Tags Posts tagged with "Οικονομία"

Οικονομία

Κύριε Σταϊκούρα, το 2014 η Κυβέρνηση της ΝΔ είχε εξασφαλίσει την προληπτική πιστωτική γραμμή. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι πάμε προς ένα αυστηρό εργαλείο ενισχυμένης εποπτείας. Τι είναι καλύτερο από τα δύο;

Η προληπτική πιστωτική γραμμή εμπεριέχει την ενισχυμένη εποπτεία, την οποία φαίνεται να αποδέχεται η Ελληνική Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με την σαφώς ηπιότερη μετα-προγραμματική εποπτεία που υιοθετήθηκε από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που ακολούθησαν προγράμματα προσαρμογής.

Ενισχυμένη εποπτεία που, με βάση τους ευρωπαϊκούς κανόνες, θα περιλαμβάνει τριμηνιαίες εκθέσεις παρακολούθησης και θα συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις, πιθανώς συνδεόμενους με την υλοποίηση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους.

Συνεπώς η χώρα θα ενταχθεί σε καθεστώς αυστηρότερης – σε σχέση με τις άλλες χώρες – εποπτείας, χωρίς να λαμβάνει τη χρηματοδότηση των εταίρων.

Χρηματοδότηση που επιδιώκει να καλύψει η Κυβέρνηση εις βάρος της πραγματικής οικονομίας, μέσω των υπερ-πλεονασμάτων, της χρησιμοποίησης των «κουτσουρεμένων» δόσεων του δανείου και των ακριβών εκδόσεων χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι κακώς δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Η Κυβέρνηση όμως υπερκαλύπτει τους δημοσιονομικούς στόχους και η χώρα επιστρέφει, όπως ισχυρίζεται, στην κανονικότητα.

Η υπερκάλυψη των στόχων οφείλεται στη συνειδητή επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, να επιδοθεί σε ανελέητο «κυνήγι» των πολιτών μέσω κατασχέσεων και αναγκαστικών μέτρων είσπραξης, και να στερήσει πόρους από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και η χορήγηση συντάξεων σε δικαιούχους.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής επιλογής είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες κατά 55% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Σε ότι αφορά την κανονικότητα, αλήθεια γιατί κάποιοι θριαμβολογούν όταν εξακολουθούν να υφίστανται κεφαλαιακοί περιορισμοί, συνεχίζουν να επιβάλλονται νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις, διευρύνονται οι ευέλικτες μορφές εργασίας, παραμένουν σταθερά υψηλές οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, υποβαθμίζεται η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης, η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και το ονομαστικό ΑΕΠ της δεν έχει ακόμη φτάσει στο ύψος που ήταν το 2014;

Ας αφήσουν επιτέλους κάποιοι στην άκρη τις αυταπάτες, που τόσο πολύ κόστισαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια.

Γιατί δυστυχώς, αντί για κανονικότητα, έχουμε μια κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να ακυρώσουν τη μείωση των συντάξεων;

Κε. Παπαστάθη, με την ψήφο μόνο των Κυβερνητικών Βουλευτών, η επιπλέον αχρείαστη μείωση των συντάξεων, η οποία ήδη εφαρμόζεται στους νέους συνταξιούχους, δεν συναρτάται με το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων. Αντιθέτως, τα αντίμετρα για τα οποία πανηγυρίζει η Κυβερνητική πλειοψηφία, τελούν υπό αίρεση και εξαρτώνται από την υπέρβαση των ιδιαίτερα υψηλών στόχων – από εφέτος – για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Συνεπώς, αντί η Κυβέρνηση να εμπαίζει τους πολίτες με ανεύθυνες και αντιφατικές δηλώσεις, καλύτερα να τους ενημερώσει αναλυτικά και υπεύθυνα για τις νέες περικοπές στις συντάξεις που η ίδια επέβαλλε.

Ζητάτε εκλογές και καταγγέλλετε ότι το αναπτυξιακό σχέδιο της χώρας γράφεται στις Βρυξέλλες. Η δική σας ενημέρωση, ως Τομεάρχης Οικονομικών της ΝΔ, ποια είναι για το λεγόμενο ολιστικό πλάνο που καταρτίζεται από τον κ. Τσακαλώτο;

Καταρχάς, κατά πάγια πρακτική, δεν σχολιάζω διαρροές ή κείμενα εργασίας. Αναμένουμε να δούμε και να αξιολογήσουμε το αναπτυξιακό σχέδιο για τη χώρα, όταν η Κυβέρνηση δεήσει να μας το παρουσιάσει. Μπορώ να σχολιάσω όμως τη διαδικασία που ακολούθησε η Κυβέρνηση και τα μέχρι σήμερα αναπτυξιακά πεπραγμένα της.

Η διαδικασία δείχνει προχειρότητα και είναι υποτιμητική για τη χώρα: περισσότερα από δύο χρόνια καθυστέρησης – με βάση τις μνημονιακές δεσμεύσεις – στο όποιο κείμενο εργασίας, «εν κρυπτώ» κατάθεση στους εταίρους και «πήγαιν’ έλα» με τους θεσμούς, χωρίς στοιχειώδη διαβούλευση και συζήτηση με τα πολιτικά κόμματα, τους κοινωνικούς εταίρους, τους παραγωγικούς και επιστημονικούς φορείς.

Σε ότι αφορά τα πεπραγμένα της Κυβέρνησης, υπενθυμίζω ότι, μετά την ανάκαμψη του 2014, η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση το 2015 και το 2016, παρουσίασε τεράστια υστέρηση στον αναπτυξιακό στόχο του 2017, και όπως δείχνουν όλες οι αναθεωρημένες προβλέψεις των θεσμών, θα αποτύχει και το 2018.

Αυτό είναι το αποτύπωμα των ιδεοληψιών, των παλινωδιών και της ανευθυνότητας της σημερινής Κυβέρνησης.

Κυβέρνηση η οποία, αποδεδειγμένα, δεν μπορεί να διασφαλίσει την αναγκαία για τη χώρα υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί, με απόφαση του Eurogroup το 2017, σε πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022. Με αυτό το δεδομένο, πως η ΝΔ πως θα τηρήσει τη δέσμευσή της να μειώσει τους φόρους;

Πράγματι η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα, με ιδιαίτερα χαμηλούς μάλιστα ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Εμείς πιστεύουμε ότι η άμεση υλοποίηση ενός συνεκτικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος, με στοχευμένη μείωση φόρων, υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, συνεπώς δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Υπενθυμίζω ότι το 2014, μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτό να προβλέπεται στο Μνημόνιο.

Για να μειώσεις όμως τους φόρους, θα πρέπει και να το πιστεύεις.

Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, ο αρμόδιος Υπουργός όχι μόνο ιδεολογικά δεν το πιστεύει αλλά και αιθεροβατεί υποστηρίζοντας ότι η φορολογία των πολιτών δεν είναι υψηλή.

1ο: Η επόμενη ημέρα της λήξεως του προγράμματος.

Η χρηματοδότηση της χώρας, μέσω των προγραμμάτων, φαίνεται να ολοκληρώνεται το καλοκαίρι.

Όμως, η επόμενη ημέρα δεν θα βρει τη χώρα στη ίδια κατάσταση που βρέθηκαν οι άλλες χώρες που εφάρμοσαν προγράμματα προσαρμογής.

Και αυτό γιατί:

1ον. Η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του προγράμματος.

2ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018.

3ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα περίπου ενός αιώνα.

4ον. Η Κυβέρνηση έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους να μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, ένα αυτό κριθεί τότε αναγκαίο.

5ον. Η Κυβέρνηση έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας (Κανονισμός ΕΕ 472/2013).

2ο: Η δημιουργία ταμειακού αποθέματος.

Η Κυβέρνηση επιλέγει να μην ζητήσει προληπτική γραμμή στήριξης, προσπαθώντας να φτιάξει ένα ταμειακό απόθεμα.

Αυτό όμως το κάνει χρησιμοποιώντας εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλοντας εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογώντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προχωρώντας σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι – με ευθύνη της – δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Συνεπώς «χτίζει» ταμειακό απόθεμα, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία.

3ο: Βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

Στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Εκτιμούσε ότι αυτό θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του ΑΕΠ.

Στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 195% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες στο 45% του ΑΕΠ!

Και χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Είναι προφανές ότι η βιωσιμότητά του επιβαρύνθηκε την τελευταία τριετία, ιδιαίτερα το 1ο εξάμηνο του 2015.

Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος εκτιμά το κόστος εκείνης της περιόδου στα 86 δισ. ευρώ.

Ο Επικεφαλής του ESΜ στα 100 δισ. ευρώ.

Και ο πρώην επικεφαλής του Euro Working Group στα 200 δισ. ευρώ.

Θεωρούμε ότι η αναγκαία σήμερα ρύθμιση του χρέους, θα πρέπει να είναι καθαρή, ποσοτικοποιημένη και αυτόματη.

Τέλος, εκτιμούμε ότι η ρήτρα ανάπτυξης αποτελεί «αντικίνητρο ανάπτυξης».

Κι αυτό γιατί όσο περισσότερο θα αυξάνεται το εθνικό εισόδημα, τόσο περισσότερο το μέρισμα της ανάπτυξης δεν θα πηγαίνει στους πολίτες, αλλά θα κατευθύνεται για την εξυπηρέτηση του χρέους.

4ο: Ανάπτυξη.

Η χώρα επέστρεψε στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, μετά την ανάκαμψη του 2014.

Το 2017, ο ρυθμός μεγέθυνσης διαμορφώνεται στο 50% των στόχων.

Και το 2018 προβλέπεται ότι θα υπάρξει νέα υστέρηση.

Με βάση τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η απώλεια δυνητικού ΑΕΠ την περίοδο 2015-2017 ανέρχεται στα 29 δισ. ευρώ (από πρόβλεψη για ονομαστικό ΑΕΠ στα 207 δισ. ευρώ το 2017, διαμόρφωση τελικά στα 178 δισ. ευρώ το 2017).

Ενώ με βάση την προχθεσινή έκθεση του Ταμείου για την Ευρώπη, η Ελλάδα είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη επιδείνωση των προσδοκιών για άνοδο του ΑΕΠ φέτος και το 2019 και ένα από τα δύο μόνο κράτη-μέλη που θα τα πάνε χειρότερα στο πεδίο της ανάπτυξης από ότι αρχικά προβλεπόταν.

5ο: Ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου.

Αυτές έχουν διαμορφωθεί περίπου στο ύψος του 2014, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους.

Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτές θα μηδενιστούν τον Αύγουστο.

Κάθε μήνα όμως αυξάνουν.

Παράλληλα, από τη σκούπισμα των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει στην έκδοση repos, ύψους άνω των 22 δισ. ευρώ, από 8,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014, στερώντας ρευστότητα από την οικονομία.

6ο: Ιδιωτικό χρέος.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία διαρκώς αυξάνονται, υπερβαίνοντας πλέον τα 130 δισ. ευρώ.

Παρουσιάζουν έτσι μία αύξηση της τάξεως του 55% από το τέλος του 2014.

Αυτό το πρόβλημα της οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης, με την υπερφορολόγηση των πολιτών και την αύξηση ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Ερώτηση

προς το Υπουργείο Οικονομικών

Αθήνα, 16 Μαΐου 2018

Θέμα: Αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.

Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ιδιαίτερης σημασίας την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου. Και αυτό γιατί μια ορθολογική και στοχευμένη διαχείριση, αξιοποίηση και ανάπτυξη της δημόσιας ακίνητης περιουσίας μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικά, σταθερά και σε μακροχρόνια βάση έσοδα για το Ελληνικό Δημόσιο, να μειώσει το ύψος του χρέους, και – το κυριότερο – να δημιουργήσει πρόσθετα αναπτυξιακά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες.

Δυστυχώς όμως, τα αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής και σε αυτό το πεδίο είναι πενιχρά, δημιουργούν προβληματισμούς και γεννούν ερωτήματα.

Συγκεκριμένα:

1ο Ζήτημα: Περιστολή της σπατάλης που σχετίζεται με τα μισθώματα του Δημοσίου.

Στις 11 Μαΐου 2017 ο κ. Τσακαλώτος σε απάντηση επίκαιρης ερώτησης δήλωσε: «Η περιστολή της σπατάλης που σχετίζεται με τα μισθώματα του Δημοσίου θα περιληφθεί στην επισκόπηση δαπανών που κάνει το Υπουργείο Οικονομικών και θα ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2017».

2οΖήτημα: Εντοπισμός ακινήτων.

Σύμφωνα με την Παράγραφο 6 του Άρθρου 196 του Νόμου 4389/2016, η Ελληνική Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί να εντοπίσει ακίνητα προς αξιοποίηση από το μητρώο ακίνητης περιουσίας της Γενικής Γραμματείας Ακίνητης Περιουσίας, καθώς και τα αρχεία συναρμόδιων Υπουργείων. Στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που συνόδευσε την ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης του τρέχοντος προγράμματος, το πλήθος αυτών των ακινήτων καθορίστηκε σε 200.000.

Για το σκοπό αυτό, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, συστάθηκε, στις 9 Ιουνίου 2017, ομάδα εργασίας 40 ατόμων οι οποίοι εκπροσωπούν τους σχετιζόμενους φορείς.

3ο Ζήτημα: Περιουσιακά στοιχεία Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ ΑΕ).

Η ΕΤΑΔ ΑΕ, η οποία έχει ενταχθεί ως θυγατρική στο Υπερταμείο, διαχειρίζεται 72.000 ακίνητα.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου, γνωρίζει που βρίσκονται περίπου τα 1.000 εξ’ αυτών, ενώ νομικά και πολεοδομικά ώριμα δεν είναι ούτε τα 300.

Κατόπιν των ανωτέρω:

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

Ερώτημα 1: Ποιές δράσεις έχουν αναληφθεί από το 2015 μέχρι σήμερα και ποιά τα μετρήσιμα αποτελέσματα για την περιστολή της δαπάνης που σχετίζεται με τα μισθώματα του Δημοσίου; Ποιά είναι τα σχετικά αποτελέσματα του spending review και γιατί δεν έχουν ακόμη αυτά δημοσιοποιηθεί;

Ερώτημα 2: Δεδομένου ότι η εφαρμογή εναλλακτικών μεθόδων αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας αποτελεί διαχρονική θέση του ΣΥΡΙΖΑ, ποιά τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής από το 2015 έως και σήμερα; Ποια έργα έχουν ολοκληρωθεί ή έχουν ενταχθεί στο παραπάνω πλαίσιο; Πόσα κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα έχουν κινητοποιηθεί, εξαιρουμένων των ιδιωτικοποιήσεων, στο πεδίο της αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας; Ποια τα αποτελέσματα της παραπάνω πολιτικής από την ίδρυση του Υπερταμείου έως και σήμερα;

Ερώτημα 3: Ποιά τα αποτελέσματα της ομάδας εργασίας ως προς τον εντοπισμό των ακινήτων σχεδόν 11μήνες μετά τη σύστασή της; Πόσα ακίνητα έχουν ήδη εντοπιστεί και ποιος ο βαθμός ωριμότητάς τους; Ποια είναι τα σχετικά χρονοδιαγράμματα;

Ερώτημα 4: Πόσα ακίνητα γνωρίζει η ΕΤΑΔ που ακριβώς βρίσκονται και πόσα είναι σε τέτοιο βαθμό ωριμότητας, ώστε να συγκεντρωθεί το πλήθος των 200.000 ακινήτων που ορίζουν οι μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας; Πόσα ακίνητα της ΕΤΑΔ έχουν αξιοποιηθεί από το 2015 έως και σήμερα με εναλλακτικούς τρόπους και πόσα με ιδιωτικοποίηση; Ποια τα οικονομικά οφέλη και στις δύο εναλλακτικές περιπτώσεις;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

Η χώρα οδεύει στην ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, και το ερώτημα που τίθεται στο δημόσιο διάλογο είναι αν θα υπάρξει καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, όπως συνέβη στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Δυστυχώς, με τα δεδομένα που δημιούργησε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αυτός ο επιθυμητός στόχος δεν είναι και εφικτός.

Και αυτό γιατί σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια:

1ον. Η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος.
Μέτρα όπως είναι οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και η μεγάλη μείωση του αφορολόγητου ορίου, συνολικού ύψους 5,2 δισ. ευρώ, για την περίοδο 2019-2020. Μέτρα που ανεβάζουν το συνολικό λογαριασμό της Κυβέρνησης του κ. Τσίπρα στα 14,5 δισ. ευρώ.

2ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018.
Πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ από εφέτος μέχρι και το 2022, και αρκετά υψηλά μεταγενέστερα, έως το 2060.

3ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει, με τη θέσπιση του υπερταμείου αποκρατικοποιήσεων, τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα περίπου ενός αιώνα.
Χωρίς «οροφή» στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που το ταμείο θα αξιοποιεί και θα ρευστοποιεί.

4ον. Η Κυβέρνηση έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους να μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι.
Μάλιστα αυτή θα γίνει στο βαθμό που κριθεί τότε – το καλοκαίρι – αναγκαίο από τους θεσμούς, και πιθανόν θα συνοδευτεί από πρόσθετους όρους και προϋποθέσεις.
Δεν φαίνεται συνεπώς η λύση για το χρέος να είναι οριστική, καθαρή και αυτόματη, όπως θα έπρεπε.

5ον. Η Κυβέρνηση έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η ενισχυμένη εποπτεία (enhanced surveillance) είναι πιο αυστηρή από την μετα-προγραμματική εποπτεία (post-programme surveillance).

Η ενισχυμένη εποπτεία θεωρεί το κράτος-μέλος δυνητική εστία κινδύνου για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εμπλέκει το ΔΝΤ, περικλείει 4 εκθέσεις παρακολούθησης ανά έτος και περιλαμβάνει πιθανές μελλοντικές παρεμβάσεις στις περιπτώσεις αποκλίσεων. Μάλιστα η ίδια ενισχυμένη εποπτεία προβλέπεται και στην περίπτωση προληπτικής γραμμής πίστωσης.

Αντιθέτως, η μετα-προγραμματική εποπτεία απλώς δίνει βαρύτητα στη διασφάλιση της οικονομικής και δημοσιονομικής βιωσιμότητας του κράτους-μέλους.

Είναι συνεπώς σαφές ότι το κυβερνητικό αφήγημα της καθαρής εξόδου από τα μνημόνια, αποτελεί τη νέα αυταπάτη.
Και είναι γνωστό ότι οι αυταπάτες έχουν κοστίσει πολύ ακριβά στη χώρα, πάνω από 86 δισ. ευρώ σύμφωνα με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις. Αυταπάτες οι οποίες οδήγησαν την οικονομία αρχικά στην ύφεση και στη συνέχεια στην υστέρηση έναντι των αναπτυξιακών στόχων, στη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, στην απώλεια της δημόσιας περιουσίας και ιδιοκτησίας στο τραπεζικό σύστημα με την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση, στη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, στη διατήρηση της εσωτερικής στάσης πληρωμών, στην υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στην υποβάθμιση της ποιότητας των θεσμών διακυβέρνησης.

Η χώρα πρέπει να σχεδιάσει, άμεσα και σοβαρά, το επόμενο βήμα ώστε να πετύχει το βέλτιστο συνδυασμό μεγιστοποίησης των βαθμών ελευθερίας από τους δανειστές και ελαχιστοποίησης του κόστους χρηματοδότησης της χώρας, χωρίς να επιβαρύνεται – όπως γίνεται σήμερα – η πραγματική οικονομία.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει ένα ρεαλιστικό, συνεκτικό και τεκμηριωμένο οικονομικό σχέδιο, το οποίο διαρκώς εμπλουτίζει. Σχέδιο που στηρίζεται στην αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και την επενδυτική ελκυστικότητα της οικονομίας, και στην ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Σχέδιο με στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη βελτίωση της παραγωγικότητας παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, μαζί με τους Αναπληρωτές Τομεάρχες Οικονομικών, βουλευτή Ημαθίας, κ. Απόστολο Βεσυρόπουλο, και βουλευτή Επικρατείας, κ. Θεόδωρο Φορτσάκη, πραγματοποίησαν χθες, Πέμπτη 10 Μαΐου, επίσκεψη στα γραφεία του Ιδρύματος Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ).

Στη συνάντηση εργασίας, που είχαν με το Γενικό Διευθυντή, Καθηγητή κ. Νίκο Βέττα, και ερευνητικά στελέχη του Ιδρύματος, συζητήθηκαν θέματα που αφορούν την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, μέσα από το πρίσμα πρόσφατων και τρεχουσών μελετών που εκπονούνται στο Ίδρυμα.

Κεντρική θέση στη συζήτηση έλαβε η αναγκαιότητα προώθησης πολιτικών στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, προσανατολισμένης στις ιδιωτικές επενδύσεις και τις εξαγωγές εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, με στόχο την επίτευξη υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, τη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Σχετικές πολιτικές είναι:

1ον. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ον. Η επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και η αντιμετώπιση του προβλήματος της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας.

3ον. Η βελτίωση των συνθηκών παροχής ρευστότητας στην οικονομία και η ανάγκη ενίσχυσης εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης (π.χ. κεφαλαιαγορές).

4ον. Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και θα οδηγήσουν στην υλοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων. Με ένα κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο, με την απελευθέρωση των αγορών αγαθών και υπηρεσιών ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνισµός, με την αναβάθμιση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και την αναμόρφωση του ρόλου και τη βελτίωση των υπηρεσιών που προσφέρει το Κράτος.

Οι επικεφαλής του Τομέα Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας θα συνεχίσουν τη συστηματική συνεργασία με τις διοικήσεις των φορέων της οικονομίας σε μια προσπάθεια διαμόρφωσης στρατηγικής και πέραν των Μνημονίων για την ανάταξη της οικονομίας, της κοινωνίας και της χώρας.

Ερώτηση

προς το Υπουργείο Οικονομικών

Αθήνα, 08.05.2018

Θέμα: «Στοιχεία για Φοροδιαφυγή και Λαθρεμπόριο»

Τον Ιανουάριο του 2018, η Υφυπουργός Οικονομικών, σε απάντηση Κοινοβουλευτικής μου Ερώτησης (υπ’ αριθ. πρωτ. 6694/27.06.2017), κατέθεσε στοιχεία για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου.

Η ανάλυση επεκτείνονταν μέχρι το Σεπτέμβριο του 2017.

Με βάση αυτή την ανάλυση,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός: 

Ποια είναι η σχετική εικόνα, συγκρίσιμη με τα στοιχεία που είχε καταθέσει η Υφυπουργός Οικονομικών στην προηγούμενη ερώτησή μου, μέχρι και το τέλος του 2017;

Να κατατεθούν, δηλαδή, στοιχεία τόσο για τα επιβεβαιωθέντα όσο και για τα εισπραχθέντα έσοδα από υποθέσεις της λίστας Λαγκάρντ, από υποθέσεις συσχετιζόμενες με τη λίστα Λαγκάρντ, από υποθέσεις της λίστας Μπόργιανς, από υποθέσεις συσχετιζόμενες με τη λίστα Μπόργιανς, από υποθέσεις εμβασμάτων εξωτερικού, από υποθέσεις συσχετιζόμενες με τα εμβάσματα εξωτερικού, τελωνείων (καύσιμα και καπνικά) κ.α.

Να υπάρχει ανάλυση των εισπραχθέντων ποσών, ανά έτος, για την κάθε κατηγορία.

Για όσα στοιχεία, υπάρχουν ποσοτικά δεδομένα και για το 2018, να ενσωματωθούν.

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

Ερώτηση

προς το Υπουργείο Οικονομικών

Αθήνα, 08 Μαΐου 2018

Θέμα: Χρηματοδότηση δράσεων από προϊόντα εγκληματικών ενεργειών κατά του Ελληνικού Δημοσίου και διάθεση ποσού για κοινωνικούς σκοπούς.

Με την παρούσα Ερώτηση επανέρχομαι στο ανωτέρω θέμα και αυτό διότι παρά την κατάθεση Ερώτησης (υπ΄αριθ. Πρωτ. 671/25.10.2016) και την επανακατάθεσή της (υπ΄αριθ. Πρωτ. 3477/15.02.2017) απάντηση από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Οικονομικών ακόμη δεν έχει δοθεί.

Επιπλέον,  η συζήτηση Επίκαιρης Ερώτησης, πάνω σε αυτό το θέμα, έχει επανειλλημένως αναβληθεί.

Ειδικότερα, το Υπουργείο Οικονομικών/Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το Δεκέμβριο του 2013, προέβη στο άνοιγμα ειδικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου κατατίθενται χρηματικά ποσά, τα οποία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Από τη σύσταση του λογαριασμού αυτού έως το τέλος Σεπτεμβρίου του 2014, κατατέθηκαν ποσά ύψους 34,3 εκατ. ευρώ.

Επιπρόσθετα, με το Άρθρο 180 του Ν. 4270/2014 υπό τον τίτλο «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση Οδηγίας 2011/85) – Δημόσιο Λογιστικό» (ΦΕΚ Α’ 143, 28.06.2014), θεσμοθετήθηκε πλέον ότι τα ανωτέρω ποσά αποτελούν έσοδα του Προϋπολογισμού στο έτος που κατατίθενται, ενώ παράλληλα, αντίστοιχου ύψους πιστώσεις μπορούν να εγγράφονται στον Τακτικό Προϋπολογισμό για την ενίσχυση προγραμμάτων ή την χρηματοδότηση δράσεων που αφορούν, ιδίως, την εκπαίδευση, την έρευνα, την υγεία ή την κοινωνική αλληλεγγύη.

Έτσι, με την υπ’ αριθ. οικ. 2/72673/ΔΠΓΚ/18.09.2014 (ΦΕΚ Β’ 2564) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, διατέθηκε ποσό ύψους 26,8 εκατ. ευρώ για το έτος 2014.

Αντίστοιχα, για το έτος 2015, σύμφωνα με απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών στην υπ’ αριθ. πρωτ. 3162/15.02.2016 Ερώτηση επί του θέματος, το ποσό που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος ανήλθε στα 4.003.914,93 ευρώ.

Ενώ, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης, με την υπ’ αριθ. 2/74055/ΔΠΓΚ/11.11.2015 (ΑΔΑ 6ΩΕΙΗ-ΚΝ9) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, διατέθηκε ποσό ύψους 3.470.000 ευρώ.

Καμία άλλη επίσημη ενημέρωση μέχρι και σήμερα δεν έχει υπάρξει επί του θέματος.

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

1ον. Ποιο είναι το ακριβές ποσό, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, που έχει περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο από την ανωτέρω πηγή για το έτος 2016, για το έτος 2017 και μέχρι σήμερα για το έτος 2018;

2ον. Πως αυτό έχει αξιοποιηθεί για κοινωνικούς σκοπούς, προκειμένου η Κυβέρνηση να δείξει έμπρακτα, πέραν των συνεχών εξαγγελιών της, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον ορθολογισμό στην κατανομή των διαθέσιμων πόρων και την κοινωνική ευαισθησία;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

Τοποθέτηση στην ημερίδα του Ελληνικού Παραρτήματος της Διεθνούς Ενώσεως Φορολογικού Δικαίου (IFA) και της Ελληνικής Εταιρείας Φορολογικού Δικαίου και Δημοσιονομικών Μελετών (ΕΕΦΔ/ΔΜ) με θέμα «Εργαλεία επιλογής φορολογικού συστήματος – ζητήματα φορολογικής εφαρμογής»

Η φορολογική πολιτική αποτελεί σημαντικό εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής. Οι φόροι, άμεσοι και έμμεσοι, σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, εκτός από την αναγκαιότητά τους για τη λειτουργία των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, χρησιμοποιούνται, πολλές φορές, και ως εργαλείο επίτευξης δημοσιονομικής προσαρμογής και πειθαρχίας.

Το μέγεθος όμως της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής συνιστούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της. Έχει ερευνητικά αποδειχτεί ότι δημοσιονομική προσαρμογή η οποία στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων και όχι στη μείωση των δημοσίων δαπανών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας ταυτόχρονα, υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, ακολουθείται αυτή η οικονομικά αναποτελεσματική πολιτική, με την υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Με αποτέλεσμα να διογκώνεται το ιδιωτικό χρέος και να μην επιτυγχάνονται οι αναπτυξιακοί στόχοι. Ιδιωτικό χρέος σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία που ξεπερνά τα 130 δισ. ευρώ, έχοντας διογκωθεί περίπου κατά 50% από το τέλος του 2014. Ενώ παράλληλα η χώρα παρουσιάζει σημαντική αναπτυξιακή υστέρηση, αποκλίνοντας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Συνεπώς, η αναμόρφωση της φορολογικής πολιτικής προκειμένου να μετριαστεί η αρνητική επίδρασή της στην οικονομική μεγέθυνση, χωρίς όμως να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική πειθαρχία, αποτελεί ζητούμενο και αναγκαιότητα. Αναγκαιότητα για τη διαμόρφωση ενός φορολογικού συστήματος που θα διέπεται από τις αρχές της διαφάνειας, της ουδετερότητας, της απλότητας, της σταθερότητας, της λειτουργικότητας, της ισορροπίας και της ισότητας.

Αρχές που δυστυχώς δεν διέπουν το φορολογικό σύστημα της χώρας μας σήμερα. Με μια σειρά από εμπόδια συνεχώς να εμφανίζονται ή να δημιουργούνται.

Εμπόδια όπως είναι:

1ο. Η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος. Διαχρονικά, αλλά ιδίως τα τελευταία χρόνια, όπως καταγράφει και η πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, ψηφίζονται πολλές φορολογικές διατάξεις, υφίστανται συνεχείς αναθεωρήσεις και τροποποιήσεις εδαφίων και εκδίδεται πληθώρα εγκυκλίων και υπουργικών αποφάσεων.

2ο. Η συνεχής αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτή, πέρα από την εξάντληση της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, δημιουργεί ισχυρό κίνητρο για φοροδιαφυγή και υπονομεύει άμεσα την πορεία των φορολογικών εσόδων.

3ο. Η απουσία πολιτικής βούλησης. Για παράδειγμα, η σημερινή Κυβέρνηση εμφανίζει εξαιρετικά φτωχές επιδόσεις στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Έχει εισπράξει περίπου 100 εκατ. ευρώ μέσα σε 36 μήνες από τις διάφορες «λίστες» και το λαθρεμπόριο καυσίμων και καπνικών προϊόντων, όταν ο στόχος της ήταν για 3 δισ. ευρώ μέσα σε 6 μήνες.

4ο. Η έλλειψη τεχνολογικής υποδομής της φορολογικής διοίκησης και οι αδυναμίες του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

5ο. Η ίδια η διάρθρωση της οικονομίας. Διάρθρωση που βασίζεται, κυρίως, στην αυτοαπασχόληση και στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, κάτι που δυσχεραίνει τη δυνατότητα φορολογικού ελέγχου και ευνοεί την απόκρυψη εισοδημάτων.

6ο. Η έλλειψη φορολογικής κουλτούρας στους πολίτες. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΟΒΕ, το 20% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι για το φαινόμενο της φοροδιαφυγής ευθύνεται η κουλτούρα μας. Αυτή αφορά στην γενικότερη πεποίθηση των πολιτών ως προς το Κράτος και την ανταποδοτικότητά του, αλλά και ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους απέναντι σε αυτό.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι να διογκώνονται τα φαινόμενα φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής, της παραοικονομίας. Ενδεικτικά, το «κενό ΦΠΑ» [“VAT Gap”], δηλαδή η «απώλεια εσόδων από την είσπραξη ΦΠΑ», αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια, με το χαμηλότερο ύψος του να διαμορφώνεται το 2014, όταν μειώθηκαν συγκεκριμένοι φορολογικοί συντελεστές και η οικονομία «γύρισε» σε θετικό πρόσημο.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι σε ποιους άξονες πρέπει να εδράζεται η αναμόρφωση της φορολογικής πολιτικής; Και αυτοί, κωδικοποιημένα, πρέπει να είναι:

1η. Η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2η. Η δημιουργία ενός απλοποιημένου και σταθερού φορολογικού συστήματος, τουλάχιστον για μία πενταετία.

3η. Η καθολική χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών, προκειμένου να βελτιωθεί η φορολογική συμμόρφωση και να μειωθούν οι απευθείας συναλλαγές φορολογικών υπηρεσιών και φορολογουμένων. Η σχετική Κυβερνητική πρωτοβουλία θα έπρεπε να είναι πιο τολμηρή, στη βάση των προτάσεων που κατέθεσε η Αξιωματική Αντιπολίτευση με μια σειρά διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων.

4ον. Η εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων και η εκπαίδευση των ελεγκτών με πραγματικά δεδομένα και σε πραγματικό χρόνο.

5ον. Η δημιουργία ισχυρής φορολογικής συνείδησης, με πολιτικές, όπως είναι:

  • Η καθιέρωση πολιτικής δημοσιοποίησης των εισπραττόμενων φόρων και της αξιοποίησης αυτών για τη δημιουργία παροχών προς τους φορολογουμένους.
  • Η επιβράβευση των συνεπών φορολογουμένων και η θέσπιση αυστηρού πλαισίου κυρώσεων για όσους επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά.

6ον. Η ενεργός συμμετοχή στις συζητήσεις που διεξάγονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη φορολογική πολιτική. Ειδικά όταν οι νέες τεχνολογίες και η αλματώδης αύξηση των συναλλαγών μέσω ψηφιακών πλατφορμών, συμπεριλαμβανόμενης της οικονομίας του διαμοιρασμού, αυξάνουν τις προκλήσεις για τη φορολογική διοίκηση.

Για την αντιμετώπιση αυτών απαιτείται η εφαρμογή ενός συνεκτικού πλέγματος πολιτικών, όπως είναι:

  • Η ενίσχυση της συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών και η εναρμόνιση των πλαισίων φορολογίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να εξασφαλισθεί – περιφερειακά – ισόρροπη ανάπτυξη και ευημερία.
  • Η δημιουργία ενός πιο αυστηρού και αποτελεσματικού πλαισίου αντιμετώπισης καταχρηστικών φορολογικών πρακτικών, μέσω των «φορολογικών παραδείσων».
  • Η εναρμόνιση των κανόνων, σε παγκόσμιο επίπεδο, για την ψηφιακή οικονομία, ώστε το κέρδος να φορολογείται στον τόπο στον οποίο παράγεται.