Tags Posts tagged with "Μεταρρυθμίσεις"

Μεταρρυθμίσεις

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.

Το μέγεθος όμως της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά τους.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και έχουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα όμως, η αναγκαία δημοσιονομική ισορροπία θα πρέπει να συνοδεύεται από την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να μειώνονται οι επιπτώσεις της προσαρμογής και να επιτυγχάνονται, σταδιακά, διατηρήσιμοι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης.

Οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βοηθήσουν, μέσω μιας αυτοτροφοδοτούμενης διαδικασίας, στην επίτευξη υψηλών, αλλά ρεαλιστικών, δημοσιονομικών στόχων, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δυστυχώς, τα δύο τελευταία χρόνια, δεν ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική.

Η Κυβέρνηση με τις πράξεις και παραλείψεις της, με την αναποτελεσματικότητα και την αβελτηρία της, με τις παλινωδίες και τις ιδεοληψίες της, «φόρτωσε» τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις με 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, κυρίως μέσω της αύξησης άμεσων και έμμεσων φόρων, διόγκωσε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Κράτους προς τους ιδιώτες, συμφώνησε σε υψηλά και για μακρά περίοδο πρωτογενή πλεονάσματα, επέδειξε αλλεργία στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, ο δείκτης υλοποίησης μεταρρυθμίσεων υποχώρησε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2015-2016 σε σχέση με την περίοδο 2013-2014.

Το αποτέλεσμα είναι το «στέγνωμα» της αγοράς από ρευστότητα και η επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση. Η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα σε ύφεση τα 2 τελευταία χρόνια! Καθιστώντας τον εφετινό στόχο για υψηλή ανάπτυξη μη ρεαλιστικό.

Παρά ταύτα, η Κυβέρνηση, μέσα στις αυταπάτες της, πανηγυρίζει για το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2016.

Παραβλέπει όμως ότι αυτό οφείλεται, εκτός της διευρυμένης και πράγματι επωφελούς χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών, στην εσωτερική στάση πληρωμών (π.χ. οι δαπάνες για ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, που έχουν πολύ υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, μειώθηκαν κατά 1,3 δισ. ευρώ), στην υπερφορολόγηση των πολιτών (5 δισ. ευρώ νέα μέτρα), στην εκτόξευση των κατασχέσεων και των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και σε μη-επαναλαμβανόμενα έσοδα (π.χ. αυξημένο μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος).

Και αδιαφορεί για το ότι, με την πολιτική της, διογκώνει μια σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας, όπως είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, τα «κόκκινα δάνεια» στο τραπεζικό σύστημα, η βιωσιμότητα φορέων του Δημοσίου (π.χ. ΔΕΗ).

Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση επιτύγχανε πρωτογενή πλεονάσματα πληρώνοντας το μεγαλύτερο κομμάτι των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, διευρύνοντας τη φορολογική βάση, μειώνοντας φόρους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χορηγώντας κοινωνικό μέρισμα με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, βελτιώνοντας, έστω και οριακά, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, οδηγώντας την οικονομία στη σταδιακή ανάκαμψη.

Με στόχο την υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, που με τη σειρά της θα οδηγούσε στην επίτευξη, για μικρή περίοδο, υψηλών δημοσιονομικών στόχων.

Δυστυχώς όμως, σύμφωνα με τις συγκριτικές εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ελληνική οικονομία, εξαιτίας της ακολουθούμενης πολιτικής της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, θα έχει απολέσει 27 δισ. ευρώ δυνητικού πλούτου μέχρι το 2018, καθιστώντας αναγκαία τη λήψη πρόσθετων μέτρων από το 2015, ακόμη και για μετά το 2018.

Συνεπώς, η πραγματικότητα δεν προσφέρεται για όψιμους πανηγυρισμούς, αλλά για σοβαρούς προβληματισμούς.

Η χώρα πρέπει να υλοποιήσει διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις και να συνεχίσει τη δημοσιονομική ισορροπία, που ξεκίνησε το 2013, με ένα άλλο μείγμα πολιτικής και με ρεαλιστικούς στόχους.

Η χώρα χρειάζεται παραγωγή – παραγωγή – παραγωγή ανταγωνιστικών και διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν μπορεί να τα επιτύχει.

 

 

Τέλη Μαΐου όπως όλα δείχνουν κλείνει η αξιολόγηση. Υπάρχει δυνατότητα το 2017 να μην είναι μια χαμένη χρονιά στο στόχο της ανάπτυξης και στην δοκιμαστική έξοδο στις αγορές;

Ευχόμαστε να κλείσει το συντομότερο δυνατόν η αξιολόγηση.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι η αναμενόμενη συμφωνία, με ευθύνη της Κυβέρνησης, θα είναι εξαιρετικά επώδυνη για τους πολίτες, ιδιαίτερα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Όμως, η μη ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα είναι καταστροφική για τη χώρα. Ενώ η μεγάλη καθυστέρηση έχει ήδη προσθέτει τεράστιο κόστος στην πραγματική οικονομία: το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές διογκώθηκαν, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάστηκαν, οι καταθέσεις συρρικνώθηκαν.

Η χώρα σέρνεται στην ύφεση, με αποτέλεσμα ο εφετινός στόχος για υψηλή ανάπτυξη να έχει καταστεί πλέον μη ρεαλιστικός.

Ενώ απομακρύνεται και η δυνατότητα εξόδου στις αγορές, με ρεαλιστικό κόστος.

Εκτιμάτε ότι η χώρα θα ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης; Και αν ναι, 6 μήνες είναι αρκετοί να οδηγήσουν σε μείωση επιτοκίων άρα και σε έξοδο στις αγορές;

Η χώρα θα έπρεπε να έχει ήδη ενταχθεί στο πρόγραμμα, από το Μάρτιο του 2015. Αυτό δεν έγινε, με Κυβερνητική ευθύνη.

Έστω και με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, πρέπει να γίνει, το συντομότερο δυνατόν.

Και αυτό γιατί θα συμβάλλει στην μερική αποκλιμάκωση των επιτοκίων και σε κάποια ενίσχυση της ρευστότητας, βοηθώντας την προσπάθεια εξόδου στις αγορές.

Από μόνη της όμως η ένταξη δεν αρκεί.

Να σας το πω και αντίστροφα: Η χώρα, το 2014, βγήκε, με επιτυχία, δύο φορές στις διεθνείς αγορές, χωρίς κάποιο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Οι λέξεις-κλειδιά που συνόδευαν την έξοδο ήταν εμπιστοσύνη, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα.

Άγνωστες λέξεις για τη σημερινή Κυβέρνηση.

Εάν τελικά τα επιτόκια δανεισμού είναι απαγορευτικά, ένα νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα είναι η μόνη λύση για τη χώρα;

Η Κυβέρνηση, με δεδομένες τις δεσμεύσεις που έχει ήδη αναλάβει, για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και για πρόσθετα μέτρα λιτότητας μετά τη λήξη του τρέχοντος χρηματοδοτικού προγράμματος το καλοκαίρι του 2018, ουσιαστικά διαπραγματεύεται το επόμενο πρόγραμμα, δηλαδή το «4ο Μνημόνιο».

Χωρίς καν μάλιστα, επί του παρόντος, αυτό να είναι χρηματοδοτικό.

Το ζητούμενο είναι, παρά τις τεράστιες Κυβερνητικές ευθύνες για την σημερινή κατάσταση και τις παράλογες και μακροχρόνιες δεσμεύσεις που αναλαμβάνει και με τις οποίες προσπαθεί να εγκλωβίσει τη χώρα, να μην χρειαστούμε πρόσθετη, μέσω προγράμματος, χρηματοδότηση. Γιατί δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτή θα μας χορηγηθεί.

Για να το αποφύγουμε αυτό, χρειαζόμαστε την υιοθέτηση μιας διαφορετικής οικονομικής πολιτικής.

Με υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, με ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής.

Αυτά, η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να τα κάνει.

Εάν κερδίσετε τις εκλογές δεν θα κληθείτε εσείς να εφαρμόσετε τα μέτρα; Δεν είναι πολύ μεγάλο το βάρος;

Ο κ. Τσίπρας υποθηκεύει το μέλλον της χώρας, ερήμην των πολιτών της.

Αυτά που υπογράφει δεσμεύουν τη χώρα, συνεπώς και τις επόμενες Κυβερνήσεις.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να αλλάξουν, εν πορεία, όροι της συμφωνίας. Και αυτό το γνωρίζω, γιατί το έχουμε κατά το παρελθόν επιτύχει.

Καταρχήν, την ιδιοκτησία του Προγράμματος την έχει η εκάστοτε Κυβέρνηση. Ιδεοληπτική εμμονή της σημερινής Κυβέρνησης είναι η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ενώ δική μας επιλογή είναι η μείωση των φόρων, με χρήση ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών.

Επίσης, κάθε Πρόγραμμα εμπεριέχει δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, η χρήση των οποίων εξαρτάται από την αξιοπιστία της εκάστοτε Κυβέρνησης. Για παράδειγμα, η προηγούμενη Κυβέρνηση προχώρησε, το 2014, σε μειώσεις φόρων, χωρίς αυτές να προβλέπονται στο Μνημόνιο.

Επιπλέον, εμείς μπορούμε να δημιουργήσουμε πληρέστερα τις συνθήκες ανάπτυξης της οικονομίας, να προχωρήσουμε στην αποπληρωμή οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, να υλοποιήσουμε ταχύτερα τις διαρθρωτικές αλλαγές και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Άρα να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για χαμηλότερους δημοσιονομικούς στόχους, άρα για περισσότερο δημοσιονομικό χώρο.

Σε κάθε περίπτωση, η ΝΔ, διαχρονικά, έχει μάθει στα δύσκολα. Και προφανώς δεν τα φοβάται.

 

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, μετά την ανακοίνωση των προσωρινών στοιχείων εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για την περίοδο Ιανουαρίου – Μαρτίου 2017, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Εσωτερική στάση πληρωμών, “σκούπισμα” ταμειακών διαθεσίμων, επιστροφή και “σύρσιμο” της οικονομίας στην ύφεση, συνθέτουν ένα τρίπτυχο της κυβερνητικής αποτυχίας.
Ειδικότερα, οι δαπάνες του προϋπολογισμού υστερούν σημαντικά έναντι του στόχου, στερώντας ρευστότητα από την πραγματική οικονομία. Αυτό παρατηρείται και στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, το οποίο έχει τον υψηλό συντελεστή βαρύτητας για την ανάκαμψη της οικονομίας.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν τραβήξει – και πάλι – την “ανηφόρα” (+500.000.000 ευρώ το πρώτο δίμηνο του έτους), φαινόμενο που αναμένεται να έχει διογκωθεί τους επόμενους μήνες λόγω της καθυστέρησης ολοκλήρωσης της αξιολόγησης.
Παράλληλα, η τακτική του εκτεταμένου εσωτερικού δανεισμού, μέσω του “σκουπίσματος” των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, “στεγνώνει” εντελώς την αγορά.
Ενώ η Κυβέρνηση, από ανικανότητα ή και αλλεργία απέναντι στις μεταρρυθμίσεις, άργησε, επί μήνες, να εισπράξει το τίμημα από την παραχώρηση των περιφερειακών αεροδρομίων, που δρομολόγησε η προηγούμενη Κυβέρνηση.
Αποδεικνύεται έτσι ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα “χρόνος”, στην οικονομία.
Με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται επί δύο χρόνια στην ύφεση, καθιστώντας τον εφετινό στόχο για ανάπτυξη 2,7%, μη ρεαλιστικό.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της αναποτελεσματικότητας, της αναβλητικότητας, των παλινωδιών και των ιδεοληψιών της σημερινής Κυβέρνησης».