Tags Posts tagged with "Μηχανισμός Στήριξης"

Μηχανισμός Στήριξης

Τέλη Μαΐου όπως όλα δείχνουν κλείνει η αξιολόγηση. Υπάρχει δυνατότητα το 2017 να μην είναι μια χαμένη χρονιά στο στόχο της ανάπτυξης και στην δοκιμαστική έξοδο στις αγορές;

Ευχόμαστε να κλείσει το συντομότερο δυνατόν η αξιολόγηση.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι η αναμενόμενη συμφωνία, με ευθύνη της Κυβέρνησης, θα είναι εξαιρετικά επώδυνη για τους πολίτες, ιδιαίτερα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Όμως, η μη ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα είναι καταστροφική για τη χώρα. Ενώ η μεγάλη καθυστέρηση έχει ήδη προσθέτει τεράστιο κόστος στην πραγματική οικονομία: το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές διογκώθηκαν, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάστηκαν, οι καταθέσεις συρρικνώθηκαν.

Η χώρα σέρνεται στην ύφεση, με αποτέλεσμα ο εφετινός στόχος για υψηλή ανάπτυξη να έχει καταστεί πλέον μη ρεαλιστικός.

Ενώ απομακρύνεται και η δυνατότητα εξόδου στις αγορές, με ρεαλιστικό κόστος.

Εκτιμάτε ότι η χώρα θα ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης; Και αν ναι, 6 μήνες είναι αρκετοί να οδηγήσουν σε μείωση επιτοκίων άρα και σε έξοδο στις αγορές;

Η χώρα θα έπρεπε να έχει ήδη ενταχθεί στο πρόγραμμα, από το Μάρτιο του 2015. Αυτό δεν έγινε, με Κυβερνητική ευθύνη.

Έστω και με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, πρέπει να γίνει, το συντομότερο δυνατόν.

Και αυτό γιατί θα συμβάλλει στην μερική αποκλιμάκωση των επιτοκίων και σε κάποια ενίσχυση της ρευστότητας, βοηθώντας την προσπάθεια εξόδου στις αγορές.

Από μόνη της όμως η ένταξη δεν αρκεί.

Να σας το πω και αντίστροφα: Η χώρα, το 2014, βγήκε, με επιτυχία, δύο φορές στις διεθνείς αγορές, χωρίς κάποιο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Οι λέξεις-κλειδιά που συνόδευαν την έξοδο ήταν εμπιστοσύνη, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα.

Άγνωστες λέξεις για τη σημερινή Κυβέρνηση.

Εάν τελικά τα επιτόκια δανεισμού είναι απαγορευτικά, ένα νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα είναι η μόνη λύση για τη χώρα;

Η Κυβέρνηση, με δεδομένες τις δεσμεύσεις που έχει ήδη αναλάβει, για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και για πρόσθετα μέτρα λιτότητας μετά τη λήξη του τρέχοντος χρηματοδοτικού προγράμματος το καλοκαίρι του 2018, ουσιαστικά διαπραγματεύεται το επόμενο πρόγραμμα, δηλαδή το «4ο Μνημόνιο».

Χωρίς καν μάλιστα, επί του παρόντος, αυτό να είναι χρηματοδοτικό.

Το ζητούμενο είναι, παρά τις τεράστιες Κυβερνητικές ευθύνες για την σημερινή κατάσταση και τις παράλογες και μακροχρόνιες δεσμεύσεις που αναλαμβάνει και με τις οποίες προσπαθεί να εγκλωβίσει τη χώρα, να μην χρειαστούμε πρόσθετη, μέσω προγράμματος, χρηματοδότηση. Γιατί δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτή θα μας χορηγηθεί.

Για να το αποφύγουμε αυτό, χρειαζόμαστε την υιοθέτηση μιας διαφορετικής οικονομικής πολιτικής.

Με υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, με ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής.

Αυτά, η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να τα κάνει.

Εάν κερδίσετε τις εκλογές δεν θα κληθείτε εσείς να εφαρμόσετε τα μέτρα; Δεν είναι πολύ μεγάλο το βάρος;

Ο κ. Τσίπρας υποθηκεύει το μέλλον της χώρας, ερήμην των πολιτών της.

Αυτά που υπογράφει δεσμεύουν τη χώρα, συνεπώς και τις επόμενες Κυβερνήσεις.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να αλλάξουν, εν πορεία, όροι της συμφωνίας. Και αυτό το γνωρίζω, γιατί το έχουμε κατά το παρελθόν επιτύχει.

Καταρχήν, την ιδιοκτησία του Προγράμματος την έχει η εκάστοτε Κυβέρνηση. Ιδεοληπτική εμμονή της σημερινής Κυβέρνησης είναι η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ενώ δική μας επιλογή είναι η μείωση των φόρων, με χρήση ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών.

Επίσης, κάθε Πρόγραμμα εμπεριέχει δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, η χρήση των οποίων εξαρτάται από την αξιοπιστία της εκάστοτε Κυβέρνησης. Για παράδειγμα, η προηγούμενη Κυβέρνηση προχώρησε, το 2014, σε μειώσεις φόρων, χωρίς αυτές να προβλέπονται στο Μνημόνιο.

Επιπλέον, εμείς μπορούμε να δημιουργήσουμε πληρέστερα τις συνθήκες ανάπτυξης της οικονομίας, να προχωρήσουμε στην αποπληρωμή οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, να υλοποιήσουμε ταχύτερα τις διαρθρωτικές αλλαγές και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Άρα να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για χαμηλότερους δημοσιονομικούς στόχους, άρα για περισσότερο δημοσιονομικό χώρο.

Σε κάθε περίπτωση, η ΝΔ, διαχρονικά, έχει μάθει στα δύσκολα. Και προφανώς δεν τα φοβάται.

 

Η Κυβέρνηση κάθε φορά που «δήθεν διαπραγματεύεται», όχι μόνο δεν «ρίχνει» ρευστότητα στην αγορά, αλλά αντίθετα αντλεί ρευστότητα από αυτήν.

Ενδεικτικά, τον Φεβρουάριο, παρατηρήθηκε αύξηση των ρέπος (repos) κατά 850 εκατ. ευρώ, αγγίζοντας έτσι, συνολικά, τα 12 δισ. ευρώ.

Κάτι τέτοιο όμως στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, καθώς τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης:

1ον. Μεταφέρονται, από τις εμπορικές τράπεζες, στην Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να δανειστεί το Δημόσιο, δυσχεραίνοντας έτσι, ακόμη περισσότερο, την πιστωτική επέκταση (δεδομένης και της μείωσης των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων τους τελευταίους μήνες).

2ον. Δεσμεύονται για τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό, με αποτέλεσμα να συγκρατούνται οι πληρωμές/δαπάνες των φορέων και να δημιουργούνται νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου. Όπως άλλωστε και έγινε, αφού, από τις αρχές του έτους, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 500 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας πλέον τα 5 δισ. ευρώ.

Χαρακτηριστικό είναι δε ότι κάθε φορά που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ υποστηρίζει ότι διαπραγματεύεται, η τακτική του εκτεταμένου εσωτερικού δανεισμού, μέσω του «σκουπίσματος» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, και της εσωτερικής στάσης πληρωμών που χρησιμοποιεί για την τακτοποίηση των υποχρεώσεών της «στεγνώνει» εντελώς την αγορά.

Συγκεκριμένα, τόσο κατά τη διαπραγμάτευση του 1ου εξαμήνου του 2015, όσο και αυτής της 1ης και της τρέχουσας 2ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου, ρέπος και ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν «πάρει» την ανηφόρα, στερώντας πολύτιμους πόρους από την πραγματική οικονομία.

Αποδεικνύεται ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος», στην οικονομία.

Η καθυστέρηση όμως στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης έχει κοστίσει στην οικονομία και έχει επιβαρύνει τους πολίτες.

Η χώρα «βούλιαξε» στην ύφεση, το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, τα φορολογικά έσοδα συρρικνώθηκαν, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, οι επενδύσεις μειώθηκαν, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάστηκαν, θέσεις απασχόλησης χάθηκαν, καταθέσεις αποσύρθηκαν, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν, το κόστος δανεισμού των τραπεζών ενισχύθηκε, νέα μέτρα λιτότητα δρομολογούνται ακόμη και για μετά το 2018.

Αυτός ο λογαριασμός, ο οποίος και συνεχώς ανεβαίνει, έχει την σφραγίδα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και είναι το αποτέλεσμα της αναποτελεσματικότητας, της αναβλητικότητας, των παλινωδιών και των ιδεοληψιών της σημερινής Κυβέρνησης.

Κύριε Σταϊκούρα, τι να περιμένουμε απο το Eurogroup της 7ης Απριλίου; Υπάρχουν πληροφορίες και από το εξωτερικό που κάνουν λόγο για μια πρώτη συμφωνία.

Εύχομαι να επιβεβαιωθούν αυτές οι πληροφορίες και να υπάρξει ολοκλήρωση της συμφωνίας με «ωφέλιμο» περιεχόμενο για τη χώρα και την οικονομία της.

Μια τέτοια εξέλιξη, βέβαια, δεν ακυρώνει την ευθύνη της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ για την πολύμηνη καθυστέρηση.

Καθυστέρηση η οποία έχει κοστίσει στην οικονομία και έχει επιβαρύνει τους πολίτες. Η οικονομία «βούλιαξε» στην ύφεση, το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, τα φορολογικά έσοδα συρρικνώθηκαν, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, οι επενδύσεις μειώθηκαν, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάστηκαν, θέσεις απασχόλησης χάθηκαν, καταθέσεις αποσύρθηκαν, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν, το κόστος δανεισμού των τραπεζών επιβαρύνθηκε, νέα μέτρα λιτότητας δρομολογούνται.

Αποδεικνύεται ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος», στην οικονομία.

Πάντως η ΝΔ επιμένει στο αίτημα για πρόωρες κάλπες.

Η εξέλιξη της αξιολόγησης και το περιεχόμενό της δεν αποτελεί το κυρίαρχο επιχείρημα επί του οποίου εδράζεται το αίτημα της ΝΔ για εκλογές.

Γιατί ακόμη και αν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, πιστεύετε πως η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης, σε όλα τα πεδία άσκησης πολιτικής, θα εκλείψει;

Η Κυβέρνηση θα μπορέσει να «τρέξει» διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις, που από αλλεργία ή αβελτηρία επί δύο χρόνια αναβάλλει ή ναρκοθετεί, «διαπραγματευόμενη» με τις συνιστώσες της;

Θα μπορέσει να προχωρήσει στην αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, όταν από ιδεοληψία αυξάνει τους φορολογικούς συντελεστές;

Θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα, που εν πολλοίς δημιούργησε και σε κάποιες περιπτώσεις διόγκωσε, στην υγεία, στην παιδεία, στη δημόσια ασφάλεια, στο προσφυγικό/μεταναστευτικό, στη δημόσια διοίκηση, στην ανεξαρτησία των θεσμών, στην ποιότητα της δημοκρατίας;

Η θέση της ΝΔ είναι ότι αυτή η Κυβέρνηση δεν μπορεί.

Έχετε συμμετάσχει στο παρελθόν σε διαπραγματεύσεις με τους δανειστές. Για την καθυστέρηση που καταγράφεται τώρα, ευθύνεται μόνο η Ελληνική Κυβέρνηση;

Η Κυβέρνηση ευθύνεται γιατί καθυστερεί.

Καθυστερεί γιατί διαρκώς αναβάλλει, παλινωδεί και κωλυσιεργεί στην υλοποίηση των μνημονιακών δεσμεύσεων που η ίδια έχει αναλάβει, προκειμένου να διαπραγματευθεί στο εσωτερικό της.

Ευθύνη όμως φέρουν και οι δανειστές.

Κυρίως για παράλογες απαιτήσεις, σε δημοσιονομικούς στόχους και μέτρα, που πηγαίνουν μετά τη λήξη του Προγράμματος, δηλαδή για μετά το 2018.

Αλήθεια όμως, ακόμη και αν δεν υπήρχαν αυτές οι απαιτήσεις, η Κυβέρνηση έχει ολοκληρώσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με το 3ο Μνημόνιο;

Σήμερα δεν «διαπραγματεύεται» παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας, στις αποκρατικοποιήσεις, στην αγορά εργασίας;

Αυτές δεν είναι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει και  θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί πριν έναν χρόνο;

Και δεν υλοποιήθηκαν.

Και τούτο συνέβη γιατί πολύ απλά η Κυβέρνηση δεν πιστεύει στις διαρθρωτικές αλλαγές.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ξεκαθαρίσει ότι η ΝΔ δεν ψηφίζει το δημοσιονομικό πακέτο. Εάν όμως περιλαμβάνονται ελαφρύνσεις, όπως στον ΕΝΦΙΑ ή στον ΦΠΑ, πως θα δικαιολογήσει την στάση του το κόμμα σας;

Αντί σήμερα να συζητάμε για το πώς θα μειωθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι μετά το 2018, προκειμένου να προκύψει δημοσιονομικός χώρος για μειώσεις φορολογικών συντελεστών, η Κυβέρνηση έχει αποδεχθεί τους υψηλούς και για μακρά περίοδο στόχους, που θα οδηγήσουν στη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Η θέση της Νέας Δημοκρατίας είναι ξεκάθαρη.

Η ΝΔ δεν θα γίνει «δεκανίκι» στην κυβερνητική αναποτελεσματικότητα και αποτυχία.

Νέα δημοσιονομικά μέτρα δεν θα ψηφίσει.

Ποιες είναι οι διαρθρωτικές αλλαγές που θα μπορούσατε να ψηφίσετε; Ακούμε στελέχη σας που αφήνουν ανοιχτό παράθυρο για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Θα αξιολογήσουμε καταρχήν ποιες είναι αυτές, θα δούμε με ποια διαδικασία θα έρθουν στη Βουλή και θα μελετήσουμε το περιεχόμενό τους.

Στη συνέχεια, θα τοποθετηθούμε.

Δεν ανησυχείτε μήπως οι Θεσμοί ζητήσουν από τη ΝΔ να δεσμευθεί για τα νέα μέτρα, ειδικά αυτά που αφορούν το 2019 και μετά. Θυμάστε τι είχε συμβεί επί Αντώνη Σαμαρά.

Η ΝΔ, όπως σας είπα, δεν θα ψηφίσει τα δημοσιονομικά μέτρα.

Η ψήφισή τους όμως από την Κυβερνητική πλειοψηφία, αποτελεί δέσμευση για τη χώρα.

Η Κυβέρνηση της ΝΔ θα τηρήσει τις δεσμεύσεις έναντι των εταίρων και δανειστών επιδιώκοντας, εν πορεία, την αλλαγή πτυχών του προγράμματος.

Πως όμως εσείς θα αλλάξετε αυτό το μείγμα, αν τότε είστε στην Κυβέρνηση.

Κε. Σιαδήμα, επιλογή της σημερινής Κυβέρνησης είναι η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Δική μας επιλογή είναι η μείωση των φόρων, με χρήση ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών.

Επίσης, όπως έχω πολλές φορές αναφέρει, κανένα Πρόγραμμα δεν είναι άκαμπτο και ανελαστικό. Εμπεριέχει δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, η χρήση των οποίων εξαρτάται από την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της εκάστοτε Κυβέρνησης. Αυτά, τα στοιχεία για την παρούσα Κυβέρνηση, αποτελούν «είδος εν ανεπαρκεία». Αντιθέτως, κατά το πρόσφατο παρελθόν, εμείς δημιουργήσαμε τις προϋποθέσεις αλλαγών στο Πρόγραμμα. Να θυμίσω ότι, το 2014, μειώθηκαν – για πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα φορά – φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτό να προβλέπεται στο Μνημόνιο.

Επίσης, η ΝΔ έχει αποδείξει μεταπολιτευτικά ότι οι διακυβερνήσεις της πέτυχαν, κατά μέσο όρο, υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας έναντι των διακυβερνήσεων από άλλα κόμματα. Έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαμορφώσει πληρέστερα τις συνθήκες ανάπτυξης της οικονομίας, να αξιοποιήσει καλύτερα τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, να προχωρήσει – όπως με επιτυχία έκανε – στην αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, να υλοποιήσει ταχύτερα τις διαρθρωτικές αλλαγές και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Άρα, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μείωση των δημοσιονομικών στόχων.

Τι απαντάτε στα σενάρια που κάνουν λόγο για Κυβέρνηση συνεργασίας, ειδικά στην περίπτωση που η διαπραγμάτευση βρεθεί σε αδιέξοδο;

Η ΝΔ έχει δηλώσει ότι πριν τη διεξαγωγή εκλογών δεν συζητά συμμετοχή της σε άλλη Κυβέρνηση.

 

Τοποθέτηση:

 

Παρέμβαση:

Κυρίες και Κύριοι,

Όπως είναι γνωστό, οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.

Κρίση δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική.

Κρίση μεταδοτική.

Κρίση που βρήκε το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα «ανοχύρωτο», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισής της.

Και την Ελλάδα με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς, αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα μας είναι, σε όλους, γνωστή.

Η κρίση δανεισμού την άνοιξη του 2010.

Η προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών εκείνης της περιόδου.

Η εφαρμογή ασφυκτικών προγραμμάτων οικονομικής πολιτικής μέχρι και σήμερα.

Και απ’ ότι φαίνεται να έχει αποδεχθεί η Κυβέρνηση, παρά τις μέχρι πριν δύο μήνες δεσμεύσεις της, ασφυκτικές δεσμεύσεις και για μετά το 2018.

Ποια είναι τα συμπεράσματα που μπορούμε να εξάγουμε από την εφαρμογή αυτών μέχρι σήμερα των προγραμμάτων στη χώρα μας;

Γενικό συμπέρασμα: Οικονομικό πρόγραμμα «πανάκεια» για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης δεν υπάρχει.

Το ανά περίπτωση κατάλληλο πρόγραμμα εξαρτάται από σειρά ενδογενών και εξωγενών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών παραγόντων και παραμέτρων, ελεγχόμενων και μη από τη χώρα που έχει το πρόβλημα.

Η επιτυχής ανάλυση αυτών, η συγκρότηση της κατάλληλης στρατηγικής και η αποτελεσματική εφαρμογή των πολιτικών της προσδιορίζει και τον βαθμό συμβολής του προγράμματος στην υπέρβαση της κρίσης.

Ειδικότερα συμπεράσματα;

  • Η δημοσιονομική εξυγίανση, προσαρμογή και πειθαρχία είναι βασικός πυλώνας για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.
  • Η δημοσιονομική πειθαρχία θα πρέπει να συμβαδίζει με την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις όμως, για να είναι οικονομικά αποτελεσματικές και κοινωνικά αποδεκτές, θα πρέπει να διακρίνονται από συνοχή, προτεραιότητες και να έχουν αλληλουχία.
  • Οι σωστοί πολλαπλασιαστές και το κατάλληλο μείγμα πολιτικής είναι σημαντικές παράμετροι για την επίτευξη δημοσιονομικής ισορροπίας.
  • Το μείγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής που στηρίζεται, κυρίως, στο σκέλος των δαπανών, είναι καθοριστικό για τη διατηρησιμότητά της.
  • Η θεσμοθέτηση πλαισίου εξασφάλισης της σταθερότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ειδικά σε τραπεζοκεντρικά συστήματα, είναι αναγκαία.
  • Για την επιτυχία των προγραμμάτων είναι απαραίτητη η εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, η οποία απειλείται από την αύξηση της φτώχειας και την ανισοκατανομή του εισοδήματος.
  • Κανένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής δεν είναι άκαμπτο και ανελαστικό. Όλα τα προγράμματα εμπεριέχουν δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, το πόσοι όμως αυτοί είναι και το πώς θα χρησιμοποιηθούν εξαρτάται από την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της εκάστοτε Κυβέρνησης.

Κυρίες και Κύριοι,

Τελικά, ως χώρα, αξιοποιήσαμε αυτά τα «μαθήματα»;

Σήμερα, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στο 2ο Πρόγραμμα, το 2012, διορθώθηκαν πολλά από τα λάθη του 1ου Μνημονίου.

Επιμηκύνθηκε η περίοδος προσαρμογής, τροποποιήθηκε το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του δημοσίου χρέους, αποπληρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του Δημοσίου, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, υλοποιήθηκαν οι πρώτες, και μοναδικές μέχρι σήμερα, μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

Ενδεικτικά και μόνο να αναφέρω ότι, σύμφωνα με την Έκθεση του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα ήταν πρωταθλήτρια στις διαρθρωτικές αλλαγές την περίοδο 2012-2014.

Ενώ, ταυτόχρονα, μειώθηκε κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες ο ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης και κατά 5% οι ασφαλιστικές εισφορές.

Για να αυξηθούν όλα αυτά μεταγενέστερα.

Το αποτέλεσμα τελικά ήταν η κατάσταση, το 2014, να έχει σταθεροποιηθεί.

Και η χώρα να παρουσιάζει, μετά από 6 συνεχή έτη ύφεσης, θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης.

Ενώ, για πρώτη φορά μετά την έναρξη της κρίσης, το διαθέσιμο εισόδημα άρχισε να ενισχύεται και η ανεργία, αν και οριακά, να υποχωρεί.

Αυτά όλα τα καταγράφουν σήμερα όλες οι εκθέσεις εγχώριων και ξένων οργανισμών.

Και φυσικά και οι Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι βέβαια αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Και αυτό επιβεβαιώθηκε το 1ο εξάμηνο του 2015, όταν η Κυβέρνηση:

  • Αγνόησε και αδιαφόρησε για τους Ευρωπαϊκούς κανόνες διαπραγμάτευσης.
  • Παρασύρθηκε από δογματισμούς, εμμονές και μαξιμαλιστική ρητορική.
  • Καλλιέργησε περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας».
  • Χρησιμοποίησε τη χώρα ως case study για την εμπειρική επαλήθευση επιστημονικής θεωρίας.
  • Κατανάλωσε σημαντικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο και χρόνο σε θέματα διαδικαστικά και επουσιώδη, δίνοντας έμφαση στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.

Το αποτέλεσμα είναι η χώρα να οδηγηθεί στο 3ο Μνημόνιο και στους κεφαλαιακούς περιορισμούς, που υφίστανται μέχρι και σήμερα.

Και δεν έφτανε μόνο αυτό.

Από το καλοκαίρι του 2015, η ιδεοληπτική εμμονή σε ένα εσφαλμένο μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής, η αβελτηρία ή αλλεργία στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης, έφεραν τον οριζόντιο και αυτόματο «κόφτη», το αιώνιο Υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας.

Και σήμερα, δυστυχώς, βρισκόμαστε στο «ίδιο έργο θεατές».

Η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης, με ευθύνη και των δανειστών εξαιτίας κάποιων παράλογων απαιτήσεων, έχει προσθέσει δημοσιονομικά μέτρα, όπως είναι η περικοπή του αφορολόγητου και των συντάξεων, ακόμη και για μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή για μετά το 2018.

Με τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Συνιστώντας, ουσιαστικά, το 4ο Μνημόνιο.

Ενώ η καθυστέρηση έχει προσθέσει, τους τελευταίους μήνες, κόστος και στην πραγματική οικονομία.

Το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, τα φορολογικά έσοδα συρρικνώθηκαν, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, οι επενδύσεις μειώθηκαν, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάστηκαν, καταθέσεις αποσύρθηκαν, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν, το κόστος δανεισμού των τραπεζών ενισχύθηκε, η χώρα «βούλιαξε» στην ύφεση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα επέστρεψε το 2015 και παρέμεινε το 2016 σε ύφεση.

Ήμασταν η μοναδική Ευρωπαϊκή χώρα σε ύφεση τα δύο τελευταία χρόνια!

Όλα αυτά είναι στοιχεία που καθιστούν τον εφετινό αναπτυξιακό στόχο από υπερφιλόδοξο, πλέον μη ρεαλιστικό.

Κυρίες και Κύριοι,

Τι πρέπει συνεπώς να γίνει ώστε η χώρα να αναπτυχθεί και όχι απλώς να μεγεθυνθεί, με βιώσιμο και διατηρήσιμο τρόπο, με δικαιοσύνη και συνοχή, με εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό;

1ον. Να υλοποιηθούν, εμπροσθοβαρώς, διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, πολλές από τις οποίες περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, και τις οποίες η Κυβέρνηση δεν προωθεί.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι τα πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ αναφέρουν μία υποχώρηση του δείκτη υλοποίησης μεταρρυθμίσεων κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2015-2016 σε σχέση με την περίοδο 2013-2014.

Προσοχή όμως: Ας μην «βαπτίζουν» κάποιοι, εντός και εκτός χώρας, τα επώδυνα δημοσιονομικά μέτρα που έχει συμφωνήσει η Κυβέρνηση, δήθεν «διαρθρωτικές αλλαγές».

Γιατί τότε οι πραγματικές διαρθρωτικές αλλαγές, αυτές με «αναπτυξιακό πρόσημο», που βελτιώνουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ενισχύουν την επιχειρηματικότητα και δημιουργούν νέες θέσεις απασχόλησης, χάνουν το νόημά τους και ταυτίζονται, στα μάτια των πολιτών, με τα μέτρα λιτότητας.

Δυσκολεύοντας την αναγκαία κοινωνική συνεννόηση για την υλοποίησή τους.

2ον. Να υλοποιηθεί το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, το οποίο η Κυβέρνηση διαρκώς υπονομεύει.

Αυτές οι αποκρατικοποιήσεις, μαζί με την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας.

3ον. Να αξιοποιηθεί, πλήρως και ταχύτερα, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι, το 2016, η Κυβέρνηση, από ανικανότητα ή από επιλογή, στέρησε από την οικονομία δαπάνες του Προγράμματος, ύψους 500 εκατ. ευρώ.

Δαπάνες, που φέρουν τον υψηλότερο αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.

 

4ον. Να προχωρήσει η αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους.

Με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, τη συρρίκνωση της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημόσιου τομέα.

5ον. Να διαμορφωθεί ένα σταθερό, δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δαπανών (spending reviews) κ.α.

Και, προφανώς, με την ένταξη «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της.

6ον. Να ενισχυθεί η ρευστότητα στην οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

7ον. Να υλοποιηθούν ενεργές πολιτικές αντιμετώπισης της ανεργίας και στήριξης της απασχόλησης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας και επανένταξης σε μια σύγχρονη αγορά εργασίας.

8ον. Να ενισχυθεί η μακροχρόνια βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

Οι εταίροι θα πρέπει να προσδιορίσουν άμεσα, και όχι μετά το 2018, τις αναγκαίες, ουσιαστικές παραμετρικές παρεμβάσεις για το χρέος στον μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα.

Και να τις υλοποιήσουν αυτές, όχι όπως έπραξαν με τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν το 2012.

Ρεαλιστικές λύσεις και ισοδύναμες πρακτικές υπάρχουν.

Τα βραχυχρόνια μέτρα που αποφασίστηκαν, αν και κινούνται σε θετική κατεύθυνση, είναι λίγα, καλύπτουν ένα πολύ μικρό ποσοστό του κόστους που σωρεύθηκε τα τελευταία δύο χρόνια, δεν εδράζονται σε ρεαλιστικές παραδοχές για τους δημοσιονομικούς στόχους, και δεν διασφαλίζουν την παραμονή των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών σε διατηρήσιμα επίπεδα μακροπρόθεσμα.

9ον. Θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία με τους δανειστές σε ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Στόχοι οι οποίοι θα ενισχύουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, χωρίς «να καταστρέψουν» την οικονομία, παρέχοντας τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο.

Σήμερα, με τις αποφάσεις που έχουν δρομολογηθεί, όχι μόνο δεν έχουμε το «τέλος της λιτότητας», αλλά έχουμε την επέκταση και την διεύρυνσή της.

10ον. Να υιοθετηθεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος αυτής πρέπει να είναι η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Βασικός πυλώνας πρέπει να είναι η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, δίνοντας έμφαση στη διαμόρφωση ενός ποιοτικού, ανοικτού και διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση πολιτικών πάνω σε αυτούς τους 10 άξονες, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και θα οδηγήσει στη διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Αυτό όμως προϋποθέτει πολιτική αλλαγή, ώστε να σπάσει το καταστροφικό «καθοδικό σπιράλ» που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα, την κοινωνική μιζέρια και την παρακμή.