπτικών αρχών.

Ο κ. Μητσοτάκης είχε συνάντηση με την Ελληνική Ένωση Τραπεζών στην οποία μετείχατε κι εσείς. Πώς αποδέχθηκαν την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για επιβράβευση των συνεπών δανειοληπτών; Είναι κάτι εφικτό;

Πράγματι, αναγνωρίζουμε απόλυτα ότι πρέπει να υπάρχει ένα πλαίσιο προστασίας γι’ αυτούς που έχουν πραγματική ανάγκη, αλλά θα πρέπει να επιβραβευθούν και οι δανειολήπτες που τα χρόνια της κρίσης κατάφεραν να παραμείνουν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους απέναντι στις τράπεζες.

Σε αυτή την κατεύθυνση, ο κ. Μητσοτάκης πρότεινε για όσους πολίτες ήταν κατά την τελευταία τριετία συνεπείς στην αποπληρωμή των στεγαστικών τους δανείων, να προβλέπεται μια εύλογη μείωση επιτοκίου για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, στο πλαίσιο των κριτηρίων που τελικά θα συμφωνήσει η Κυβέρνηση με την Ελληνική Ένωση Τραπεζών για την προστασία της πρώτης κατοικίας.

Είναι μια πρόταση λογική, ρεαλιστική και δίκαιη, συνεπώς και εφικτή, που θα μελετηθεί από το τραπεζικό σύστημα.

Η υπό διαμόρφωση συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης και των τραπεζών που αφορά την προστασία της πρώτης κατοικίας, ποιο ποσοστό δανειοληπτών υπολογίζετε ότι θα προστατεύει;

Να περιμένουμε να δούμε όλες τις παραμέτρους της νέας ρύθμισης και στη συνέχεια να την αξιολογήσουμε ως προς τον αριθμό και το υπόλοιπο επιλέξιμων οφειλετών.

Σε κάθε περίπτωση, η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η ρύθμιση πρέπει να προστατεύει την πρώτη κατοικία, να είναι λειτουργική και αποτελεσματική, να δίνει μια δεύτερη ευκαιρία σε οικογένειες που είχαν αντικειμενικό πρόβλημα να πληρώσουν τα δάνειά τους, να εντοπίζει και να αποκλείει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, να μην υπονομεύει τη βιώσιμη εκτέλεση του προϋπολογισμού και να διαφυλάσσει τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

Η Νέα Δημοκρατία, από το 2016, έχει καταθέσει μια πρόταση για τα κόκκινα δάνεια. Πώς σκοπεύετε να εμπλουτίσετε αυτή την πρόταση;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία από τότε, έγκαιρα και διορατικά, κατέθεσε ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό σχέδιο συνολικής αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους, το οποίο διαρκώς εμπλουτίζει και επικαιροποιεί. Σχέδιο επιτάχυνσης της διαδικασίας διευθέτησης καθυστερούμενων οφειλών, ουσιαστικής ελάφρυνσης χρεών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε αδυναμία αποπληρωμής και τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

Αυτό περιλαμβάνει το διαχωρισμό των εκκρεμών υποθέσεων σε κατηγορίες, την ενίσχυση των ειρηνοδικείων, την απλοποίηση της εξωδικαστικής επίλυσης για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, την αναμόρφωση της πτωχευτικής διαδικασίας, την πρόταση ρυθμίσεων σε πολλές και με χαμηλό ύψος δόσεις για το 80% των πολιτών που χρωστούν μέχρι 3.000 ευρώ στην εφορία, τις πολιτικές επιβράβευσης των πολιτών και των επιχειρήσεων που, παρά τις δυσκολίες, παραμένουν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους έναντι του Δημοσίου, των τραπεζών και τρίτων (π.χ. θεσμός του Γραφείου Πίστης).

Μακάρι αυτές οι πολιτικές να είχαν υιοθετηθεί και υλοποιηθεί τα προηγούμενα χρόνια από τη σημερινή Κυβέρνηση.

Εκτιμάτε ότι απαιτείται νέα ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών, αν δεν αντιμετωπισθεί το ζήτημα των κόκκινων δανείων;

Καταρχήν να υπενθυμίσω ότι η σημερινή Κυβέρνηση υποστήριζε, το καλοκαίρι του 2015, ότι η 3η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα οδηγούσε, μέσα στην ίδια χρονιά, και στην αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων δανείων».

Τελικά η Κυβέρνηση όχι μόνο προχώρησε σε μία αχρείαστη ανακεφαλαιοποίηση η οποία προσέθεσε κόστος στο Δημόσιο, απαξίωσε προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά δεν έλυσε ούτε το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Άλλωστε, εάν αυτό είχε γίνει, δεν θα συζητούσαμε σήμερα, με 4 χρόνια καθυστέρηση, για νέα θεσμικά σχήματα δραστικής μείωσης των «κόκκινων δανείων».

Σε κάθε περίπτωση, η Κυβέρνηση οφείλει να αφήσει στην άκρη τη «δημιουργική ασάφεια» και την αναβλητικότητα, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια, και να αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του υπαρκτού προβλήματος. Πρωτοβουλίες οι οποίες πρέπει να εδράζονται σε μία λογική κόστους/οφέλους για όλους τους εμπλεκομένους του τραπεζικού συστήματος, δηλαδή τους φορολογούμενους, τους καταθέτες, τους δανειολήπτες και τους μετόχους των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Παράλληλα, Κυβέρνηση και πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να αντιμετωπίσουν με επάρκεια και τις άλλες προκλήσεις που σχετίζονται με την εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, όπως είναι το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, η επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, η αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές κεφαλαίου, η ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, η πλήρης άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, ο ψηφιακός μετασχηματισμός του τραπεζικού συστήματος και η βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών.

Πιστεύετε ότι ο Αλέξης Τσίπρας ναρκοθετεί την επόμενη Κυβέρνηση; Αν ναι, ποιες είναι οι νάρκες που βάζει στην οικονομία;

Ναι, πιστεύουμε ότι η Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, ναρκοθετεί τα θεμέλια της οικονομίας. Και αυτές οι νάρκες δεν σχετίζονται μόνο με τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει το τραπεζικό σύστημα. Αφορούν και τη δημοσιονομική διαχείριση, τις διαρκώς αυξανόμενες οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, τις μη εκκαθαρισμένες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου, την επιδείνωση της ρευστότητας σημαντικών δημοσίων φορέων, την ανεξέλεγκτη διόγκωση του κράτους, την υποβάθμιση της ποιότητας της δημοκρατίας, κ.α.

Στη Νέα Δημοκρατία όμως, όπως έχει διαχρονικά αποδειχθεί, έχουμε μάθει στα δύσκολα.

Μήπως όμως με την έξοδο της χώρας στις αγορές η οικονομία επιστρέφει στην κανονικότητα;

Η κανονικότητα, σε ότι αφορά την έξοδο στις αγορές, θα αποκατασταθεί όταν η πρόσβαση σε αυτές είναι σταθερή, συνεχής και με χαμηλό κόστος δανεισμού. Η τελευταία έξοδος στις αγορές κεφαλαίου έγινε με κόστος δανεισμού πολύ υψηλότερο έναντι αυτού άλλων ευρωπαϊκών χωρών που ολοκλήρωσαν αντίστοιχα προγράμματα στήριξης.

Σε ότι αφορά γενικότερα την επιστροφή στην κανονικότητα, απέχουμε ακόμη αρκετά και σίγουρα αυτή δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την παρούσα Κυβέρνηση, αφού επί ημερών της η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί, το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων παρουσιάζει καθυστερήσεις, εμβληματικές επενδύσεις – όπως είναι αυτή του Ελληνικού – κωλυσιεργούν, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης συστηματικά υποβαθμίζεται, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης επικρατούν, η  μακροχρόνια ανεργία ιδιαίτερα στους νέους κυριαρχεί και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.

Και σίγουρα δεν έχουμε θεσμική κανονικότητα, με τις συμπεριφορές και το λόγο της σημερινής Κυβέρνησης.

Η Νέα Δημοκρατία έχει προαναγγείλει µια σειρά από μειώσεις στη φορολογία και στις ασφαλιστικές εισφορές και διάφορες κοινωνικές παροχές. Πώς θα χρηματοδοτήσετε αυτές τις παροχές;

Αν απαιτηθεί, διότι οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές βελτιώνουν τη φορολογική συμμόρφωση και μειώνουν τα κίνητρα για φοροδιαφυγή, θα υλοποιήσουμε ένα πρόγραμμα περιορισμού των κρατικών δαπανών, χωρίς να υποβαθμιστεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και χωρίς απολύσεις. Αυτό θα στηρίζεται, κυρίως, στην αξιολόγηση των δαπανών στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης, στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, στην μη διόγκωση του Δημοσίου με λελογισμένες προσλήψεις σε αυτό, στην ενίσχυση των συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα.

Επιπλέον, με την επιθετική επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικών συναλλαγών που θα προωθήσουμε, θα διευρυνθεί η φορολογική βάση, θα ενισχυθούν τα δημόσια έσοδα και θα δημιουργηθεί πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος.

Τέλος, οι φιλόδοξοι αλλά ρεαλιστικοί στόχοι που θέτουμε για την ανάπτυξη, θα αποφέρουν περισσότερα δημόσια έσοδα, άρα θα δημιουργήσουν, μέσω μιας αυτοτροφοδοτούμενης διαδικασίας, επιπλέον δημοσιονομικό χώρο, μέσω και της σταδιακής – μεσο-μακροπρόθεσμα – μείωσης των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Μια βασική εκτίμηση της Νέας Δημοκρατίας είναι ότι οι εθνικές εκλογές είναι πιθανόν να γίνουν μαζί με τις Ευρωεκλογές, τον Μάιο. Για ποιο λόγο να κηρύξει εθνικές εκλογές ο κ. Τσίπρας νωρίτερα από τη λήξη της συνταγματικά προβλεπόμενης κυβερνητικής θητείας;

Γιατί η ήττα του κ. Τσίπρα στις ευρωεκλογές θα είναι συντριπτική.

Η μήνυση Κοτζιά κατά Καμμένου τι δείχνει για τον τρόπο λειτουργίας της Κυβέρνησης;

Αποτυπώνει τον τυχοδιωκτισμό και τον καιροσκοπισμό της, επιβεβαιώνει ότι η συγκολλητική της ουσία είναι η «αγάπη» για την εξουσία και αποδεικνύει ότι ο «πολιτικός κατήφορός» της δεν έχει τέλος.

Αν σε αυτά προσθέσετε τις – χωρίς ηθικές αρχές και ιδεολογικές συντεταγμένες – «πρόθυμες» και «υβριδικές» συμμετοχές στην Κυβέρνηση, τις ευκαιριακές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, τη λειτουργική υποβάθμιση του Κοινοβουλίου, τον κυβερνητικό αυταρχισμό, την υπονόμευση της διάκρισης των εξουσιών και της ανεξαρτησίας θεσμών, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η χώρα βρίσκεται σε πορεία παρακμής και συνολικής και συνεχούς υποβάθμισης της ποιότητας της δημοκρατίας.

Είναι και αυτός ένας σημαντικός λόγος, ίσως και ο πιο σημαντικός, που οι εκλογές πρέπει να γίνουν το ταχύτερο δυνατόν.