Tags Posts tagged with "Οικονομία"

Οικονομία

Το Υπουργείο Οικονομικών, κατά πάγια πρακτική, με ανώνυμες διαρροές κύκλων του, σχολιάζει σημερινή ενυπόγραφη δήλωσή μου για την εκτέλεση του Προϋπολογισμού.

Αφού οι «κύκλοι» τελείωσαν με τη σύγκριση με το περυσινό έτος (2016), ας αναλώσουν λιγοστό χρόνο στην ανάγνωση και, κυρίως, στην εμπέδωση των στοιχείων που περιέχει το Δελτίο Εκτέλεσης Κρατικού Προϋπολογισμού Ιανουαρίου-Μαΐου 2017, και τα οποία αφορούν στην εκτέλεση του εφετινού Προϋπολογισμού (2017) έναντι των εφετινών στόχων (2017), στοιχεία στα οποία και αναφέρθηκα.

Επί αυτών, ούτε λέξη.

Τον περισσότερο χρόνο, βέβαια, οφείλουν και πρέπει να τον αναλώσουν στη βελτίωση της εικόνας που παρουσιάζουν φέτος οι δαπάνες σε κρίσιμους τομείς, έναντι των στόχων που το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών έχει θέσει.

Τα υπόλοιπα είναι λόγια να λέγονται.

Ελπίζουμε να μην είναι και αυταπάτες.

Εκτός και αν το κενό αντίληψης των «κύκλων» του Υπουργείου Οικονομικών, αναπληρώνεται με διαστρέβλωση της πραγματικότητας και δη στοιχείων, τα οποία είναι προσβάσιμα στους πάντες.

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Εσωτερική στάση πληρωμών, υπεραπόδοση εσόδων λόγω αναγκαστικών μέτρων είσπραξης, μη – επαναλαμβανόμενα έσοδα και φορολογική “κόπωση” των πολιτών λόγω εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητάς τους, συνθέτουν την εικόνα εκτέλεσης του Προϋπολογισμού.

Ειδικότερα στο σκέλος των δαπανών, η Κυβέρνηση επιβάλλει “αυστηρή δίαιτα” σε ευαίσθητους τομείς, όπως είναι η κοινωνική προστασία, τα επιδόματα πολυτέκνων και οι δαπάνες περίθαλψης.

Ενδεικτικά, σημαντική στέρηση στο ποσοστό εκτέλεσης παρατηρείται στις επιχορηγήσεις νοσοκομείων, στις εφημερίες ιατρών και στις υπερωρίες νοσηλευτικού προσωπικού, στην κοινωνική προστασία, στα επιδόματα πολυτέκνων, στις λοιπές εισοδηματικές ενισχύσεις και στο κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης.

Οι πομφόλυγες για δήθεν κοινωνική ευαισθησία έχουν “πάει περίπατο”.

Η αλλαγή οικονομικής πολιτικής έχει καταστεί αναγκαία και επείγουσα.

Η εμπροσθοβαρής υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών και η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, είναι επιβεβλημένες πολιτικές.

Πολιτικές που η παρούσα Κυβέρνηση αδυνατεί να υλοποιήσει».

Αξιότιμοι Ευρωβουλευτές,

Θα ήθελα να σας καλωσορίσω στην Ελλάδα.

Εύχομαι, οι επαφές σας να είναι χρήσιμες και παραγωγικές.

Κυρίες και Κύριοι,

Η χώρα, τα τελευταία 2,5 χρόνια, έχασε πολύτιμο χρόνο και πόρους.

Πλούτος εξανεμίσθηκε.

Η οικονομία επέστρεψε, και πάλι, στην ύφεση.

Η ανταγωνιστικότητά της επιδεινώθηκε.

Κεφαλαιακοί περιορισμοί επιβλήθηκαν.

Οι οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν.

Νέα μνημόνια υπεγράφησαν.

Νέα δημοσιονομικά μέτρα ελήφθησαν.

Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε.

Ο Επικεφαλής του ESM, πρόσφατα, ανέδειξε τα σημάδια ανάκαμψης του 2014.

Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι η χώρα, τότε, επέστρεψε σε θετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, η ανεργία μειώθηκε και η χώρα προσέφυγε στις διεθνείς αγορές, όλα αυτά για πρώτη φορά από την αρχή της κρίσης.

Δυστυχώς όμως, αντί η χώρα να επιταχύνει στηριζόμενη στις ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές που είχαν δημιουργηθεί, οπισθοχώρησε.

Και σήμερα προσπαθεί, με ασθενέστερη δυναμική και από χαμηλότερο σημείο αφετηρίας, να φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

Και ακόμη δεν τα έχει καταφέρει.

Κυρίες και Κύριοι,

Τουλάχιστον η αξιολόγηση του προγράμματος, μετά από πολύμηνη καθυστέρηση, έκλεισε.

Έκλεισε βέβαια με τεράστιο κόστος για τους πολίτες, με αρκετές ασάφειες, αβεβαιότητες και παραπομπές στο μέλλον.

Συγκεκριμένα:

1ον. Επιβλήθηκαν νέα μέτρα, ύψους 5,1 δισ. ευρώ, μέχρι το 2022.

Μέτρα που δεν προβλέπονταν στο 3ο Μνημόνιο.

Μέτρα που ανεβάζουν τον συνολικό λογαριασμό της σημερινής διακυβέρνησης στα 14,5 δισ. ευρώ, υψηλότερος από το προηγούμενο Μνημόνιο.

Μέτρα που πλήττουν, κυρίως, τους οικονομικά ασθενέστερους.

2ον. Συμφωνήθηκε η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ για μία πενταετία.

Η διατήρηση όμως τέτοιων πλεονασμάτων για μακρά περίοδο, είναι εξαιρετικά επώδυνη και αντιαναπτυξιακή.

Ενώ η επίτευξη μεγάλων πλεονασμάτων μετά το 2022, χωρίς υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, όπως προβλέπει επί του παρόντος η συμφωνία, οδηγεί σε διαρκή λιτότητα.

3ον. Το ύψος της δόσης είναι πολύ χαμηλότερο των αναγκών της οικονομίας και των προβλέψεων της συμφωνίας.

Με βάση τον χρηματοδοτικό προγραμματισμό του 3ου Μνημονίου, μέχρι το τέλος Ιουνίου, η χώρα θα έπρεπε να είχε λάβει χρηματοδότηση ύψους 22,9 δισ. ευρώ.

Αντί αυτού, λαμβάνει δόση 8,5 δισ. ευρώ.

Και μάλιστα, μόλις 1,6 δισ. ευρώ από αυτά θα μείνουν για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών.

Όταν μόνο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου ξεπερνούν τα 5 δισ. ευρώ.

Αντί συνεπώς οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται, κυρίως, από τις προβλεπόμενες δόσεις του δανείου, καλύπτονται από τα πρωτογενή πλεονάσματα που επιτυγχάνονται με τις θυσίες των πολιτών.

 

4ον. Ξεκάθαρη λύση για το χρέος, όπως όλοι επιθυμούσαμε, δεν υπήρξε.

Όλα παραπέμπονται για το μέλλον: τα όποια μεσοπρόθεσμα μέτρα θα ληφθούν μετά τη λήξη του προγράμματος, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα υλοποιεί πλήρως τις δεσμεύσεις της και στο βαθμό που αυτό καταστεί, τότε, αναγκαίο από τους θεσμούς.

5ον. Δεν φαίνεται, στον άμεσο χρονικό ορίζοντα, διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Ένταξη, που θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάρτιο του 2015.

Όπως ανέφερε ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, εξακολουθούν να υφίστανται σοβαροί προβληματισμοί σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους.

Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ, στην Έκθεση της 26ης Ιουνίου 2015, υποστήριζε ότι «τον Μάϊο του 2014, το Ελληνικό δημόσιο χρέος αξιολογήθηκε ότι επιστρέφει σε ένα μονοπάτι βιωσιμότητας».

Το τι έγινε από τότε και το πόσο επιβαρύνθηκε η βιωσιμότητα του χρέους, κυρίως κατά το 1ο εξάμηνο του 2015, όλοι το γνωρίζουμε.

 

6ον. Η ρήτρα ανάπτυξης αποτελεί ουσιαστικά «αντικίνητρο ανάπτυξης».

Και αυτό γιατί όσο περισσότερο αυξάνεται το εθνικό εισόδημα, το μέρισμα της ανάπτυξης δεν θα πηγαίνει στους πολίτες, αλλά για την απομείωση του χρέους.

Κύριες και Κύριοι,

Η ΝΔ εκτιμά ότι η χώρα μας μπορεί να βαδίσει πιο αποτελεσματικά, αν εφαρμοσθεί μια άλλου μίγματος και προτεραιοτήτων συνεκτική οικονομική πολιτική:

  • Με την εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων.
  • Με την αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, στην κατεύθυνση στοχευμένων μειώσεων φορολογικών συντελεστών, και την δρομολόγηση ρεαλιστικότερων δημοσιονομικών στόχων.
  • Με την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων δανείων».
  • Με την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Ενισχυτικά αυτής της προσπάθειας, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μπορούν να λειτουργήσουν:

  • Ο καλύτερος συντονισμός των δημοσιονομικών πολιτικών, λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο της οικονομίας.
  • Η διασφάλιση μιας «ισορροπίας» μεταξύ των πολιτικών δημοσιονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης.
  • Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και η προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών.

Εμείς, αυτή την πολιτική είμαστε αποφασισμένοι να την εφαρμόσουμε με αξιοπιστία, σοβαρότητα και σε δημιουργική συνεννόηση με τους εταίρους μας.

Για να «χτίσουμε» όλοι μαζί, ένα καλύτερο μέλλον για την Ελλάδα και την Ευρώπη.

Η αξιολόγηση τελικά ολοκληρώθηκε, με πολύμηνη καθυστέρηση σε σχέση με το αρχικό χρονοδιάγραμμα.

Καθυστέρηση που κόστισε 5,1 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, μέχρι το 2022.

Καθυστέρηση που κόστισε την περικοπή του αφορολόγητου και των κύριων και επικουρικών συντάξεων.

Καθυστέρηση που «αποστράγγισε» την οικονομία από ρευστότητα. Ρευστότητα η οποία δεν θα ενισχυθεί με ουσιαστικό τρόπο με βάση την πρόσφατη συμφωνία του Eurogroup.

Και αυτό γιατί η προβλεπόμενη δόση που συνοδεύει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης είναι πολύ χαμηλότερη τόσο των αναγκών της οικονομίας όσο και των προβλέψεων της συμφωνίας.

Συγκεκριμένα, με βάση τον χρηματοδοτικό προγραμματισμό του 3ου Μνημονίου, μέχρι το τέλος Ιουνίου, η χώρα θα έπρεπε να είχε λάβει δόσεις ύψους 22,9 δισ. ευρώ. Αντί αυτού του ποσού, λαμβάνει δόση ύψους, μόλις, 8,5 δισ. ευρώ. Δηλαδή, η χώρα θα έχει στερηθεί πόρους περίπου 15 δισ. ευρώ.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις 1,6 δισ. ευρώ από τη δόση, και μάλιστα τμηματικά, θα μείνουν για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών και για την ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, αφού τα 6,9 δισ. ευρώ προορίζονται για την πληρωμή δανειακών υποχρεώσεων.

Εσωτερικές ανάγκες, όπως είναι:

1ον. Η δημιουργία αποθέματος ταμειακών διαθεσίμων.

Απόθεμα που ως σκοπό θα έχει τη λήξη της κυβερνητικής πρακτικής του εκτεταμένου εσωτερικού δανεισμού (τα ρέπος στο τέλος Απριλίου ανήλθαν στα 14 δισ. ευρώ) και την επιστροφή στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης των ταμειακών διαθεσίμων που «σκούπισε» η Κυβέρνηση.

Υπενθυμίζεται ότι τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με το χρηματοδοτικό προγραμματισμό και αν οι εκταμιεύσεις εξελίσσονταν ομαλά, θα έπρεπε να είναι 7 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου και 15 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου του 2017. Δημιουργώντας, έτσι, από σήμερα, τις προϋποθέσεις για έξοδο στις αγορές. Αντ’ αυτού, στο τέλος Μαρτίου, τα ταμειακά διαθέσιμα ανέρχονταν, μόλις, στα 3 δισ. ευρώ.

2ον. Η αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου σε ιδιώτες.

Υπενθυμίζεται ότι, στο τέλος Απριλίου, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, λόγω της εσωτερικής στάσης πληρωμών που πραγματοποιεί η Κυβέρνηση για την τακτοποίηση των υποχρεώσεών της, ξεπερνούσαν τα 5 δισ. ευρώ, «στεγνώνοντας» εντελώς την αγορά.

Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι αν οι εκταμιεύσεις εξελίσσονταν ομαλά, εκτός των 3,5 δισ. ευρώ που ήδη έχουμε εισπράξει, θα έπρεπε, από τις δόσεις του δανείου, να είχαμε λάβει επιπλέον 6 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Συμπερασματικά, αντί οι χρηματοδοτικές και ταμειακές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται, κυρίως, από τις προβλεπόμενες δόσεις του δανείου, καλύπτονται από τα πρωτογενή πλεονάσματα, που επιτυγχάνονται με τις θυσίες των πολιτών.

Δηλαδή η Κυβέρνηση, αντί να πάρει τις προβλεπόμενες δόσεις, παίρνει νέα μέτρα λιτότητας.

Δυστυχώς, το κόστος της καθυστέρησης είναι πολύ μεγάλο. Υπονομεύει την πραγματική οικονομία, τη δυναμική του χρέους και την προοπτική επανόδου της χώρας στις αγορές.

Αποδεικνύεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος» στην οικονομία.

Η Κυβέρνηση καθυστέρησε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης προκειμένου, υποτίθεται, να κερδίσει κάτι από αυτήν. Τελικά, απέτυχε.

Έχασε πολύτιμο χρόνο, όχι για διαπραγμάτευση αλλά για «σερβίρισμα» των υποχωρήσεών της στο εσωτερικό της χώρας, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός των μέτρων να αυξηθεί και να διαμορφωθεί πλέον, συνολικά, στα 14,5 δισ. ευρώ.

Και σα να μην έφτανε αυτό, η Κυβέρνηση ούτε τη συνολική συμφωνία ταυτόχρονης ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης, διευθέτησης του ζητήματος του χρέους και ένταξης της Ελλάδας στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ, πέτυχε.

Συγκεκριμένα:

1ον. Κατέπεσαν όλες οι δήθεν «κόκκινες γραμμές» της Κυβέρνησης. Αποδέχθηκε περικοπές του αφορολόγητου και των συντάξεων, αποδέχθηκε νέα μέτρα ύψους 5,1 δισ. ευρώ μέχρι το 2022, αποδέχθηκε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022 και ένα διαρκές μνημόνιο μέχρι το 2060.

2ον. Το ύψος της δόσης είναι πολύ χαμηλότερο των αναγκών της οικονομίας και των προβλέψεων της συμφωνίας. Συγκεκριμένα, με βάση τον χρηματοδοτικό προγραμματισμό του 3ου Μνημονίου, μέχρι το τέλος του εφετινού Ιουνίου, η χώρα θα έπρεπε να είχε λάβει δόσεις ύψους 22,9 δισ. ευρώ. Αντί αυτού, λαμβάνει δόση 8,5 δισ. ευρώ. Και μάλιστα, μόλις 1,6 δισ. ευρώ από αυτά θα μείνουν για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών. Όταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου ξεπερνούν τα 5 δισ. ευρώ. Αντί συνεπώς οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται, κυρίως, από τις προβλεπόμενες δόσεις του δανείου, καλύπτονται από τα πρωτογενή πλεονάσματα, που επιτυγχάνονται με τις θυσίες των πολιτών.

3ον. Ξεκάθαρη και οριστική λύση για το χρέος, όπως όλοι επιθυμούσαμε, δεν υπήρξε. Όλα παραπέμπονται για το μέλλον, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ασαφείς μηχανισμούς και στο βαθμό που αυτό καταστεί αναγκαίο. Η διατύπωση μάλιστα των όποιων δυνητικών μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων παραμένει η ίδια με την απόφαση του Eurogroup του Μαϊου του 2016.

4ον. Δεν φαίνεται, στον άμεσο χρονικό ορίζοντα, ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ένταξη που θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάρτιο του 2015.

5ον. Η ρήτρα ανάπτυξης αποτελεί ουσιαστικά «αντικίνητρο ανάπτυξης». Την απάντηση την δίνει η ίδια η Κυβέρνηση. Σε non-paper που κυκλοφόρησε, υποστηρίζει ότι «η ρήτρα ανάπτυξης μετατρέπει τους ευρωπαίους εταίρους, σε συμμάχους στο στόχο της ανάπτυξης, αφού όσο περισσότερο μεγεθύνεται η ελληνική οικονομία, τόσο λιγότερο θα χρειαστεί να απομειώσουν το χρέος». Δηλαδή, όσο περισσότερο αυξάνεται το εθνικό εισόδημα των Ελλήνων, το μέρισμα της ανάπτυξης δεν θα πηγαίνει στους πολίτες, αλλά στους δανειστές.

6ον. Τα όποια αναπτυξιακά μέτρα εξαντλούνται στην ανακύκλωση υφιστάμενων πόρων από τα κοινοτικά ταμεία και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και σε μία ασαφή αναφορά για δημιουργία Αναπτυξιακής Τράπεζας. Υπενθυμίζεται ότι στο 3ο Μνημόνιο, υπήρχαν δεσμεύσεις για την κινητοποίηση πόρων του ΕΣΠΑ, του Σχεδίου Γιούνκερ και των λοιπών χρηματοδοτικών οργανισμών (π.χ. ΕΤΕπ). Καθώς και η πρόβλεψη για την κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου για τη χώρα, με καταληκτική προθεσμία τον Μάρτιο του 2016. Όλα αυτά, ακόμη τα περιμένουμε, γιατί η Κυβέρνηση ούτε θέλει, ούτε ξέρει, ούτε μπορεί να βάλει μπρος την παραγωγική μηχανή της οικονομίας.

Συμπερασματικά, για ακόμη μία φορά, η Κυβέρνηση πέρασε κάτω από τον πήχη που η ίδια είχε θέσει.