Tags Posts tagged with "Ομιλία"

Ομιλία

TECHNOPOLIS Innovathens

Θέλω να ευχαριστήσω την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων και το Innovathens για την πρόσκληση να παραστώ και να καταθέσω κάποιες σκέψεις για την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, και για τη θέση και τον ρόλο της ελληνικής βιομηχανίας στη μεγέθυνσή της.

Βιομηχανία, πυλώνας κάθε σύγχρονης οικονομίας.

Κι αυτό γιατί παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, ενισχύει την εξωστρέφεια, στηρίζει τα δημόσια οικονομικά, μετασχηματίζει την καινοτομία σε επιχειρηματικότητα, διαδραματίζει κομβικό ρόλο για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία σταθερών και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, και καθορίζει, εν τέλει, την οικονομική θέση κάθε χώρας.

 

Η χώρα σήμερα αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς στόχους που η ίδια θέτει.

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται.
  • Το ιδιωτικό χρέος διαρκώς διογκώνεται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται.

Ενώ η κανονικότητα στη χώρα, κανονικότητα που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται το 2014, δεν έχει ακόμη επανέλθει.

Και σαν να μην έφτανε η σημερινή κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας» της οικονομίας, η Κυβέρνηση, όπως ήδη γνωρίζετε:

  • έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά θα γίνει στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους Θεσμούς και θα συνοδευτεί από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς ότι το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» δεν είναι παρά ακόμη μία Κυβερνητική αυταπάτη.

 

Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση, τις προκλήσεις και τις δεσμεύσεις της χώρας, το ζητούμενο είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με σύνεση και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας.

Επόμενη ημέρα που θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Επόμενη ημέρα που θα στηρίζει και θα στηρίζεται σε κλάδους που επενδύουν στην πραγματική οικονομία, δημιουργώντας μια εύρωστη και παραγωγική βάση, με εμπορεύσιμα – κατά προτίμηση στις διεθνείς αγορές – αγαθά και υπηρεσίες.

Επόμενη ημέρα που θα χρειαστεί μια επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ για την επόμενη πενταετία, για να επιστρέψουν οι ιδιωτικές επενδύσεις στο μέσο Ευρωπαϊκό όρο και να ξεφύγει η οικονομία από τον φαύλο κύκλο της στασιμο-χρεοκοπίας.

Με επενδύσεις και στον κλάδο της βιομηχανίας.

 

Στη χώρα μας ο κλάδος της βιομηχανίας, παρότι δεν έμεινε ανεπηρέαστος από τη μακρά, επώδυνη και πολύπλευρη κρίση:

  • κατάφερε να δείξει ανθεκτικότητα και
  • συνέχισε να αποτελεί βασικό κορμό της εγχώριας παραγωγικής οικονομίας.

Η συμβολή της βιομηχανίας, ιδιαίτερα της μεταποίησης, στην οικονομία και την κοινωνία, λόγω των υψηλών πολλαπλασιαστικών επιδράσεών της, είναι ακόμα και σήμερα, καθοριστική.

Ενδεικτικά:

  • Η βιομηχανία απασχολεί σήμερα 1,2 εκατ. εργαζόμενους.
  • 1 στους 4 εργαζόμενους απασχολείται σε βιομηχανικές δραστηριότητες ή σε δραστηριότητες που οφείλονται στη βιομηχανία. Κατά κύριο λόγο είναι σταθερές θέσεις εργασίας, με πλήρες ωράριο και πλαίσιο παροχών περίθαλψης και ασφάλισης.
  • Ο μηνιαίος μισθός στη βιομηχανία είναι, κατά μέσο όρο, 25% υψηλότερος από το σύνολο της οικονομίας.
  • Συνεισφέρει το 40% του συνολικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων.
  • Μέσα στην κρίση, πραγματοποίησε επενδύσεις συνολικού ύψους 27 δισ. ευρώ.
  • Οι μεταποιητικές δραστηριότητες δημιουργούν, άμεσα και έμμεσα, περίπου το 31% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας.
  • Το 42% των συνολικών εξαγωγών είναι βιομηχανικά προϊόντα.

 

Δυστυχώς όμως η σημασία και η συμβολή της βιομηχανίας στην εθνική οικονομία δεν έχουν τύχει – διαχρονικά – της δέουσας αναγνώρισης.

Ειδικά όμως από τη σημερινή Κυβέρνηση.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να θέτει, έμμεσα και άμεσα, εμπόδια.

Εμπόδια όπως είναι η υψηλή φορολογία και το ευμετάβλητο φορολογικό καθεστώς, η διόγκωση των ασφαλιστικών εισφορών, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδοτικά και επενδυτικά εργαλεία.

 

Η χώρα όμως, διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας.

Διαθέτει επιχειρηματικό δαιμόνιο, που πολλές βιομηχανικές επιχειρήσεις διατήρησαν, καλλιέργησαν και εκδήλωσαν μέσα στην κρίση.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Ειδικά σε μία Ευρώπη η οποία, με βάση και το τελευταίο κείμενο συμπερασμάτων του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας, στρέφει και πάλι την προσοχή της στη δημιουργία μιας ισχυρής βιομηχανικής βάσης, επιδιώκοντας την αύξηση του μεριδίου της βιομηχανίας στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται, από μέρους της χώρας μας, η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, μέσα από ένα συνεκτικό πλαίσιο στρατηγικών κατευθύνσεων και πολιτικών, με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής.

  • Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας.
  • Με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, όπως είναι η μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις.
  • Με την αύξηση του ορίου για υποβολή ΦΠΑ.
  • Με την παροχή φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία.
  • Με υπερ-αποσβέσεις για τις επενδύσεις κεφαλαίου.
  • Με τη μείωση της φορολογίας ανάλογα με τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στις επιχειρήσεις.
  • Με τη δημιουργία «Λευκού Μητρώου Ασφαλιστικού Συστήματος», προβλέποντας μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές για τις συνεπείς επιχειρήσεις.

2ος Άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και θα οδηγήσουν στην υλοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων.

  • Με τη δημιουργία ενός σταθερού και απλού ρυθμιστικού πλαισίου.
  • Με την άρση των εμποδίων ομαλής λειτουργίας της αγοράς.
  • Με την απλοποίηση των διαδικασιών έναρξης επιχειρήσεων, με κεντρικό χαρακτηριστικό τη «δήλωση συμμόρφωσης» και τις πρότυπες προδιαγραφές.
  • Με την ασφάλεια δικαίου, μέσα από σταθερούς κανόνες λειτουργίας, την επιτάχυνση στην απονομή δικαιοσύνης, την κωδικοποίηση της νομοθεσίας.
  • Με τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου για τις χρήσεις γης.
  • Με τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές.
  • Με την υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων και την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων.
  • Με την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, την ολοκλήρωση και προώθηση των υποδομών διασύνδεσης και την υλοποίηση μιας εθνικής ενεργειακής πολιτικής, πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν στη μείωση του ενεργειακού κόστους και σε ενεργειακή επάρκεια.
  • Με τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του Κράτους, ώστε να δημιουργηθεί ένας αποτελεσματικός, ευέλικτος, σύγχρονος και παραγωγικός δημόσιος τομέας.
  • Με τη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων που σήμερα βρίσκονται κατακερματισμένες σε πολλά Υπουργεία.

3ος Άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την υιοθέτηση ενός πιο λειτουργικού «Αναπτυξιακού Νόμου», με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

4ος Άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου, όπως είναι η βιομηχανία.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, μεταξύ άλλων:

  • Πρέπει η βιομηχανική πολιτική να αποτελέσει δομικό στοιχείο της στρατηγικής, μέσα από ανάδειξη τομέων, κλάδων και γεωγραφικών περιοχών, με σαφείς εξωστρεφείς προοπτικές.
  • Πρέπει να ενισχυθούν τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα και οι υπηρεσίες στην κλίμακα της τεχνολογικής εξειδίκευσης.
  • Πρέπει οι επιχειρήσεις να ενταχθούν σε διεθνείς παραγωγικές αλυσίδες αξίας.
  • Πρέπει να βελτιωθούν τα δίκτυα και οι υπηρεσίες εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics) και να αναβαθμιστούν οι υποδομές για την ανταγωνιστική διακίνηση των πρώτων υλών και των προϊόντων από / προς τις αγορές.
  • Πρέπει να βελτιωθεί η προσβασιμότητα σε κεφάλαια, μέσα από την ενθάρρυνση εξω-τραπεζικών εργαλείων και εναλλακτικών τρόπων κεφαλαιακής ενίσχυσης, την αξιοποίηση σύγχρονων τεχνικών χρηματοοικονομικής μηχανικής, τον συντονισμό και τη σύνδεση των επενδυτικών εργαλείων και καθεστώτων ενίσχυσης επενδύσεων.
  • Πρέπει να θέσουμε ως χώρα, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, εναρμονισμένο με την καινοτομία και την τεχνολογία, προσαρμοσμένο στην ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα.
  • Πρέπει να απλοποιήσουμε τη συνεργασία πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων με επιχειρήσεις, για την παραγωγική αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων από τη βιομηχανία και για την πρακτική εφαρμογή καινοτόμων θεωριών και προγραμμάτων.
  • Πρέπει να επιδιώξουμε η προσφορά γνώσεων και δεξιοτήτων να είναι ικανές να δημιουργήσουν εστίες καινοτομίας, να καλύψουν τις τεχνολογικές – επιστημονικές ανάγκες της μεταποίησης και να στηρίξουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό της παραγωγής.
  • Πρέπει οι βιομηχανικές επιχειρήσεις να εστιάσουν στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην κυκλική οικονομία, ασκώντας υπεύθυνη επιχειρηματικότητα, μέσα από την υλοποίηση των αρχών της εταιρικής διακυβέρνησης και της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης».

 

Συμπερασματικά, αυτό το σχέδιο είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να μας βγάλει από τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής μιζέριας.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά τα οποία η σημερινή Κυβέρνηση εγγενώς δεν διαθέτει και προφανώς δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αποκτήσει.

Αποσπάσματα τοποθέτησης στην εκδήλωση του Κέντρου Αστικής Μεταρρύθμισης

με θέμα «Το τέλος του 3ου Μνημονίου: Μία από τα ίδια ή ποτέ πια τα ίδια;»

«Η χώρα, σήμερα, είναι «βουτηγμένη» στο οικονομικό τέλμα, την κοινωνική μιζέρια και την εθνική παρακμή.

  • Αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς στόχους που η ίδια θέτει.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται.
  • Το ιδιωτικό χρέος διαρκώς διογκώνεται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται.

Ενώ η κανονικότητα στη χώρα, κανονικότητα που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται το 2014, δεν έχει ακόμη επανέλθει.

  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις συνεχίζουν να επιβάλλονται.
  • Οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν στάσιμα υψηλές.
  • Καταθέσεις δεν επιστρέφουν – με ουσιαστικό τρόπο – στο τραπεζικό σύστημα.
  • Η εξάρτηση των τραπεζών από τον έκτακτο μηχανισμό ενίσχυσης της ρευστότητας (ELA) εξακολουθεί να υφίσταται.
  • Και η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Αυτό είναι το οδυνηρό αποτύπωμα της σημερινής διακυβέρνησης.

Το Κυβερνητικό αποτύπωμα της συνειδητής επιλογής της να υπερφορολογήσει τους πολίτες, της αδυναμίας της να υλοποιήσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και της τακτικής της να συρρικνώσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Και σαν να μην έφτανε η σημερινή κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας» της οικονομίας, η Κυβέρνηση, όπως ήδη γνωρίζετε:

  • έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά θα γίνει στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους Θεσμούς και θα συνοδευτεί από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς ότι το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» δεν είναι παρά ακόμη μία Κυβερνητική αυταπάτη.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η χώρα θα πρέπει να διαθέτει χρηματοδοτική επάρκεια και ασφάλεια, με χαμηλό κόστος δανεισμού από τις διεθνείς αγορές και με «δίχτυ προστασίας», χωρίς να επιβαρύνεται η πραγματική οικονομία.

Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Δυστυχώς όμως σήμερα:

1ον. Η Κυβέρνηση προσπαθεί να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία:

  • Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου.
  • Επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών.
  • «Σκουπίζει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων του Δημοσίου.
  • Υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
  • Προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι – με ευθύνη της – δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

2ον. Τα επιτόκια αγορών και τα spreads όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.

Απόδειξη; Το πώς κινήθηκαν οι αποδόσεις τις τελευταίες εβδομάδες, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους (έλλειψη εμπιστοσύνης, εσωτερική και εξωτερική πολιτική αβεβαιότητα, μεγάλες διεθνείς εκδόσεις χρέους, κατεύθυνση νομισματικής πολιτικής κ.α.).

Κοντά σε αυτά τα δεδομένα, η Κυβέρνηση οφείλει να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι η διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, τόσο με συμβατικά όσο και μη συμβατικά μέτρα, που βελτίωσαν τις συνθήκες χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν θα συνεχιστούν επί μακρόν.

Ενώ και η χρηματοδότηση των τραπεζών θα πρέπει να είναι διασφαλισμένη, δεδομένου ότι η Ελλάδα απέχει ακόμη αρκετά από το να έχει αποκτήσει επενδυτική πιστοληπτική διαβάθμιση.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τις προκλήσεις και τις δεσμεύσεις της χώρας, το ζητούμενο είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με σύνεση και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας.

Επόμενη ημέρα που δεν πρέπει να είναι ίδια με τη σημερινή.

Και δεν θα πρέπει να συνιστά επιστροφή στα διαχρονικά λάθη του παρελθόντος.

Επόμενη ημέρα που θα χαρακτηρίζεται από κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Επόμενη ημέρα που θα έχει ως στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος Άξονας: Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων.

Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.

Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό της νομοθεσίας για τις βιομηχανικές περιοχές, με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, με τη βελτίωση της ποιότητας και τη διασφάλιση της ορθής και ανεξάρτητης λειτουργίας των θεσμών και με την αναμόρφωση του ρόλου και τη βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους.

3ος Άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

4ος Άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Με τη μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, στις εξαγωγές και στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Καθώς και με την ανάδειξη της παιδείας σε βασικό μοχλό της αναπτυξιακής διαδικασίας».

Πρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Θα συμφωνείτε υποθέτω και εσείς ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, πέραν της συμβολής της στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του Δημοσίου, συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

Στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα», ως αποτέλεσμα – κυρίως – της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η σημερινή Κυβέρνηση.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, ερωτάστε κε. Υπουργέ:

1ον. Για ποιό λόγο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές παρά τους πρόσθετους δανειακούς και πλέον εθνικούς πόρους που διατίθενται για την αποπληρωμή τους, όταν μάλιστα, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού σας, «η εξόφλησή τους αποτελεί βασική προτεραιότητα για το Υπουργείο Οικονομικών»;

2ον. Σε τι ύψος ανέρχονται οι νέες οφειλές που δημιουργήθηκαν την τελευταία τριετία;

3ον. Ποιος είναι ο προγραμματισμός για την αποπληρωμή τους εντός του 2018; Πως θα χρηματοδοτηθεί η εξόφλησή τους από δανειακούς και εθνικούς πόρους;

4ον. Πότε εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα ολοκληρωθεί η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου;

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δευτερολογία

 Κύριε Υπουργέ,

Από την απάντησή σας, καθώς και από πρόσθετα στοιχεία που δεν πρόλαβα να αναπτύξω κατά την πρωτολογία μου, προκύπτουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα:

1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, εξαιτίας τόσο της επιλογής της να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και της ανικανότητάς της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους, δημιουργεί συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Και σε αυτές πρέπει να προστεθούν και όσες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν καταγράφονται, όπως είναι, σύμφωνα με την Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων καθώς και αιτήσεις συνταξιοδότησης.

Επιπρόσθετα, όπως επισημαίνει η ίδια Έκθεση, από τους συνολικούς δανειακούς πόρους που μεταβιβάστηκαν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών το 2017, μόνο οι μισοί έφτασαν στους τελικούς δικαιούχους.

Το υπόλοιπο ποσό είτε κόλλησε σε φορείς του Δημοσίου είτε δεν έφτασε στους φορείς.

2ο Συμπέρασμα: Λόγω της Κυβερνητικής καθυστέρησης στην απορρόφηση της χρηματοδότησης του προγράμματος, η διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει διαφοροποιηθεί επί το δυσμενέστερο για τη χώρα μας.

Το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – μετά την 2η αξιολόγηση, να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Πέρυσι η αναλογία ήταν 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου.

Σήμερα αυτή έγινε ακόμη πιο δυσμενής, διαμορφώθηκε στο 50%-50%, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.

Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχη, σχετική πρόβλεψη δεν υπήρξε στο 2ο Μνημόνιο.

3ο Συμπέρασμα: Η πλήρης εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, τον Αύγουστο του 2015, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο, τον Ιούνιο του 2016, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Και σήμερα, με βάση την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού, απλώς «αναμένεται η περαιτέρω μείωσή τους εντός του 2018».

Συνεπώς, για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνονται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Είναι σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει, δεν ξέρει και δεν μπορεί να «ρίξει» ρευστότητα στην αγορά.

Στον αντίποδα αυτής της οικονομικά ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της Νέας Δημοκρατίας είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε – πέρυσι – στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου, Θεσμού πλέον στη χώρα μας, για την πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτό και να καταθέσω σκέψεις και θέσεις για το ζήτημα του δημοσίου χρέους.

Κυρίες και Κύριοι,

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, παρά την διπλή αναδιάρθρωση και τη βελτίωση του «προφίλ» του από το 2012, την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2013 και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσής του από το 2017.

Σχετικές ανησυχίες καταγράφονται στις τελευταίες εκθέσεις τόσο του ΔΝΤ, όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά τις ευνοϊκότερες παραδοχές της τελευταίας.

Αποδεικνύεται έτσι ότι η δημοσιονομική ισορροπία και οι παρεμβάσεις ελάφρυνσης του χρέους συνιστούν αναγκαίες συνθήκες για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του, δεν αποτελούν όμως, από μόνες τους, και ικανές συνθήκες.

Και αυτό γιατί απαιτείται, συγχρόνως, η επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.

 

Τι συνέβη όμως τα τελευταία 3 χρόνια και επιβαρύνθηκε σημαντικά η βιωσιμότητα του χρέους, σε σχέση με τις εκτιμήσεις των εταίρων το 2014;

Ουσιαστικά, κυρίως λόγω αυταπάτης και δημιουργικής ασάφειας, «χάθηκε» η αναπτυξιακή δυναμική που τότε είχε διαμορφωθεί.

Και συσσωρεύτηκε ένα κόστος πολλών δεκάδων δισ. ευρώ, όπως οι εταίροι επανέλαβαν και κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου.

Είμαστε ως χώρα, σύμφωνα με τις διεθνείς Εκθέσεις, η μοναδική – παγκοσμίως – αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Η οικονομία «κατρακύλησε» στην ύφεση το 2015-2016, και παρουσίασε ασθενική – πολύ χαμηλότερη από τις προβλέψεις – μεγέθυνση το 2017, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο εκτιμώμενος μακροπρόθεσμος ρυθμός μεγέθυνσης, σύμφωνα με συγκρίσιμες μελέτες βιωσιμότητας του ΔΝΤ, συρρικνώθηκε σημαντικά, από το 1,9% στο 1%.

 

Συνεπώς, Κυρίες και Κύριοι, το ζητούμενο σήμερα είναι η επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, να δημιουργηθεί πολύτιμος δημοσιονομικός χώρος και να επιτυγχάνονται – χωρίς πρόσθετα μέτρα λιτότητας – πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούνται:

1ον. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την διαχρονική απώλεια εσόδων από την είσπραξη του ΦΠΑ, δηλαδή το κενό ΦΠΑ, το επιβεβαιώνει.

Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ον. Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων, που θα εκτείνεται μετά το 2018.

Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών.

Η οποία, με τη σειρά της, θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή μείωση των δημοσιονομικών στόχων, αφού σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες, η αναλογία επίδρασής τους στο χρέος είναι 1,8:1.

Οι πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Προσέξτε, μιλάμε για μία «ρήτρα μεταρρυθμίσεων» διαφορετική από τη «ρήτρα ανάπτυξης» στην οποία έχει συμφωνήσει η Ελληνική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία, όσο περισσότερο αυξάνει το εθνικό εισόδημα, τόσο μικρότερη ελάφρυνση χρέους θα απαιτείται από τους εταίρους.

3ον. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων.

4ον. Η υλοποίηση, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

Όπως έχει συμφωνηθεί από το Νοέμβριο του 2012 αλλά μέχρι σήμερα, με ευθύνη και των δανειστών, δεν έχει υλοποιηθεί.

Δυστυχώς βέβαια, με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup, οι αναγκαίες αυτές παρεμβάσεις θα υλοποιηθούν μετά τη λήξη του προγράμματος και στο βαθμό που αυτές κριθούν τότε αναγκαίες από τους θεσμούς, εκτιμάται δε ότι θα συνοδευτούν από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Καθιστώντας, μαζί με τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για μετά το 2018, το αφήγημα της Κυβέρνησης περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια», άλλη μία αυταπάτη.

Βέβαια, η Κυβέρνηση προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία.

Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Επιτόκιο των αγορών και spreads τα οποία όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.

Αν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Όλα αυτά όμως απαιτούν μια άλλη μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

 

Κύριε Επίτροπε,

Καλώς ορίσατε, για ακόμη μία φορά, στην Ελλάδα και το Ελληνικό Κοινοβούλιο, προκειμένου να συζητήσουμε για το μέλλον της Ευρώπης.

Ευρώπη η οποία, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπη με μία πολυδιάστατη οικονομική, κοινωνική, θεσμική και πολιτική κρίση.

Κρίση που έπληξε, λιγότερο ή περισσότερο, όλα τα κράτη-μέλη της.

Με καθυστερήσεις, συμβιβασμούς και – σε ορισμένες περιπτώσεις – με υψηλό κοινωνικό κόστος, οι Ευρωπαϊκές ηγεσίες κατάφεραν να οδηγήσουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στην έξοδο από την κρίση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, όπως είναι η συμπλήρωση της αρχιτεκτονικής της, το δημογραφικό πρόβλημα, η προσφυγική κρίση, η ασφάλεια, η διαχείριση του Brexit, η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, οι οικονομικές σχέσεις με άλλες χώρες, ο φορολογικός ανταγωνισμός, η ευστάθεια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η χρηματοοικονομική καινοτομία.

Η απάντηση στις προκλήσεις πρέπει να είναι περισσότερη και πιο ποιοτική Ευρώπη, με ενισχυμένη την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

Με εμβάθυνση και ενδυνάμωση της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, με καλύτερο οικονομικό συντονισμό, με επαρκή εργαλεία και πόρους για την αντιμετώπιση ανισορροπιών, με κανόνες μακροπρόθεσμης οικονομικής διακυβέρνησης.

Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να συμβάλλουν:

  • Η ενίσχυση των μηχανισμών μακροοικονομικής εξισορρόπησης, οι οποίοι θα λειτουργούν συμμετρικά για τα κράτη-μέλη.
  • Η υλοποίηση υπεύθυνων δημοσιονομικών πολιτικών, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό κύκλο.
  • Η πραγματοποίηση έξυπνων διαρθρωτικών αλλαγών.
  • Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, με την λειτουργία ενός ευρωπαϊκού φορέα εγγύησης καταθέσεων.
  • Η προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών, με στόχο τη διεύρυνση των πηγών χρηματοδότησης – κυρίως – των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
  • Η μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Σε αυτή τη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, η Ελλάδα πρέπει να είναι δημιουργικά παρούσα και ενεργή.

Χώρα η οποία κατάφερε τα προηγούμενα χρόνια, με τις τεράστιες θυσίες των πολιτών της, και παρά τα ενδογενή και εξωγενή σφάλματα αυτής της περιόδου, να διορθώσει χρόνιες ανισορροπίες, να εξαλείψει τα «δίδυμα ελλείμματα» και να υλοποιήσει σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Δυστυχώς όμως, την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, που είτε επισημάνθηκαν είτε αγνοήθηκαν από εταίρους και δανειστές, η χώρα παρουσιάζει, ουσιαστικά, οικονομική στασιμότητα.

Αποτελεί την μοναδική, παγκοσμίως, αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Ενώ επίσης το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επιδεινώνεται, η ρευστότητα συρρικνώνεται, οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Και όμως, κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν, κρατώντας απόσταση από αυταπάτες και ψευδαισθήσεις.

Για το λόγο αυτό απαιτείται ένα συνεκτικό σχέδιο, με βασικούς άξονες:

  • την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας,
  • τη δρομολόγηση πιο ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων,
  • τη σταδιακή μείωση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
  • την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών,
  • την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και
  • την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Ένα ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης υψηλής και βιώσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα θέλει και μπορεί να προχωρήσει.

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τον κ. Χατζηγάκη και το Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να συμμετάσχω στη σημερινή συζήτηση.

Για εμένα, η αποδοχή της πρόσκλησης ήταν πρόκληση και ευκαιρία.

Πρόκληση να ιχνηλατήσω τους προβληματισμούς και τις θέσεις του συγγραφέα, για ιδεολογικά, πολιτικά, ιστορικά, κοινωνικά, αξιακά ζητήματα.

Ευκαιρία να μελετήσω την «μαρτυρία» ενός πολιτικού, μέσα από εμπειρίες και γεγονότα όπως τα έζησε κατά την ιστορική τους εξέλιξη.

Πολιτικό που είχα την τύχη να γνωρίσω στα κοινοβουλευτικά έδρανα στην αρχή της δικής μου πολιτικής σταδιοδρομίας.

Σήμερα αισθάνομαι δικαιωμένος γι’ αυτή την επιλογή μου.

Η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη.

Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και μεθοδικής εργασίας, εκτεταμένης έρευνας και τεκμηριωμένης ανάλυσης, συμπυκνωμένης γνώσης και εμπειρίας.

Για τους λόγους αυτούς, το βιβλίο πρέπει να αποτελέσει εφαλτήριο για γόνιμη σκέψη και ουσιαστική συζήτηση.

Κυρίες και Κύριοι,

Θα μου επιτρέψετε να σταθώ σε ορισμένες σκέψεις και θέσεις του συγγραφέα που ξετυλίγονται και διατρέχουν τις σελίδες του βιβλίου.

1η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας ορθώς αναφέρεται εκτεταμένα στα δομικά προβλήματα της Ευρώπης.

Ευρώπη η οποία, τα τελευταία χρόνια, έχει βρεθεί αντιμέτωπη με τρεις μεγάλες κρίσεις:

  • Τη θεσμική, με την αποτυχία του σχεδίου για «Σύνταγμα της Ευρώπης».
  • Την οικονομική, με την κρίση του κοινού νομίσματος.
  • Την πολιτική και κοινωνική, με την έκρηξη του προσφυγικού/μεταναστευτικού προβλήματος.

Σ’ αυτές προστέθηκε η έκρηξη της τρομοκρατίας, με τις επιθέσεις μίσους σε Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η διαχείριση αυτών έκανε την Ευρωπαϊκή Ένωση να δείχνει στα μάτια πολλών αναποτελεσματική.

Ένας γραφειοκρατικός οργανισμός, αδύναμος να δώσει λύσεις στην ανεργία, στην ανέχεια, στην ανασφάλεια.

Με το εγχείρημα της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, δομικά και θεσμικά, ημιτελές.

Με ένα «χάσμα» ανταγωνιστικότητας, το οποίο αποτυπώνεται σε έναν πλεονασματικό Βορρά και σε έναν ελλειμματικό Νότο.

Με τις ηγεσίες της αδυνατούσες να διαχειριστούν τις συνέπειες της κρίσης, με δογματικές προσεγγίσεις, πρακτικές επιβολής, γεωγραφικούς διαχωρισμούς.

Και με τον φόβο μπροστά στις προκλήσεις, να έχει δημιουργήσει ένα «πολιτικό και κοινωνικό θερμοκήπιο», όπου φύονται λαϊκισμός, μισαλλοδοξία και εθνικισμός.

Για το λόγο αυτό, η συμπλήρωση πρόσφατα 60 ετών από τότε που ξεκίνησε στη Ρώμη η πορεία της ενωμένης Ευρώπης, προσφέρεται για μία αξιολόγηση των μέχρι σήμερα πεπραγμένων, ανάδειξη των σφαλμάτων και των προβλημάτων και αναζήτηση λύσεων.

Η ευρωπαϊκή πορεία είναι μια ιστορία ειρήνης, δημοκρατίας, αλληλεγγύης και ελευθερίας, αλλά και ευημερίας, ισότητας, ευζωίας και βιωσιμότητας.

Η απάντηση συνεπώς πρέπει να είναι η εμβάθυνση και ενδυνάμωση της Ευρώπης.

Για μια Ευρώπη των πολιτών όπως εύστοχα επισημαίνει και ο συγγραφέας, με ενισχυμένη τη δημιουργική αλληλεγγύη.

Η Ελλάδα έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη την Ευρώπη.

Ασφάλεια, ευημερία και Δημοκρατία μπορούν να υπηρετηθούν μόνο εντός της Ευρώπης.

Για τους λόγους αυτούς πρέπει να είμαστε παρόντες και ενεργοί στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.

2η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας αισθάνεται θλίψη όταν επιχειρείται, αβασάνιστα και αποστροφικά, να μεταφερθούν όλα τα δεινά της σημερινής κατάστασης της χώρας στην περίοδο της μεταπολίτευσης.

Είναι γεγονός ότι η σημερινή Κυβερνητική ηγεσία, αφού πέρασε από διάφορα αφηγήματα τα οποία διαδοχικά κατέρρευσαν, προσπαθεί να γαντζωθεί από το τελευταίας κοπής, ότι «επί 40 χρόνια καταστρέψατε την Ελλάδα και τώρα εμείς την βγάζουμε από τα μνημόνια».

Όμως και αυτό το αφήγημα είναι έωλο, και ως προς τα δύο σκέλη του, αφού είναι ανιστόρητο και βρίσκεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, έκανε σημαντικά βήματα προόδου, με τις προσπάθειες πολιτών και πολιτικών.

Μετά δε την μεταπολίτευση διένυσε την καλύτερη περίοδο της ιστορίας της, στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο.

Αύξησε σημαντικά τον εθνικό πλούτο της και βελτίωσε την ευημερία των πολιτών.

Βεβαίως αυτές τις δεκαετίες, υπήρξαν και παραλείψεις, έγιναν και λάθη.

Από άλλες πλευρές λιγότερα, και από άλλες περισσότερα και βαρύτερα.

Όμως κανένας, και οπωσδήποτε η Αριστερά του κ. Τσίπρα, δεν δικαιούται να μηδενίζει τους αγώνες γενεών Ελλήνων πολιτών και πολιτικών και να παριστάνει μόνο τον κριτή.

Όταν το πράττει αφοριστικά, στρεβλώνοντας τις ιστορικές εξελίξεις, τους αδικεί.

3η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας αναφέρεται στα χαρακτηριστικά της παγκόσμιας κρίσης η οποία θα έπληττε τη χώρα, ανεξάρτητα από τις ενδογενείς αδυναμίες μας.

Γιατί όπως εύστοχα παρατηρεί, όταν επέρχεται μια τόσο βαθιά κρίση, τα αίτια που την έχουν προκαλέσει δεν είναι «στιγμιαία».

Έχουν εκκολαφθεί και αναπαραχθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα στο παρελθόν.

Είναι αλήθεια ότι η κρίση ήταν συστημική και μεταδοτική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική.

Βρήκε το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα «ανοχύρωτο», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισής της.

Και την Ελλάδα με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς, αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων είναι, σε όλους, γνωστή.

Η κρίση δανεισμού την άνοιξη του 2010.

Η προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών της διακυβέρνησης Παπανδρέου.

Και η εφαρμογή ασφυκτικών προγραμμάτων οικονομικής πολιτικής μέχρι και σήμερα.

4η Παρατήρηση:

Εύστοχα υποστηρίζει ο συγγραφέας ότι η λύση του αδιεξόδου είναι η ταχεία και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Και αυτή μπορεί να επιτευχθεί στηριζόμενη η χώρα στις αρχές και τις αξίες του κοινωνικού φιλελευθερισμού, της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, που εξασφαλίζουν τόσο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα όσο και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου.

Η Νέα Δημοκρατία έχει αποδείξει, διαχρονικά, ότι γνωρίζει και μπορεί τον εθνικό πλούτο να τον αυξάνει καλύτερα και να τον μοιράζει δικαιότερα.

Μεταπολιτευτικά, η μέση τιμή των ετήσιων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης κατά τις περιόδους που άσκησε τη διακυβέρνηση της χώρας ήταν σημαντικά υψηλότερη αυτών που πέτυχαν τα άλλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα.

Ενώ πρωταγωνίστησε και στη μείωση της άνισης διανομής του εισοδήματος.

Σήμερα, η επίτευξη ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης πρέπει να στηρίζεται:

  • στην αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, μέσα από την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη σταδιακή μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
  • στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας,
  • στην ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, και
  • στην υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, προσανατολισμένη στις ιδιωτικές επενδύσεις και τις εξαγωγές.

Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

5η Παρατήρηση:

Όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας, ο ρόλος ενός σύγχρονου κράτους, οικονομικού, παραγωγικού και κοινωνικού δικαίου, που θα μπορεί να διαφυλάξει και να προαγάγει τις αξίες και την ταυτότητα ενός λαού, είναι κομβικός.

Είναι βέβαια αλήθεια πως το κράτος λειτουργεί συχνά με σοβαρές ατέλειες, μεγάλη ακαμψία, χαμηλή ποιότητα, αναποτελεσματικότητα, και κακή οργάνωση, ενώ διακρίνεται για φαινόμενα διαφθοράς, νεποτισμού και ευνοιοκρατίας.

Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάνει να το ακυρώσουμε.

Ούτε είναι υπεύθυνο «δια πάσα νόσο».

Αντίθετα, αποτελεί παράγοντα συμπληρωματικό της σωστής λειτουργίας του «ιδιωτικού».

Καθημερινά αποδεικνύεται πως οι αστοχίες της αγοράς μόνο με ρυθμιστικά αντίβαρα, που διαθέτουν κυρίως τα κράτη και οι κεντρικοί μηχανισμοί, μπορούν να αποφευχθούν ή να διορθωθούν.

Συνεπώς το ζητούμενο σήμερα είναι να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό, ευέλικτο, σύγχρονο και παραγωγικό κράτος.

Ένα κράτος, εγγυητής του κοινωνικού συμβολαίου, με την οικοδόμηση μιας ελεύθερης, ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας.

Ένα κράτος που θα παρεμβαίνει και θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς, την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του πλούτου.

Το μείγμα, βέβαια, αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας.

6η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας πιστεύει στις πολιτικές συνεργασίες, συγκλίσεις και συναινέσεις.

Θεωρώ και εγώ ότι η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί ευκαιριακά, με «λεόντιες» συμπεριφορές του τύπου «τα κέρδη δικά μου, τις ζημιές τις μοιράζουμε».

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις, με επικίνδυνους ακροβατισμούς, με μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί, από όλους, αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων.

Πάνω από όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Και η εμπιστοσύνη οικοδομείται. Δεν υποκλέπτεται, ούτε εκβιάζεται.

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Να υπενθυμίσω ενδεικτικά ότι πολύ πρόσφατα, το 2015, όταν η χώρα «τρέκλισε» επικίνδυνα, διασώθηκε χάρη στο υψηλό αίσθημα ευθύνης που επέδειξε η Νέα Δημοκρατία και άλλες μικρές πολιτικές δυνάμεις της σημερινής αντιπολίτευσης.

7η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας ορθώς υποστηρίζει ότι η εποχή μας έχει ανάγκη από «ταγούς» με κατάρτιση, μόρφωση και ήθος.

Από μία «σπονδυλική στήλη» διανοούμενων.

Ποιους όμως διανοούμενους;

Αυτούς που είναι προσδεδεμένοι στο άρμα της αντικειμενικότητας, της εντιμότητας και της ανιδιοτέλειας.

Αυτούς που δεν διακατέχονται από τη λογική της καταγγελίας, της συκοφάντησης και της διαστρέβλωσης της σκέψης των αντιπάλων.

Αυτούς που προβάλλουν τον ορθό λόγο και καθοδηγούν, ορθολογικά, την κοινωνία.

Αυτούς που δεν έχουν κλίση προς έναν ψεύτικο «επαναστατισμό», «εκσυγχρονισμό» και «προοδευτισμό».

Αυτούς που δεν χρησιμοποιούν τη χώρα τους ως case study, όπως έγινε στην Ελλάδα το 2015, για την εμπειρική επαλήθευση επιστημονικών θεωριών.

8η Παρατήρηση:

Τα 3 τελευταία χρόνια, η δημιουργική ασάφεια, οι αυταπάτες, οι αυτοσχεδιασμοί και οι ιδεοληψίες, επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στους πολίτες.

Αυτό καθιστά μεγαλύτερες τις απαιτήσεις των πολιτών από τη Νέα Δημοκρατία.

Αυτό δεν γίνεται για πρώτη φορά.

Πάντα στα δύσκολα, η πολιτική λύση αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία.

Το Κόμμα που ανταποκρίθηκε με επιτυχία, ουσιαστικά και πρωταγωνιστικά, στην ιστορική πρόσκληση και αποστολή.

Οικοδόμησε τη σύγχρονη δημοκρατία.

Σχεδίασε, υλοποίησε και εδραίωσε την ευρωπαϊκή θέση της χώρας.

Αύξησε τον πλούτο της, βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο και την ευημερία των πολιτών.

Είπε τα μεγάλα «ΝΑΙ» και τα μεγάλα «ΌΧΙ», αποδεικνύοντας ότι μπορεί να υπηρετεί με ευθύνη την πατρίδα και τους πολίτες της.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταγράψει τις περισσότερες και σημαντικότερες επιτυχίες, τα μικρότερα λάθη και τις λιγότερες παραλείψεις συγκριτικά με τους πολιτικούς αντιπάλους της.

Γι’ αυτό, αν και διαχρονικά πολιτεύθηκε μακριά από ψεύδη και λαϊκισμούς, οι πολίτες με την εμπιστοσύνη τους, αθροιστικά, την έχουν αναδείξει ως την πρώτη, ως την πιο ισχυρή πολιτική δύναμη της χώρας.

Ως τον μεγάλο, μόνιμο και σταθερό πυλώνα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Την αγωνιώδη δε προσπάθεια των πολιτικών αντιπάλων να διαβάλλουν τη Νέα Δημοκρατία, την αντιμετωπίζουμε με λίγες, καθαρές και σταθερές κουβέντες.

Η Νέα Δημοκρατία ήταν, είναι και θα είναι η μεγάλη, πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας.

Με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις, τα μικρομεσαία στρώματα και τους νοικοκυραίους που αναφέρει ο κ. Υπουργός.

Η Νέα Δημοκρατία είναι βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, συνεκτική, ορθολογική, στιβαρή, προσαρμοστική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Φίλες και Φίλοι,

Συμπερασματικά, η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι συναρπαστική και χρήσιμη, προσφέροντας μια υπεύθυνη, τεκμηριωμένη και εκτεταμένη ανάγνωση του μακρινού και πρόσφατου παρελθόντος.

Γι’ αυτό το λόγο εύχομαι ολόψυχα το ανά χείρας βιβλίο να βρει την ανταπόκριση που προσδοκά ο συγγραφέας, και να διαβαστεί, να μελετηθεί καλύτερα, από πολλούς, όσο γίνεται περισσότερους…

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ολοκληρώνοντας τη συζήτηση, θέλω να συνοψίσω ορισμένες επισημάνσεις επί του Προϋπολογισμού, τεκμηριωμένα.

Η Κυβέρνηση απέτυχε στην πρόβλεψη για την ανάπτυξη, αφού η οικονομική μεγέθυνση θα διαμορφωθεί 40% χαμηλότερα από το στόχο, διευρύνοντας το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η Κυβέρνηση απέτυχε στην εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, τονίζω, δαπάνες με υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.

Η Κυβέρνηση απέτυχε στη μείωση της φοροδιαφυγής, αφού η αύξηση κυρίως των έμμεσων φόρων διεύρυνε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή διόγκωσε τη φοροδιαφυγή.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία, αφού οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου είναι σήμερα 13% υψηλότερες από το τέλος του 2014.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να υλοποιήσει σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, αφού σύμφωνα με Έκθεση του ΟΟΣΑ, ο δείκτης υλοποίησης μεταρρυθμίσεων υποχώρησε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία διετία σε σχέση με την περίοδο 2013-2014.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, όπως πρόσφατες εκθέσεις επιβεβαιώνουν.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να εντάξει τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να άρει πλήρως τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια, αφού έχει δεσμευθεί σε μνημονιακές πολιτικές και για μετά το 2018 και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια.

Είναι αλήθεια όμως ότι η Κυβέρνηση πέτυχε 2 στόχους:

Πέτυχε τον δημοσιονομικό στόχο, και μάλιστα με σημαντική υπέρβαση αυτού.

Αυτή όμως οφείλεται, κυρίως, στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή επί των πολιτών, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 συμπατριώτες μας και στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.

Συρρικνώνοντας το ρυθμό μεγέθυνσης, όπως σας ανέφερε χθες και ο κ. Φίλης, και διογκώνοντας το ιδιωτικό χρέος.

Απόδειξη της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών;

Οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία ξεπερνούν τα 130 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 50% από το 2014.

Και επίσης η Κυβέρνηση πέτυχε να κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

Μάλιστα μέσα στο 2018, η περαιτέρω αύξηση των έμμεσων φόρων, η περικοπή του ΕΚΑΣ, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης, η μείωση της έκπτωσης φόρου για ιατρικές υπηρεσίες, οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και στα οικογενειακά επιδόματα, οι επιπλέον επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές, θα διαλύσουν τη μεσαία τάξη, θα μεταφέρουν ακόμη περισσότερα βάρη στους πιο αδύναμους και θα ισοπεδώσουν την κοινωνία.

Συμπερασματικά, πρόκειται για έναν Προϋπολογισμό φοροκεντρικής λιτότητας, αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο.

Έναν Προϋπολογισμό στον οποίο αποτυπώνονται τα στρατηγικά, πολιτικά και ιδεολογικά αδιέξοδα της Κυβέρνησης.

Αδιέξοδα που προέρχονται από τις «καραμπινάτες» αντιφάσεις και τις μεγάλες κυβιστήσεις, με την συνεχή υιοθέτηση μνημονιακών πολιτικών, χωρίς κόκκινες γραμμές, χωρίς ηθικές αναστολές, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες.

Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει σε μία άλλη οικονομική πολιτική:

  • με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας,
  • με τη σταδιακή μείωση της φορολογίας,
  • με την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, δίνοντας έμφαση στην συνταγματική αναθεώρηση,
  • με τη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας διοίκησης,
  • με την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και
  • με την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Αυτή την πολιτική σύντομα θα εφαρμόσει στη χώρα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε τον 3ο Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και τον συζητούμε, με ευθύνη της Κυβέρνησης, σε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στην οικονομία, απογοήτευσης και παραίτησης στην κοινωνία και διχαστικής όξυνσης στην πολιτική.

Η Κυβερνητική ηγεσία, αφού πέρασε από διάφορα αφηγήματα τα οποία διαδοχικά κατέρρευσαν, προσπαθεί να γαντζωθεί από το τελευταίας κοπής, ότι «επί 40 χρόνια καταστρέψατε την Ελλάδα και τώρα εμείς την βγάζουμε από τα μνημόνια».

Όμως και αυτό το αφήγημα είναι έωλο, και ως προς τα δύο σκέλη του, αφού είναι ανιστόρητο και βρίσκεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, έκανε σημαντικά βήματα προόδου, με τις προσπάθειες πολιτών και πολιτικών.

Μετά δε την μεταπολίτευση διένυσε την καλύτερη περίοδο της ιστορίας της, στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο.

Αύξησε σημαντικά τον εθνικό πλούτο της και βελτίωσε την ευημερία των πολιτών.

Κατέλαβε θέση μεταξύ των 30 πιο προηγμένων παγκοσμίως χωρών.

Βεβαίως αυτές τις δεκαετίες, υπήρξαν και παραλείψεις, έγιναν και λάθη.

Από άλλες πλευρές λιγότερα, και από άλλες περισσότερα και βαρύτερα.

Όμως κανένας, και οπωσδήποτε η Αριστερά του κ. Τσίπρα, δεν δικαιούται να μηδενίζει τους αγώνες γενεών Ελλήνων πολιτών και πολιτικών και να παριστάνει μόνο τον κριτή.

Όταν το πράττει αφοριστικά, στρεβλώνοντας τις ιστορικές εξελίξεις, τους αδικεί.

Το δυσάρεστο δε είναι ότι η Κυβέρνηση, αντί να διδαχθεί από τα ιστορικά μας προηγούμενα και από τις εμπειρίες χωρών που κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας κρίσης βρέθηκαν – όπως και εμείς – σε δυσχερή θέση, ανάγει, ως πρώτη προτεραιότητα, το στενό πολιτικό συμφέρον της.

Έτσι και στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό, αντί να προσεγγίσει τα ζητήματα με νηφάλιο ορθολογισμό, προσπαθεί από τη μία να παραπλανήσει ρίχνοντας τα βάρη στους άλλους και από την άλλη να ωραιοποιήσει τα πεπραγμένα της ρίχνοντας τη γνωστή «αριστερή χρυσόσκονη».

Όμως η επαναλαμβανόμενη τακτική της, έχει γίνει πλέον αντιληπτή από τους πολίτες.

Η Νέα Δημοκρατία αξιολογώντας τον Προϋπολογισμό υπό το πρίσμα του ιστορικά δικαιωμένου ιδεολογικού και πολιτικού πυρήνα της, αυτόν του κοινωνικού και ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού, καταλήγει ότι πρόκειται για έναν Προϋπολογισμό φοροκεντρικής λιτότητας, αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο.

Συγκεκριμένα:

1ον. Η Κυβέρνηση απέτυχε στους αναπτυξιακούς στόχους της.

Αρχικά προβλεπόταν ρυθμός μεγέθυνσης 2,7% για το 2017.

Τώρα αυτός έχει «ψαλιδιστεί» στο 1,6%.

Αυτή η «καραμπινάτη αποτυχία» έχει εξήγηση:

Οφείλεται στη συνειδητή επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους πολίτες, στην αδυναμία υλοποίησης αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης επενδύσεων, στη συρρίκνωση της ρευστότητας.

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση, αφού «κατρακύλησε» την οικονομία και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, «αγκομαχά» να την οδηγήσει σε ισχνή ανάπτυξη.

2ον. Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων, αντί για Κυβερνητικούς πανηγυρισμούς, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού.

Και αυτό για 3 λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι η υπέρβαση οδήγησε σε μεγάλη συρρίκνωση του ρυθμού μεγέθυνσης, με τεράστιο κόστος για την πραγματική οικονομία.

Ο δεύτερος είναι ότι η υπέρβαση οφείλεται, κυρίως, στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 συμπατριώτες μας και στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.

Και ο τρίτος είναι ότι η υπέρβαση δεν οφείλεται στη συρρίκνωση της φοροδιαφυγής, αφού, ενδεικτικά, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αύξηση κυρίως των έμμεσων φόρων την τελευταία διετία αύξησε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή διόγκωσε τη φοροδιαφυγή.

3ον. Η Κυβέρνηση επιβάλλει νέα δημοσιονομικά μέτρα το 2018.

Μέτρα τα οποία προσπαθεί να τα «σερβίρει» με «φαντεζί γαρνιτούρες», τιτλοφορώντας τα στον Προϋπολογισμό «διαρθρωτικές παρεμβάσεις».

Πρόκειται όμως για νέα μέτρα λιτότητας ύψους 1,9 δισ. ευρώ, τα οποία σύντομα, μαζί με τις κατασχέσεις περιουσιών και τους πλειστηριασμούς ακινήτων, θα βιώσουν, με πολύ επώδυνο τρόπο, οι πολίτες.

4ον. Η Κυβέρνηση επιβαρύνει περισσότερο τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα.

Μέσα στο 2018, η περαιτέρω αύξηση των έμμεσων φόρων, η περικοπή του ΕΚΑΣ, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης, η μείωση της έκπτωσης φόρου για ιατρικές υπηρεσίες, οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και στα οικογενειακά επιδόματα, οι επιπλέον επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές, θα διαλύσουν τη μεσαία τάξη, θα μεταφέρουν βάρη στους πιο αδύναμους και θα κάνουν τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

5ον. Ο Προϋπολογισμός που συζητάμε δεν θα είναι ο τελευταίος μνημονιακός Προϋπολογισμός.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί σε μνημονιακές πολιτικές και για μετά το 2018.

Σε πρόσθετα μέτρα λιτότητας, ύψους 5,1 δισ. ευρώ, όπως είναι η νέα περικοπή των συντάξεων και η μεγάλη – 2η επί Αριστερής διακυβέρνησης – μείωση του αφορολόγητου.

Καθώς και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για μακρά περίοδο.

Ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους, έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι του 2018, εκτιμάται μάλιστα ότι μπορεί να συνοδευτεί από έναν μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αφήστε δε που η Κυβέρνηση έχει υποθηκεύσει την περιουσία της χώρας για 99 χρόνια.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Κυβερνητική ρητορική περί δήθεν «καθαρής εξόδου από τα μνημόνια» αποτελεί ή ένα ακόμη συνειδητό ψεύδος ή μία ακόμη αυταπάτη.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Τούτων δοθέντων, το ερώτημα είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης.

Η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Και η Νέα Δημοκρατία τις διαθέτει.

Έχει ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής.

Με απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας.

Με στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, όπως ξεκινήσαμε να κάνουμε το 2013.

Για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, μεταξύ άλλων, θα επιδιωχθεί, μέσα από μια ρήτρα μεταρρυθμίσεων, η επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών, οι οποίες είναι πολύ χαμηλότερες από αυτές που κατέγραφαν στις εκθέσεις τους το 2014.

Μερίδιο στην ανάπτυξη θα έχουν όλοι οι Έλληνες πολίτες.

Άλλωστε η Νέα Δημοκρατία έχει αποδείξει ότι γνωρίζει και μπορεί να αυξάνει καλύτερα τον εθνικό πλούτο και να τον μοιράζει δικαιότερα.

Ενδεικτικά, μεταπολιτευτικά, η μέση τιμή των ετήσιων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης κατά τις περιόδους που άσκησε τη διακυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία ήταν σημαντικά υψηλότερη αυτών που πέτυχαν τα άλλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα.

Αυτά είναι μετρημένες ιστορικές αλήθειες.

Επανέρχομαι. Η αύξηση του πλούτου θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της, στη μείωση των δημοσιονομικών στόχων.

Η επίτευξη των νέων, πιο ρεαλιστικών πλεονασμάτων θα επιτυγχάνεται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Ενώ παράλληλα ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

2ος άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και αποκρατικοποιήσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Με τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του Κράτους, ώστε αυτό να είναι αποτελεσματικό, σύγχρονο και παραγωγικό, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες, ξεκάθαρους κανόνες λειτουργίας και διαδικασίες αξιολόγησης, παντού.

3ος άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και του Αναπτυξιακού Νόμου, ο οποίος παραμένει ουσιαστικά ανενεργός.

Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, οι οποίες έχουν διογκωθεί.

Και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων, συνδυάζοντας την κοινωνική ευαισθησία με την κοινωνική ευθύνη.

4ος άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, που θα οδηγήσει σε ανασύνθεση του ΑΕΠ.

Στόχος η μετάβαση σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο συνδυασμός αυτών των πολιτικών θα οδηγήσει τη χώρα στην ουσιαστική έξοδο από την κρίση.

Η υλοποίησή τους όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά τα οποία η σημερινή Κυβέρνηση δεν διαθέτει ούτε πρόκειται να αποκτήσει.

Γι’ αυτό το λόγο οι απαιτήσεις των πολιτών από τη Νέα Δημοκρατία είναι μεγαλύτερες.

Αυτό άλλωστε δεν γίνεται για πρώτη φορά.

Πάντα στα δύσκολα, η πολιτική λύση αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία.

Παράταξη η οποία έχει καταγράψει τις περισσότερες και σημαντικότερες επιτυχίες, τα μικρότερα λάθη και τις λιγότερες παραλείψεις συγκριτικά με τους πολιτικούς αντιπάλους της.

Γι’ αυτό, αν και διαχρονικά πολιτεύθηκε μακριά από ψεύδη και λαϊκισμούς, οι πολίτες με την εμπιστοσύνη τους, αθροιστικά, την έχουν αναδείξει ως την πρώτη, ως την πιο ισχυρή πολιτική δύναμη της χώρας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Νέα Δημοκρατία, ως η πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική, λαϊκή, μεταρρυθμιστική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική πολιτική δύναμη της χώρας, εκφράζοντας μια πλατιά κοινωνική συμμαχία, θα κληθεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Είναι έτοιμη και θα τα καταφέρει!

Αθήνα, 16 Δεκεμβρίου 2017

Ομιλία  στο 11ο Συνέδριο του Κόμματος στη θεματική ενότητα

«Οικονομία: Από τη μιζέρια στις νέες δουλειές»

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι, φίλες και φίλοι, ολοκληρώνουμε με επιτυχία τις δημοκρατικές διαδικασίες του 11ου Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας. Διαδικασίες πολιτικής ουσίας, που έλαβαν χώρα σε βεβαρημένο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον. Εσωτερικό, που χαρακτηρίζεται από το οικονομικό τέλμα, την κοινωνική μιζέρια και την εθνική παρακμή. Εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη ρευστότητα και αβεβαιότητα, από ευρωπαϊκή αμηχανία απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις και από συνεχείς αλλαγές των παγκόσμιων γεωπολιτικών συσχετισμών. Αυτές οι προβληματικές και ταχύτατα μεταβαλλόμενες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, καθιστούν μεγαλύτερες τις απαιτήσεις των πολιτών από τη Νέα Δημοκρατία.

Άλλωστε, αυτό δεν γίνεται για πρώτη φορά. Πάντα στα δύσκολα, η πολιτική λύση αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία. Το Κόμμα που «γεννήθηκε» σε κρίσιμες συνθήκες από τον Εθνάρχη Κωνσταντίνο Καραμανλή και τους άξιους συνεργάτες του. Και το οποίο, έκτοτε, ανταποκρίθηκε με επιτυχία, ουσιαστικά και πρωταγωνιστικά, στην ιστορική πρόσκληση και αποστολή. Οικοδόμησε τη σύγχρονη Δημοκρατία. Σχεδίασε, υλοποίησε και εδραίωσε την ευρωπαϊκή θέση της χώρας. Αύξησε τον πλούτο της, βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο και την ευημερία των πολιτών. Κατά τις τέσσερις και πλέον δεκαετίες απέδειξε, ως Κυβέρνηση υπό τις ηγεσίες των Κωνσταντίνου Καραμανλή, Γεωργίου Ράλλη, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, και ως Αξιωματική Αντιπολίτευση υπό τις ηγεσίες των Ευάγγελου Αβέρωφ, Μιλτιάδη Έβερτ και Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ότι με τα μεγάλα «ΝΑΙ» και τα μεγάλα «ΌΧΙ», μπορεί να υπηρετεί με ευθύνη την πατρίδα και τους πολίτες της.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταγράψει τις περισσότερες και σημαντικότερες επιτυχίες, τα μικρότερα λάθη και τις λιγότερες παραλείψεις συγκριτικά με τους πολιτικούς αντιπάλους της. Γι’ αυτό, αν και διαχρονικά πολιτεύθηκε μακριά από ψεύδη και λαϊκισμούς, οι πολίτες με την εμπιστοσύνη τους, αθροιστικά, την έχουν αναδείξει ως την πρώτη, ως την πιο ισχυρή πολιτική δύναμη της χώρας. Ως τον μεγάλο, μόνιμο και σταθερό πυλώνα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Φίλες και Φίλοι, τη διαχρονική και αγωνιώδη προσπάθεια των πολιτικών αντιπάλων να διαβάλλουν τη Νέα Δημοκρατία, την αντιμετωπίζουμε με λίγες, καθαρές και σταθερές κουβέντες. Επιχειρούν να της προσδώσουν ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, με πρόθεση να την περιορίσουν και να την μετακινήσουν. Όπως, δηλαδή, θα τους βόλευε. Ας μην ματαιοπονούν. Ας κατανοήσουν ότι η Νέα Δημοκρατία ήταν, είναι και θα είναι η μεγάλη, πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας. Με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις.

Η Νέα Δημοκρατία είναι βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, συνεκτική, ορθολογική, στιβαρή, προσαρμοστική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.  Αν και δικαιωμένη από τις ιστορικές εξελίξεις, δεν κομπορρημονεί. Σήμερα, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, ορθολογικά προσαρμοσμένη στα δεδομένα των καιρών, καλεί τους πολίτες, ανεξάρτητα από πολιτικές αφετηρίες και παλαιές κομματικές προτιμήσεις, να ενταχθούν στις τάξεις της, για να προωθήσουμε, όλοι μαζί, την εθνική αξιοπρέπεια, τη δημοκρατία, την ελευθερία, την ασφάλεια, την έννομη τάξη, τη βιώσιμη ανάπτυξη, την διατηρήσιμη απασχόληση, την κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή, σε συνθήκες ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας. Η Νέα Δημοκρατία είναι και πάλι έτοιμη να ανταποκριθεί, με ευθύνη, στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Γιατί όλοι οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα!

Φίλες και Φίλοι, τα 3 τελευταία χρόνια, η δημιουργική ασάφεια, οι αυταπάτες, οι αυτοσχεδιασμοί και οι ιδεοληψίες, επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στους πολίτες. Η χώρα, το 2015, «τρέκλισε» επικίνδυνα και διασώθηκε χάρη στο υψηλό αίσθημα ευθύνης που επέδειξε η Νέα Δημοκρατία και άλλες μικρές πολιτικές δυνάμεις της σημερινής αντιπολίτευσης. Έκτοτε, νέα αχρείαστα μνημόνια ψηφίστηκαν και πολλά δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετα μέτρα λιτότητας ελήφθησαν, που συρρίκνωσαν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και διόγκωσαν το ιδιωτικό χρέος.

Η χώρα, στο πεδίο της οικονομίας, παρουσιάζει μία παραλυτική στασιμότητα, εξαιτίας της συνειδητής επιλογής της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους πολίτες, της αδυναμίας υλοποίησης αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης επενδύσεων και της συρρίκνωσης της ρευστότητας με τη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών. Το αποτέλεσμα αυτής της ανερμάτιστης και αδιέξοδης πολιτικής είναι η οικονομία να «κατρακυλήσει» και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015 – 2016 και να παρουσιάζει ασθενική – πολύ χαμηλότερη από τις προβλέψεις – μεγέθυνση το 2017, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες. Και σήμερα η χώρα προσπαθεί να επανέλθει στην κανονικότητα, να καλύψει το χαμένο έδαφος των τριών τελευταίων ετών και να ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο του τρέχοντος μνημονίου.

Κανονικότητα, όμως, που παρά τα φτιασιδώματα, δεν έχει ακόμη δυστυχώς επιτευχθεί, αφού κεφαλαιακοί περιορισμοί υφίστανται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί, νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις επιβάλλονται, οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώνονται, καταθέσεις δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα και η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ουσιαστική δε έξοδος από τα προγράμματα δεν μπορεί άμεσα να υπάρξει, αφού η Κυβέρνηση έχει συμφωνήσει σε νέες μνημονιακές πολιτικές και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για μακρά περίοδο, μετά το 2018. Ενώ και η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους, έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι του 2018, εκτιμάται δε ότι μπορεί να συνοδευτεί από έναν μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας

Φίλες και Φίλοι, το ερώτημα συνεπώς είναι, τι πρέπει να γίνει στο πεδίο της οικονομίας, ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό. Ο κοινωνικός και ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός σηματοδοτεί να κινηθούμε ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα. Να κινηθούμε γρήγορα και αποτελεσματικά. Και να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Να συμμετέχουμε ενεργά και ισότιμα στη συζήτηση που έχει ξεκινήσει για την εμβάθυνση, τη βελτίωση και την ενίσχυση της αρχιτεκτονικής της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η χώρα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας. Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν. Και η Νέα Δημοκρατία τις διαθέτει. Έχει ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης βιώσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας διατηρήσιμων θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου είναι:

1ος άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής. Με απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας. Με στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων, όπως έκανε η Κύπρος, με Υπουργό Οικονομικών τον αγαπητό φίλο και συνάδελφο Χάρη Γεωργιάδη. Η επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους πολίτες, την οποία κυνικά ομολόγησαν οι αρμόδιοι Υπουργοί της και κακώς αποδέχθηκαν οι εταίροι, εξάντλησε τη φοροδοτική ικανότητά τους.

Για την υλοποίηση της δικής μας πολιτικής, εκτός της χρήσης ισοδυνάμων από το σκέλος των δαπανών και της ένταξης «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, όπως έγινε και με τις μειώσεις φόρων το 2014, θα επιδιωχθεί μια νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων, με σκοπό την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών. Ρυθμών που θα προσεγγίζουν ή/και θα υπερβαίνουν την αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν στις δικές τους εκθέσεις το 2014.

Μερίδιο στην ανάπτυξη θα έχουν όλοι οι εργαζόμενοι, όλοι οι Έλληνες πολίτες. Άλλωστε η Νέα Δημοκρατία έχει αποδείξει ότι γνωρίζει και μπορεί καλύτερα και τον εθνικό πλούτο να αυξάνει και να τον μοιράζει δικαιότερα. Εμείς δεν πρέπει να ξεχνάμε και να θυμίζουμε με κάθε ευκαιρία στους συμπατριώτες μας ότι μεταπολιτευτικά, η μέση τιμή των ετήσιων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης κατά τις περιόδους που άσκησε τη διακυβέρνηση της χώρας η Νέα Δημοκρατία ήταν σημαντικά υψηλότερη αυτών που πέτυχαν τα άλλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα. Ενώ πρωταγωνίστησε και στη μείωση της άνισης διανομής του εισοδήματος.

Αυτές είναι, φίλες και φίλοι, μετρημένες ιστορικές αλήθειες. Συνεχίζοντας επί του σχεδίου μας, σημειώνω ότι η αύξηση του πλούτου θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της, στη σταδιακή μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η επίτευξη των νέων, πιο ρεαλιστικών πλεονασμάτων θα επιτυγχάνεται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας. Ενώ παράλληλα ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

2ος άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα της οικονομίας. Με την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, την ταχύτατη υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων. Με τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του Κράτους, ώστε αυτό να είναι αποτελεσματικό, σύγχρονο και παραγωγικό, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες, ξεκάθαρους κανόνες λειτουργίας και διαδικασίες αξιολόγησης, παντού. Αυτές τις διαθρωτικές αλλαγές η σημερινή Κυβέρνηση ούτε μπορεί, ούτε ξέρει, ούτε θέλει να τις υλοποιήσει.

3ος άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Με την ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων, του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων και του Αναπτυξιακού Νόμου, ο οποίος παραμένει ουσιαστικά ανενεργός. Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, οι οποίες έχουν διογκωθεί. Και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, η βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας που θα μειώσει το κόστος δανεισμού των τραπεζών, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων, συνδυάζοντας την κοινωνική ευαισθησία με την κοινωνική ευθύνη.

4ος άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας. Παραγωγικό μοντέλο που θα οδηγήσει σε ανασύνθεση του Α.Ε.Π. Στόχος η μετάβαση σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου. Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Φίλες και φίλοι, η ανταπόκριση σ’ αυτές τις ανάγκες απαιτεί, πρωτίστως, στιβαρή και αποφασισμένη πολιτική ηγεσία, βούληση, σχέδιο, σοβαρότητα και αξιοπιστία. Και η Νέα Δημοκρατία αυτά τα διαθέτει. Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις την φέρνουν και πάλι, με τη βούληση της πλειονότητας των πολιτών, στη διακυβέρνηση της χώρας. Έχουμε χρέος έναντι της ιστορίας του έθνους και της παράταξης, του παρόντος και του μέλλοντος της πατρίδας και των πολιτών, να ανταποκριθούμε με επάρκεια και επιτυχία στη μεγάλη ευθύνη. Προχωρούμε όλοι μαζί, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Με εσωτερική δημοκρατία, με σεβασμό στην ιστορία της Παράταξης, με υπερηφάνεια και στήριξη των διαχρονικών πολλών θετικών και σημαντικών πεπραγμένων, αλλά και με αναγνώριση των παραλείψεών της. Με ελευθερία στη διατύπωση κάθε εσωτερικής αξιολόγησης και αυτοκριτικής άποψης, αλλά χωρίς υστερόβουλη, μίζερη εσωστρέφεια. Με σφυρηλάτηση της εσωτερικής συνοχής. Με ποιότητα. Με εσωτερική και εξωτερική αποτελεσματικότητα. Είμαστε έτοιμοι. Όλοι μαζί, θα τα καταφέρουμε. Όλοι μαζί, θα πετύχουμε. Θα πετύχουμε να αλλάξουμε την Ελλάδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο Προϋπολογισμός του 2018 αποτυπώνει μία εικονική πραγματικότητα, αποκαλύπτει την Κυβερνητική αποτυχία στην επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων, επιβεβαιώνει την εξάντληση της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, κρύβει νέες επιβαρύνσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Συγκεκριμένα:

1ον. Η Κυβέρνηση δεν μπορεί να επαναφέρει την οικονομία στην κανονικότητα.

Γιατί αλήθεια, σε ποια ακριβώς επιστροφή στην κανονικότητα αναφέρεται η Κυβέρνηση όταν υφίστανται ακόμη κεφαλαιακοί περιορισμοί;

Όταν υποχωρεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας;

Όταν επιβάλλονται νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις;

Όταν το κατά μέσο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συνεχίζει να συρρικνώνεται;

Όταν η μερική απασχόληση κερδίζει συνεχώς «έδαφος» και η μακροχρόνια ανεργία, ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας, αυξάνει;

Όταν διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών;

Όταν υφίσταται εσωτερική στάση πληρωμών σε αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά σημαντικούς τομείς;

Όταν οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων δεν επιστρέφουν στο τραπεζικό σύστημα;

Όταν η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης;

Όταν η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα σε πρόσθετα μέτρα λιτότητας, ύψους 5 δισ. ευρώ, για μετά το 2018;

Όταν η Κυβέρνηση έχει εγκλωβίσει τη χώρα σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για μακρά περίοδο;

Όταν η υλοποίηση των ουσιαστικών παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους παραπέμπεται για μετά το καλοκαίρι του 2018, και πιθανόν θα συνδέεται με την εφαρμογή ενός αυστηρού μηχανισμού επιτήρησης και εποπτείας;

Είναι προφανές ότι η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί τη νέα Κυβερνητική αυταπάτη.

2ον. Η Κυβέρνηση απέτυχε στους αναπτυξιακούς στόχους της.

Ο εκτιμώμενος για εφέτος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης «ψαλιδίζεται» στο 1,6%, από αρχική πρόβλεψη 2,7%.

Μάλιστα, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεωρεί επί τα βελτίω τις προβλέψεις της για τον ευρωπαϊκό ρυθμό ανάπτυξης, η Ελλάδα ακολουθεί καθοδική πορεία, αποτελώντας – την τελευταία τριετία – την μοναδική «αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη».

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση, αφού «κατρακύλησε» την οικονομία και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, την έχει καθηλώσει και αδυνατεί να την οδηγήσει στη βιώσιμη ανάπτυξη.

Αυτή η συνεχής, επί τριετία, Κυβερνητική αποτυχία καθιστά, σύμφωνα τόσο με το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο όσο και με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, αισιόδοξες τις μακροοικονομικές προβλέψεις για το 2018.

3ον. Θριαμβολογεί η Κυβέρνηση για τη σημαντική υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων.

Δικαιολογείται όμως αυτή; Δεν δικαιολογείται, για 3 συγκεκριμένους λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι η υπέρβαση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα οδήγησε σε μεγάλη συρρίκνωση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, με τεράστιο κόστος για την πραγματική οικονομία.

Ο δεύτερος είναι ότι η υπέρβαση των στόχων οφείλεται στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή επί των πολιτών, συνειδητή Κυβερνητική επιλογή, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 πολίτες και στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.

Με αποτέλεσμα να έχει εξαντληθεί η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, αφού οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία αγγίζουν πλέον τα 130 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 45 δισ. ευρώ ή πάνω 50% από το 2014.

Και ο τρίτος είναι ότι η υπέρβαση των στόχων δεν οφείλεται στη συρρίκνωση της φοροδιαφυγής αφού, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αύξηση κυρίως των έμμεσων φόρων την τελευταία διετία, αύξησε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή διόγκωσε τη φοροδιαφυγή.

4ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι το 2018 «θα εφαρμοστούν συμπληρωματικές δράσεις» και «διαρθρωτικές παρεμβάσεις».

Αποκρύπτει όμως ότι αυτές είναι νέα μέτρα λιτότητας για τους πολίτες, ύψους 1,9 δισ. ευρώ.

Μέτρα τα οποία ναι μεν έχουν ψηφιστεί, αλλά οι πολίτες δεν τα έχουν ακόμη βιώσει στην καθημερινότητά τους.

Μέτρα όπως είναι οι νέες περικοπές στο ενιαίο μισθολόγιο, οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και στα οικογενειακά επιδόματα, η κατάργηση σειράς φοροαπαλλαγών, η περαιτέρω μείωση του επιδόματος θέρμανσης, η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ και στα υπόλοιπα νησιά, η επέκταση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, ο φόρος διαμονής, οι πρόσθετες επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές.

Σύντομα, σε ένα μήνα, δυστυχώς για ακόμη μία φορά, αυτά τα μέτρα θα τα αντιληφθούν με πολύ επώδυνο τρόπο οι πολίτες.

Και μάλιστα, κατά μόνιμο τρόπο.

Αντιθέτως, το κοινωνικό μέρισμα είναι εφάπαξ.

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι «έχει ενισχύσει το δίκτυο κοινωνικής προστασίας».

Το υποστηρίζει αυτό Κυβέρνηση η οποία, χωρίς ιδεολογικές και πολιτικές σταθερές, χωρίς ηθικές αναστολές και δεσμεύσεις, έχει επιβάλλει 27 νέους φόρους, έχει προχωρήσει σε 21 περικοπές συντάξεων και κοινωνικών επιδομάτων, έχει μειώσει, και μάλιστα 2 φορές, το αφορολόγητο, έχει αυξήσει – κυρίως – τους έμμεσους φόρους, έκοψε το ΕΚΑΣ, δημιούργησε τη γενιά των 360 ευρώ, επέβαλε – συνολικά – 14,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας.

Μέτρα που κάνουν τους «φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους».

6ον. Η Κυβέρνηση δεν μπορεί να ενισχύσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Διότι την ίδια στιγμή που πληρώνει ορισμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, δημιουργεί περισσότερες νέες.

Με αποτέλεσμα αυτές να είναι αυξημένες, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, κατά 17% από το τέλος του 2014, παρά τις εκταμιεύσεις δόσεων του δανείου για την αποπληρωμή τους.

Με την πλήρη εκκαθάρισή τους να έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες», αφού σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, απλώς «αναμένεται η περαιτέρω μείωσή τους εντός του 2018».

Η Κυβερνητική ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα αποκαλύπτεται και σε αυτό το πεδίο.

Κυρίες και Κύριοι,

Συμπερασματικά, πρόκειται για έναν ακόμη «αριστερό», αντιαναπτυξιακό Προϋπολογισμό.

Προϋπολογισμό φοροκεντρικής λιτότητας.