Tags Posts tagged with "ΑΡΘΡΟ"

ΑΡΘΡΟ

Στον δημόσιο πολιτικό διάλογο ένα ερώτημα που συχνά τίθεται είναι εάν το 3ο, αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο οδήγησαν τη χώρα η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, πέτυχε ή απέτυχε.

Η Κυβέρνηση διατείνεται ότι πέτυχε, ισχυριζόμενη, κυρίως, ότι υπερκαλύπτονται οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Η πραγματικότητα όμως, για ακόμη μία φορά, διαψεύδει τις επιθυμίες της.

Για μια σειρά από λόγους:

1ον. Δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές, κάτι που αποτελεί βασικό στόχο του προγράμματος.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί, πλήρως, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

2ον. Δεν επιτεύχθηκαν οι αναπτυξιακοί στόχοι του προγράμματος.

Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς.

Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Με λίγα λόγια, η χώρα βρίσκεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

3ον. Το ιδιωτικό χρέος διογκώθηκε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 60% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητάς τους.

4ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές που ξεπερνούν ακόμα τα 3 δισ. ευρώ, παρά την πρόβλεψη του προγράμματος ότι αυτές θα εκκαθαρίζονταν πλήρως μέχρι τις 20 Αυγούστου.

5ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Οι δαπάνες του, σε αντίθεση με την πρόβλεψη του προγράμματος, παρουσίασαν υστέρηση κατά 1,3 δισ. ευρώ έναντι του στόχου τη διετία 2016-2017, και επιπρόσθετα διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας.

Ενώ μέχρι σήμερα το 2018, η σωρευτική απόκλιση έναντι του στόχου ανέρχεται ήδη στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση στερεί πολύτιμη ρευστότητα από την οικονομία, προκειμένου να επιτύχει υπερπλεονάσματα.

6ον. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.

Σύμφωνα με τις διεθνείς εκθέσεις, όπως η πιο πρόσφατη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, η χώρα διαρκώς υποχωρεί την τελευταία τριετία στους παγκόσμιους δείκτες ανταγωνιστικότητας.

7ον. Το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων, την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, την παροχή πιστώσεων και τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας του, την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι το πρόγραμμα απέτυχε στους βασικούς του στόχους.

Και σε αυτούς που πέτυχε, το κόστος και οι επιπτώσεις για την οικονομία και την κοινωνία είναι τεράστια.

Ευτυχώς όμως για τη χώρα, μαζί με το πρόγραμμα κλείνει και ένας κύκλος αποτυχημένης διακυβέρνησης, που χαρακτηρίστηκε από αυταπάτες, ανευθυνότητα, τυχοδιωκτισμό, αναποτελεσματικότητα και ιδεοληψίες.

Και οι πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας.

Με αφορμή τη συζήτηση του τελευταίου Προϋπολογισμού της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, είναι μια ευκαιρία να αποσαφηνίσουμε κρίσιμα ερωτήματα για την πορεία της οικονομίας και της χώρας.

Ερώτημα 1ο: Η χώρα βγήκε από το μνημόνιο όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή βγήκε από το πρόγραμμα όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η χώρα βγήκε τυπικά από το 3ο αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο την οδήγησαν η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, αλλά δεν έχει βγει ουσιαστικά από το μνημόνιο. Η Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με τις Κυβερνήσεις άλλων χωρών που βγήκαν από τα μνημόνια, έχει προ-νομοθετήσει μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι όποιες ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις και έχει εντάξει τη χώρα σε αυστηρό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Καθεστώς στο οποίο καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει ενταχθεί.

Συνεπώς η χώρα, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, τελεί ουσιαστικά υπό ένα μη ομολογούμενο νέο μνημόνιο.

Ερώτημα 2ο: Το πρόγραμμα πέτυχε όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή απέτυχε όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

Ερώτημα 3ο: Η δημοσιονομική υπερ-απόδοση είναι θετική όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή αρνητική όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών.

Η μέχρι σήμερα εκτέλεση του Προϋπολογισμού επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων υστερούν κατά 1,2 δισ. ευρώ έναντι του στόχου. Μάλιστα η απόκλιση αυτή, μήνα με τον μήνα, διευρύνεται.

Οι πρωτογενείς δαπάνες υστερούν κατά 460 εκατ. ευρώ, με τη χορήγηση πλήθους συντάξεων ακόμη να εκκρεμεί.

Και οι επιστροφές φόρων υστερούν κατά 500 εκατ. ευρώ, στερώντας ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

Το άθροισμα αυτών των σημαντικών αποκλίσεων ισοδυναμεί με την υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Το αποτέλεσμα είναι η σημερινή «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» να διογκώνει το χρέος των πολιτών προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Ευθύνες όμως έχουν και οι θεσμοί, που αποδέχθηκαν τέτοιες οικονομικά αναποτελεσματικές και κοινωνικά άδικες πολιτικές.

Ερώτημα 4ο: Οι συντάξεις πρέπει να κοπούν, όπως νομοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ και ισχυρίζεται ότι επιθυμεί η Νέα Δημοκρατία, ή να μην κοπούν, όπως σταθερά υποστηρίζει, δια πράξεων, η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Εδώ ταιριάζει η ρήση «κοίτα ποιος μιλάει»…

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

Ερώτημα 5ο: Η χώρα ανακάμπτει όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή σέρνεται όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, με τις επενδύσεις διαρκώς να συρρικνώνονται.

Να υπενθυμίσουμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Συνεπώς, η Κυβέρνηση των λαϊκιστικών, πελατειακών και παρασιτικών πρακτικών «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

Ερώτημα 6ο: Η χώρα έχει επιστρέψει στην κανονικότητα όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή όχι όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Οι ποσοτικοί δείκτες δίνουν την απάντηση. Επί ημερών διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί, η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται. Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της.

Ερώτημα 7ο: Το τραπεζικό σύστημα είναι απολύτως θωρακισμένο όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή υπάρχουν προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Tα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Με τη βοήθεια και της πολιτείας άντεξαν, και σταθεροποίησαν την κατάσταση.

Δυστυχώς όμως οι «αυταπάτες» και η «δημιουργική ασάφεια» κόστισαν ακριβά, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη αποταμιευτών και επενδυτών. Έτσι, μέσω μιας νέας, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης, προστέθηκε κόστος στο Δημόσιο, απαξιώθηκαν προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε η ιδιοκτησιακή δομή, τροποποιήθηκαν σχέδια αναδιάρθρωσης.

Σήμερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με προκλήσεις, όπως είναι η αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, η επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, η αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, η βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας, η ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, η πλήρης άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, ο ψηφιακός μετασχηματισμός.

«Κλειδί» για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Και αυτά επειδή σήμερα αποτελούν «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

Ερώτημα 8ο: Η ακολουθούμενη πολιτική είναι μονόδρομος όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή υπάρχει άλλος δρόμος όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και για την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων, υφίστανται εναλλακτικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων πολιτικής. Έχει καταρτίσει ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής που οδηγεί σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, σε δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και σε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Τις προτεραιότητες αυτού τις έχουμε καταθέσει πρόσφατα στη ΔΕΘ, και είναι γνωστές.

Συμπερασματικά, ο Προϋπολογισμός συνιστά το κύκνειο άσμα της σημερινής διακυβέρνησης. Σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Ευτυχώς, αυτός ο κύκλος κλείνει. Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας. Έναν κύκλο ανόρθωσης της χώρας και της οικονομίας της. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Εμείς, μαζί με όλους τους πολίτες, θα τα καταφέρουμε.

H εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Tα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση.

Με τη βοήθεια και της πολιτείας άντεξαν, και σταθεροποίησαν την κατάσταση.

Δυστυχώς όμως, οι «αυταπάτες» και η «δημιουργική ασάφεια» κόστισαν ακριβά, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη αποταμιευτών και επενδυτών.

Έτσι μέσω μιας νέας, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης, προστέθηκε κόστος στο Δημόσιο, απαξιώθηκαν προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε η ιδιοκτησιακή δομή, τροποποιήθηκαν σχέδια αναδιάρθρωσης.

Σήμερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων:

  • Τη βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου, με την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, ιδίως σε ότι αφορά τα ελάχιστα επίπεδα και τη σύνθεση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, τους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας και το νέο λογιστικό πλαίσιο IFRS
  • Την επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα και την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, προκειμένου να ενισχυθεί η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών, με τη μείωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων και τη σταδιακή πιστωτική επέκταση.
  • Την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.
  • Τον ψηφιακό μετασχηματισμό του τραπεζικού συστήματος, με κινητήρια δύναμη την καινοτομία, ο οποίος, εκτός του ότι θα απαιτήσει επενδύσεις στην τεχνολογία, θα οδηγήσει και σε έναν δομικό μετασχηματισμό της εργασίας.

«Κλειδί» για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Και αυτά, επειδή αποτελούν σήμερα «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού αποτυπώνει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, τα αδιέξοδα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Τα μέτρα λιτότητας εξακολουθούν να υφίστανται, οι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν υψηλοί, η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνεχίζεται, το Κράτος διογκώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται και υποεκτελείται.

Το αποτέλεσμα αυτής της αδιέξοδης πολιτικής είναι η οικονομία να αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, οι επενδύσεις να συρρικνώνονται και το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται. Ενδεικτικά και μόνο, να υπενθυμίσουμε ότι η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 59% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Αποδεικνύεται έτσι ότι η «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα πίσω στην κανονικότητα.

Ταυτόχρονα, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, το οικονομικό κλίμα – τους τελευταίους μήνες – επιδεινώνεται, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Επιπρόσθετα, η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο για πρώτη φορά ενεργοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά βρίσκεται και εκτός αγορών, με υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο κόστος δανεισμού, συμπαρασύροντας ανοδικά και το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και τραπεζών.

Η χρήση δε του ταμειακού αποθέματος, πέραν του ότι αυτό δημιουργήθηκε με λανθασμένο τρόπο, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και αφήνοντας αναξιοποίητους χαμηλού κόστους πόρους ύψους 24 δισ. ευρώ από τη δανειακή σύμβαση, θα στείλει ανησυχητικό μήνυμα στις αγορές.

Τέλος, οι όποιες  Κυβερνητικές επεκτατικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις είναι – όπως αναφέρει και το Προσχέδιο – «προτιθέμενες» και αποσπασματικές, αφού δεν εντάσσονται σε μία συνολική οικονομική πρόταση, όπως αυτή που έχει καταθέσει η Νέα Δημοκρατία και η οποία στοχεύει σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, στη δημιουργία πολλών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με έμφαση στην εξωστρέφεια και τις επενδύσεις, μέσα από τη μείωση της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Συμπερασματικά, το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, το τελευταίο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, σφραγίζει το τέλος του τετραετούς κύκλου της αυταπάτης, της δημιουργικής ασάφειας, των ιδεοληψιών, της ανευθυνότητας, του τυχοδιωκτισμού και της αναποτελεσματικότητας, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και στους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Συγχρόνως, όμως, σημάνει και την απαρχή ενός νέου κύκλου ευθύνης, ρεαλισμού, υπευθυνότητας και σοβαρότητας, με διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

H αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και η υλοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αποτελούν βασικά εργαλεία και σημαντικές πηγές τόνωσης της ρευστότητας της οικονομίας.

Δυστυχώς, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει αποτύχει και στα δύο αυτά πεδία, στερώντας ρευστότητα από την αγορά, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και υπονομεύοντας την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ειδικότερα:

1ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές.

Η Κυβέρνηση, στο Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, αναφέρει ότι “Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης προς τρίτους…αποτελεί μία από τις προτεραιότητες του Υπουργείου Οικονομικών».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει.

Και αυτό γιατί οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 11% τον Αύγουστο, ξεπερνώντας πλέον τα 3 δισ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι είχαν εκταμιευθεί – για την αποπληρωμή τους – δανειακοί πόροι 7 δισ. ευρώ.

Αυτό οφείλεται στην ανικανότητα της Κυβέρνησης να αντλήσει και να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, αλλά και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους, με αποτέλεσμα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου από 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης το 2014.

Επιπλέον, η ημερομηνία πλήρους εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών όλο και μετατίθεται.

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017, κατόπιν για το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, και στη συνέχεια για το τέλος του 2018.

Ούτε αυτή όμως η δέσμευση δεν θα υλοποιηθεί αφού, στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, γίνεται αναφορά στην περαιτέρω μείωσή τους μέχρι το τέλος του έτους και όχι στην πλήρη εκκαθάρισή τους.

Και το χειρότερο όλων είναι ότι σήμερα, που η χρηματοδότηση της χώρας από το πρόγραμμα έχει λήξει, η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών θα βασιστεί αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα και στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών.

2ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Η Κυβέρνηση, στο δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της, τονίζει τη σημασία του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι το κύριο χρηματοδοτικό εργαλείο για την Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει και εδώ.

Συγκεκριμένα, οι δαπάνες του Προγράμματος, το 2017, έκλεισαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, εμφανίζοντας σωρευτική υστέρηση ύψους 1,3 δισ. ευρώ την περίοδο 2016-2017.

Ενώ το 2018, συνεχίζουν να παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, σχεδόν κατά 1 δισ. ευρώ το οκτάμηνο του έτους.

Μάλιστα ο στόχος, για το 2018, έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω, και περιορίζεται στα 6,63 δισ. ευρώ, καθιστώντας αισιόδοξη την κυβερνητική πρόβλεψη για αυξημένες δημόσιες επενδυτικές δαπάνες το 2019.

Συμπερασματικά, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ σε δύο κομβικά για την οικονομία πεδία, επιβεβαιώνουν, για ακόμη μία φορά, την ανικανότητα και την αναποτελεσματικότητά της.

Η επόμενη Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας θα εφαρμόσει ένα σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, μέσα από την ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Χρήστος Σταϊκούρας1 και Παναγιώτης Μπαλωμένος2

1 Βουλευτής Φθιώτιδας ΝΔ, πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, Επίκουρος Καθηγητής ΟΠΑ

2 Τοπογράφος Μηχανικός ΕΜΠ, MSc και PhD στην Ακίνητη Περιουσία

Τα τελευταία χρόνια, η αγορά ακίνητης περιουσίας δοκιμάστηκε σκληρά, εξαιτίας κυρίως της οικονομικής κρίσης, ενώ ποιοτικοί παράγοντες και νέα δεδομένα της τελευταίας τετραετίας δημιουργούν ανησυχίες για την προοπτική ανάκαμψής της σε στέρεες βάσεις.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της αγοράς ακίνητης περιουσίας, με έντονο κοινωνικό αντίκτυπο, αποτελούν οι κατασχέσεις ακινήτων ιδιωτών από το δημόσιο, οι πλειστηριασμοί και οι αποποιήσεις κληρονομιών. Αυτά δημιουργούν έναν τεράστιο όγκο ακινήτων, όπου σε μια ρηχή αγορά όπως είναι η ελληνική, καθιστούν το δημόσιο τομέα ρυθμιστή της πορείας και της βιωσιμότητάς της. Ενδεικτικά, μόνο για το 2017, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αποποιήσεις κληρονομιών ανήλθαν στις 130.000, σχεδόν τριπλάσιες συγκριτικά με το 2016, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις, μέσα στην επόμενη τετραετία, μόνο το Ελληνικό Δημόσιο αναμένεται να βγάλει «στο σφυρί» τουλάχιστον 500.000 ακίνητα. Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες προγραμματίζουν περίπου 140.000 πλειστηριασμούς έως το τέλος του 2021.

Η κατάσταση στην ελληνική αγορά ακινήτων περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς υπολογίζεται ότι άνω των 150.000 ακινήτων (κυρίως κατοικίες) ιδιωτών στην Αθήνα είναι υψηλής παλαιότητας, τα οποία είναι μη επαρκώς συντηρημένα και έχουν τεθεί ουσιαστικά εκτός διαπραγμάτευσης και αγοράς. Πράγματι, άνω του 60% των κτιρίων του κέντρου της Αθήνας είναι κατασκευασμένα πριν από το 1960, ενώ πλέον του 85% αυτών χρήζουν παρεμβάσεων αποκατάστασης, εκσυγχρονισμού και βελτίωσης της λειτουργικότητας και της ενεργειακής τους απόδοσης. Κενές κατοικίες, κυρίως εγκαταλελειμμένα και σε κακή κατάσταση κτίρια και ανοίκιαστα διαμερίσματα, αποτελούν μια πραγματικότητα. Η πολυιδιοκτησία, η μέτρια ή κακή κατάσταση των κτιρίων, το μεγάλο κόστος αποκατάστασης και συντήρησης για τα διατηρητέα και η διαχρονική γραφειοκρατία σε θέματα αδειοδοτήσεων επιβαρύνουν την κατάσταση.

Επιπρόσθετα, οι νέες κατασκευές είναι ελάχιστες, νέες εντάξεις στα σχέδια πόλεως δεν προγραμματίζονται, ενώ οι χρηματοδοτήσεις τραπεζών για στεγαστικά δάνεια βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά και δεν προβλέπεται σημαντική διαφοροποίηση μεσοπρόθεσμα. Επιπλέον, ένα πολύ σημαντικό τμήμα του οικιστικού αποθέματος μισθώνεται βραχυχρόνια, αποκλειστικά στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού, ενώ άγνωστη παράμετρος παραμένει η μεσοπρόθεσμη πολιτική των τραπεζών (και των funds) σχετικά με τα ακίνητα ιδιωτών που έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν στην κατοχή τους, αλλά και η σχετική επίπτωση στην κτηματαγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, προκύπτει το συμπέρασμα ότι εάν ο δημόσιος τομέας δεν καταφέρει τάχιστα να προσφέρει προς διάθεση στην αγορά τα ακίνητα που διαχειρίζεται ή θα κληθεί να διαχειριστεί και εάν η πολιτεία δεν δώσει σημαντικά κίνητρα σε ιδιώτες για τη ριζική ανακαίνιση ακινήτων παλαιότητας και την επανείσοδό τους στην αγορά, θα υπάρξει ανισορροπία και αδυναμία ύπαρξης ποιοτικής κατοικίας, κυρίως για τους πολίτες των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων.

Με αυτά τα δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγορά ακινήτων στη χώρα μας αποτελεί συνδεδεμένο μέρος της διεθνούς αγοράς, η πολιτεία οφείλει να σχεδιάσει μια νέα εθνική στεγαστική πολιτική η οποία θα βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες που θα αναλάβουν από κοινού ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας. Πράγματι, στις ανοικτές οικονομίες, η πολιτεία παρεμβαίνει με τη δημιουργία κρίσιμων δημόσιων έργων και με την αναγκαία προληπτική και κατασταλτική εποπτεία, ενώ διαμορφώνει και ένα στρατηγικό σχέδιο – υποστηριζόμενο από κατάλληλες θεσμικές, πολεοδομικές και φορολογικές παρεμβάσεις – που θα επιτρέψουν στον ιδιωτικό τομέα να ενεργοποιηθεί, δημιουργώντας έτσι προσδοκίες για βιώσιμες επενδύσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία και κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Στην κατεύθυνση αυτή, αναγκαίες δράσεις που θα μπορούσαν να αναληφθούν είναι η έκπτωση φόρου 40% για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων, με ειδική μέριμνα για τα φτωχότερα νοικοκυριά και για όσους αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, η θεσμική αντιμετώπιση του ζητήματος της πολυιδιοκτησίας και των εγκαταλελειμμένων κτιρίων, η απλοποίηση των μεταβιβάσεων και η μείωση των δικαιολογητικών για τη μεταβίβαση ακινήτων (έχει ήδη ανακοινωθεί αυτό ως δέσμευση από τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκη).

Το επόμενο μεγάλο πρόβλημα που βιώνει η αγορά, είναι η υψηλή φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, πολύ υψηλότερη του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Η Νέα Δημοκρατία έχει ήδη προτείνει τη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% μέσα στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησής της, καθώς και την αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες και του φόρου υπεραξίας στις αγοραπωλησίες ακινήτων για τρία χρόνια, προκειμένου να στηριχθεί η αγορά ακινήτων.

Η υπερφορολόγηση όμως βρήκε εφαρμογή και σε επενδυτικά σχήματα, όπως είναι οι ΑΕΕΑΠ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας). Από το 1999, όταν και εισήχθη το σχετικό θεσμικό πλαίσιο, οι εν λόγω εταιρείες απέδειξαν ότι είναι σε θέση να προσελκύσουν θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με σκοπό τις επενδύσεις στην ελληνική αγορά ακινήτων. Παρ’ όλα αυτά, τον Ιούνιο του 2016, η Κυβέρνηση επταπλασίασε τον συντελεστή του φόρου που επιβάλλεται στο σύνολο του ενεργητικού τους. Οφείλει συνεπώς να λάβει χώρα ο επανασχεδιασμός του σχετικού φορολογικού πλαισίου, υπό όρους συγκρίσιμους με το αντίστοιχο πλαίσιο των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών.

Ο τρίτος και εξίσου σημαντικός πυλώνας παρέμβασης αφορά τη δημόσια ακίνητη περιουσία. Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας (ΓΓΔΠ) οφείλει να αναλάβει ένα εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, αυτόν της χάραξης της στρατηγικής της χώρας αναφορικά με την αγορά ακίνητης περιουσίας. Η δημιουργία ενός θεσμικού αντίβαρου έναντι του Υπερταμείου, ειδικά όταν σε αυτό αποδεικνύεται καθημερινά ότι έχει μεταβιβαστεί πλήθος κρατικών περιουσιακών στοιχείων, ώστε να διασφαλιστεί ο θεσμικός ρόλος του Δημοσίου, αποτελεί μια αναγκαιότητα. Οι δράσεις τις οποίες μπορεί, ενδεικτικά, να αναλάβει η ΓΓΔΠ είναι:

  • Συντονισμός για τη διαχείριση των χιλιάδων ακινήτων που θα προέλθουν από κατασχέσεις και από αποποιήσεις κληρονομιών αλλά και από τα αδήλωτα ακίνητα ιδιωτών στο κτηματολόγιο, και κατάστρωση μιας νέας εθνικής στεγαστικής πολιτικής.
  • Εμπέδωση της συνεργασίας μεταξύ του Δημοσίου και του Υπερταμείου, προκειμένου να επιτευχθεί η ταχύτερη προώθηση της υλοποίησης επενδύσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.
  • Πρωτοβουλίες για στρατηγική συνεργασία όλων των φορέων της πολιτείας που ενεργοποιούνται στην αγορά ακίνητης περιουσίας (κεντρικής κυβέρνησης, οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισµών κοινωνικής ασφάλισης, άλλων ΝΠ∆∆, κληροδοτηµάτων, δηµόσιων επιχειρήσεων κ.α.).
  • Πρωτοβουλίες για μείωση των φορέων αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, επιχειρησιακή ενοποίηση του μητρώου ακινήτων – που δημιουργήθηκε το 2013 – και αύξηση της ταχύτητας ωρίμανσης ακινήτων και επενδυτικών σχεδίων.
  • Διερεύνηση του επενδυτικού κλίματος και των προϋποθέσεων για ΣΔΙΤ, αναφορικά με την αστική ανάπλαση χωρικών ενοτήτων ή λοιπών – μεγάλης κλίμακας – αστικών παρεμβάσεων.
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων στεγαστικών ακινήτων (ή αλλαγή χρήσης λοιπών ακινήτων) ιδιοκτησίας δημοσίου προς πώληση, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο χορήγησης άδειας διαμονής σε αλλοδαπούς (πρόγραμμα Golden Visa).
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων επαγγελματικών ακινήτων δημοσίων ακινήτων και αξιοποίησή τους μέσω του συνδυασμού των θεσμικών πλαισίων περί ΑΕΕΑΠ, Αμοιβαίων Κεφαλαίων Ακίνητης Περιουσίας και ΣΔΙΤ.
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων ενιαίων αγροτικών εκτάσεων για μακροχρόνια μίσθωση (συνεργασία Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, OTA και Εκκλησίας), για την προσέλκυση στρατηγικών επενδυτών στον πρωτογενή τομέα.
  • Πρωτοβουλίες για την ενιαία λειτουργική διαχείριση όλων των κτιριακών εγκαταστάσεων του δημοσίου τομέα (facilities management).
  • Πρωτοβουλίες ώστε το μητρώο αξιών μεταβιβάσεων ακινήτων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων να αξιοποιηθεί στατιστικά και μαζί με τους δείκτες της Τράπεζας της Ελλάδος να ποσοτικοποιηθεί περαιτέρω η αγορά ακίνητης περιουσίας, με την ανάπτυξη δεικτών ζητούμενων τιμών. Τα θεσμικά κεφάλαια άλλωστε τα οποία είναι απαραίτητα για την ωρίμανση της αγοράς απαιτούν πλήρη διαφάνεια.
  • Πρωτοβουλίες για συνεργασία με Πανεπιστήμια και ερευνητικούς φορείς για την εκπαίδευση των συμμετεχόντων στην αγορά, την ενίσχυση της εφαρμοσμένης έρευνας και τη διάχυση των αποτελεσμάτων της.
  • Πρωτοβουλίες για δημιουργία μόνιμης επιτροπής φορέων της αγοράς ακινήτων, με στόχο τη συνεχή διαβούλευση και με επιδιωκόμενο αποτέλεσμα τη θεσμική θωράκιση και τον εκσυγχρονισμό της αγοράς.

Η καθοριστική συμβολή της αγοράς ακινήτων στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής επιβάλουν αναγνώριση των προβλημάτων, συντονισμό, ρεαλιστικές πολιτικές και τολμηρές δράσεις και εμπέδωση κουλτούρας συνεργασίας μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα με γνώμονα την κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Στην εφετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, αποτυπώθηκαν, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, οι μεγάλες διαφορές των κ. Τσίπρα και Μητσοτάκη στο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και αξιακό επίπεδο.

Από τη μία πλευρά, είχαμε το «κύκνειο άσμα» ενός – χωρίς όραμα και σχέδιο – απερχόμενου Πρωθυπουργού, ο οποίος, αφού απέτυχε σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας (π.χ. διαχείριση προσφυγικού/μεταναστευτικού προβλήματος, διασφάλιση της ασφάλειας του πολίτη, εθνικά επιζήμια διαχείριση θεμάτων όπως είναι το Σκοπιανό, τραγική αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων όπως είναι η καταστροφή στο Μάτι), αφού οδήγησε τη χώρα σε ένα αχρείαστο 3ο πρόγραμμα, αφού επέβαλε πρόσθετα μέτρα λιτότητας στους πολίτες ύψους 14,5 δισ. ευρώ, αφού φτωχοποίησε την κοινωνία και ισοπέδωσε τη μεσαία τάξη, αφού συμφώνησε σε υψηλούς δημοσιονομικούς στόχους για πολλά χρόνια, αφού δέσμευσε τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, αφού απαξίωσε την αξία του τραπεζικού συστήματος, αφού αποδέχθηκε το πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας, ακολουθεί το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας, της συνειδητής όξυνσης και του διχασμού, προσπαθώντας να «κρατηθεί», για λίγο ακόμη, στην εξουσία.

Και από την άλλη πλευρά, έχουμε τον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος μίλησε ειλικρινά, υπεύθυνα και ενωτικά, συγκροτημένα και τεκμηριωμένα, με μέτρο και μετριοπάθεια, αποφεύγοντας έωλες υποσχέσεις και ανεδαφικές δεσμεύσεις, αποδεικνύοντας ότι έχει όραμα για τη χώρα, το οποίο και θα υλοποιήσει, γιατί διαθέτει πολιτική βούληση και ρεαλιστικό σχέδιο.

Σχέδιο με βασικούς στόχους την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και την ασφαλή πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, με μία κοινωνία που θα δίνει ευκαιρίες προόδου και ευημερίας σε όλους, με μία οικονομία παραγωγική, ψηφιακή, καινοτόμο που θα προσελκύει επενδύσεις σε υγιείς βάσεις, με ένα κράτος λειτουργικό και αποτελεσματικό, με μία παιδεία που θα προετοιμάζει το μέλλον και θα παρακολουθεί την οικονομία, με μία Κυβέρνηση που θα αντιμετωπίζει το κράτος δικαίου και την ασφάλεια ως προϋποθέσεις της Δημοκρατίας και με μία χώρα που θα μετέχει στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Ευρώπης, συνδυάζοντας εθνικές προτεραιότητες, κοινοτικές ευθύνες και συμμαχικές αναγκαιότητες.

Σχέδιο με προτεραιότητες την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, την αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που εδράζεται στην αύξηση της ποσότητας και τη βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, με βασικούς άξονες την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση στοχευμένων μειώσεων άμεσων και έμμεσων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, την υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία (με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης).

Για να επιτευχθούν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Και θα τα καταφέρουμε!

 

 

 

Η χώρα ολοκληρώνει τη χρηματοδότησή της μέσω των προγραμμάτων στήριξης και στρέφεται αποκλειστικά στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της, μέσα όμως σε ένα αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον, με μία οικονομία «λιμνάζουσα», η οποία συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της. Συγκεκριμένα:

1ον. Η κατάσταση, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ έχει βελτιωθεί την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας σφαλμάτων κυρίως του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – εξακολουθούν να υφίστανται. Με λίγα λόγια, η χώρα δεν έχει ακόμη επανέλθει στην κανονικότητα.

2ον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, τα τελευταία χρόνια, επιτυγχάνονται, και μάλιστα υπερκαλύπτονται.

Αυτό όμως οφείλεται, κυρίως, στην υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στη στέρηση πόρων από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Με αποτέλεσμα, τη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους και την αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.

3ον. Η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Κυβέρνηση, με ευθύνη της, επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε – και μάλιστα σημαντικά – στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο. Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

4ον. Η χώρα εισέρχεται σε ένα καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, με την Κυβέρνηση να έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, να έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, να έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα και να έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό όρους και προϋποθέσεις.

5ον. Η χρηματοδότηση με χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένη, αφού δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί οι αναγκαίες προς τούτο συνθήκες.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα.

Η Κυβέρνηση μάλιστα δεν διεκδίκησε τους αναξιοποίητους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ, χαμηλού κόστους δανεισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για το «χτίσιμο» του ταμειακού αποθέματος.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις παρατηρήσεις, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να υλοποιήσει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να επιτευχθούν αυτά, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής, διατηρήσιμης και έξυπνης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα τέτοιο συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος Άξονας. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος Άξονας. Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, με την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, με τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και την επιτάχυνση των διαδικασιών στο δικαστικό σύστημα, με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την ανάπτυξη ενός ποιοτικού και εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας.

3ος Άξονας. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές, με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων.

4ος Άξονας. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Με μία πολιτεία που πρέπει να δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, με τη Διοίκηση, το Κράτος και τη Δικαιοσύνη συμμάχους της επιχειρηματικότητας.

Και με επιχειρήσεις που πρέπει να λειτουργούν με υπευθυνότητα, να αποκτήσουν κουλτούρα εταιρικής διακυβέρνησης, να επιδείξουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας.

Αυτή, με τη σειρά της, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στην ιστορία, στις δυνατότητες και στην προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Προϋπόθεση, η αναγκαία πολιτική αλλαγή, ώστε να χτίσουμε, όλοι μαζί, την Ελλάδα της αυτοπεποίθησης.

TECHNOPOLIS Innovathens

Είναι γνωστό ότι ο βασικός θεσμικός μηχανισμός παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρωπίνου κεφαλαίου είναι το σύστημα εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης, με ισχυρή τη σχέση του με την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία. Οι διαχρονικές εξελίξεις βεβαιώνουν ότι χώρες οι οποίες έλαβαν σοβαρά υπόψη, σε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής, τις υποδείξεις της επιστήμης, ενισχύουν διαρκώς τη θέση τους στο όλο και πιο ανταγωνιστικό παγκόσμιο στερέωμα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η δυνητική θετική συμβολή της εκπαίδευσης, της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας στην ολιστική και βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής της Λαμίας, είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη. Προς αυτή την κατεύθυνση, η Πολιτεία, το 2003, προέβη στην ίδρυση του Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας, με έδρα τη Λαμία, παρέχοντας έτσι ένα δυνητικό συντελεστή προώθησης της ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής στην ευρύτερη περιοχή.

Όμως, η συγκρότηση ενός Πανεπιστημίου, η εύρυθμη, ποιοτική και αποτελεσματική λειτουργία του, απαιτεί, πέραν της ακαδημαϊκής συγκρότησης, και τη συνέργεια και άλλων θεσμικών παραγόντων για τη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων, όπως είναι, για παράδειγμα, οι κατάλληλες κτιριακές και υλικοτεχνικές υποδομές. Σε άλλες περιοχές της χώρας, όλοι οι δρώντες κινήθηκαν με ταχύτητα προς αυτή την κατεύθυνση, και πέτυχαν. Δυστυχώς στην περιοχή μας, επί μία δεκαετία, δεν καταφέραμε, διοίκηση του Πανεπιστημίου, Αυτοδιοίκηση και φορείς, να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις, ούτε καν να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες που μας έδωσε η Κεντρική Κυβέρνηση (π.χ. το 2007-2008) και να δώσουμε την αναγκαία δυναμική στη συγκρότηση του Πανεπιστημίου. Το αφήσαμε επί χρόνια να αποτελεί το πιο ισχνό Πανεπιστήμιο της χώρας, γεγονός το οποίο, μοιραία, οδήγησε, το 2013, σε συνθήκες πολλαπλών πιέσεων, στην κατάργησή του.

Ταυτόχρονα όμως, την ίδια περίοδο, αναλήφθηκαν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και έγιναν βήματα στην κατεύθυνση ενίσχυσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας στη Λαμία και την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας.

Συγκεκριμένα τη διετία 2013-2014:

1ον. Ιδρύθηκε Σχολή Θετικών Επιστημών στη Λαμία, με δύο τμήματα: το υφιστάμενο – από το 2004 – Τμήμα Πληροφορικής με εφαρμογές στη Βιοϊατρική, και το νέο Τμήμα Πληροφορικής (το μόνο που τότε ιδρύθηκε πανελλαδικά), με αποτέλεσμα να υπερδιπλασιαστεί – σε σχέση με το πρώην Πανεπιστήμιο Στερεάς Ελλάδας – ο αριθμός των φοιτητών στη Λαμία.

2ον. Ενισχύθηκε η Σχολή με νέα μέλη ΔΕΠ και τεχνολογικό εξοπλισμό.

3ον. Ιδρύθηκε και λειτουργεί με επιτυχία, Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών.

4ον. Επελέγη, με τη βοήθεια συμπατριωτών, έκταση γης, στην περιοχή της πρώην ΠΑΒΥΠ, για την εγκατάσταση του Πανεπιστημίου και τη λειτουργία δομής έρευνας και καινοτομίας.

5ον. Εξασφαλίστηκαν οι σχετικές πιστώσεις, ύψους 950.000 ευρώ, για την μετεγκατάσταση του Στρατοπέδου, οι οποίες και παρέμειναν διαθέσιμες μέχρι και το τέλος του 2015 (βλέπετε «Χορήγηση Πιστώσεων από το Αποθεματικό», Υπουργείο Οικονομικών, 24 Ιουλίου 2015).

6ον. Εξασφαλίστηκε, μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, ποσό ύψους 3 εκατ. ευρώ για την έναρξη κατασκευής κτιριακών υποδομών.

7ον.  Εξασφαλίστηκε η έδρα του ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας να βρίσκεται στη Λαμία.

8ον. Εντάχθηκε η Λαμία, οργανικά, στον εθνικό χάρτη Έρευνας και Καινοτομίας, αφού ιδρύθηκε, το 2014, «Κέντρο Έρευνας, Τεχνολογικής και Επιχειρηματικής Καινοτομίας» στην Κεντρική Ελλάδα, με το «Δίκτυο Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας» και τριών τμημάτων έρευνας να προβλέπονται στην έδρα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας.

Συμπερασματικά, παρά την κατάργηση του ισχνού Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας, στο τέλος του 2014, η Λαμία και η Περιφέρεια είχαν τελικά ενισχύσει τη θέση τους στο χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας.

Βέβαια, οι εξελίξεις αυτές δεν ήταν αρεστές σε όλους. Αρχηγός πολιτικού κόμματος της τότε αντιπολίτευσης μιλούσε για «τμήματα φαντάσματα στη Λαμία», ΜΜΕ αναφέρονταν σε «προσωπικά ρουσφέτια στην εκλογική μου περιφέρεια», ενώ δυνάμεις του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας επεδίωκαν την πλήρη απορρόφηση του τότε Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας. Ντόπιες δυνάμεις, στην καλύτερη περίπτωση, δεν είχαν κατανοήσει τις θετικές εξελίξεις στο στενό πεδίο των εφικτών λύσεων. Βέβαια τουλάχιστον κάποιοι εξ αυτών, σήμερα, με δημόσιες τοποθετήσεις τους, αναγνωρίζουν, έστω και καθυστερημένα, τα θετικά βήματα εκείνης της περιόδου.

Είναι επίσης γεγονός ότι, από το 2015 έως και σήμερα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ όχι μόνο δεν προσέθεσε κάτι ουσιαστικό στη Λαμία, στη Φθιώτιδα και την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, αλλά ακύρωσε ή δεν προχώρησε όσα είχαν αποφασισθεί από την προηγούμενη Κυβέρνηση. Έτσι, αφού η Κυβέρνηση – με σκοπιμότητα – ξέχασε στα συρτάρια τις προηγούμενες πρωτοβουλίες για τη δημιουργία κτιριακών εγκαταστάσεων του Πανεπιστημίου, χάθηκαν οι σχετικοί πόροι, ενώ απεντάχθηκε, με νομοθετική ρύθμιση της σημερινής Κυβέρνησης, η Λαμία από τον εθνικό χάρτη έρευνας και καινοτομίας.

Και σήμερα έρχεται το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με την πρότασή του για τη «Νέα Αρχιτεκτονική του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας», να υποβαθμίσει τη θέση της Λαμίας στον εθνικό χάρτη.

Να την αντιμετωπίσει στρεβλά και άνισα σε σύγκριση με τις έδρες άλλων Περιφερειών της χώρας, διευρύνοντας το χάσμα που τη χωρίζει από αυτές. Η Λαμία δεν θα αποτελεί πλέον έδρα τριτοβάθμιου ιδρύματος. Το υφιστάμενο ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας καταργείται και τα Τμήματά του κατατεμαχίζονται και εντάσσονται σε άλλα Πανεπιστήμια. Η Κυβέρνηση αφήνει τη Λαμία με μικρό μερίδιο στο Σύστημα της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (1 Σχολή με 4 Τμήματα + 1 Τμήμα εκ του ΤΕΙ). Την υποβαθμίζει, όχι μόνο μεταξύ των εδρών των Περιφερειών, αλλά και μεταξύ άλλων πόλεων της χώρας (π.χ. Άρτα, Βόλος κ.ά.). Προβλέπει μικρό αριθμό δομών έρευνας (2 έναντι 3 που η Κυβέρνηση είχε παραλάβει στις αρχές του 2015), ενώ της στερεί την έδρα του Δικτύου Καινοτομίας Κεντρικής Ελλάδας (Περιφέρειες Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας), που είχε παραλάβει στις αρχές του 2015.

Βέβαια και η Αυτοδιοίκηση της ευρύτερης περιοχής, παρά την εδώ και περίπου ένα χρόνο διατύπωση του δίκαιου αιτήματος για επανίδρυση και συγκρότηση Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας, επί της ουσίας ήταν απούσα τα προηγούμενα χρόνια, αφού δεν απαίτησε να υλοποιηθούν οι ψηφισμένες – το 2014 – από τη Βουλή των Ελλήνων ρυθμίσεις, που θα αποτελούσαν κεκτημένα και ενισχυτικά επιχειρήματα στις σημερινές διαπραγματεύσεις. Η δε σχετική πρόταση που χρησιμοποίησε και υποστηρίζει ως όχημα της διεκδίκησης είναι ακαδημαϊκά και πολιτικά αδύναμη.

Όμως ο αρμόδιος Υπουργός δεν μπορεί να «κρύβεται» πίσω από τις αδυναμίες της πρότασης των Αυτοδιοικητικών. Ο σχεδιασμός που ο ίδιος προτείνει επιφυλάσσει ρόλο παρία στη Λαμία, ενώ πλήττει μακροχρονίως την ευρύτερη οντότητα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Η κατάργηση του ΤΕΙ ακυρώνει τη Λαμία ως έδρα περιφέρειας. Αλλάζει το μοντέλο που ισχύει στην υπόλοιπη χώρα και προβλέπει την εμπλοκή στην Περιφέρεια τριών παραδοσιακών Πανεπιστημίων. Εκτιμώ ότι η εμπλοκή αυτή μόνο βραχυ-μεσοπρόθεσμα και υποστηρικτικά θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη.

Σε κάθε περίπτωση, η Κυβέρνηση έχει χρέος να προχωρήσει σε ρυθμίσεις ισοβαρούς ενίσχυσης της Λαμίας και της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, συγκριτικά με τις άλλες Περιφέρειες και τις έδρες τους. Ο προωθούμενος σχεδιασμός, ως έχει, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από τη Λαμία. Δίνει πολύ λίγα και πολύ καθυστερημένα. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι θα χρησιμοποιήσουμε τις πρακτικές που χρησιμοποιούσε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Σήμερα, οι συνθήκες για επανίδρυση και σταδιακή συγκρότηση Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας είναι πιο ευνοϊκές από το παρελθόν: υφίσταται Σχολή με δύο Τμήματα που παρουσιάζουν καλή δυναμική, λειτουργεί διατμηματικό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών, υφίστανται αξιοποιήσιμες ακαδημαϊκές νησίδες στο ΤΕΙ, υφίστανται προϋποθέσεις για καλές υποδομές, αρκεί να υλοποιηθούν όσα είχαν ρυθμισθεί το 2014 και να αξιοποιηθούν οι υποδομές του ΤΕΙ.

Αν όμως η τελική θέση της Κυβέρνησης, που είναι και ο τελικός λήπτης της απόφασης, είναι αρνητική στην άμεση επανίδρυση του Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας, τότε θα πρέπει:

1ον. Να ενισχύσει, ουσιαστικά, την υφιστάμενη Σχολή Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στη Λαμία. Αυτό πρέπει να γίνει με την άμεση ίδρυση τριών νέων τμημάτων (Μαθηματικών με έμφαση στα Εφαρμοσμένα και Υπολογιστικά Μαθηματικά, Φυσικής με έμφαση στην Ηλεκτρονική και Ψηφιακή Τεχνολογία και Χημείας με έμφαση στα Τρόφιμα και τα Φάρμακα).

2ον. Να προχωρήσει στην ίδρυση δεύτερης Σχολής, π.χ. Διοίκησης και Τεχνολογίας ή Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών, με δύο τμήματα. Και φυσικά, το Τμήμα Φυσικοθεραπείας.

Επίσης, να συγκροτήσει τρία ερευνητικά τμήματα συναφή προς τα γνωστικά πεδία των δύο σχολών και συμβατά με τα χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής. Επίσης, θα πρέπει να επιδιωχθεί η επανίδρυση και λειτουργία του «Κέντρου Τεχνολογικής και Επιχειρηματικής Καινοτομίας».

Η Λαμία, με αυτά ως ελάχιστο και μόνο για βραχυ-μέσο χρονικό διάστημα μπορεί να συναινέσει, διατηρώντας ενεργό το στρατηγικό στόχο για ίδρυση, σοβαρού Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας.

Παράλληλα, η τοπική κοινωνία και οι εκπρόσωποί της στους δημοκρατικούς θεσμούς, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι η πρακτική του «γεφυριού της Άρτας», δεν μας οδηγεί πουθενά. Απλά καθυστερούμε την εξέλιξή μας και διευρύνουμε το χάσμα από τους «ανταγωνιστές» μας. Τα μεγάλα θέματα δεν θα τα λύσουμε με λαϊκισμούς, κινήσεις εντυπωσιασμού, παλληκαριές εκ του μακρόθεν και ιδιοτελείς συμπεριφορές.

Ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα της συγκρότησης ποιοτικού και διεθνώς ανταγωνιστικού Πανεπιστημίου με έδρα τη Λαμία, που έτσι και αλλιώς είναι ζήτημα μακροχρόνιας συστηματικής και σοβαρής προσπάθειας, οφείλουμε να εμείνουμε αταλάντευτοι στο στρατηγικό στόχο μας και να βαδίσουμε με σχέδιο, τεκμηρίωση, ρεαλισμό και σταθερά βήματα προς αυτόν.

Μόνο έτσι θα δημιουργήσουμε το βασικό παράγοντα για την ταχύτερη έξοδο της περιοχής μας από το τέλμα και τη μιζέρια και θα τη βάλουμε στο δρόμο της δυναμικής και βιώσιμης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Άλλος δρόμος δεν υπάρχει!

Η χώρα μας ολοκληρώνει τη χρηματοδότησή της μέσω των προγραμμάτων οικονομικής στήριξης και στρέφεται αποκλειστικά στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της, μέσα όμως σε ένα αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον.

Εξωτερικό περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αμηχανία απέναντι στις προκλήσεις της διαχείρισης του Brexit, της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας, των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων και της κλιματικής αλλαγής, από ανακατατάξεις εμπορικών και γεωπολιτικών συσχετισμών, από ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα ευρωπαϊκά υποσυστήματα, από τάσεις περιχαράκωσης και προστατευτισμού, από αναμενόμενες – νωρίτερα ή αργότερα – μεταβολές στην κατεύθυνση άσκησης νομισματικής πολιτικής.

Και εσωτερικό περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από μια κοινωνία κουρασμένη, απαισιόδοξη και ανασφαλή, η οποία βιώνει διαρκείς μειώσεις του διαθέσιμου εισοδήματός της, συνεχείς εθνικές υποχωρήσεις και πρωτόγνωρες εθνικές τραγωδίες, εξαιτίας μιας ανίκανης, ανεύθυνης και τυχοδιωκτικής διακυβέρνησης.

Και με τη χώρα, στο πεδίο της οικονομίας, να εισέρχεται σε ένα καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, με την Κυβέρνηση να έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, να έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, να έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα και να έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό όρους και προϋποθέσεις.

Σ’ αυτό το ασταθές περιβάλλον, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση και στο τέλμα, υπηρετώντας δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται αποφασιστικότητα, υπευθυνότητα και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, στο οποίο θα συντονίζονται οι αναπτυξιακές προτεραιότητες σε κλαδικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, με τους πόρους, τα κίνητρα και τα διαθέσιμα εργαλεία.

Σχέδιο που θα μετατοπίσει την οικονομία σε ένα υψηλότερο σημείο ισορροπίας, με σημαντική επιτάχυνση των ιδιωτικών επενδύσεων, κυρίως σε κλάδους που επιδεικνύουν δυναμική αύξηση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας.

Σχέδιο ώστε να ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών και να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.

Σχέδιο με στόχο μία επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ την επόμενη πενταετία, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό που υπάρχει και να επιστρέψουν οι επενδύσεις στον μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα τέτοιο συνεκτικό και τεκμηριωμένο οικονομικό σχέδιο, με βασικούς πυλώνες:

1ος: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με την υλοποίηση πολιτικών που θα στοχεύουν στη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τη δημιουργία ενός απλοποιημένου και σταθερού φορολογικού συστήματος και την καθολική χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών.

2ος: Η υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου μεταρρυθμίσεων, με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, την ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και την επιτάχυνση των διαδικασιών στο δικαστικό σύστημα, την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

3ος: Η ενίσχυση της ρευστότητας, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσα και από την ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους – σε σχέση με τους σημερινά εξαιρετικά χαμηλούς και μελλοντικά συρρικνωμένους – ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας.

Αυτή, με τη σειρά της, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές. Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η χώρα διαθέτει όμως αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία και ένα καλά εκπαιδευμένο και οξυδερκές ανθρώπινο δυναμικό, ώστε να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της, ώστε να δημιουργήσουμε την Ελλάδα της αυτοπεποίθησης. Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.