Tags Posts tagged with "Χρημστοπιστωτική Αγορά"

Χρημστοπιστωτική Αγορά

Ερώτηση

προς το Υπουργείο Οικονομικών

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Θέμα: Πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και επίδραση στην Ελληνική οικονομία.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η απόσυρση των κεφαλαιακών περιορισμών (capital controls) και η συμμετοχή της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ απομακρύνονται χρονικά, αφού η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης εκκρεμεί από το Νοεμβρίου του 2015.

Υπενθυμίζεται ότι η ΕΚΤ, για πρώτη φορά στην ιστορία της, αποφάσισε, τον Ιανουάριο του 2015, να ενεργοποιήσει ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, ύψους 1,1 τρισ. ευρώ, το οποίο θα διαρκούσε έως το Σεπτέμβριο του 2016, διοχετεύοντας μηνιαία ρευστότητα, ύψους 60 δισ. ευρώ, στις οικονομίες της Ευρωζώνης, μέσω αγοράς κρατικών ομολόγων από τις Κεντρικές Τράπεζες των χωρών, αναλογικά με τη συμμετοχή τους στην ΕΚΤ.

Ενώ, εν συνεχεία, με νέα απόφαση της ΕΚΤ, το πρόγραμμα πήρε παράταση έως το Μάρτιο του 2017 και το μηνιαίο όριο αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ αυξήθηκε κατά 20 δισ. ευρώ (στα 80 δισ. ευρώ), περιλαμβάνοντας για πρώτη φορά και εταιρικά ομόλογα επενδυτικής βαθμίδας.

Δυστυχώς, η Ελληνική οικονομία, η οποία κατεξοχήν πλήττεται από τις συνέπειες αποπληθωρισμού και ύφεσης, είναι αυτή η οποία ακόμη δεν έχει ωφεληθεί από την ποσοτική χαλάρωση αλλά και από την εξαιρετικά διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ (μείωση επιτοκίων σε αρνητικά επίπεδα), που επενεργούν προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των συνθηκών χρηματοδότησης.

Ενώ, επιπρόσθετα, από τον Φεβρουάριο του 2015, η ΕΚΤ έχει σταματήσει να δέχεται, ως ενέχυρα από τις Ελληνικές τράπεζες, ομόλογα χαμηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης για άντληση ρευστότητας, οι οποίες έκτοτε προσφεύγουν στον ακριβό δανεισμό από τον έκτακτο μηχανισμό παροχής ρευστότητας (ELA).

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, με τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, οι Ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν δυνητικά να «μεταφέρουν» ρευστότητα ύψους περίπου 25 δισ. ευρώ από τον ELA απευθείας στους μηχανισμούς της ΕΚΤ, με αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εξοικονόμησης κόστους άντλησης ρευστότητας των τραπεζών στα επιτόκια δανεισμού στην πραγματική οικονομία.

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

  1. Πότε εκτιμάτε ότι θα αρθούν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και τι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες έχετε αναλάβει ή προτίθεστε να αναλάβετε προς αυτή την κατεύθυνση;
  2. Πότε εκτιμάτε ότι θα γίνουν ξανά αποδεκτά από την ΕΚΤ ως ενέχυρο για άντληση ρευστότητας ομόλογα που κατέχουν οι τράπεζες; Τι πρωτοβουλίες έχετε αναλάβει ή προτίθεστε να αναλάβετε προς αυτή την κατεύθυνση;
  3. Έχετε αποτιμήσει τις επιπτώσεις του αποκλεισμού της χώρας από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και τις άλλες διευκολυντικές παρεμβάσεις της ΕΚΤ από τον Ιανουάριο του 2015 έως σήμερα; Παρακαλώ, να χορηγηθούν αναλυτικά στοιχεία.

 

Ο Ερωτών Βουλευτής

 Χρήστος Σταϊκούρας

Ερώτηση

προς το Υπουργείο Οικονομικών

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

 Θέμα: Χειρισμός προνομιούχων μετοχών του 1ου πυλώνα του Ν. 3723/2008 των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησης.

Από το 2008, η ανάγκη διασφάλισης της συστημικής ευστάθειας των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων κατέστησε απαραίτητη τη χρηματοδοτική στήριξή τους μέσα από πολιτικές και εργαλεία τόνωσης της ρευστότητας και ενδυνάμωσης της κεφαλαιακής τους επάρκειας. Ένας από τους βασικούς άξονες παροχής των αναγκαίων κεφαλαίων προς το τραπεζικό σύστημα, ήταν το πακέτο ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, το οποίο θεσπίστηκε με το Ν. 3723/2008, περιλαμβάνοντας μέτρα για τη στήριξη της ρευστότητας και της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων, αρχικού συνολικού ύψους 28 δισ. ευρώ. Το πακέτο εδράζεται σε 3 πυλώνες. Ειδικότερα, ο 1ος πυλώνας αφορούσε στην κεφαλαιακή ενίσχυση των πιστωτικών ιδρυμάτων με την έκδοση προνομιούχων μετοχών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ύψους μέχρι 5 δισ. ευρώ. Ο 2ος πυλώνας αφορούσε στην παροχή εγγυήσεων εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και ο 3ος πυλώνας αφορούσε στην έκδοση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και διάθεση απευθείας στα πιστωτικά ιδρύματα τίτλων (ομολόγων).

Τα πιστωτικά ιδρύματα, εστιάζοντας στην τόνωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας, εντάχθηκαν στον 1ο πυλώνα του πακέτου, διαθέτοντας προνομιούχες μετοχές έναντι κεφαλαίου στο Δημόσιο, και αξιοποίησαν από νωρίς το μεγαλύτερο μέρος του προβλεπόμενου ποσού.  Συγκεκριμένα, από το 2009 είχαν αξιοποιηθεί τα 3,76 δισ. ευρώ από τα προβλεπόμενα 5 δισ. ευρώ, ενώ το ποσό αυτό αυξήθηκε το 2012 – αφού είχαν επιστραφεί τα 675 εκατ. ευρώ σε μετρητά από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος το 2011 – στα 4,47 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, η αξιοποίηση από τα πιστωτικά ιδρύματα του 1ου πυλώνα του Ν. 3723/2008 συνεισέφερε στα δημόσια έσοδα από την απόδοση 10% των προνομιούχων μετοχών του Δημοσίου. Το νομικό δε ζήτημα που ανέκυψε, αναφορικά με την εξάρτηση της ενεργοποίησης της ανωτέρω υποχρέωσης απόδοσης του 10% από την κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων, διευθετήθηκε το 2012 με σχετική νομοθετική ρύθμιση στο Ν. 4093/2012, και το ποσό των 555,6 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούσε στις μη καταβληθείσες αποδόσεις για τις χρήσεις των προηγούμενων ετών, καταβλήθηκε από τα πιστωτικά ιδρύματα στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο είναι φορέας της Γενικής Κυβέρνησης και ο προϋπολογισμός του ενσωματώνεται στον Προϋπολογισμό Γενικής Κυβέρνησης.

Το 2014, κατά την ολοκλήρωση πενταετίας από τις πρώτες χορηγήσεις προνομιούχων μετοχών, 2 πιστωτικά ιδρύματα (Τράπεζα Πειραιώς και Eurobank) αποπλήρωσαν στο Δημόσιο το σύνολο των προνομιούχων μετοχών που είχαν διατεθεί (1,69 δισ. ευρώ), με αποτέλεσμα να περιοριστεί η αξιοποίηση στα 2,78 δισ. ευρώ. Έτσι, το 2015, και μέχρι πριν τη νέα ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων, από τις 4 συστημικές τράπεζες, προνομιούχες μετοχές κατείχαν μόνο η Εθνική Τράπεζα (1,35 δισ. ευρώ) και η Eurobank (950,125 εκατ. ευρώ), ενώ από τις μη συστημικές, η Attica Bank κατείχε προνομιούχες μετοχές 100,2 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, συνολικά, τα εν λειτουργία πιστωτικά ιδρύματα κατείχαν προνομιούχες μετοχές ύψους 2,4 δισ. ευρώ.

Δυστυχώς, το 2015, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών της, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με τεράστιους κινδύνους. Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς. Έτσι, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση, το αποτέλεσμα της οποίας είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, παρά την αποφυγή του «κουρέματος» των καταθέσεων και τη μικρότερη, τελικά, δημοσιονομική επιβάρυνση σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις. Και αυτό γιατί, λόγω Κυβερνητικών καθυστερήσεων και παλινωδιών στην ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου πραγματοποίησής της, η τελευταία ανακεφαλαιοποίηση:

  • Προσέθεσε μεγάλο κόστος στο Δημόσιο και στους φορολογούμενους, το οποίο καταγράφεται στον Προϋπολογισμό και επιβαρύνει το δημόσιο χρέος.
  • Συρρίκνωσε δραματικά την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή, αποκλείοντας, στις 3 από τις 4 περιπτώσεις συστημικών τραπεζών, τους Έλληνες μικροεπενδυτές.
  • Απαξίωσε τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, με κόστος για τους επενδυτές, μικρούς και μεγάλους. Έτσι, οι νέοι ιδιοκτήτες των τραπεζών απέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος, και φυσικά τον έλεγχό του, καταβάλλοντας, συνολικά, μόλις 5 δισ. ευρώ.
  • Εκμηδένισε σχεδόν την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ και των ασφαλιστικών ταμείων, λόγω τόσο της «εξαέρωσης» και της πλήρους κατάρρευσης των τραπεζικών μετοχών όσο και της δραστικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα η αποτίμηση της συμμετοχής του ΤΧΣ ανέρχεται περίπου σε λιγότερο από 1 δισ. ευρώ, από 3,3 δισ. ευρώ στις 02.11.2015 (αμέσως μετά την ολοκλήρωση της Άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) και περίπου 15 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.
  • Οδήγησε σε αφελληνισμό τα πιστωτικά ιδρύματα, αφού το μεγαλύτερο μέρος του μετοχικού τους κεφαλαίου έχει περιέλθει στα χέρια ξένων ιδιωτών επενδυτών και hedge funds.
  • Τροποποίησε, επί το δυσμενέστερο, τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας, η πώληση του συνόλου της συμμετοχής της στην Finansbank.

Επιπρόσθετα των ανωτέρω δυσμενών εξελίξεων, και όσον αφορά στις προνομιούχες μετοχές, σύμφωνα με το νέο Ν. 4340/2015 για την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων, στηv περίπτωση που εφαρμοστούν τα υποχρεωτικά μέτρα κατανομής βαρών (burden-sharing) που περιγράφονται σε αυτόν, μεταξύ άλλων, είναι δυνατή η μετατροπή των προνομιούχων μετοχών που εκδόθηκαν βάσει του Ν. 3723/2008 σε κοινές μετοχές η κυριότητα των οποίων περιέρχεται αυτοδικαίως στο ΤΧΣ. Με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται κατά τάξη, είδος, ποσοστό και ποσό συμμετοχής τα μέσα ή οι υποχρεώσεις που υπόκεινται στα υποχρεωτικά μέτρα κατανομής βαρών. Έτσι, κατά τη διαδικασία της νέας ανακεφαλαιοποίησης το 2015, για τα 3 πιστωτικά ιδρύματα (Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Attica Bank) που κατείχαν προνομιούχες μετοχές του Δημοσίου, η κατάσταση έχει ως εξής:

  • Η Eurobank κατάφερε να καλύψει εξολοκλήρου το έλλειμμα κεφαλαίων, που προέκυψε από την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με εθελοντικά μέτρα αναδιάρθρωσης και με τη συμμετοχή ιδιωτών. Έτσι, το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα δεν χρειάστηκε κρατική στήριξη και διατηρεί στο χαρτοφυλάκιό του τις προνομιούχες μετοχές του Δημοσίου, ύψους 959,125 εκατ. ευρώ.
  • Η Attica Bank βρίσκεται σε διαδικασία ολοκλήρωσης της ανακεφαλαιοποίησης και εξακολουθεί να κατέχει προνομιούχες μετοχές του Δημοσίου ύψους 100,2 εκατ. ευρώ.
  • Η Εθνική Τράπεζα δεν κατάφερε να καλύψει εξολοκλήρου το έλλειμμα κεφαλαίων, που προέκυψε από την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με εθελοντικά μέτρα αναδιάρθρωσης και με τη συμμετοχή ιδιωτών. Έτσι, το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα χρειάστηκε κρατική στήριξη, η οποία για να χορηγηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 6Α του Ν. 3864/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4340/2015 και ισχύει) προβλέπεται ότι εφαρμόζονται υποχρεωτικά μέτρα κατανομής βαρών (burden-sharing) και μετατρέπονται υποχρεωτικά (με ένα «κούρεμα») σε κοινές μετοχές διάφορες υποχρεώσεις συμπεριλαμβανομένων και των προνομιούχων μετοχών του Δημοσίου (προκειμένου να μην υπάρχει διακριτική μεταχείριση).

Έτσι, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. πρωτ. 45/07.12.2015 ΠΥΣ, συνεπεία της οποίας μετατράπηκαν υποχρεωτικά σε 1.603.700.987 κοινές μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, το σύνολο των τότε υφιστάμενων προνομιούχων μετοχών της (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που είχαν εκδοθεί στις ΗΠΑ). Ωστόσο, η υποχρεωτική μετατροπή των προνομιούχων μετοχών του Δημοσίου στην Εθνική Τράπεζα σε κοινές πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την εν λόγω ΠΥΣ, με συντελεστή μετατροπής 71% («κούρεμα» επί της ονομαστικής αξίας τους η οποία ανέρχεται στα 1,35 δισ. ευρώ).

Ενώ, εκτός από την υποχρεωτική μετατροπή με «κούρεμα» επί της ονομαστικής αξίας τους, απώλειες καταγράφηκαν και από την εισαγωγή και διαπραγμάτευση των νέων κοινών μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών (ενδεικτικά, -30% την 1η μέρα διαπραγμάτευσης, 14.12.2015).

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

1ον. Ποιό είναι το ύψος της ζημίας του Δημοσίου, στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης, από την υποχρεωτική μετατροπή των προνομιούχων μετοχών που κατείχε στην Εθνική Τράπεζα σε κοινές, από την εισαγωγή και διαπραγμάτευση των νέων κοινών μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς και από ενδεχόμενα απωλεσθέντα έσοδα της απόδοσης των προνομιούχων μετοχών η οποία προβλέπεται στο Ν. 3723/2008, όπως ισχύει;

2ον. Υφίσταται θέμα υγιούς ανταγωνισμού στην τραπεζική αγορά, καθώς η Alpha Bank και η Τράπεζα Πειραιώς έχουν αποπληρώσει τις προνομιούχες μετοχές προς το Δημόσιο από το 2014;

 

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

Ο Βουλευτής Φθιώτιδος κ. Χρήστος Σταϊκούρας κατέθεσε σήμερα την υπ’ αριθ. 1989/16.12.2015 Ερώτηση σχετικά με τον χειρισμό προνομιούχων μετοχών του 1ου πυλώνα του Ν. 3723/2008 των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησης.

Ακολουθεί το κείμενο της Ερώτησης:

Ερώτηση

προς το Υπουργείο Οικονομικών

Αθήνα, 16 Δεκεμβρίου 2015

Θέμα: Χειρισμός προνομιούχων μετοχών του 1ου πυλώνα του Ν. 3723/2008 των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησης.

Από το 2008, η ανάγκη διασφάλισης της συστημικής ευστάθειας των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων κατέστησε απαραίτητη τη χρηματοδοτική στήριξή τους μέσα από πολιτικές και εργαλεία τόνωσης της ρευστότητας και ενδυνάμωσης της κεφαλαιακής τους επάρκειας. Ένας από τους βασικούς άξονες παροχής των αναγκαίων κεφαλαίων προς το τραπεζικό σύστημα, ήταν το πακέτο ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, το οποίο θεσπίστηκε με το Ν. 3723/2008, περιλαμβάνοντας μέτρα για τη στήριξη της ρευστότητας και της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων, αρχικού συνολικού ύψους 28 δισ. ευρώ. Το πακέτο εδράζεται σε 3 πυλώνες. Ειδικότερα, ο 1ος πυλώνας αφορούσε στην κεφαλαιακή ενίσχυση των πιστωτικών ιδρυμάτων με την έκδοση προνομιούχων μετοχών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ύψους μέχρι 5 δισ. ευρώ. Ο 2ος πυλώνας αφορούσε στην παροχή εγγυήσεων εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και ο 3ος πυλώνας αφορούσε στην έκδοση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και διάθεση απευθείας στα πιστωτικά ιδρύματα τίτλων (ομολόγων).

Τα πιστωτικά ιδρύματα, εστιάζοντας στην τόνωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας, εντάχθηκαν στον 1ο πυλώνα του πακέτου, διαθέτοντας προνομιούχες μετοχές έναντι κεφαλαίου στο Δημόσιο, και αξιοποίησαν από νωρίς το μεγαλύτερο μέρος του προβλεπόμενου ποσού.  Συγκεκριμένα, από το 2009 είχαν αξιοποιηθεί τα 3,76 δισ. ευρώ από τα προβλεπόμενα 5 δισ. ευρώ, ενώ το ποσό αυτό αυξήθηκε το 2012 – αφού είχαν επιστραφεί τα 675 εκατ. ευρώ σε μετρητά από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος το 2011 – στα 4,47 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, η αξιοποίηση από τα πιστωτικά ιδρύματα του 1ου πυλώνα του Ν. 3723/2008 συνεισέφερε στα δημόσια έσοδα από την απόδοση 10% των προνομιούχων μετοχών του Δημοσίου. Το νομικό δε ζήτημα που ανέκυψε, αναφορικά με την εξάρτηση της ενεργοποίησης της ανωτέρω υποχρέωσης απόδοσης του 10% από την κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων, διευθετήθηκε το 2012 με σχετική νομοθετική ρύθμιση στο Ν. 4093/2012, και το ποσό των 555,6 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούσε στις μη καταβληθείσες αποδόσεις για τις χρήσεις των προηγούμενων ετών, καταβλήθηκε από τα πιστωτικά ιδρύματα στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο είναι φορέας της Γενικής Κυβέρνησης και ο προϋπολογισμός του ενσωματώνεται στον Προϋπολογισμό Γενικής Κυβέρνησης.

Το 2014, κατά την ολοκλήρωση πενταετίας από τις πρώτες χορηγήσεις προνομιούχων μετοχών, 2 πιστωτικά ιδρύματα (Τράπεζα Πειραιώς και Eurobank) αποπλήρωσαν στο Δημόσιο το σύνολο των προνομιούχων μετοχών που είχαν διατεθεί (1,69 δισ. ευρώ), με αποτέλεσμα να περιοριστεί η αξιοποίηση στα 2,78 δισ. ευρώ. Έτσι, το 2015, και μέχρι πριν τη νέα ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων, από τις 4 συστημικές τράπεζες, προνομιούχες μετοχές κατείχαν μόνο η Εθνική Τράπεζα (1,35 δισ. ευρώ) και η Eurobank (950,125 εκατ. ευρώ), ενώ από τις μη συστημικές, η Attica Bank κατείχε προνομιούχες μετοχές 100,2 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, συνολικά, τα εν λειτουργία πιστωτικά ιδρύματα κατείχαν προνομιούχες μετοχές ύψους 2,4 δισ. ευρώ.

Δυστυχώς, το 2015, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών της, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με τεράστιους κινδύνους. Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς. Έτσι, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση, το αποτέλεσμα της οποίας είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, παρά την αποφυγή του «κουρέματος» των καταθέσεων και τη μικρότερη, τελικά, δημοσιονομική επιβάρυνση σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις. Και αυτό γιατί, λόγω Κυβερνητικών καθυστερήσεων και παλινωδιών στην ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου πραγματοποίησής της, η τελευταία ανακεφαλαιοποίηση:

  • Προσέθεσε μεγάλο κόστος στο Δημόσιο και στους φορολογούμενους, το οποίο καταγράφεται στον Προϋπολογισμό και επιβαρύνει το δημόσιο χρέος.
  • Συρρίκνωσε δραματικά την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή, αποκλείοντας, στις 3 από τις 4 περιπτώσεις συστημικών τραπεζών, τους Έλληνες μικροεπενδυτές.
  • Απαξίωσε τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, με κόστος για τους επενδυτές, μικρούς και μεγάλους. Έτσι, οι νέοι ιδιοκτήτες των τραπεζών απέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος, και φυσικά τον έλεγχό του, καταβάλλοντας, συνολικά, μόλις 5 δισ. ευρώ.
  • Εκμηδένισε σχεδόν την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ και των ασφαλιστικών ταμείων, λόγω τόσο της «εξαέρωσης» και της πλήρους κατάρρευσης των τραπεζικών μετοχών όσο και της δραστικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα η αποτίμηση της συμμετοχής του ΤΧΣ ανέρχεται περίπου σε λιγότερο από 1 δισ. ευρώ, από 3,3 δισ. ευρώ στις 02.11.2015 (αμέσως μετά την ολοκλήρωση της Άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) και περίπου 15 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.
  • Οδήγησε σε αφελληνισμό τα πιστωτικά ιδρύματα, αφού το μεγαλύτερο μέρος του μετοχικού τους κεφαλαίου έχει περιέλθει στα χέρια ξένων ιδιωτών επενδυτών και hedge funds.
  • Τροποποίησε, επί το δυσμενέστερο, τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας, η πώληση του συνόλου της συμμετοχής της στην Finansbank.

Επιπρόσθετα των ανωτέρω δυσμενών εξελίξεων, και όσον αφορά στις προνομιούχες μετοχές, σύμφωνα με το νέο Ν. 4340/2015 για την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων, στηv περίπτωση που εφαρμοστούν τα υποχρεωτικά μέτρα κατανομής βαρών (burden-sharing) που περιγράφονται σε αυτόν, μεταξύ άλλων, είναι δυνατή η μετατροπή των προνομιούχων μετοχών που εκδόθηκαν βάσει του Ν. 3723/2008 σε κοινές μετοχές η κυριότητα των οποίων περιέρχεται αυτοδικαίως στο ΤΧΣ. Με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται κατά τάξη, είδος, ποσοστό και ποσό συμμετοχής τα μέσα ή οι υποχρεώσεις που υπόκεινται στα υποχρεωτικά μέτρα κατανομής βαρών. Έτσι, κατά τη διαδικασία της νέας ανακεφαλαιοποίησης το 2015, για τα 3 πιστωτικά ιδρύματα (Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Attica Bank) που κατείχαν προνομιούχες μετοχές του Δημοσίου, η κατάσταση έχει ως εξής:

  • Η Eurobank κατάφερε να καλύψει εξολοκλήρου το έλλειμμα κεφαλαίων, που προέκυψε από την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με εθελοντικά μέτρα αναδιάρθρωσης και με τη συμμετοχή ιδιωτών. Έτσι, το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα δεν χρειάστηκε κρατική στήριξη και διατηρεί στο χαρτοφυλάκιό του τις προνομιούχες μετοχές του Δημοσίου, ύψους 959,125 εκατ. ευρώ.
  • Η Attica Bank βρίσκεται σε διαδικασία ολοκλήρωσης της ανακεφαλαιοποίησης και εξακολουθεί να κατέχει προνομιούχες μετοχές του Δημοσίου ύψους 100,2 εκατ. ευρώ.
  • Η Εθνική Τράπεζα δεν κατάφερε να καλύψει εξολοκλήρου το έλλειμμα κεφαλαίων, που προέκυψε από την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με εθελοντικά μέτρα αναδιάρθρωσης και με τη συμμετοχή ιδιωτών. Έτσι, το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα χρειάστηκε κρατική στήριξη, η οποία για να χορηγηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 6Α του Ν. 3864/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4340/2015 και ισχύει) προβλέπεται ότι εφαρμόζονται υποχρεωτικά μέτρα κατανομής βαρών (burden-sharing) και μετατρέπονται υποχρεωτικά (με ένα «κούρεμα») σε κοινές μετοχές διάφορες υποχρεώσεις συμπεριλαμβανομένων και των προνομιούχων μετοχών του Δημοσίου (προκειμένου να μην υπάρχει διακριτική μεταχείριση).

Έτσι, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. πρωτ. 45/07.12.2015 ΠΥΣ, συνεπεία της οποίας μετατράπηκαν υποχρεωτικά σε 1.603.700.987 κοινές μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, το σύνολο των τότε υφιστάμενων προνομιούχων μετοχών της (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που είχαν εκδοθεί στις ΗΠΑ). Ωστόσο, η υποχρεωτική μετατροπή των προνομιούχων μετοχών του Δημοσίου στην Εθνική Τράπεζα σε κοινές πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την εν λόγω ΠΥΣ, με συντελεστή μετατροπής 71% («κούρεμα» επί της ονομαστικής αξίας τους η οποία ανέρχεται στα 1,35 δισ. ευρώ).

Ενώ, εκτός από την υποχρεωτική μετατροπή με «κούρεμα» επί της ονομαστικής αξίας τους, απώλειες καταγράφηκαν και από την εισαγωγή και διαπραγμάτευση των νέων κοινών μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών (ενδεικτικά, -30% την 1η μέρα διαπραγμάτευσης, 14.12.2015).

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

1ον. Ποιό είναι το ύψος της ζημίας του Δημοσίου, στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης, από την υποχρεωτική μετατροπή των προνομιούχων μετοχών που κατείχε στην Εθνική Τράπεζα σε κοινές, από την εισαγωγή και διαπραγμάτευση των νέων κοινών μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς και από ενδεχόμενα απωλεσθέντα έσοδα της απόδοσης των προνομιούχων μετοχών η οποία προβλέπεται στο Ν. 3723/2008, όπως ισχύει;

2ον. Υφίσταται θέμα υγιούς ανταγωνισμού στην τραπεζική αγορά, καθώς η Alpha Bank και η Τράπεζα Πειραιώς έχουν αποπληρώσει τις προνομιούχες μετοχές προς το Δημόσιο από το 2014;

 

Ο Ερωτών Βουλευτής

 Χρήστος Σταϊκούρας

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

 

Το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μετά τη σταθεροποίηση που επετεύχθη το 2014, έχει εισέλθει, το 2015, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, σε νέες, μεγάλες περιπέτειες.

Συγκεκριμένα, το 2014, οι τράπεζες, μετά την ανακεφαλαιοποίησή τους, σταθεροποιήθηκαν.

Επανέκτησαν την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και πραγματοποίησαν αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, συνολικού ύψους 8,3 δισ. ευρώ.

Πέρασαν με επιτυχία την άσκηση συνολικής αξιολόγησης που διεξήγαγε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με ιδιαίτερα αυστηρές παραδοχές.

Και μηδένισαν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό έκτακτης στήριξης της ΕΚΤ (Emergency Liquidity Assistance – ELA).

Ενώ, στα τέλη του 2014, η αγοραία κεφαλαιοποίηση της συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), στα τραπεζικά ιδρύματα είχε διαμορφωθεί περίπου στα 15 δισ. ευρώ.

Η κατάσταση αυτή, δυστυχώς, άλλαξε ριζικά το 2015.

Η Κυβέρνηση, εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών της, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με τεράστιους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την πρόσφατη τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων:

  • Οι συνολικές καταθέσεις και τα repos των πιστωτικών ιδρυμάτων, από το Δεκέμβριο του 2014, μειώθηκαν περίπου κατά 50 δισ. ευρώ, ή κατά περίπου 25% επί του συνόλου τους (στα 159,3 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2015, από τα 207,9 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2014).
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε, καθώς αυξήθηκαν ραγδαία τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, εξαιτίας τόσο της μεγάλης – εφέτος – επιβράδυνσης του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης και της επιστροφής στην ύφεση, όσο και της κουλτούρας μη-πληρωμών που καλλιεργούσε επί μακρόν η παρούσα Κυβέρνηση, όταν τα Κόμματα που τη στηρίζουν ήταν στην Αντιπολίτευση.
  • Οι διεθνείς αγορές έκλεισαν, ενώ, επί της ουσίας, δεν γίνονταν πράξεις στη διατραπεζική αγορά με ξένους αντισυμβαλλόμενους ούτε έναντι ενεχύρου. Σημειωτέον ότι οι αγορές έκλεισαν σε μια ιδιαίτερα ευνοϊκή περίοδο διεθνώς, με το κόστος χρήματος να βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο εδώ και δεκαετίες.

Όλα αυτά, που οφείλονται σε πράξεις και παραλείψεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, επηρέασαν αρνητικά, το 1ο εξάμηνο του 2015, τόσο τη ρευστότητα όσο και τη φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος.

Το αποτέλεσμα είναι, σήμερα, η χρηματοδότηση των τραπεζών να γίνεται, κυρίως, μέσω του Ευρωσυστήματος. Έτσι, η χρηματοδότηση μέσω του ELA διαμορφώνεται πλέον περίπου στα 87 δισ. ευρώ, από μηδέν στο τέλος του 2014. Ενώ, η συνολική χρηματοδότηση μέσω του Ευρωσυστήματος διαμορφώνεται περίπου στα 127 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας, για πρώτη φορά, το ύψος των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Παράλληλα, καθίσταται αναγκαία και μία νέα, μεγάλη, ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των μη συστημικών και συνεταιριστικών τραπεζών, της τάξεως των 20 δισ. ευρώ. Ανάγκες που προέκυψαν, στο σύνολό τους, το 1ο εξάμηνο του 2015. Και οι οποίες είναι τεράστιες, λαμβάνοντας υπόψη ότι διαμορφώνονται περίπου στο ύψος των ιδίων κεφαλαίων τους. Δημιουργώντας νέο κόστος για τους φορολογούμενους.

Ενώ και η αξία των τραπεζικών μετοχών, τους τελευταίους 6 μήνες, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την επαναλειτουργία του Χρηματιστηρίου, έχει καταρρεύσει (η κεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών μειώθηκε κατά 7,5 δισ. ευρώ μετά την επαναλειτουργία του Χρηματιστηρίου). Με αποτέλεσμα, η αξία των μετοχών που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο να διαμορφώνεται, σήμερα, περίπου στα 3 δισ. ευρώ, από 15 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014 (μειωμένες δηλαδή κατά 12 δισ. ευρώ ή κατά 80%).

Με τεράστιο δυνητικό κόστος για τους φορολογούμενους και το δημόσιο χρέος της χώρας.

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, παγιδευμένη σε ιδεοληψίες, μύθους, ψευδαισθήσεις και ενδογενείς αντιφάσεις, χωρίς πολιτική κατεύθυνση, σχέδιο και βούληση, έχει οδηγήσει την ελληνική οικονομία και το τραπεζικό σύστημα στο τέλμα.

Το κόστος για το Δημόσιο, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις είναι ήδη μεγάλο και μέρα με την ημέρα γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο. 

Η Κυβέρνηση οφείλει να κυβερνήσει.

Να κάνει την αυτοκριτική της για όσα υποστήριζαν τα Κόμματα που τη στηρίζουν όταν ήταν στην Αντιπολίτευση σχετικά με την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Και να προχωρήσει και να ολοκληρώσει με επιτυχία, το ταχύτερο δυνατό, την αναγκαία έτσι όπως η ίδια διαμόρφωσε την κατάσταση, νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ώστε να αρθούν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και να αποφευχθεί ο κίνδυνος ευρείας συστημικής αποσταθεροποίησης.

Σε συνέχεια της υπ’ αριθ. πρωτ. 9162/10.01.2011 Ερώτησής μου προς το Υπουργείο Οικονομικών σχετικά με την ένταξη των Συνεταιριστικών Τραπεζών στο τελευταίο πακέτο ρευστότητας, και κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. Β.236/08.02.2011 Απάντησης του αρμόδιου Υπουργείου, επανέρχομαι στο εν λόγω θέμα δεδομένης της σπουδαιότητάς του.

Η επαρκής ρευστότητα του τραπεζικού τομέα είναι ζωτικής σημασίας για την τόνωση της αγοράς και την ώθηση της πραγματικής οικονομίας. Η Νέα Δημοκρατία, ως Κυβέρνηση, έγκαιρα, το 2008, κινήθηκε προς την κατεύθυνση αυτή θεσμοθετώντας με το Ν. 3723/2008 το πακέτο ρευστότητας των 28 δισ. ευρώ.

Το 2010, το ΠΑΣΟΚ, ως Κυβέρνηση, αποφάσισε την ενίσχυση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος με 15 δισ. ευρώ, αρχικά, και, στη συνέχεια με άλλα 25 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με την προαναφερθείσα Απάντηση του αρμόδιου Υπουργείου, κάθε μετατροπή ή ενδεικτική κατανομή των διατιθέμενων ανά πιστωτικό ίδρυμα ποσών πραγματοποιείται με Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών βάσει εισήγησης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, αναλόγως του εκδηλωμένου ενδιαφέροντος, μετά από έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Είναι δε δυνατόν τα κονδύλια που διατίθενται από το Ελληνικό Δημόσιο να ανακατανέμονται ανά κατηγορία ρυθμίσεων αναλόγως της απορροφητικότητας και των εν γένει αναγκών που προκύπτουν.

Σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα για την 3η Επικαιροποίηση του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Οικονομικών, και σε ότι αφορά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το Ελληνικό Δημόσιο θα μπορεί να παράσχει 30 δισ. ευρώ επιπλέον εγγυήσεις για την άντληση ρευστότητας από τις τράπεζες, μέσω τραπεζικών ομολόγων, ώστε να μπορέσουν να συνεισφέρουν στην χρηματοδότηση της οικονομίας.

Κατόπιν τούτων,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

1. Έχουν την δυνατότητα οι Συνεταιριστικές Τράπεζες να συμμετάσχουν στο νέο πακέτο ρευστότητας;

2. Πότε θα γίνει η κατανομή των κονδυλίων του νέου πακέτου ρευστότητας;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Χρήστος Σταϊκούρας

Γιάννης Πλακιωτάκης

Σύμφωνα με τις βασικές κατευθύνσεις δανεισμού για το έτος 2011, όπως αυτές αποτυπώνονται και στον Προϋπολογισμό, το Υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζει, μεταξύ άλλων, και την έκδοση και διάθεση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο ευρύ επενδυτικό κοινό στις τοπικές αγορές της Αμερικής, του Καναδά και της Αυστραλίας.

 

Σύμφωνα όμως με σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Real News» της 16ης Ιανουαρίου 2011 (ένθετο «Real Money», σελίδα 6), η ελληνική ομογένεια φέρεται να εκφράζει επιφυλάξεις για το εγχείρημα και μην έχει ενημερωθεί σχετικά.

 

Πιο συγκεκριμένα, πάντα σύμφωνα με το δημοσίευμα, κορυφαίοι επιχειρηματίες της ομογένειας εκφράζουν τις επιφυλάξεις τους για το εγχείρημα και την αποδοτικότητά του, ενώ το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ) δεν έχει ενημερωθεί επισήμως για τη διάθεση των ομολόγων διασποράς.

 

Κατόπιν τούτων,

 

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

 

 1.        Σε ποια φάση βρίσκεται η διαδικασία έκδοσης ομολόγων διασποράς;

 2.        Σε ποιες ενέργειες θα προβεί το Υπουργείο Οικονομικών ώστε να ενημερωθεί έγκαιρα το επενδυτικό κοινό;

Σύμφωνα με το Επικαιροποιημένο Μνημόνιο (2η αναθεώρηση, Δεκέμβριος 2010), η Κυβέρνηση έχει εκπονήσει ένα πρόγραμμα για τη διασφάλιση της σταθερότητας και της αποτελεσματικότητας των τραπεζικών ιδρυμάτων που βρίσκονται υπό τον έλεγχό της. Οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί αποσκοπούν στο μετριασμό της στρέβλωσης του ανταγωνισμού, ως αποτέλεσμα της παροχής κρατικής βοήθειας, στοχεύοντας στη διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας.

 

Σε αυτό το πλαίσιο, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠ&Δ) θα διαχωριστεί σε δύο διαφορετικές οντότητες. Με νομοθετική ρύθμιση μέχρι το τέλος Μαρτίου 2011, θα διαχωρίζονται οι κύριες αρμοδιότητες παρακαταθηκών από τις εμπορικές δραστηριότητες. Είναι, δε, τέτοια η σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση στην προωθούμενη αλλαγή, που αποτελεί, κατά πρότασή της, διαρθρωτικό ορόσημο του Επικαιροποιημένου Μνημονίου.

 

Παράλληλα, η Κυβέρνηση σκοπεύει να διατηρήσει την, επικείμενη και αναμενόμενη, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της Αγροτικής Τράπεζας δημοσιονομικά ουδέτερη, ενδεχομένως αντλώντας πόρους από τα πλεονάσματα των αποθεματικών του ΤΠ&Δ.

 

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, ο λειτουργικός διαχωρισμός του ΤΠ&Δ θα συμβάλει στη σταθερότητα του  χρηματοπιστωτικού συστήματος.

 

Κατόπιν τούτων,

 

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κος Υπουργός:

 

1. Ο ελληνικός χρηματοπιστωτικός χώρος χρειάζεται ένα ακόμη μικρού μεγέθους πιστωτικό ίδρυμα; Γιατί χρειάζεται αυτό να διαχωριστεί για να σταθεροποιηθεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας;

 

2. Πως θα μπορέσει να συμβάλει στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ένα ακόμη πιστωτικό ίδρυμα του αυτού μεγέθους, χωρίς δίκτυο καταστημάτων και με μικρή καταθετική βάση;

 

3. Είναι πράγματι στις προθέσεις της Κυβέρνησης η δημιουργία ενός νέου τραπεζικού σχήματος ή η δημιουργία ενός ενδιάμεσου οχήματος για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων (δάνεια) του Ταμείου σε άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα;

 

4. Με ποιον τρόπο θα αξιοποιείται εφεξής το προϊόν της παρακαταθήκης;

 

5. Ποιους κινδύνους εγκυμονεί η μεταβίβαση των δανείων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων σε μια ιδιωτική τράπεζα; Πως ένας ιδιωτικός φορέας θα μπορεί να παρακρατά απευθείας από τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων τις δόσεις των δανείων;

 

6. Με ποιόν τρόπο προτίθεται η Κυβέρνηση να στηρίξει υπαλλήλους του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι έχουν δει τις αποδοχές τους να περικόπτονται σε σημαντικό βαθμό με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στις ανειλημμένες υποχρεώσεις τους;

 

7. Γιατί το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης να απωλέσει μια σημαντική πηγή εσόδων που συμβάλλει στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και χρέους; Με ποιον τρόπο θα αντικαταστήσει η Κυβέρνηση την απώλεια αυτή; Τα μερίσματα και η φορολόγηση των κερδών επαρκούν για να καλύψουν το συνολικό όφελος που προκύπτει από την απευθείας χρηματοδότηση του Ισοζυγίου της Γενικής Κυβέρνησης με την κερδοφορία του Ταμείου (1,1 δισ. ευρώ μόνο την τελευταία πενταετία);

 

8. Γιατί το ΤΠ&Δ δεν αξιοποιήθηκε ως μέσο χρηματοδοτικής τεχνικής και ταμείο αστικής ανάπτυξης σύμφωνα με τη νομοθετική ρύθμιση του Ν. 3613/2007;

 

9. Πώς σχεδιάζει η Κυβέρνηση να ελέγξει τη χρηματοδότηση  των ΟΤΑ (και τον υπερδανεισμό αυτών) και την κατανομή των ΚΑΠ σε αυτούς;

 

10. Δεν είναι αντιφατικό ενώ η Κυβέρνηση νομοθετεί το Πρόγραμμα Εξυγίανσης των ΟΤΑ μέσω της σύστασης ειδικού λογαριασμού στο ΤΠ&Δ να μεταφέρει το κομμάτι των χορηγήσεων σε έναν άλλο φορέα; Πώς σχεδιάζει να υλοποιήσει την εξυγίανσή τους;

Σύμφωνα με το Επικαιροποιημένο Μνημόνιο (2η αναθεώρηση, Δεκέμβριος 2010), η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος «…πρόκειται να αναδιαρθρωθεί ριζικά, ως ένα αυτόνομο ίδρυμα. […] προτεραιότητα είναι να μετατραπεί σε ένα πιο αποτελεσματικό, ευέλικτο και επαρκώς κεφαλαιοποιημένο ίδρυμα…[…] θα πραγματοποιηθεί μία εκ νέου αξιολόγηση των κεφαλαιακών αναγκών της τράπεζας μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του 2011 […] η επανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας θα λάβει χώρα αμέσως μετά. Εάν καταστεί αναγκαίο, το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα ενδυναμωθεί έτσι ώστε να διασφαλιστεί η κεφαλαιακή επάρκεια χωρίς να αυξηθεί η ανάγκη για περαιτέρω επανακεφαλαιοποίηση. Η Κυβέρνηση σκοπεύει να διατηρήσει αυτή την αύξηση κεφαλαίου δημοσιονομικά ουδέτερη, ενδεχομένως αντλώντας πόρους από τα πλεονάσματα των αποθεματικών του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων».

 

Ενόψει, συνεπώς, της επικείμενης και αναμενόμενης αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της ΑΤΕ, έρχεται στο φως της δημοσιότητας πρόταση κινεζικού επιχειρηματικού ομίλου, ο οποίος ενδιαφέρεται να συμμετάσχει σε αυτή.

 

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Πρώτο Θέμα» της 16ης Ιανουαρίου 2011 (σελίδα 8), «Οι Κινέζοι της Reignwood, με επίσημη επιστολή που έχουν στείλει στο ελληνικό υπουργείο Οικονομικών, στην Τράπεζα της Ελλάδος αλλά και στη διοίκηση της Αγροτικής Τράπεζας, έχουν εκφράσει την έντονη επιθυμία τους να αποκτήσουν, και μάλιστα άμεσα, τον μετοχικό έλεγχο της ΑΤΕ».

 

Ωστόσο, πρόσφατα, ο Υφυπουργός Οικονομικών κ. Σαχινίδης, σε απάντηση σχετικής με το θέμα Ερώτησης της Συναδέλφου Βουλευτή του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς κας. Ε. Αμμανατίδου-Πασχαλίδου, είχε δηλώσει ότι «στην πραγματικότητα καμιά συνομιλία δεν έχει γίνει για ιδιωτικοποίηση της Αγροτικής Τράπεζας» (Πρακτικά Βουλής, 26.11.2010),

 

Κατόπιν των ανωτέρω,

 

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

 

1. Αληθεύει το δημοσίευμα της εφημερίδας «Πρώτο Θέμα»;

2. Αν ναι, ποια είναι η θέση του Υπουργείου Οικονομικών για την πρόταση του Κινεζικού επιχειρηματικού ομίλου;  

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποδεικνύει καθημερινά, με το λόγο και τις πράξεις της, ότι δεν έχει μάθει να «διαβάζει» τις αγορές.

Αρχικά, υποστήριζε ότι για τη ενίσχυση των spreads ευθύνεται η αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων.

Όμως, μελέτη του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) υποστηρίζει ότι «η άνοδος των spreads δεν οφείλεται στο ύψος του δημοσίου ελλείμματος και χρέους της χώρας, αλλά στη μελλοντική εξέλιξη – δυναμική – αυτών των μεγεθών». Άλλωστε, όπως, η ίδια μελέτη, σημειώνει, «η απογραφή του 2004 δεν επηρέασε τη διαχρονική εξέλιξη των spreads» (Οικονομικές Εξελίξεις, Τεύχος 12, Μάιος 2010).

Στη συνέχεια, η Κυβέρνηση υποστήριζε ότι για τη διεύρυνση των spreads ευθύνονται οι κερδοσκόποι.

Όμως, μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ της αγοράς ασφαλίστρων αντιστάθμισης κινδύνου και της ανόδου των κόστους δανεισμού για τα κράτη-μέλη (Report on Sovereign CDS, Δεκέμβριος 2010).

Σήμερα, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι για τη διατήρηση των spreads σε υψηλά επίπεδα ευθύνονται οι Ευρωπαϊκές αναταράξεις.

Όμως, Έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου εκτιμά ότι τα spreads θα μειωθούν στις 300 μονάδες βάσης στα μέσα του 2013 [από περίπου 850 σήμερα και 130 τον Οκτώβριο του 2009] (Second Review Under the Stand-By Arrangement, Δεκέμβριος 2010).

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, όλους αυτούς τους μήνες, «καλλιεργεί μύθους» για την διεύρυνση και διατήρηση των spreads σε υψηλά επίπεδα προκειμένου να αποφύγει τις δικές της, σοβαρές, ευθύνες.

Ευθύνες γιατί, μεταξύ άλλων:

1ον. Έστελνε, επί μήνες, αντιφατικά μηνύματα στις αγορές, με αποτέλεσμα ακόμη και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης να συστήσουν στα κυβερνητικά στελέχη να σιωπήσουν.

2ον. Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα.

3ον. Άργησε να πάρει μέτρα. Τον Οκτώβριο του 2010, το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, κ. Σμάγκι, υπογράμμιζε ότι «εάν η Ελληνική Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε διορθωτικές δράσεις από το φθινόπωρο του 2009, θα μπορούσε να αποφύγει την κρίση χρέους και το δραστικό πρόγραμμα προσαρμογής».

Ευθύνες όμως γιατί η χώρα, εξαιτίας και του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, θα βρεθεί με χρέος στο 152% του ΑΕΠ το 2011.

Χρέος που αναμένεται να διογκωθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2013, και που εκτιμάται, ότι, το 2020, θα είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο του 2009.

Και οι αγορές εξετάζουν και αξιολογούν αυτές τις προοπτικές της Οικονομίας.

Αυτό που απαιτείται συνεπώς το συντομότερο δυνατόν, πέρα από τις αναγκαίες Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες (επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων, έκδοση ευρωομολόγου, διεύρυνση λειτουργίας του Ταμείου Στήριξης), είναι, στο εσωτερικό, η αλλαγή της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής και η επίτευξη ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.

Και αυτό διότι η χώρα, για να αντιμετωπίσει το δημόσιο χρέος της, χρειάζεται ικανοποιητικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και δημοσιονομικά πλεονάσματα.

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας , έκανε την ακόλουθη δήλωση, σχετικά με την αξιολόγηση του Οίκου Fitch για την Ελληνική οικονομία :

«Η Νέα Δημοκρατία, από την υπογραφή του «Μνημονίου», υποστηρίζει ότι το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και δεν αντιμετωπίζει το αυξανόμενο χρέος.

Πρόσφατα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτίμησε ότι το χρέος θα διογκωθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του Α.Ε.Π. την περίοδο 2009- 2013. Ενώ το 2020 θα είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο του 2009.

Την ίδια περίοδο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει λόγο για βαθύτερη, από την αναμενόμενη, ύφεση.

Η ανακοίνωση του Οίκου Fitch , παρά τις ενστάσεις που έχουμε κατ’ επανάληψη διατυπώσει για τη χρονική συγκυρία και τη σκοπιμότητα δημοσιοποίησης της αξιολόγησης, επιβεβαιώνει τις ανησυχίες για την εξέλιξη του χρέους, για το χρόνο πρόσβασης στις αγορές και την ανάπτυξη.

Η Νέα Δημοκρατία και ο Πρόεδρός της, κ. Αντώνης Σαμαράς, πιστεύουν- και το υποστηρίζουν από τον Ιούλιο- ότι απαιτείται αλλαγή της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής και επίτευξη ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.

Κι αυτό διότι η χώρα, για να αντιμετωπίσει το δημόσιο χρέος της, χρειάζεται ικανοποιητικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και δημοσιονομικά πλεονάσματα».