Tags Posts tagged with "Δημόσιο Χρέος"

Δημόσιο Χρέος

Κύριε Σταϊκούρα, ο Πρόεδρος της ΝΔ, σε κάθε δημόσια τοποθέτησή του, το επανέλαβε και προχθές στη Βουλή, επιμένει ότι «το μόνο που απομένει στον Αλέξη Τσίπρα είναι να ορίσει την ημερομηνία των εκλογών». Πιστεύετε πραγματικά ότι οι εκλογές είναι «προ των πυλών»;

Έχουμε ήδη μπει σε προεκλογική περίοδο. Όσο πιο σύντομα αυτή ολοκληρωθεί, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Διότι η σημερινή «Κυβέρνηση των προθύμων» αποδεικνύει καθημερινά, όλο και πιο εμφατικά, σε όλα τα επίπεδα και πεδία, ότι δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στην πατρίδα.

Ζυγίστηκε με τα προβλήματα, μετρήθηκε και βρέθηκε ελλιποβαρής. Η ανεπάρκειά της είναι πλέον εμφανής, όπως και η απαξίωσή της στη συνείδηση των πολιτών. Αντικειμενικά, ο κ. Τσίπρας είναι πλέον Πρωθυπουργός υπό προθεσμία.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η Κυβέρνηση θα προσπαθήσει, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, μέσα από βαριές εθνικές υποχωρήσεις και με συνεχείς πολιτικές μεταμφιέσεις, επιδεικνύοντας καιροσκοπική εσωτερική συνοχή και καλλιεργώντας πολιτικό περιβάλλον τοξικότητας και αβεβαιότητας, να «γαντζωθεί» όσο περισσότερο μπορεί στην καρέκλα.

Όμως, με μόνη συγκολλητική ουσία τον τυχοδιωκτισμό, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θα μείνει στην ιστορία ως πολιτική ανεμοδούρα.

Επιμένω και σας ρωτώ. Γιατί να προκηρύξει εκλογές χωρίς να υλοποιήσει το πρόγραμμα που έχει εξαγγείλει, όπως αύξηση κατώτατου μισθού, επανάληψη μερίσματος με κοινωνικά κριτήρια, στήριξη του κοινωνικού κράτους, στοχευμένες φοροελαφρύνσεις κ.α;

Καταρχάς, διότι μπορεί να επιλέξει ή να βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδα προωθώντας μία εθνικά επιζήμια συμφωνία με τη γείτονα χώρα.

Αλλά και γιατί, με βάση όσα μόνη της η Κυβερνητική πλειοψηφία έχει προ-νομοθετήσει, προβλέπονται επιπλέον περικοπές σε κύριες και επικουρικές συντάξεις από το 2019 και πρόσθετη μείωση του αφορολόγητου από το 2020.

Αντιλαμβάνομαι ότι η εξαπάτηση και τα ψέματα είναι στο πολιτικό DNA του κ. Τσίπρα.

Οι πολίτες όμως δεν «τσιμπούν πλέον στα δολώματα» και δεν είναι «εξαγοράσιμοι», αφού βιώνουν στην καθημερινότητά τους τη μεγάλη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Αν πάντως, μαζί με τα παραπάνω, καταφέρει να ανακόψει τη μείωση των συντάξεων για το 2019, δεν θα έχει εξασφαλίσει «πόντους» στην πορεία προς τις εκλογές στριμώχνοντας, ενδεχομένως, τη Νέα Δημοκρατία;

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους.

Μειώσεις οι οποίες, μαζί με την αύξηση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ανεβάζουν τον επώδυνο λογαριασμό, μέχρι σήμερα, στα 9,5 δισ. ευρώ.

Και προβλέπονται νέες μειώσεις συντάξεων για το 2019, ψηφισμένες μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία.

Μειώσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, ως αποτέλεσμα της ανικανότητας και της ανευθυνότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η ΝΔ δεν ψήφισε όλες αυτές τις αχρείαστες περικοπές των συντάξεων. Ας σταματήσει συνεπώς ο κ. Τσίπρας την πολιτική υποκρισία.

Αν θέλει και μπορεί, ας κάνει πράξη την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις.

Για να επικαλεστώ και τον ίδιο, «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα».

Ο Πιερ Μοσκοβισί από την Αθήνα δήλωσε «μνημόνια τέλος». Εσείς μιλάτε για 4ο Μνημόνιο. Ποια είναι η αλήθεια;

Όταν η χώρα αναλαμβάνει πρόσθετες μνημονιακές δεσμεύσεις για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, όταν οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται υψηλοί για πολλές δεκαετίες, όταν η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, όταν οι παρεμβάσεις στο χρέος τελούν υπό όρους και προϋποθέσεις, όταν η χώρα μπαίνει σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, δεν μπορείς να θριαμβολογείς για το «τέλος των μνημονίων».

Όσο και να προσπαθούν να το «καμουφλάρουν», η αλήθεια είναι ότι οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ είναι βαριές και πολύχρονες, συνιστώντας ένα κατ’ ουσία, κεκαλυμμένο, 4ο Μνημόνιο, χωρίς μάλιστα πρόσθετη χρηματοδότηση.

Ωστόσο, ο Μοσκοβισί απορρίπτει τη θέση της Νέας Δημοκρατίας και υποστηρίζει ότι «σήμερα χρειαζόμαστε μια συνετή δημοσιονομική πολιτική, μια λελογισμένη επέκταση στη βάση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων». Με τη δεύτερη τοποθέτηση διαφωνείτε;

Καταρχάς να σας πω ότι πολλοί ευρωπαίοι αξιωματούχοι και θεσμοί δεν συμμερίζονται τις όποιες θριαμβολογίες, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα ειδική περίπτωση, που θα τελεί για πολλά χρόνια υπό διακριτό μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, σε καθεστώς ασφυκτικής μετα-προγραμματικής παρακολούθησης.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την αναγκαιότητα δημοσιονομικής πειθαρχίας, με την υλοποίηση όμως ενός διαφορετικού μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, πιο φιλικό στην ανάπτυξη, με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές.

Αυτή η πολιτική, μαζί με την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και την ενίσχυση της ρευστότητας, θα οδηγήσουν σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας και όχι μέσω της αέναης λιτότητας.

Η σημερινή Κυβέρνηση όμως, όπως αποδεικνύουν τόσο τα πεπραγμένα της όσο και οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις της, αδυνατεί να επιτύχει υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Αναφορικά με το πρόσφατο Eurogroup εκτιμάτε ότι η χώρα μας δεν αποκόμισε οφέλη; Σας ρωτώ γιατί τα σχόλια εκτός Ελλάδος ήταν αρκετά θετικά…

Σε ότι αφορά το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας και τις βαριές δεσμεύσεις που το συνοδεύουν, ήδη σας απάντησα.

Σε ότι αφορά το χρέος, κάθε απόφαση που οδηγεί σε βελτίωση της βιωσιμότητάς του, όπως έγινε και με τη μείωση του ύψους και τη βελτίωση του προφίλ του το 2012, αντιμετωπίζεται θετικά.

Όμως, η απόφαση είναι κατώτερη τόσο των προσδοκιών όσο και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια. Τα προτεινόμενα μέτρα είναι περιορισμένα, τελούν υπό την προϋπόθεση υλοποίησης αυστηρών όρων και υπολείπονται των δεσμεύσεων των εταίρων το 2012 και το 2017. Έρχονται δε να καλύψουν μόνο μέρος της επιβάρυνσης της βιωσιμότητας του χρέους την τελευταία τριετία. Γι’ αυτό άλλωστε και αυτή θα επαναξιολογηθεί το 2032.

Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίσει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης.

Προ ημερών ο Πρέσβης των ΗΠΑ σε μία δημόσια τοποθέτηση δήλωσε ότι η χώρα και η ελληνική Κυβέρνηση «θα πρέπει να είναι επικεντρωμένη στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων». Γιατί αυτό μπορεί να υλοποιηθεί, όπως λέτε, από τη Νέα Δημοκρατία και όχι και από την παρούσα Κυβέρνηση;

Διότι ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες.

Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί και κινείται σε χαμηλά επίπεδα, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν μειωθεί και ο προϋπολογισμός του δεν εκτελείται, η φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η εγχώρια αποταμίευση είναι αρνητική, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το κράτος έχει κηρύξει «εσωτερική στάση πληρωμών», η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιούνται, ενώ διαρκώς νέα εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ανακύπτουν και εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν.

Η Νέα Δημοκρατία ξεδιπλώνει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, προβάλλοντας έναν λόγο συγκεκριμένο και τεκμηριωμένο, με στόχο την ενίσχυση της ποσότητας και τη βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με τόνωση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, νέων και παραδοσιακών.

Επιδίωξη να επαναφέρουμε την ομαλότητα, τη σταθερότητα και την κανονικότητα στη χώρα, προϋποθέσεις απαραίτητες για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Να περάσουμε και στα του κ. Καμμένου, ο οποίος επιμένει για τη συμφωνία των Πρεσπών ότι προϋποθέσεις είναι ή δημοψήφισμα ή ψήφιση από 180 Βουλευτές ή εκλογές. Ποια στάση θα κρατήσει η Νέα Δημοκρατία αν είναι Κυβέρνηση;

Ζούμε σουρεαλιστικές καταστάσεις, διανθισμένες με απύθμενη υποκρισία και πολιτικό τυχοδιωκτισμό.

Η Νέα Δημοκρατία δεν θα παρακολουθήσει την «επιθεώρηση» με πρωταγωνιστές τους κυβερνητικούς εταίρους.

Με υπευθυνότητα και σταθερότητα, προσπάθησε να αποδείξει, με όλους τους τρόπους που διαθέτει, ότι η συμφωνία είναι εθνικά επιζήμια, δημιουργεί τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα κυρώσει τη συμφωνία ως έχει στη Βουλή, όποιον θεσμικό ρόλο και αν κατέχει, όποια πλειοψηφία και αν αποφασιστεί προς τούτο.

Και κάτι ακόμη. Μετά και την πρόσφατη διαγραφή από τη Νέα Δημοκρατία του Προέδρου του ΕΒΕΑ Κων. Μίχαλου βλέπετε να υπάρχει χώρος διαμόρφωσης νέων κομματικών μηχανισμών; Σας ανησυχεί μια τέτοια εξέλιξη;

Η Νέα Δημοκρατία, εκ της αρχικής κατασκευής της, αποτελεί τη μεγάλη πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας, με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις.

Παραμένει βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Είναι συνεπώς προφανές ότι δεν συμμερίζομαι σχετικές ανησυχίες, όπως αυτές που με ρωτήσατε.

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει στον απόηχο της ρύθμισης για το χρέος, η Νέα Δημοκρατία κάνει λόγο για κακή συμφωνία. Μήπως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση;

Κάθε απόφαση που οδηγεί σε βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, όπως έγινε και με τη μείωση του ύψους και τη βελτίωση του προφίλ του το 2012, αντιμετωπίζεται θετικά.

Αυτό όμως απέχει από τις σημερινές έωλες θριαμβολογίες της Κυβέρνησης, όταν αποδεικνύεται ότι οι αποφάσεις είναι κατώτερες τόσο των προσδοκιών όσο και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια. Τα προτεινόμενα μέτρα είναι περιορισμένα, τελούν υπό την προϋπόθεση υλοποίησης αυστηρών όρων και υπολείπονται των δεσμεύσεων των εταίρων το 2012 και το 2017. Έρχονται δε να καλύψουν μόνο μέρος της επιβάρυνσης την τελευταία τριετία της βιωσιμότητας του χρέους. Γι’ αυτό άλλωστε και αυτή θα επαναξιολογηθεί το 2032.

Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίσει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης.

Γιατί κατά την γνώμη σας οι εταίροι της χώρας δεν συμμερίζονται τη ρητορική του Κόμματός σας για υπαγωγή της χώρας σε ένα 4ο Μνημόνιο;

Διότι το καλοκαίρι ολοκληρώνεται η χρηματοδότηση της χώρας μέσω προγραμμάτων. Το περιεχόμενο όμως της τελευταίας απόφασης του Eurogroup, τα έγγραφα που την συνοδεύουν, οι αυστηρές προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και η ενισχυμένη εποπτεία της χώρας για τα πολλά επόμενα χρόνια, συνιστούν, επί της ουσίας, ένα 4ο Μνημόνιο, χωρίς μάλιστα χρηματοδότηση της χώρας μέσω αυτού.

Η μετα-προγραμματική παρακολούθηση θα είναι ασφυκτική και ίδια με την μνημονιακή, αφού οι θεσμοί θα συντάσσουν 4 εκθέσεις το έτος, με την Κυβέρνηση να αναλαμβάνει βαριές δεσμεύσεις μέσα σε ασφυκτικά πλαίσια, ενώ έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του προγράμματος, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα και έχει αποδεχθεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060.

Συνεπώς, το νέο Μνημόνιο, με όλα τα γνωστά συστατικά του, είναι ήδη εδώ.

Δηλαδή κάνουν λάθος οι δανειστές που παρουσιάζουν μία εξαιρετική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας;

Η αλήθεια είναι ότι η κατάσταση της οικονομίας, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της, ενώ βελτιώθηκε την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας της «ηρωικής διαπραγμάτευσης» του 1ου εξαμήνου του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Έκτοτε, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό χρέος προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί, οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – εξακολουθούν να υφίστανται, το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη στο ύψος του 2014, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει.

Η γραβάτα κόστισε πολύ ακριβά στην ελληνική κοινωνία!

Η χώρα μπορεί να βγει και πάλι στις αγορές; Αν αυτό γίνει δεν θα συνιστά κατ’ ελάχιστο τον προάγγελο εξόδου της χώρας από τον Μηχανισμό Στήριξης;

Η χώρα, τόσο το 2014 όσο και το 2017-2018, ενώ ήταν ενταγμένη σε προγράμματα προσαρμογής, βγήκε στις διεθνείς αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα.

Συνεπώς, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι αναγκαίες συνθήκες ώστε, μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος, η χώρα να μπορεί, συστηματικά και με ασφάλεια, να δανείζεται με ρεαλιστικά επιτόκια. Σήμερα, κάτι τέτοιο δεν είναι εξασφαλισμένο. Χρειάζεται πολιτική βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο. Και αυτά, η σημερινή Κυβέρνηση δεν τα διαθέτει.

Ανησυχείτε μήπως η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επιχειρήσει να αξιοποιήσει τμήμα του χρηματοδοτικού μαξιλαριού (cash buffer) για προεκλογικές παροχές;

Το ταμειακό απόθεμα προέρχεται, μεταξύ άλλων, από την υπερ-φορολόγηση των πολιτών, το «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων και τη στέρηση ρευστότητας από την πραγματική οικονομία.

Αν και η μελλοντική χρήση του προβλέπεται υπό αυστηρούς όρους μόνο για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας, όλα μπορεί να τα περιμένει κανείς από τη σημερινή Κυβέρνηση.

Είμαι σίγουρος ότι θα επιδιώξει, για ακόμη μία φορά, να ρίξει στάχτη στα μάτια των πολιτών, προκειμένου να καλύψει τα πολλαπλάσια οδυνηρά μέτρα λιτότητας που έχει ήδη πάρει.

Η κοινωνία όμως βλέπει πλέον καθαρά, δεν «τσιμπάει» και οργίζεται με τον κυνισμό της σημερινής Κυβέρνησης.

Πόσο δυσκολεύει τη μελλοντική προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να ανατάξει την ελληνική οικονομία, η απορριπτική της στάση στο Σκοπιανό, όταν υπέρ της επίλυσης του ζητήματος τάχθηκαν εταίροι και σύμμαχοι της χώρας;

Είναι αναμενόμενο να τάσσονται υπέρ της συμφωνίας όσοι βλέπουν, μέσα από αυτή, να προωθούνται οι επιδιώξεις τους.

Αντίστοιχα θα αντιδρούσαν εάν η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή, στο Βουκουρέστι, είχε αποδεχθεί την είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ. Όμως δεν το έπραξε, προτάσσοντας το εθνικό συμφέρον.

Ως Νέα Δημοκρατία, το ίδιο πράττουμε και σήμερα, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών. Το ίδιο θα πράξουμε αύριο και ως Κυβέρνηση.

Άλλοι έχουν ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας!

Τι εννοεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν λέει πως η Νέα Δημοκρατία δεν θα κυρώσει ως Κυβέρνηση τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ στη Βουλή;

Η Νέα Δημοκρατία προσπάθησε να αποδείξει, με όλους τους τρόπους που διαθέτει, ότι η συμφωνία είναι εθνικά επιζήμια, δημιουργεί τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα κυρώσει τη συμφωνία ως έχει στη Βουλή, όποιον θεσμικό ρόλο και αν κατέχει.

Οι πολίτες της χώρας έχουν πληρώσει πολύ ακριβά τις θριαμβολογίες της Κυβέρνησης, οι οποίες τελικά, πολύ γρήγορα, αποδεικνύονται αυταπάτες, ψευδαισθήσεις και λάθος υπολογισμοί.

Αυτό θα επιβεβαιωθεί και με την τελευταία απόφαση του Eurogroup, που αφορά τη μετα-προγραμματική περίοδο της χώρας και τη ρύθμιση του δημοσίου χρέους.

Και αυτό γιατί:

1ον. Η Ελλάδα, μόνη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών-μελών που «βγήκαν» από προγράμματα προσαρμογής, «μπαίνει» σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας (Κανονισμός 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου).

Καθεστώς που εμπεριέχεται και στην προληπτική γραμμή πίστωσης (Άρθρο 5, “Enhanced surveillance”, Guideline on Precautionary Financial Assistance).

Η μετα-προγραμματική παρακολούθηση θα είναι ασφυκτική, ίδια με την μνημονιακή παρακολούθηση.

Οι θεσμοί, με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, θα συντάσσουν 4 εκθέσεις το έτος, ενώ η χώρα αναλαμβάνει αυστηρές πολυετείς δεσμεύσεις, μέσα σε συγκεκριμένα ασφυκτικά πλαίσια και χρονοδιαγράμματα.

2ον. Οι μετα-προγραμματικές δεσμεύσεις συνιστούν, επί της ουσίας, ένα 4ο Μνημόνιο.

Με νέα μέτρα λιτότητας για το 2019 και το 2020, όπως είναι η περικοπή των συντάξεων, η μείωση του αφορολόγητου και οι αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών, διαμορφώνοντας τον συνολικό – ιδιαίτερα επώδυνο για τους πολίτες – λογαριασμό της διακυβέρνησης του κ. Τσίπρα στα 14,5 δισ. ευρώ.

Και με ιδιαίτερα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία επεκτείνονται μέχρι το 2060.

Με την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

3ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους έρχονται να καλύψουν μέρος της επιβάρυνσης της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία.

Συγκεκριμένα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014. Εκτιμούσε ότι αυτό θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του ΑΕΠ.
Στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 195% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας στο 45% του ΑΕΠ! Και χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».
Είναι προφανές ότι η βιωσιμότητά του επιβαρύνθηκε την τελευταία τριετία, ιδιαίτερα με την «υπερήφανη διαπραγμάτευση» και τη «δημιουργική ασάφεια» του 1ου εξαμήνου του 2015. Διεθνείς παράγοντες και φορείς εκτιμούν το κόστος εκείνης της περιόδου κατ’ ελάχιστον στα 86 δισ. ευρώ.

4ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους απέχουν από τις δεσμεύσεις που είχε εξασφαλίσει η Ελλάδα ήδη από το 2012, και οι οποίες δυστυχώς – με ευθύνη των εταίρων – μέχρι σήμερα δεν υλοποιήθηκαν.

Συγκεκριμένα:

α) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες να γίνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις, αντιθέτως απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

β) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε τη μετάθεση της πληρωμής τόκων για τα δάνεια του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης (EFSF) κατά 10 χρόνια, δηλαδή ίση παράταση της περιόδου χάριτος με αυτή που προβλέπεται σήμερα, και την επιμήκυνση των ωριμάνσεων των δανείων για 15 χρόνια, δηλαδή περισσότερα απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

γ) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε μείωση του λόγου χρέος/ΑΕΠ, στο 124% το 2020 και «αισθητά πιο κάτω» από το 110% το 2022. Σχετικές προβλέψεις δεν υπάρχουν στην τελευταία απόφαση. Υπενθυμίζεται ότι η Κυβέρνηση, στο τελευταίο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, εκτιμά τον σχετικό λόγο στο 150% το 2022.

5ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους υπολείπονται ακόμη και των προβλέψεων των αποφάσεων του Eurogroup του 2017.

Συγκεκριμένα, με την τελευταία απόφαση:

α) Προβλέπεται η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 2,2% του ΑΕΠ από το 2023 μέχρι το 2060. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν για πρωτογενή πλεονάσματα «ίσα ή υψηλότερα αλλά κοντά στο 2% του ΑΕΠ» για την ίδια περίοδο. Αυτή η φαινομενικά μικρή διαφορά του 0,2% του ΑΕΠ, η οποία θα έπρεπε να διεκδικηθεί από την Κυβέρνηση, ισοδυναμεί, σε σημερινούς όρους ΑΕΠ, με περίπου 360 εκατ. ευρώ. Όσο η περικοπή του εισπραχθέντα ΕΝΦΙΑ κατά περίπου 15%.

β) Η 10ετής παράταση της περιόδου χάριτος και η 10ετής επιμήκυνση των ωριμάνσεων συνιστούν θετικές παρεμβάσεις, αλλά δεν είναι οι βέλτιστες που θα μπορούσαν να επιτευχθούν. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν μέχρι και 15 έτη.

γ) Η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες θα υλοποιηθεί σε εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι τον Ιούνιο του 2022, και θα συνδυάζεται με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Στην απόφαση του 2017, η επιστροφή προβλέπονταν να μην είναι τμηματική και να είναι και αυτόματη.

δ) Η γαλλική πρόταση για αυτόματη σύνδεση των παρεμβάσεων για το χρέος με το ρυθμό ανάπτυξης, όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017, για την οποία η Αξιωματική Αντιπολίτευση είχε εκφράσει προβληματισμούς και η Κυβέρνηση θριαμβολογούσε, εξαφανίστηκε.

ε) Υπάρχει η δέσμευση να επανεξεταστεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους το 2032, κάτι που δεν προβλέπονταν στην απόφαση του 2017.

6ον. Από την τελευταία δόση του δανείου, ύψους 15 δισ. ευρώ, ούτε 1 ευρώ δεν θα «πέσει» στην πραγματική οικονομία.

Ένα σημαντικό μέρος αυτής, ύψους 9,5 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος. Απόθεμα που μέχρι σήμερα δημιουργούσε η Κυβέρνηση «στραγγαλίζοντας» την οικονομία, υπερφορολογώντας τους πολίτες, κηρύσσοντας εσωτερική στάση πληρωμών και καταφεύγοντας σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

7ον. Ενώ σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων πόρων του δανείου, ύψους 24 δισ. ευρώ, θα παραμείνει αχρησιμοποίητο, στερώντας ρευστότητα από την οικονομία.

Η Κυβέρνηση θα έπρεπε να διασφαλίσει αυτούς τους πόρους, όταν μάλιστα ότι έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα ενός αιώνα.

Με δεδομένη συνεπώς την τελευταία απόφαση του Eurogroup, η οποία είναι κατώτερη των προσδοκιών και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης, να επιτύχει την επιθυμητή και πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα. Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, με πολιτική βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής. Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Αυτά, μόνο η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να τα διασφαλίσει.

Ομιλία στη κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής κατά τη συζήτηση

του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα, και πάλι σε πιεστικές χρονικά συνθήκες, ένα ακόμη «αριστερό» Πολυνομοσχέδιο.

Αυτή τη φορά για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του αχρείαστου Μνημονίου που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, κυρίως για τα πιο αδύναμα εισοδηματικά στρώματα, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση.

Η παρούσα συζήτηση διεξάγεται σε ένα βεβαρημένο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον.

Εσωτερικό, που βρίσκει την οικονομία ασταθή, την κοινωνία ανασφαλή και τη χώρα εκτεθειμένη σε κινδύνους, με πιθανές βαριές εθνικές υποχωρήσεις.

Και εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και αβεβαιότητα σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση γράφει τον επίλογο της τελευταίας έκδοσης, αφού πλέον δεν «πουλάει», του περί πολιτικής υποκρισίας βιβλίου με τίτλο: «Πώς να διαλαλείς και να πράττεις τα πάντα, για να κερδίζεις λίγο χρόνο παραμονής στην εξουσία».

Ειδικότερα, στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου, ξεδιπλώνονται οι νέες κυβερνητικές δήθεν αυταπάτες, στην ουσία όμως τα νέα κυβερνητικά ψέματα.

Συγκεκριμένα:

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα, με την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης, θα οδηγηθεί στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που ολοκληρώνεται το καλοκαίρι είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν και θα επεκταθούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο συστηματικά αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό κοινοβούλιο.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα: Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με ευθύνη της Κυβέρνησης, σήμερα δεν είναι εφικτή.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία επιτυγχάνει τους στόχους που έχουν τεθεί.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, προσπαθεί να φτάσει το σημείο στο οποίο ήταν το 2014. Από τότε:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, εξαιτίας των διαδοχικών μέτρων λιτότητας την τελευταία τριετία, ύψους 9,5 δισ. ευρώ.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει αυξηθεί κατά 57% από το τέλος του 2014.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Η μακροχρόνια ανεργία ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας έχει διογκωθεί.
  • Οι ευέλικτες μορφές εργασίας έχουν διευρυνθεί.
  • Οι καταθέσεις των πολιτών έχουν μειωθεί.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.
  • Το χρέος ως απόλυτος αριθμός διογκώνεται.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Και η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει καταρρεύσει.

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα.

3ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι δεν υπάρχουν νέα μέτρα.

Η αλήθεια είναι ότι τα νέα μέτρα του κατ’ ουσίαν 4ου Μνημονίου, για την περίοδο μετά το 2018, επαναλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο.

Συγκεκριμένα:

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Διατηρείται ο συνολικός ΕΝΦΙΑ στα ίδια επίπεδα, αναμένεται όμως να υπάρξει αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας για τις λαϊκές συνοικίες, τα λαϊκά στρώματα και τα χαμηλά εισοδήματα.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για την 2η επί της σημερινής Κυβέρνησης μείωση του αφορολόγητου.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι πριν την 1η μείωση, ο Υπουργός Οικονομικών είχε απειλήσει με παραίτηση αν αυτή υλοποιείτο.

Και σήμερα, έχοντας πλέον εθιστεί στις περικοπές, προχωράει σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση.

Ευτυχώς τουλάχιστον που σταμάτησαν οι απειλές περί παραίτησης, διότι τότε δεν θα υπήρχε καν αφορολόγητο όριο!

Αυτά τα νέα μέτρα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων, μίας επικουρικής σύνταξης και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της στα 14,5 δισ. ευρώ.

Επιβεβαιώνεται μάλιστα ότι αυτά θα υλοποιηθούν ανεξάρτητα από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Αντιθέτως, τα όποια αντίμετρα, θα υλοποιηθούν εφόσον υπερκαλυφθούν οι υψηλοί στόχοι.

Ακόμη όμως και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις το 2019 υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συρρικνώνοντας, ακόμη περισσότερο, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών το 2019, ειδικά των συνταξιούχων.

Ευτυχώς όμως, το αργότερο τότε, τελειώνουν και τα βάσανα της κοινωνίας με τη σημερινή ιδεοληπτική και ανίκανη Κυβέρνηση!

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα: Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης. Από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα έχει ήδη μπει σε τροχιά υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει και αυτές τις ψευδαισθήσεις.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Το αποτέλεσμα είναι να έχει χαθεί δυνητικός πλούτος ύψους 34 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2018, ή 8.220 ευρώ από το κάθε Ελληνικό νοικοκυριό.

Ενώ η Κυβέρνηση προβλέπει χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης το 2022 από το 2018!

Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον.

Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Συνεπώς, 4ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, πολύ υψηλότερα από τους στόχους, μεγέθους 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Ξεχνώντας ότι, μέχρι πρόσφατα, η ίδια υποστήριζε ότι ούτε καν το 3,5% δεν είναι ανέφικτος στόχος.

Λησμονώντας ότι η ίδια υποστήριζε πως αυτά τα πρωτογενή πλεονάσματα «σκοτώνουν την κοινωνία» και «πνίγουν την οικονομία».

Αδιαφορώντας για την αρνητική επίδραση που αυτά έχουν στην πραγματική οικονομία.

Αγνοώντας ακόμη και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, το οποίο «εκφράζει την ανησυχία του για την επίμονη επιδίωξη υψηλότερων του στόχου πρωτογενών πλεονασμάτων, που συνεπάγονται υπερβολική λιτότητα και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη».

Σημειώνεται μάλιστα ότι οι σημερινοί υψηλοί δημοσιονομικοί στόχοι εκτιμάται ότι θα επιτευχθούν με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με αυτούς που προβλέπονταν και είχαν συμφωνηθεί με τους δανειστές στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα του 2014.

Επιβεβαιώνοντας ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση θα επιτύγχανε, για λίγα χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της ανάπτυξης.

Ενώ η σημερινή Κυβέρνηση προβλέπει ότι θα επιτύχει, για πολλά χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της αέναης λιτότητας.

Συνεπώς, 5ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, σε πλήρη ως συνήθως ασυνέπεια με όσα μέχρι πρόσφατα υποστήριζε, από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων σήμερα έγινε λάτρης και υπερασπιστής τους.

6ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι θα ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία.

Η αλήθεια είναι ότι και σε αυτό το πεδίο, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης είναι απογοητευτικές.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται υψηλές, σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με το 2014, παρά την εκταμίευση δανειακών πόρων ύψους 5 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή τους.

Ενώ οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι οποίες σύμφωνα με το Πολυνομοσχέδιο «θα χρηματοδοτήσουν την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας», παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, η οποία, από μήνα σε μήνα, διευρύνεται.

Σημειώνεται μάλιστα ότι αυτές, το 2017, διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας!

Συνεπώς, 6ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, λόγω ανικανότητας, αβελτηρίας και αναποτελεσματικότητας, αδυνατεί να «αιματοδοτήσει» την πραγματική οικονομία.

7ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η δημόσια περιουσία δεν ενεχυριάζεται.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση του 2015, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται αμετάκλητα και άνευ όρων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων τη χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης του Υπερταμείου.

Το Υπερταμείο προστέθηκε τότε ως συμβαλλόμενος στη δανειακή σύμβαση, με τη γενική αναφορά σε «Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων», δεδομένου ότι τότε δεν υφίστατο νομικά, αφού δεν το είχε αποδεχθεί οποιαδήποτε προηγούμενη Κυβέρνηση.

Το 2016, συστάθηκε, με αποτέλεσμα να δεσμευθεί η δημόσια περιουσία της χώρας για διάρκεια ενός αιώνα.

Σήμερα, ολοκληρώνεται το τυπικό νομικό μέρος της δέσμευσης της δημόσιας περιουσίας: το Υπερταμείο καθίσταται εγγυητής του δανείου του 3ου Μνημονίου και αναλαμβάνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Δημοσίου σε περίπτωση αθέτησης πληρωμής.

Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, 7ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση βάζει «υποθήκη το σπίτι» της, χωρίς καν να παίρνει το σύνολο του δανείου! Η ταπεινωτική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει ότι το «βαρέλι δεν έχει πάτο» για την σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συνοψίζοντας, όπως αποτυπώνεται στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου:

  • Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι εφικτή.
  • Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζονται και μετά το καλοκαίρι, με νέα μέτρα λιτότητας.
  • Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα, αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, αδυνατεί να ενισχύσει με ρευστότητα την οικονομία.
  • Η Κυβέρνηση, εις βάρος της κοινωνίας, μετατρέπεται από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, σε λάτρης και υπερασπιστής τους.
  • Ενώ βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η Νέα Δημοκρατία, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στη χώρα και τους πολίτες, καταψηφίζει επί της αρχής το κυβερνητικό Πολυνομοσχέδιο.

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου, Θεσμού πλέον στη χώρα μας, για την πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτό και να καταθέσω σκέψεις και θέσεις για το ζήτημα του δημοσίου χρέους.

Κυρίες και Κύριοι,

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, παρά την διπλή αναδιάρθρωση και τη βελτίωση του «προφίλ» του από το 2012, την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2013 και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσής του από το 2017.

Σχετικές ανησυχίες καταγράφονται στις τελευταίες εκθέσεις τόσο του ΔΝΤ, όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά τις ευνοϊκότερες παραδοχές της τελευταίας.

Αποδεικνύεται έτσι ότι η δημοσιονομική ισορροπία και οι παρεμβάσεις ελάφρυνσης του χρέους συνιστούν αναγκαίες συνθήκες για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του, δεν αποτελούν όμως, από μόνες τους, και ικανές συνθήκες.

Και αυτό γιατί απαιτείται, συγχρόνως, η επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.

 

Τι συνέβη όμως τα τελευταία 3 χρόνια και επιβαρύνθηκε σημαντικά η βιωσιμότητα του χρέους, σε σχέση με τις εκτιμήσεις των εταίρων το 2014;

Ουσιαστικά, κυρίως λόγω αυταπάτης και δημιουργικής ασάφειας, «χάθηκε» η αναπτυξιακή δυναμική που τότε είχε διαμορφωθεί.

Και συσσωρεύτηκε ένα κόστος πολλών δεκάδων δισ. ευρώ, όπως οι εταίροι επανέλαβαν και κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου.

Είμαστε ως χώρα, σύμφωνα με τις διεθνείς Εκθέσεις, η μοναδική – παγκοσμίως – αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Η οικονομία «κατρακύλησε» στην ύφεση το 2015-2016, και παρουσίασε ασθενική – πολύ χαμηλότερη από τις προβλέψεις – μεγέθυνση το 2017, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο εκτιμώμενος μακροπρόθεσμος ρυθμός μεγέθυνσης, σύμφωνα με συγκρίσιμες μελέτες βιωσιμότητας του ΔΝΤ, συρρικνώθηκε σημαντικά, από το 1,9% στο 1%.

 

Συνεπώς, Κυρίες και Κύριοι, το ζητούμενο σήμερα είναι η επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, να δημιουργηθεί πολύτιμος δημοσιονομικός χώρος και να επιτυγχάνονται – χωρίς πρόσθετα μέτρα λιτότητας – πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούνται:

1ον. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την διαχρονική απώλεια εσόδων από την είσπραξη του ΦΠΑ, δηλαδή το κενό ΦΠΑ, το επιβεβαιώνει.

Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ον. Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων, που θα εκτείνεται μετά το 2018.

Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών.

Η οποία, με τη σειρά της, θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή μείωση των δημοσιονομικών στόχων, αφού σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες, η αναλογία επίδρασής τους στο χρέος είναι 1,8:1.

Οι πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Προσέξτε, μιλάμε για μία «ρήτρα μεταρρυθμίσεων» διαφορετική από τη «ρήτρα ανάπτυξης» στην οποία έχει συμφωνήσει η Ελληνική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία, όσο περισσότερο αυξάνει το εθνικό εισόδημα, τόσο μικρότερη ελάφρυνση χρέους θα απαιτείται από τους εταίρους.

3ον. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων.

4ον. Η υλοποίηση, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

Όπως έχει συμφωνηθεί από το Νοέμβριο του 2012 αλλά μέχρι σήμερα, με ευθύνη και των δανειστών, δεν έχει υλοποιηθεί.

Δυστυχώς βέβαια, με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup, οι αναγκαίες αυτές παρεμβάσεις θα υλοποιηθούν μετά τη λήξη του προγράμματος και στο βαθμό που αυτές κριθούν τότε αναγκαίες από τους θεσμούς, εκτιμάται δε ότι θα συνοδευτούν από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Καθιστώντας, μαζί με τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για μετά το 2018, το αφήγημα της Κυβέρνησης περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια», άλλη μία αυταπάτη.

Βέβαια, η Κυβέρνηση προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία.

Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Επιτόκιο των αγορών και spreads τα οποία όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.

Αν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Όλα αυτά όμως απαιτούν μια άλλη μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.