Tags Posts tagged with "Πολυμέσα"

Πολυμέσα

Οι τρεις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής είναι η έξοδος στις αγορές με ρεαλιστικούς όρους δανεισμού, η επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης με τη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και η αντιμετώπιση του διαρκώς αυξανόμενου ιδιωτικού χρέους. Αυτές οι προκλήσεις απαιτούν ολοκληρωμένο σχέδιο, πολιτική βούληση, υπευθυνότητα, αξιοπιστία και αποφασιστικότητα – στοιχεία που, αποδεδειγμένα πλέον, δεν διαθέτει η σημερινή ιδεοληπτική κυβέρνηση.Η «καθαρή» έξοδος από τα μνημόνια, αν και επιθυμητή, με αποκλειστική ευθύνη της τωρινής κυβέρνησης δεν είναι σήμερα εφικτή. Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα προγράμματα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μεταπρογραμματικής εποπτείας, που συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις. Το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιο της κυβέρνησης αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς αναπτυξιακό προγραμματισμό, ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές. Απαιτείται, συνεπώς, η υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου και ρεαλιστικού σχεδίου επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξανόμενης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης. Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, νέων και παραδοσιακών. Αυτό προϋποθέτει μεταβολές στη σύνθεση της οικονομικής δραστηριότητας, με έμφαση στις εξαγωγές διεθνώς και με ενίσχυση βασικών μεγεθών ποιότητας των θεσμών και επίδοσης της οικονομίας, όπως είναι η ευκολία άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, η αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, του εκπαιδευτικού συστήματος και του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, οι επενδύσεις στην έρευνα και στην καινοτομία. Σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε ήδη καταθέσει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου, με βασικούς άξονες τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και την επενδυτική  ελκυστικότητα της οικονομίας, την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής με πολιτικές αντιμετώπισης της φτώχειας.

Κύριε Σταϊκούρα, ας ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας με το πρόσφατο Eurogroup της Πέμπτης και τις σχετικές αποφάσεις για το χρέος. Θεωρείτε πώς κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση;

Η ρύθμιση του χρέους έρχεται να καλύψει την επιβάρυνση της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης. Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίζει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, καθιστώντας αναγκαίες τις σημερινές αποφάσεις.

Με αυτή την έννοια, όπως και κάθε απόφαση που οδηγεί σε ρύθμιση του χρέους, αντιμετωπίζονται θετικά. Δυστυχώς όμως, οι προτεινόμενες παρεμβάσεις είναι περιορισμένες, δεν είναι στο σύνολό τους αυτόματες όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017 και τελούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις, αφού η χώρα εισέρχεται σε μία κατάσταση ενισχυμένης εποπτείας.

Ειδικότερα μάλιστα, τα κέρδη από τη διακράτηση των ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες ήταν κεκτημένα της χώρας μέχρι την «υπερήφανη» διαπραγμάτευση του 2015, στη συνέχεια χάθηκαν και σήμερα επανακτούνται, όμως υπό όρους.

Η χώρα μετά τον Αύγουστο βγαίνει από το πρόγραμμα. Θα είναι στην ίδια θέση με άλλες χώρες που βγήκαν από Μνημόνια;

Όχι, δεν θα είναι. Και αυτό γιατί σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του προγράμματος, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, με ένα αυστηρό πλαίσιο επιτήρησης αντίστοιχου αυτού της μνημονιακής περιόδου, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, με πολύ βαριά μέτρα και με δέσμευση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060.

Ας αφήσει συνεπώς ο Πρωθυπουργός στην άκρη τις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις και τα ψέματα, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και τους πολίτες την τελευταία τριετία.

Η Κυβέρνηση σωστά πράττει που αρνήθηκε την πιστοληπτική γραμμή στήριξης; Εσείς θέλετε τη συνέχιση των μνημονίων όπως η Κυβέρνηση σας κατηγορεί;

Η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Όμως η καθαρή έξοδος, όπως ήδη σας ανέφερα, με ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι σήμερα εφικτή.

Αλλά δυστυχώς και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε Κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι αυτή να γίνει με το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία, αφού χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, υπερφορολογεί τους πολίτες, επιδίδεται σε εσωτερική στάση πληρωμών, καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

Αντιθέτως, θα μπορούσε να αξιοποιήσει τους αδιάθετους πόρους του δανείου, που αρχικά είχαν εκτιμηθεί στα 27 δισ. ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος. Ούτε αυτό όμως το πετυχαίνει, παρόλο που έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει και δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς τους λόγους υποστηρίζουμε ότι η χώρα, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» κατέληξε σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, το 4ο Μνημόνιο, χωρίς χρηματοδότηση».

Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται. Διαφωνείτε;

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει. Σε σχέση με το 2014, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται και το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

Παρ’ όλα αυτά, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική στη χώρα. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο;

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο της Κυβέρνησης, το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων. Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον. Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος» σέρνει την οικονομία σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Ας περάσουμε στα εθνικά θέματα και το Σκοπιανό. Τελικά μήπως είναι μια καλή συμφωνία, όπως υποστηρίζουν όλοι οι παίκτες στη διεθνή σκακιέρα;

Η στάση της Νέας Δημοκρατίας, διαχρονικά, δεν ετεροκαθορίζεται.

Να είστε σίγουρη ότι αν η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή στο Βουκουρέστι είχε αποδεχθεί την είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ, όλοι θα την χειροκροτούσαν.

Αλλά δεν το έπραξε, υπερασπιζόμενη το εθνικό συμφέρον.

Το ίδιο κάνουμε και σήμερα, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών.

Μελετήσαμε τη συμφωνία και τοποθετηθήκαμε με σαφήνεια επί αυτής. Πρόκειται για μία κακή, εθνικά επιζήμια συμφωνία.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008. Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής εθνότητας», διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα και δημιουργεί «γκρίζες ζώνες» για τα ελληνικά εμπορικά σήματα.

Με αυτά κυρίως τα κριτήρια, καταθέσαμε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης για να προλάβουμε τα αποτελέσματα τα οποία παράγει η υπογραφή της συμφωνίας.

Μήπως όμως, όπως ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, υπάρχουν τετελεσμένα από το παρελθόν; Υπάρχουν και σχετικά έγγραφα που κατέθεσε ο Υπουργός Εξωτερικών στη Βουλή.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, με αλαζονεία και αυταρέσκεια, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι. Δόθηκαν οι σχετικές απαντήσεις στη Βουλή.

Θα μπορούσαμε και εμείς να καταθέσουμε μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία, αλλά και από τις κυβερνητικές παλινδρομήσεις που έφτασαν μέχρι και στο σημείο της αποδοχής της «Μακεδονίας του Ίλιντεν».

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεπώς, δεν δικαιούται να μας κάνει μαθήματα πατριωτισμού!

Ειδικά όταν σήμερα, η Κυβέρνησή του προωθεί αυταρχικά ότι καμία άλλη Κυβέρνηση στο παρελθόν δεν είχε αποδεχθεί, μέσα σε συνθήκες εθνικής συνεννόησης που φρόντιζαν αυτές στο παρελθόν να δημιουργούν.

Η συμφωνία έφερε τριγμούς στο εσωτερικό των ΑΝΕΛ. Θεωρείτε ότι μπορεί να φέρει πολιτικές εξελίξεις για τη χώρα;

Το να «στρουθοκαμιλίζεις», να μην διαθέτεις «σπονδυλική στήλη», να ακροβατείς, να αγνοείς την γνήσια πατριωτική ευαισθησία των πολιτών και να κάνεις τα πάντα για να «ρουφήξεις και την τελευταία γουλιά εξουσίας», χωρίς ηθικές αναστολές, αξιακές σταθερές και ιδεολογικές συντεταγμένες, είναι κακοί σύμβουλοι στην πολιτική. Και οδηγούν, αργά ή γρήγορα, σε πολιτικές εξελίξεις.

Σε κάθε περίπτωση, με την πρόταση δυσπιστίας, οι βουλευτές τοποθετήθηκαν. Οι βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού υπέγραψαν χέρι-χέρι τη συμφωνία που δημιουργεί άμεσα και σταδιακά δυσμενή τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται, εφόσον στα Σκόπια το δημοψήφισμα είναι υπέρ της συμφωνίας και γίνει και η συνταγματική αναθεώρηση στη γειτονική χώρα, στην ελληνική Βουλή θα έρθει για επικύρωση τέλη του χρόνου. Αν στο μεταξύ έχουν γίνει εκλογές και Κυβέρνηση είναι η Νέα Δημοκρατία, και έρθει στην ελληνική Βουλή, θα την ψηφίσετε;

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρει ακέραιη την ευθύνη για τη συμφωνία, όχι η Νέα Δημοκρατία.

Η Κυβέρνηση προχώρησε σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Εκείνη είναι που παραχώρησε στους Σκοπιανούς τη δυνατότητα να δηλώνουν «Μακεδόνες» και να ισχυρίζονται ότι μιλούν τη «μακεδονική» γλώσσα.

Εκείνη δηλώνει, δια του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, ότι έχει βρει κάποιους πρόθυμους βουλευτές να επικυρώσουν τη συμφωνία.

Η Νέα Δημοκρατία, στο σύνολό της, δεν θα κυρώσει τη συμφωνία, συμφωνία που υποχρεούνται να φέρουν στη Βουλή οι κ. Τσίπρας και Καμμένος.

Γιατί η ΝΔ επιμένει ότι η περίφημη «καθαρή έξοδος» που υπόσχεται η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι ένα πολιτικό «βρώμικο ψέμα»;

Γιατί η αλήθεια είναι ότι η επιθυμητή «καθαρή έξοδος», με τις συνθήκες που δημιούργησε η Κυβέρνηση, δεν είναι εφικτή. Και αυτό διότι, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν με «καθαρό» τρόπο από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι, έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ενώ έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα με εγγυητή του δανείου το Υπερταμείο για λόγους εξασφάλισης των δανειστών.

 Πόσο σημαντική είναι η πιστοληπτική γραμμή στήριξης για να αντέξει η ελληνική οικονομία;

Το πιο σημαντικό είναι η «καθαρή έξοδος» της χώρας από τα μνημόνια και η σταθερή χρηματοδότηση της οικονομίας με χαμηλό κόστους δανεισμού.

Όπως όμως ήδη επεσήμανα, η «καθαρή έξοδος» δεν είναι εφικτή, ενώ και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία. Η δική μας πρόταση είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, που εκτιμώνται στα 27 δισ. ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος, με δεδομένο μάλιστα ότι η Κυβέρνηση έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη αυτού, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει ενεχυριάσει δημόσια περιουσία της χώρας.

Με δεδομένο ότι οι Αλέξης Τσίπρας και Πάνος Καμμένος δεσμεύουν με τις υπογραφές τους τη χώρα για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022, επιμένετε ότι θα μπορέσετε να αλλάξετε το μείγμα της εφαρμοζόμενης πολιτικής;

Πράγματι η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και για μετά το 2022, μάλιστα με ιδιαίτερα χαμηλούς και συρρικνωμένους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Εμείς πιστεύουμε ότι η άμεση υλοποίηση ενός συνεκτικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος, με στοχευμένη μείωση φόρων, υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Υπενθυμίζω ότι το 2014, μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτό να προβλέπεται στο 2ο Μνημόνιο. Συνεπώς, κάτι αντίστοιχο σήμερα, με τεκμηριωμένο τρόπο, είναι εφικτό.

Για να μειώσεις όμως τους φόρους, θα πρέπει και να το πιστεύεις. Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, ο αρμόδιος Υπουργός όχι μόνο ιδεολογικά δεν το πιστεύει, αλλά και αιθεροβατεί υποστηρίζοντας ότι η φορολογία των πολιτών δεν είναι υψηλή.

Επαναλαμβάνεται συνεχώς ότι η Κυβέρνηση δεν μπορεί να ενισχύσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Γιατί το ισχυρίζεστε αυτό;

Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται και εφέτος υψηλές, σχεδόν αμετάβλητες, παρά την εκταμίευση δόσεων για την αποπληρωμή τους, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η εκταμίευση της υπο-δόσης από την προηγούμενη αξιολόγηση.

Επιπρόσθετα, το “σκούπισμα” των ταμειακών διαθεσίμων σε φορείς του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται, με αποτέλεσμα τα ρέπος να έχουν ξεπεράσει πλέον τα 23 δισ. ευρώ, επιβαρύνοντας το επιτοκιακό προφίλ και – ελαφρώς – τη μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους.

Ενώ οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, με αυξητική μάλιστα τάση από μήνα σε μήνα.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Κυβέρνηση αδυνατεί να «αιματοδοτήσει» την πραγματική οικονομία.

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει ότι υπερκαλύπτει τους δημοσιονομικούς στόχους και ότι επιστρέφουμε στην κανονικότητα. Κάτι που πρόσφατα δήλωσε και ο κ. Γιούνκερ. Συμμερίζεστε αυτήν την αισιοδοξία;

Καταρχάς να αξιολογήσουμε πως επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι. Αυτό γίνεται με τη συνειδητή επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, να επιδοθεί σε ανελέητο «κυνήγι» των πολιτών μέσω κατασχέσεων και αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και να στερήσει πόρους από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και η χορήγηση συντάξεων σε δικαιούχους.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής επιλογής είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες κατά 57% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Σε ότι αφορά τον πυρήνα του ερωτήματός σας, δεν συμμερίζομαι αυτή την αισιοδοξία όταν εξακολουθούν να υφίστανται κεφαλαιακοί περιορισμοί, συνεχίζουν να επιβάλλονται νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις, έχουν διευρυνθεί οι ευέλικτες μορφές εργασίας, παραμένουν σταθερά υψηλές οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, υποβαθμίζεται η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης και το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας δεν έχει ακόμη φτάσει στο ύψος που ήταν το 2014.

Δυστυχώς, αντί για κανονικότητα, έχουμε μια κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Σας προβληματίζει το κλίμα ακραίας πόλωσης που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια σχεδόν στο σύνολο της κοινωνίας μας;

Πράγματι, το κλίμα πόλωσης μεγεθύνει τις διαφορές και αποτρέπει τις συγκλίσεις. Η ιστορική, κοινωνική, πολιτική και οικονομική κρισιμότητα των στιγμών επιβάλλει δημιουργικές συνθέσεις και συγκλίσεις ως αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας. Όμως αυτές πρέπει να χτίζονται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης. Δεν μπορούν να επιτευχθούν ευκαιριακά, με «λεόντιες» συμπεριφορές, με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών, με καιροσκοπικές προσεγγίσεις και με μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί, από όλους, αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων και σαφήνεια θέσεων. Πάνω απ’ όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη. Αυτά όμως είναι «είδη εν ανεπαρκεία» για τη σημερινή Κυβέρνηση.

Η ΝΔ θα συνεχίσει να τηρεί, όπως διαχρονικά πράττει, στάση εθνικής ευθύνης. Δεν θα κερδοσκοπήσει πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Η Νέα Δημοκρατία ζητά επίμονα εκλογές. Αντέχει η χώρα πρόωρη προσφυγή στις κάλπες;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία ζητάει εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα τη διεξαγωγή εκλογών. Και τις ζητάει όχι για να επανέλθει μια ώρα αρχύτερα στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά γιατί πιστεύει ότι το κόστος συνέχισης της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος διεξαγωγής εκλογών.

Και αυτό γιατί αποδεικνύεται καθημερινά και επιβεβαιώνεται όλο και πιο έντονα και εμφατικά ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αποτυγχάνει σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας, όπως είναι ενδεικτικά αυτά της οικονομίας, της διαχείρισης του μεταναστευτικού/προσφυγικού προβλήματος, της ασφάλειας των πολιτών, της υπεύθυνης διαχείρισης της εξωτερικής πολιτικής, της παιδείας και της υγείας, της αξιοκρατίας στη δημόσια διοίκηση, της ποιότητας της δημοκρατίας.

Με λίγα λόγια, η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην ιστορική της πορεία.

Το άνοιγμα της ΝΔ προς το «μεσαίο χώρο» σε συνδυασμό με τη δυσαρέσκεια που υπάρχει σε αρκετά στελέχη του κόμματος για παρέκκλιση από τις αρχές του, είναι ένα ζήτημα που πιστεύετε ότι η αξιωματική αντιπολίτευση θα το βρει μπροστά της ενόψει εκλογών;

Η ΝΔ, εκ της αρχικής κατασκευής της, αποτελεί τη μεγάλη πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας, με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις. Παραμένει βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, συνεκτική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική. Είναι συνεπώς προφανές ότι δεν συμμερίζομαι σχετικές ανησυχίες, παρά μόνο αν κάποιοι θελήσουν να υπηρετήσουν προσωπικές στρατηγικές.