Tags Posts tagged with "Μεταρρυθμίσεις"

Μεταρρυθμίσεις

Κύριε Σταϊκούρα, ο Πρόεδρος της ΝΔ, σε κάθε δημόσια τοποθέτησή του, το επανέλαβε και προχθές στη Βουλή, επιμένει ότι «το μόνο που απομένει στον Αλέξη Τσίπρα είναι να ορίσει την ημερομηνία των εκλογών». Πιστεύετε πραγματικά ότι οι εκλογές είναι «προ των πυλών»;

Έχουμε ήδη μπει σε προεκλογική περίοδο. Όσο πιο σύντομα αυτή ολοκληρωθεί, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Διότι η σημερινή «Κυβέρνηση των προθύμων» αποδεικνύει καθημερινά, όλο και πιο εμφατικά, σε όλα τα επίπεδα και πεδία, ότι δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στην πατρίδα.

Ζυγίστηκε με τα προβλήματα, μετρήθηκε και βρέθηκε ελλιποβαρής. Η ανεπάρκειά της είναι πλέον εμφανής, όπως και η απαξίωσή της στη συνείδηση των πολιτών. Αντικειμενικά, ο κ. Τσίπρας είναι πλέον Πρωθυπουργός υπό προθεσμία.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η Κυβέρνηση θα προσπαθήσει, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, μέσα από βαριές εθνικές υποχωρήσεις και με συνεχείς πολιτικές μεταμφιέσεις, επιδεικνύοντας καιροσκοπική εσωτερική συνοχή και καλλιεργώντας πολιτικό περιβάλλον τοξικότητας και αβεβαιότητας, να «γαντζωθεί» όσο περισσότερο μπορεί στην καρέκλα.

Όμως, με μόνη συγκολλητική ουσία τον τυχοδιωκτισμό, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θα μείνει στην ιστορία ως πολιτική ανεμοδούρα.

Επιμένω και σας ρωτώ. Γιατί να προκηρύξει εκλογές χωρίς να υλοποιήσει το πρόγραμμα που έχει εξαγγείλει, όπως αύξηση κατώτατου μισθού, επανάληψη μερίσματος με κοινωνικά κριτήρια, στήριξη του κοινωνικού κράτους, στοχευμένες φοροελαφρύνσεις κ.α;

Καταρχάς, διότι μπορεί να επιλέξει ή να βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδα προωθώντας μία εθνικά επιζήμια συμφωνία με τη γείτονα χώρα.

Αλλά και γιατί, με βάση όσα μόνη της η Κυβερνητική πλειοψηφία έχει προ-νομοθετήσει, προβλέπονται επιπλέον περικοπές σε κύριες και επικουρικές συντάξεις από το 2019 και πρόσθετη μείωση του αφορολόγητου από το 2020.

Αντιλαμβάνομαι ότι η εξαπάτηση και τα ψέματα είναι στο πολιτικό DNA του κ. Τσίπρα.

Οι πολίτες όμως δεν «τσιμπούν πλέον στα δολώματα» και δεν είναι «εξαγοράσιμοι», αφού βιώνουν στην καθημερινότητά τους τη μεγάλη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Αν πάντως, μαζί με τα παραπάνω, καταφέρει να ανακόψει τη μείωση των συντάξεων για το 2019, δεν θα έχει εξασφαλίσει «πόντους» στην πορεία προς τις εκλογές στριμώχνοντας, ενδεχομένως, τη Νέα Δημοκρατία;

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους.

Μειώσεις οι οποίες, μαζί με την αύξηση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ανεβάζουν τον επώδυνο λογαριασμό, μέχρι σήμερα, στα 9,5 δισ. ευρώ.

Και προβλέπονται νέες μειώσεις συντάξεων για το 2019, ψηφισμένες μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία.

Μειώσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, ως αποτέλεσμα της ανικανότητας και της ανευθυνότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η ΝΔ δεν ψήφισε όλες αυτές τις αχρείαστες περικοπές των συντάξεων. Ας σταματήσει συνεπώς ο κ. Τσίπρας την πολιτική υποκρισία.

Αν θέλει και μπορεί, ας κάνει πράξη την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις.

Για να επικαλεστώ και τον ίδιο, «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα».

Ο Πιερ Μοσκοβισί από την Αθήνα δήλωσε «μνημόνια τέλος». Εσείς μιλάτε για 4ο Μνημόνιο. Ποια είναι η αλήθεια;

Όταν η χώρα αναλαμβάνει πρόσθετες μνημονιακές δεσμεύσεις για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, όταν οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται υψηλοί για πολλές δεκαετίες, όταν η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, όταν οι παρεμβάσεις στο χρέος τελούν υπό όρους και προϋποθέσεις, όταν η χώρα μπαίνει σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, δεν μπορείς να θριαμβολογείς για το «τέλος των μνημονίων».

Όσο και να προσπαθούν να το «καμουφλάρουν», η αλήθεια είναι ότι οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ είναι βαριές και πολύχρονες, συνιστώντας ένα κατ’ ουσία, κεκαλυμμένο, 4ο Μνημόνιο, χωρίς μάλιστα πρόσθετη χρηματοδότηση.

Ωστόσο, ο Μοσκοβισί απορρίπτει τη θέση της Νέας Δημοκρατίας και υποστηρίζει ότι «σήμερα χρειαζόμαστε μια συνετή δημοσιονομική πολιτική, μια λελογισμένη επέκταση στη βάση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων». Με τη δεύτερη τοποθέτηση διαφωνείτε;

Καταρχάς να σας πω ότι πολλοί ευρωπαίοι αξιωματούχοι και θεσμοί δεν συμμερίζονται τις όποιες θριαμβολογίες, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα ειδική περίπτωση, που θα τελεί για πολλά χρόνια υπό διακριτό μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, σε καθεστώς ασφυκτικής μετα-προγραμματικής παρακολούθησης.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την αναγκαιότητα δημοσιονομικής πειθαρχίας, με την υλοποίηση όμως ενός διαφορετικού μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, πιο φιλικό στην ανάπτυξη, με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές.

Αυτή η πολιτική, μαζί με την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και την ενίσχυση της ρευστότητας, θα οδηγήσουν σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας και όχι μέσω της αέναης λιτότητας.

Η σημερινή Κυβέρνηση όμως, όπως αποδεικνύουν τόσο τα πεπραγμένα της όσο και οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις της, αδυνατεί να επιτύχει υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Αναφορικά με το πρόσφατο Eurogroup εκτιμάτε ότι η χώρα μας δεν αποκόμισε οφέλη; Σας ρωτώ γιατί τα σχόλια εκτός Ελλάδος ήταν αρκετά θετικά…

Σε ότι αφορά το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας και τις βαριές δεσμεύσεις που το συνοδεύουν, ήδη σας απάντησα.

Σε ότι αφορά το χρέος, κάθε απόφαση που οδηγεί σε βελτίωση της βιωσιμότητάς του, όπως έγινε και με τη μείωση του ύψους και τη βελτίωση του προφίλ του το 2012, αντιμετωπίζεται θετικά.

Όμως, η απόφαση είναι κατώτερη τόσο των προσδοκιών όσο και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια. Τα προτεινόμενα μέτρα είναι περιορισμένα, τελούν υπό την προϋπόθεση υλοποίησης αυστηρών όρων και υπολείπονται των δεσμεύσεων των εταίρων το 2012 και το 2017. Έρχονται δε να καλύψουν μόνο μέρος της επιβάρυνσης της βιωσιμότητας του χρέους την τελευταία τριετία. Γι’ αυτό άλλωστε και αυτή θα επαναξιολογηθεί το 2032.

Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίσει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης.

Προ ημερών ο Πρέσβης των ΗΠΑ σε μία δημόσια τοποθέτηση δήλωσε ότι η χώρα και η ελληνική Κυβέρνηση «θα πρέπει να είναι επικεντρωμένη στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων». Γιατί αυτό μπορεί να υλοποιηθεί, όπως λέτε, από τη Νέα Δημοκρατία και όχι και από την παρούσα Κυβέρνηση;

Διότι ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες.

Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί και κινείται σε χαμηλά επίπεδα, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν μειωθεί και ο προϋπολογισμός του δεν εκτελείται, η φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η εγχώρια αποταμίευση είναι αρνητική, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το κράτος έχει κηρύξει «εσωτερική στάση πληρωμών», η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιούνται, ενώ διαρκώς νέα εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ανακύπτουν και εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν.

Η Νέα Δημοκρατία ξεδιπλώνει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, προβάλλοντας έναν λόγο συγκεκριμένο και τεκμηριωμένο, με στόχο την ενίσχυση της ποσότητας και τη βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με τόνωση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, νέων και παραδοσιακών.

Επιδίωξη να επαναφέρουμε την ομαλότητα, τη σταθερότητα και την κανονικότητα στη χώρα, προϋποθέσεις απαραίτητες για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Να περάσουμε και στα του κ. Καμμένου, ο οποίος επιμένει για τη συμφωνία των Πρεσπών ότι προϋποθέσεις είναι ή δημοψήφισμα ή ψήφιση από 180 Βουλευτές ή εκλογές. Ποια στάση θα κρατήσει η Νέα Δημοκρατία αν είναι Κυβέρνηση;

Ζούμε σουρεαλιστικές καταστάσεις, διανθισμένες με απύθμενη υποκρισία και πολιτικό τυχοδιωκτισμό.

Η Νέα Δημοκρατία δεν θα παρακολουθήσει την «επιθεώρηση» με πρωταγωνιστές τους κυβερνητικούς εταίρους.

Με υπευθυνότητα και σταθερότητα, προσπάθησε να αποδείξει, με όλους τους τρόπους που διαθέτει, ότι η συμφωνία είναι εθνικά επιζήμια, δημιουργεί τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα κυρώσει τη συμφωνία ως έχει στη Βουλή, όποιον θεσμικό ρόλο και αν κατέχει, όποια πλειοψηφία και αν αποφασιστεί προς τούτο.

Και κάτι ακόμη. Μετά και την πρόσφατη διαγραφή από τη Νέα Δημοκρατία του Προέδρου του ΕΒΕΑ Κων. Μίχαλου βλέπετε να υπάρχει χώρος διαμόρφωσης νέων κομματικών μηχανισμών; Σας ανησυχεί μια τέτοια εξέλιξη;

Η Νέα Δημοκρατία, εκ της αρχικής κατασκευής της, αποτελεί τη μεγάλη πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας, με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις.

Παραμένει βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Είναι συνεπώς προφανές ότι δεν συμμερίζομαι σχετικές ανησυχίες, όπως αυτές που με ρωτήσατε.

Θέλω να συγχαρώ τους διοργανωτές του 11ου Ασφαλιστικού Συνεδρίου για την εξαιρετική διοργάνωσή του.

Και να τους ευχαριστήσω για την δυνατότητα που μου δίνουν να καταθέσω κάποιες σκέψεις για το ζήτημα της ασφάλισης.

Διαχρονικό και διατοπικό ζήτημα.

Ζήτημα με οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις.

Ζήτημα κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, την ευημερία της κοινωνίας και την κοινωνική αλληλεγγύη.

Κυρίες και Κύριοι,

Η ασφάλιση αποτελεί μέρος του οικονομικού συστήματος, όπου τα κράτος, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις επιλογές της κάθε χώρας, διαδραματίζει μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το σύστημα ασφάλισης στη χώρα μας, επί μακρόν, χαρακτηρίζονταν, από:

  • τον υποχρεωτικό και εκτεταμένο δημόσιο χαρακτήρα του,
  • την αναδιανεμητική λογική μεταξύ τόσο των εργαζομένων όσο και των γενεών,
  • τη συνταξιοδοτική φιλοσοφία των καθορισμένων παροχών,
  • τον υψηλό βαθμό εισοδηματικής αντικατάστασης,
  • τον κατακερματισμό του σε δεκάδες ασφαλιστικά ταμεία,
  • την έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των εργαζομένων αναφορικά με τις παροχές και τον απαιτούμενο χρόνο για τη συνταξιοδότηση,
  • την πολιτική εξάρτηση της διαχείρισης των ασφαλιστικών ταμείων, και
  • το ιδιαίτερα μικρό μέγεθος της ιδιωτικής ασφαλιστικής δραστηριότητας, ως αποτέλεσμα, κυρίως, της χαμηλής ασφαλιστικής συνείδησης και κουλτούρας των πολιτών.

Σ’ αυτά τα δομικά συστατικά του ασφαλιστικού συστήματος, ήρθαν να προστεθούν, στο πέρασμα των ετών, πρόσθετες, συγκυριακές ή μόνιμες προκλήσεις, όπως είναι:

  • οι δημογραφικές εξελίξεις και η γήρανση του πληθυσμού,
  • η μετακίνηση πληθυσμού από τον ανασφάλιστο γεωργικό τομέα προς τα αστικά κέντρα,
  • η αύξηση της συμμετοχής – με ευνοϊκότερες συνθήκες – των γυναικών στο εργατικό δυναμικό,
  • η είσοδος παλιννοστούντων ομογενών και ο επαναπατρισμός μεταναστών,
  • η αύξηση της ανεργίας και
  • η αύξηση της εισφοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας.

Έτσι, σε ένα περιβάλλον ωρίμανσης του ασφαλιστικού συστήματος και μείωσης της αναλογίας των οικονομικά ενεργών πολιτών προς τους συνταξιούχους, ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων διαμόρφωσε ιδιαίτερα αρνητικές συνθήκες για τη μακροχρόνια βιωσιμότητά του.

Αφού διαμορφώθηκε, µε συλλογικές διαχρονικές ευθύνες, ένα στρεβλό ασφαλιστικό σύστημα, με διαφοροποιήσεις, με εξαιρέσεις, με προνομιακές προβλέψεις.

Με χρονική μετάθεση της επίλυσης των προβλημάτων, ή, στην καλύτερη περίπτωση, με μερική, αποσπασματική και χαμηλής ισχύος προσπάθεια αντιμετώπισής τους.

Και σε αυτό έφεραν ευθύνη, διαχρονικά, τόσο Κυβερνήσεις όσο και Αντιπολιτεύσεις, που πολιτεύθηκαν με «αυταπάτες» και με τη λογική του «όχι σε όλα».

Όμως είναι αλήθεια ότι στο πέρασμα των ετών, αναλήφθηκαν και ορισμένες σοβαρές πρωτοβουλίες για την ουσιαστική ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, με σημαντικό τμήμα της αντιπολίτευσης να διαμαρτύρεται στις πλατείες.

Όπως έγινε, ενδεικτικά, το 2008, όταν ο αριθμός των ασφαλιστικών ταμείων στη χώρα μας μειώθηκε από τα 133 στα 13.

Ωστόσο, οι όποιες θετικές διαρθρωτικές πρωτοβουλίες δεν ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα το ασφαλιστικό σύστημα να βρεθεί στο επίκεντρο των προγραμμάτων προσαρμογής.

Επιβλήθηκαν επώδυνες περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων, κάποιες αναγκαίες και κάποιες αχρείαστες, όπως οι τελευταίες ή αυτές που επίκεινται.

Προωθήθηκαν όμως και διαρθρωτικές αλλαγές που συνέβαλλαν στην αντιμετώπιση προβλημάτων, υστερήσεων και αποκλίσεων προηγούμενων ετών.

Παρεμβάσεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων:

  • η ενοποίηση ταμείων κύριας ασφάλισης,
  • η δημιουργία ενός ενιαίου ταμείου επικουρικής ασφάλισης,
  • η ενοποίηση μίας σειράς κανόνων και διαδικασιών,
  • η θέσπιση ενός κέντρου είσπραξης ασφαλιστικών οφειλών,
  • ο διαχωρισμός των δύο βασικών κλάδων ασφάλισης,
  • η θέσπιση ενός ενιαίου συστήματος ελέγχου πληρωμών συντάξεων και
  • η εφαρμογή μίας ευρείας κλίμακας πληροφοριακών συστημάτων.

Παράλληλα, επί ημερών της προηγούμενης Κυβέρνησης:

  • Εκπονήθηκε και υλοποιήθηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, και στον χώρο της ασφάλισης.
  • Βελτιώθηκε η διαδικασία συνταξιοδότησης υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, με παρεμβάσεις εξορθολογισμού σε διάφορες πτυχές της.
  • Μειώθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, συμβάλλοντας στην τόνωση της απασχόλησης και στην ενίσχυση της τάσης αποκλιμάκωσης της ανεργίας.

Αυτές οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις συνεισέφεραν στη μείωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, στον περιορισμό του διοικητικού βάρους, στην εξοικονόμηση πόρων και στην αναβάθμιση των υπηρεσιών προς τον πολίτη, διαμορφώνοντας τις βάσεις για τη σύγκλιση του συστήματος με τα υπόλοιπα της Ευρώπης.

Έτσι, στο τέλος του 2014, δημιουργήθηκε τάση ισορροπίας στο ασφαλιστικό σύστημα, υποβοηθούμενη από την ευρύτερη δημοσιονομική και μακροοικονομική σταθεροποίηση και την καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, για πρώτη χρονιά μετά από πολλά χρόνια ύφεσης.

Αυτό αποτυπώθηκε και στην αναλογιστική μελέτη που διεξήχθη υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Δυστυχώς όμως μετά ακολούθησε η «δημιουργική ασάφεια» και οι «ηρωϊκές διαπραγματεύσεις».

Με αποτέλεσμα η οικονομία να επιστρέψει στην ύφεση το 2015 και το 2016, και έκτοτε, να αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς της στόχους.

Αυτή η δυσμενής εξέλιξη αποτυπώνεται στην αντίστοιχη αναλογιστική μελέτη του 2018.

Η διαφορά στην εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης μεταξύ των δύο μελετών προκύπτει από τις αλλαγές στις παραδοχές σχετικά με τη δημογραφική εξέλιξη, την απασχόληση, το ΑΕΠ και τη συνολική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Έτσι προέκυψαν νέες, επώδυνες παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.

Παρεμβάσεις που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2015, συνεχίστηκαν το Μάιο του 2016 και θα ολοκληρωθούν το 2019.

Παρεμβάσεις οι οποίες, κατά την εκτίμησή μας, καταλύουν την αλληλεγγύη των γενεών, στρεβλώνουν την ανταποδοτικότητα του ασφαλιστικού συστήματος και πολεμούν την παραγωγική Ελλάδα, με την μεγάλη και συνεχιζόμενη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να επιτύχει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια, να διασφαλισθεί η χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού και να ενισχυθεί, ουσιαστικά, η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η χώρα θα εξακολουθεί να λειτουργεί σε περιβάλλον αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών, ενώ θα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Συνεκτιμώντας ότι θα έχει να αντιμετωπίσει πρόσθετες προκλήσεις στο δημογραφικό πεδίο, από το χαμηλό ποσοστό γεννητικότητας και τον αυξημένο βαθμό γήρανσης και εξάρτησης του πληθυσμού.

Συνυπολογίζοντας το εξαιρετικά ανησυχητικό, διογκωμένο τα τελευταία χρόνια, φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» στο εξωτερικό.

Προσμετρώντας τις δυσοίωνες μακροοικονομικές προβλέψεις για τον μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης και αύξησης της απασχόλησης, τα οποία επενεργούν αρνητικά στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Τούτων δοθέντων, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα.

Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από τη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα διασφαλίζει τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, θα εμπεδώνει την ασφαλιστική συνείδηση, θα ενθαρρύνει την εργασία, θα διαχωρίζει την κοινωνική ασφάλιση από την πρόνοια και θα συμβάλλει στην ενδυνάμωση της αλληλεγγύης των γενεών.

Σε αυτό το πλαίσιο απαιτούνται:

1ον. Παρεμβάσεις μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να ανακάμψει, κατά διατηρήσιμο τρόπο, η ελληνική οικονομία, να περιορισθεί η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών και να βελτιωθεί το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

2ον. Διαμόρφωση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου, για την αντιμετώπιση των αρνητικών δημογραφικών τάσεων, δίνοντας κίνητρα σε νέους να μείνουν στη χώρα και να δημιουργήσουν οικογένεια.

3ον. Πολιτικές παροχής κινήτρων για την ενίσχυση και της ιδιωτικής ασφάλισης, διασφαλίζοντας όμως ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα, με καθολικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπή εθνική σύνταξη και ενεργοποιώντας το θεσμό των επαγγελματικών ταμείων.

Κυρίες και Κύριοι,

Ο ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης είναι σημαντικός.

Συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην προστασία των νοικοκυριών, στην αποκατάσταση πολύτιμων υλικών και οικονομικών πόρων, στη δημιουργία αποταμιευτικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων, στη στήριξη και ενθάρρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και στην τόνωση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου.

Η ελληνική αγορά όμως είναι ρηχή και μικρή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

  • Τα ασφάλιστρα ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχονται στο 2,2%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 7,2%.
  • Οι δαπάνες για ασφάλιση ζωής και υγείας ανέρχονται στα 190 ευρώ, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στα 1.370 ευρώ.
  • Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχονται στο 7,2%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 61,9%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του κλάδου, αν η ελληνική ασφαλιστική αγορά άγγιζε τα ευρωπαϊκά επίπεδα ανάπτυξης, οι επενδύσεις της από 13 δισ. ευρώ που είναι σήμερα, θα μπορούσαν να φτάσουν τα 110 δισ. ευρώ.

Είναι βέβαια γεγονός ότι κατά το παρελθόν, υπήρχαν προβλήματα στον κλάδο που έβλαψαν την εικόνα και τη φήμη της αγοράς, και υπονόμευσαν την ήδη χαμηλή ασφαλιστική συνείδηση των πολιτών.

Σήμερα όμως, ο κλάδος φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από τις αστοχίες του παρελθόντος.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την ενίσχυση της αξιοπιστίας του κλάδου, με την εφαρμογή του κανονιστικού πανευρωπαϊκού πλαισίου Solvency II και την αυστηρή εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το στοίχημα πλέον είναι η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς αυτή αποτελεί στοιχείο-κλειδί για να μπορέσει να αναπτυχθεί η ασφαλιστική αγορά, να διεισδύσει στην κοινωνία και να διαδραματίσει το ρόλο που πρέπει στην εθνική οικονομία.

Προς αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν προτάσεις του κλάδου για παροχή φορολογικών κινήτρων και για συμπράξεις σε πεδία, όπως είναι οι συντάξεις, η υγεία και οι φυσικές καταστροφές, με γνώμονα τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών και τον έλεγχο του κόστους.

Με αυτές τις σκέψεις θέλω να ευχηθώ καλή συνέχεια στις εργασίες του Συνεδρίου, οι οποίες είμαι βέβαιος ότι θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θα αποφέρουν χρήσιμα συμπεράσματα, τα οποία και θα ήθελα θα πληροφορηθώ.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δευτερολογία στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής

κατά τη συζήτηση επί των Άρθρων του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών

για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Άκουσα χθες τον κ. Τσακαλώτο να υποστηρίζει ότι «δεν πουλάει φούμαρα».

Δηλαδή, δεν «πουλάει» αερολογίες, κενολογίες, υποσχέσεις άνευ ουσίας και μη υλοποιήσιμες.

Και το υποστηρίζει αυτό:

  • Ο Υπουργός ο οποίος δεσμεύθηκε ότι θα παραιτηθεί αν προχωρούσε σε οποιαδήποτε περικοπή αφορολόγητου, και σήμερα το «κόβει» για 2η φορά, μάλιστα κατά 35%, πλήττοντας τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, και παραμένει στη θέση του.
  • Ο Υπουργός ο οποίος δήλωνε ότι η Κυβέρνηση δεν πρόκειται να νομοθετήσει εκ των προτέρων μέτρα για μετά το 2018, και τελικά προ-νομοθέτησε μέτρα ύψους 5,1 δισ. ευρώ για το 2019 και το 2020.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε ότι η πολιτική του έχει κοινωνικό πρόσημο, και σήμερα προβλέπει πρόσθετες περικοπές τριών κυρίων συντάξεων και μίας επικουρικής σύνταξης, από 1.1.2019.
  • Ο Υπουργός ο οποίος επαιρόταν ότι η οικονομία θα αναπτυσσόταν με ρυθμό 2,7% το 2017, και τελικά έπεσε έξω σε ποσοστό 55%.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε, μέχρι πρόσφατα, ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αποτελεί προτεραιότητα για τη χώρα, και σήμερα η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα δεν βγαίνουν από οικονομικής και κοινωνικής άποψης, και σήμερα τα υπερασπίζεται και τα θέτει και ως στόχους.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υπόσχεται «καθαρή έξοδο» από τα Μνημόνια, αλλά συμφωνεί σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Τελικά ο κ. Τσακαλώτος «πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες».

Θα περίμενα ο κ. Υπουργός να είναι προσγειωμένος στην πραγματικότητα, σε επαφή με την αλήθεια και πιο προσεκτικός στις διατυπώσεις του, ειδικά όταν οι διαχρονικές θέσεις του κυριαρχούνται από καραμπινάτες αντιφάσεις και κυβιστήσεις.

Θα μου πείτε βέβαια ότι έχω υψηλές προσδοκίες από έναν Υπουργό και μία Κυβέρνηση για τον οποίους, όπως έχω υποστηρίξει και άλλη φορά σε αυτή την αίθουσα, τα ιδεολογικά και πολιτικά GPS, όλων των τύπων, δεν τους πιάνουν πουθενά.

Όλα για την εξουσία, όλα για την καρέκλα.

Επί των άρθρων τώρα, στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι:

  • θα περικοπούν οι κύριες συντάξεις από το 2019,
  • θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019,
  • θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019,
  • θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020,
  • θα διατηρηθούν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τουλάχιστον για μία πενταετία.

Η Κυβέρνηση, με τον οικονομικό προγραμματισμό της, κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

Και αδυνατεί να επιτύχει την αναγκαία για τη χώρα, υψηλή και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Σε άλλες διατάξεις, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι:

  • δεν μπορεί να δημιουργήσει ευέλικτα και λειτουργικά διοικητικά σχήματα για να προχωρήσουν εμβληματικές επενδύσεις, όπως είναι η επένδυση στο Ελληνικό,
  • δεν διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης του υψηλού και διευρυμένου ιδιωτικού χρέους,
  • επανανομοθετεί, και μάλιστα με δυσμενέστερους όρους, παλαιότερους νόμους, εξαπατώντας – για ακόμη μια φορά – το σύνολο των εργαζομένων,
  • αδυνατεί να λάβει διαρθρωτικά μέτρα που θα εξορθολογήσουν τη φαρμακευτική δαπάνη,
  • βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας,
  • μετατρέπει τη διαχείριση ταμειακής ρευστότητας σε αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

Υπενθυμίζω ότι η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, από τις αρχές του 2014, έβαλε τις βάσεις για τη διεύρυνση των δυνατοτήτων του Δημοσίου να αντλεί και να διαχειρίζεται ταμειακά διαθέσιμα, που μέχρι τότε ήταν διάσπαρτα σε εμπορικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Όμως με το σημερινό Πολυνομοσχέδιο, όπως υποστήριξαν όλοι οι φορείς κατά την ακρόασή τους, περνάμε στο άλλο άκρο.

Επιχειρείται μία σαρωτική  παρέμβαση σε αυτό το πεδίο.

Σχεδόν σε όλο το εύρος των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

Με υποχρεωτικότητα.

Με κυρώσεις και ποινές μη συμμόρφωσης.

Επιβεβαιώνεται όμως ότι πρόθεση της Κυβέρνησης δεν είναι ο εξορθολογισμός και η μεταρρύθμιση του πλαισίου ταμειακής διαχείρισης. Άλλωστε σε αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Αντιπολίτευση, ήταν αντίθετος.

Αντίθετα, πρόθεσή της Κυβέρνησης είναι η υποστήριξη της αυταπάτης της.

Το 2015, ήταν η αυταπάτη «της ηρωικής διαπραγμάτευσης» και η απελπισία να βρει πόρους για να καλύψει τις ταμειακές ανάγκες της χώρας.

Σήμερα είναι η αυταπάτη της «καθαρής εξόδου» και η δημιουργία ταμειακού αποθέματος.

Αγνοώντας τους κινδύνους για τους φορείς, για το τραπεζικό σύστημα, για την οικονομία συνολικά.

Τέλος, 2 ακόμη επισημάνσεις:

1η Επισήμανση: Άκουσα συναδέλφους να υποστηρίζουν ότι για πρώτη φορά επίκειται κάτι ουσιαστικό για τη ρύθμιση του χρέους.

Λησμονώντας τη διπλή αναδιάρθρωσή του το 2012, με την οποία μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του χρέους.

Απόδειξη αυτού, όπως καταγράφεται και στο Πολυνομοσχέδιο, είναι οι τόκοι που σήμερα ως χώρα καταβάλλουμε να είναι περίπου οι μισοί αυτών που πληρώναμε πριν κάποια χρόνια.

Με αποτέλεσμα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ να υποστηρίζει ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Όμως, στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Συνεπώς, οι παρεμβάσεις στο χρέος είναι σήμερα αναγκαίες μετά την επιβάρυνσή του την τελευταία τριετία, στηριζόμενες στις αποφάσεις του 2012, οι οποίες δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί με ευθύνη εταίρων και δανειστών.

Ζητούμε αυτές οι παρεμβάσεις να είναι καθαρές, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες.

2η Επισήμανση: Άκουσα συναδέλφους να υποστηρίζουν ότι η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την συνέχιση των μνημονίων, μέσω προληπτικής γραμμής στήριξης.

Η αλήθεια είναι ότι η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Όμως, η καθαρή έξοδος δεν είναι εφικτή.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Αλλά δυστυχώς και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο.

Εάν υπήρχε Κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Για αυτούς τους λόγους επιβεβαιώνεται ότι οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης.

Και από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, το 4ο Μνημόνιο, χωρίς χρηματοδότηση».

Ομιλία στη κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής κατά τη συζήτηση

του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα, και πάλι σε πιεστικές χρονικά συνθήκες, ένα ακόμη «αριστερό» Πολυνομοσχέδιο.

Αυτή τη φορά για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του αχρείαστου Μνημονίου που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, κυρίως για τα πιο αδύναμα εισοδηματικά στρώματα, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση.

Η παρούσα συζήτηση διεξάγεται σε ένα βεβαρημένο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον.

Εσωτερικό, που βρίσκει την οικονομία ασταθή, την κοινωνία ανασφαλή και τη χώρα εκτεθειμένη σε κινδύνους, με πιθανές βαριές εθνικές υποχωρήσεις.

Και εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και αβεβαιότητα σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση γράφει τον επίλογο της τελευταίας έκδοσης, αφού πλέον δεν «πουλάει», του περί πολιτικής υποκρισίας βιβλίου με τίτλο: «Πώς να διαλαλείς και να πράττεις τα πάντα, για να κερδίζεις λίγο χρόνο παραμονής στην εξουσία».

Ειδικότερα, στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου, ξεδιπλώνονται οι νέες κυβερνητικές δήθεν αυταπάτες, στην ουσία όμως τα νέα κυβερνητικά ψέματα.

Συγκεκριμένα:

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα, με την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης, θα οδηγηθεί στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που ολοκληρώνεται το καλοκαίρι είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν και θα επεκταθούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο συστηματικά αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό κοινοβούλιο.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα: Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με ευθύνη της Κυβέρνησης, σήμερα δεν είναι εφικτή.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία επιτυγχάνει τους στόχους που έχουν τεθεί.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, προσπαθεί να φτάσει το σημείο στο οποίο ήταν το 2014. Από τότε:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, εξαιτίας των διαδοχικών μέτρων λιτότητας την τελευταία τριετία, ύψους 9,5 δισ. ευρώ.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει αυξηθεί κατά 57% από το τέλος του 2014.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Η μακροχρόνια ανεργία ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας έχει διογκωθεί.
  • Οι ευέλικτες μορφές εργασίας έχουν διευρυνθεί.
  • Οι καταθέσεις των πολιτών έχουν μειωθεί.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.
  • Το χρέος ως απόλυτος αριθμός διογκώνεται.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Και η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει καταρρεύσει.

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα.

3ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι δεν υπάρχουν νέα μέτρα.

Η αλήθεια είναι ότι τα νέα μέτρα του κατ’ ουσίαν 4ου Μνημονίου, για την περίοδο μετά το 2018, επαναλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο.

Συγκεκριμένα:

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Διατηρείται ο συνολικός ΕΝΦΙΑ στα ίδια επίπεδα, αναμένεται όμως να υπάρξει αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας για τις λαϊκές συνοικίες, τα λαϊκά στρώματα και τα χαμηλά εισοδήματα.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για την 2η επί της σημερινής Κυβέρνησης μείωση του αφορολόγητου.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι πριν την 1η μείωση, ο Υπουργός Οικονομικών είχε απειλήσει με παραίτηση αν αυτή υλοποιείτο.

Και σήμερα, έχοντας πλέον εθιστεί στις περικοπές, προχωράει σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση.

Ευτυχώς τουλάχιστον που σταμάτησαν οι απειλές περί παραίτησης, διότι τότε δεν θα υπήρχε καν αφορολόγητο όριο!

Αυτά τα νέα μέτρα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων, μίας επικουρικής σύνταξης και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της στα 14,5 δισ. ευρώ.

Επιβεβαιώνεται μάλιστα ότι αυτά θα υλοποιηθούν ανεξάρτητα από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Αντιθέτως, τα όποια αντίμετρα, θα υλοποιηθούν εφόσον υπερκαλυφθούν οι υψηλοί στόχοι.

Ακόμη όμως και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις το 2019 υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συρρικνώνοντας, ακόμη περισσότερο, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών το 2019, ειδικά των συνταξιούχων.

Ευτυχώς όμως, το αργότερο τότε, τελειώνουν και τα βάσανα της κοινωνίας με τη σημερινή ιδεοληπτική και ανίκανη Κυβέρνηση!

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα: Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης. Από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα έχει ήδη μπει σε τροχιά υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει και αυτές τις ψευδαισθήσεις.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Το αποτέλεσμα είναι να έχει χαθεί δυνητικός πλούτος ύψους 34 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2018, ή 8.220 ευρώ από το κάθε Ελληνικό νοικοκυριό.

Ενώ η Κυβέρνηση προβλέπει χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης το 2022 από το 2018!

Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον.

Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Συνεπώς, 4ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, πολύ υψηλότερα από τους στόχους, μεγέθους 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Ξεχνώντας ότι, μέχρι πρόσφατα, η ίδια υποστήριζε ότι ούτε καν το 3,5% δεν είναι ανέφικτος στόχος.

Λησμονώντας ότι η ίδια υποστήριζε πως αυτά τα πρωτογενή πλεονάσματα «σκοτώνουν την κοινωνία» και «πνίγουν την οικονομία».

Αδιαφορώντας για την αρνητική επίδραση που αυτά έχουν στην πραγματική οικονομία.

Αγνοώντας ακόμη και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, το οποίο «εκφράζει την ανησυχία του για την επίμονη επιδίωξη υψηλότερων του στόχου πρωτογενών πλεονασμάτων, που συνεπάγονται υπερβολική λιτότητα και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη».

Σημειώνεται μάλιστα ότι οι σημερινοί υψηλοί δημοσιονομικοί στόχοι εκτιμάται ότι θα επιτευχθούν με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με αυτούς που προβλέπονταν και είχαν συμφωνηθεί με τους δανειστές στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα του 2014.

Επιβεβαιώνοντας ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση θα επιτύγχανε, για λίγα χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της ανάπτυξης.

Ενώ η σημερινή Κυβέρνηση προβλέπει ότι θα επιτύχει, για πολλά χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της αέναης λιτότητας.

Συνεπώς, 5ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, σε πλήρη ως συνήθως ασυνέπεια με όσα μέχρι πρόσφατα υποστήριζε, από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων σήμερα έγινε λάτρης και υπερασπιστής τους.

6ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι θα ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία.

Η αλήθεια είναι ότι και σε αυτό το πεδίο, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης είναι απογοητευτικές.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται υψηλές, σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με το 2014, παρά την εκταμίευση δανειακών πόρων ύψους 5 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή τους.

Ενώ οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι οποίες σύμφωνα με το Πολυνομοσχέδιο «θα χρηματοδοτήσουν την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας», παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, η οποία, από μήνα σε μήνα, διευρύνεται.

Σημειώνεται μάλιστα ότι αυτές, το 2017, διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας!

Συνεπώς, 6ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, λόγω ανικανότητας, αβελτηρίας και αναποτελεσματικότητας, αδυνατεί να «αιματοδοτήσει» την πραγματική οικονομία.

7ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η δημόσια περιουσία δεν ενεχυριάζεται.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση του 2015, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται αμετάκλητα και άνευ όρων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων τη χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης του Υπερταμείου.

Το Υπερταμείο προστέθηκε τότε ως συμβαλλόμενος στη δανειακή σύμβαση, με τη γενική αναφορά σε «Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων», δεδομένου ότι τότε δεν υφίστατο νομικά, αφού δεν το είχε αποδεχθεί οποιαδήποτε προηγούμενη Κυβέρνηση.

Το 2016, συστάθηκε, με αποτέλεσμα να δεσμευθεί η δημόσια περιουσία της χώρας για διάρκεια ενός αιώνα.

Σήμερα, ολοκληρώνεται το τυπικό νομικό μέρος της δέσμευσης της δημόσιας περιουσίας: το Υπερταμείο καθίσταται εγγυητής του δανείου του 3ου Μνημονίου και αναλαμβάνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Δημοσίου σε περίπτωση αθέτησης πληρωμής.

Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, 7ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση βάζει «υποθήκη το σπίτι» της, χωρίς καν να παίρνει το σύνολο του δανείου! Η ταπεινωτική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει ότι το «βαρέλι δεν έχει πάτο» για την σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συνοψίζοντας, όπως αποτυπώνεται στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου:

  • Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι εφικτή.
  • Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζονται και μετά το καλοκαίρι, με νέα μέτρα λιτότητας.
  • Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα, αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, αδυνατεί να ενισχύσει με ρευστότητα την οικονομία.
  • Η Κυβέρνηση, εις βάρος της κοινωνίας, μετατρέπεται από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, σε λάτρης και υπερασπιστής τους.
  • Ενώ βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η Νέα Δημοκρατία, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στη χώρα και τους πολίτες, καταψηφίζει επί της αρχής το κυβερνητικό Πολυνομοσχέδιο.

«Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022, οι προβλέψεις του οποίου αποκαλύφθηκαν από την έκθεση αξιολόγησης του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, επιβεβαίωσε σήμερα ότι η κυβέρνηση:

1ον. Θα επιβάλλει πρόσθετα μέτρα λιτότητας και μετά το 2018. Συγκεκριμένα, θα περικόψει για ακόμη μια φορά τις συντάξεις και θα μειώσει το αφορολόγητο, ανεβάζοντας έτσι τον συνολικό λογαριασμό στα 14,5 δισ. ευρώ.

2ον.  Θα διατηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τους υψηλούς δημοσιονομικούς  στόχους, σε πλήρη ασυνέπεια με όσα υποστήριζε ο κ. Τσίπρας μέχρι πρόσφατα με επιχειρήματα του τύπου “σκοτώνουν την κοινωνία”, “πνίγουν την οικονομία”, “δεν βγαίνουν”. Σήμερα, αντιθέτως, αγνοώντας την αρνητική επίδραση που αυτά έχουν στην πραγματική οικονομία, ο πρωθυπουργός προβλέπει ότι η επίτευξή τους όχι μόνο είναι εφικτή, αλλά θα δημιουργηθεί και δημοσιονομικός χώρος για δήθεν αντίμετρα.

Δηλαδή, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ από σφοδρός πολέμιος, τώρα έγινε λάτρης των υψηλών πρωτογενών  πλεονασμάτων, αδιαφορώντας για το στέγνωμα της οικονομίας και τη φτωχοποίηση όλης της κοινωνίας.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ γράφει τον επίλογο ενός πολιτικού εγχειριδίου με τίτλο: “Πώς να υπόσχεσαι τα πάντα και να πράττεις τα αντίθετά τους, για να κερδίζεις λίγο ακόμη χρόνο παραμονής στην εξουσία”. 

Όμως, οι πολίτες έχουν αντιληφθεί πια ότι με “αριστερή χρυσόσκονη” δεν βάφονται αυγά».

«Καθαρή έξοδος, η νέα αυταπάτη:

εσωτερική στάση πληρωμών η μόνιμη πραγματικότητα»

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η εσωτερική στάση πληρωμών γίνεται μόνιμη πραγματικότητα: οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου παραμένουν αμετάβλητες, παρά την εκταμίευση δόσεων για την αποπληρωμή τους»

Πλήρης Δήλωση:

«Η Κυβέρνηση συνεχίζει να στερεί ρευστότητα από την αγορά, στεγνώνοντας την πραγματική οικονομία. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται και φέτος υψηλές, περίπου στα 3,4 δισ. ευρώ, σχεδόν αμετάβλητες παρά την εκταμίευση δόσεων για την αποπληρωμή τους.

Αποδεικνύεται, έτσι, ότι δημιουργούνται συνεχώς νέες οφειλές, και ότι καθίσταται εξαιρετικά αμφίβολη η πλήρης εξόφλησή τους μέχρι το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, όπως έχει δεσμευτεί η Κυβέρνηση. Πρόκειται για ακόμη ένα πεδίο άσκησης οικονομικής πολιτικής στο οποίο γίνεται ολοφάνερη η κυβερνητική ανικανότητα.

Η Νέα Δημοκρατία έχει προτείνει και θα εφαρμόσει ένα σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, πλήρη εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσω του τραπεζικού συστήματος».

Κύριε Σταϊκούρα, το 2014 η Κυβέρνηση της ΝΔ είχε εξασφαλίσει την προληπτική πιστωτική γραμμή. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι πάμε προς ένα αυστηρό εργαλείο ενισχυμένης εποπτείας. Τι είναι καλύτερο από τα δύο;

Η προληπτική πιστωτική γραμμή εμπεριέχει την ενισχυμένη εποπτεία, την οποία φαίνεται να αποδέχεται η Ελληνική Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με την σαφώς ηπιότερη μετα-προγραμματική εποπτεία που υιοθετήθηκε από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που ακολούθησαν προγράμματα προσαρμογής.

Ενισχυμένη εποπτεία που, με βάση τους ευρωπαϊκούς κανόνες, θα περιλαμβάνει τριμηνιαίες εκθέσεις παρακολούθησης και θα συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις, πιθανώς συνδεόμενους με την υλοποίηση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους.

Συνεπώς η χώρα θα ενταχθεί σε καθεστώς αυστηρότερης – σε σχέση με τις άλλες χώρες – εποπτείας, χωρίς να λαμβάνει τη χρηματοδότηση των εταίρων.

Χρηματοδότηση που επιδιώκει να καλύψει η Κυβέρνηση εις βάρος της πραγματικής οικονομίας, μέσω των υπερ-πλεονασμάτων, της χρησιμοποίησης των «κουτσουρεμένων» δόσεων του δανείου και των ακριβών εκδόσεων χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι κακώς δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Η Κυβέρνηση όμως υπερκαλύπτει τους δημοσιονομικούς στόχους και η χώρα επιστρέφει, όπως ισχυρίζεται, στην κανονικότητα.

Η υπερκάλυψη των στόχων οφείλεται στη συνειδητή επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, να επιδοθεί σε ανελέητο «κυνήγι» των πολιτών μέσω κατασχέσεων και αναγκαστικών μέτρων είσπραξης, και να στερήσει πόρους από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και η χορήγηση συντάξεων σε δικαιούχους.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής επιλογής είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες κατά 55% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Σε ότι αφορά την κανονικότητα, αλήθεια γιατί κάποιοι θριαμβολογούν όταν εξακολουθούν να υφίστανται κεφαλαιακοί περιορισμοί, συνεχίζουν να επιβάλλονται νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις, διευρύνονται οι ευέλικτες μορφές εργασίας, παραμένουν σταθερά υψηλές οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, υποβαθμίζεται η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης, η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και το ονομαστικό ΑΕΠ της δεν έχει ακόμη φτάσει στο ύψος που ήταν το 2014;

Ας αφήσουν επιτέλους κάποιοι στην άκρη τις αυταπάτες, που τόσο πολύ κόστισαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια.

Γιατί δυστυχώς, αντί για κανονικότητα, έχουμε μια κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να ακυρώσουν τη μείωση των συντάξεων;

Κε. Παπαστάθη, με την ψήφο μόνο των Κυβερνητικών Βουλευτών, η επιπλέον αχρείαστη μείωση των συντάξεων, η οποία ήδη εφαρμόζεται στους νέους συνταξιούχους, δεν συναρτάται με το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων. Αντιθέτως, τα αντίμετρα για τα οποία πανηγυρίζει η Κυβερνητική πλειοψηφία, τελούν υπό αίρεση και εξαρτώνται από την υπέρβαση των ιδιαίτερα υψηλών στόχων – από εφέτος – για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Συνεπώς, αντί η Κυβέρνηση να εμπαίζει τους πολίτες με ανεύθυνες και αντιφατικές δηλώσεις, καλύτερα να τους ενημερώσει αναλυτικά και υπεύθυνα για τις νέες περικοπές στις συντάξεις που η ίδια επέβαλλε.

Ζητάτε εκλογές και καταγγέλλετε ότι το αναπτυξιακό σχέδιο της χώρας γράφεται στις Βρυξέλλες. Η δική σας ενημέρωση, ως Τομεάρχης Οικονομικών της ΝΔ, ποια είναι για το λεγόμενο ολιστικό πλάνο που καταρτίζεται από τον κ. Τσακαλώτο;

Καταρχάς, κατά πάγια πρακτική, δεν σχολιάζω διαρροές ή κείμενα εργασίας. Αναμένουμε να δούμε και να αξιολογήσουμε το αναπτυξιακό σχέδιο για τη χώρα, όταν η Κυβέρνηση δεήσει να μας το παρουσιάσει. Μπορώ να σχολιάσω όμως τη διαδικασία που ακολούθησε η Κυβέρνηση και τα μέχρι σήμερα αναπτυξιακά πεπραγμένα της.

Η διαδικασία δείχνει προχειρότητα και είναι υποτιμητική για τη χώρα: περισσότερα από δύο χρόνια καθυστέρησης – με βάση τις μνημονιακές δεσμεύσεις – στο όποιο κείμενο εργασίας, «εν κρυπτώ» κατάθεση στους εταίρους και «πήγαιν’ έλα» με τους θεσμούς, χωρίς στοιχειώδη διαβούλευση και συζήτηση με τα πολιτικά κόμματα, τους κοινωνικούς εταίρους, τους παραγωγικούς και επιστημονικούς φορείς.

Σε ότι αφορά τα πεπραγμένα της Κυβέρνησης, υπενθυμίζω ότι, μετά την ανάκαμψη του 2014, η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση το 2015 και το 2016, παρουσίασε τεράστια υστέρηση στον αναπτυξιακό στόχο του 2017, και όπως δείχνουν όλες οι αναθεωρημένες προβλέψεις των θεσμών, θα αποτύχει και το 2018.

Αυτό είναι το αποτύπωμα των ιδεοληψιών, των παλινωδιών και της ανευθυνότητας της σημερινής Κυβέρνησης.

Κυβέρνηση η οποία, αποδεδειγμένα, δεν μπορεί να διασφαλίσει την αναγκαία για τη χώρα υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί, με απόφαση του Eurogroup το 2017, σε πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022. Με αυτό το δεδομένο, πως η ΝΔ πως θα τηρήσει τη δέσμευσή της να μειώσει τους φόρους;

Πράγματι η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα, με ιδιαίτερα χαμηλούς μάλιστα ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Εμείς πιστεύουμε ότι η άμεση υλοποίηση ενός συνεκτικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος, με στοχευμένη μείωση φόρων, υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, συνεπώς δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Υπενθυμίζω ότι το 2014, μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτό να προβλέπεται στο Μνημόνιο.

Για να μειώσεις όμως τους φόρους, θα πρέπει και να το πιστεύεις.

Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, ο αρμόδιος Υπουργός όχι μόνο ιδεολογικά δεν το πιστεύει αλλά και αιθεροβατεί υποστηρίζοντας ότι η φορολογία των πολιτών δεν είναι υψηλή.