Tags Posts tagged with "ΑΡΘΡΟ"

ΑΡΘΡΟ

Στην πρόσφατη συζήτηση και ψήφιση του Πολυνομοσχεδίου είμασταν και πάλι «θεατές στην ίδια θεατρική παράσταση». Για πολλοστή φορά σε ασφυκτικές προθεσμίες, με σχετική χρονική καθυστέρηση, με τον καθιερωμένο πια υποκριτικό «αριστερό πόνο ψυχής» και με αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον, ψηφίστηκαν από την Κυβερνητική πλειοψηφία προαπαιτούμενα για την ολοκλήρωση της 3ης αξιολόγησης.

Κάποιες, λίγες διατάξεις του Πολυνομοσχεδίου κινούνταν προς τη σωστή κατεύθυνση, αν και περιείχαν ασάφειες. Οι περισσότερες όμως διατάξεις επιβεβαιώνουν την αστοχία προηγούμενων ρυθμίσεων της σημερινής Κυβέρνησης, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό, «καζινοποιούν» τη χώρα, δημιουργούν νέες διοικητικές δομές με πρόσθετο κόστος και εγγενείς αδυναμίες, ανοίγουν «παράθυρα» εξαιρέσεων από το δημόσιο λογιστικό, είναι άτολμες, ημιτελείς και αποσπασματικές. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι οι δήθεν «κόκκινες γραμμές» έχουν καταπατηθεί και η τυχοδιωκτική Κυβέρνηση του «ναι σε όλα» πουλάει «φύκια και μεταξωτές κορδέλες».

Όμως, για να δικαιολογήσει τη διγλωσσία και τις συνεχείς και ολοκληρωτικές υποχωρήσεις της, η Κυβέρνηση καταφεύγει σε νέο αφήγημα: ισχυρίζεται ότι με την ψήφιση του Πολυνομοσχεδίου ολοκληρώθηκε η αξιολόγηση «χωρίς ένα ευρώ νέα μέτρα», ότι η κατάσταση στην οικονομία βελτιώνεται και ότι ανοίγει ο δρόμος για «καθαρή έξοδο» από τα Μνημόνια.

Και πάλι όμως, δεν λέει την αλήθεια στους πολίτες.

1ον. Οι πολίτες ήδη βιώνουν τα νέα μέτρα για το 2018, ύψους 1,9 δισ. ευρώ.

Μέτρα όπως είναι οι πρόσθετες μειώσεις στα μισθολόγια, οι μειώσεις στις συντάξεις, η κατάργηση σειράς φοροαπαλλαγών, η αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης, ο φόρος διαμονής, οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές. Και ακολουθούν και άλλα μέτρα, για μετά το 2018. Μέτρα που μειώνουν το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών, αλλά επιβαρύνουν περισσότερο τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα.

2ον. Αφού χάθηκαν 3 χρόνια, η οικονομία, σε μακροοικονομικό επίπεδο, φτάνει στο επίπεδο που ήταν στο τέλος του 2014. Συνεπώς, η βελτίωση των περισσότερων δεικτών προκύπτει συγκριτικά με το χειρότερο σημείο στο οποίο η οικονομία «κατρακύλησε» επί ημερών της σημερινής Κυβέρνησης.

Όμως, σε μικροοικονομικό επίπεδο, η κατάσταση είναι χειρότερη. Οι πολίτες είναι σε πολύ δυσμενέστερη θέση σε σχέση με το 2014. Τρεις αριθμοί συμπυκνώνουν την οδυνηρή πραγματικότητα: έχουν ψηφιστεί 14,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών προς την εφορία ξεπέρασαν – για πρώτη φορά – τα 100 δισ. ευρώ και έχουν επιβληθεί κατασχέσεις σε 1 εκατομμύριο πολίτες. Οι δε μαζικοί ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί περιουσιών είναι «προ των πυλών».

3ον. Πλήρης και καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, κάτι που θα ήταν και το επιθυμητό, σήμερα δεν είναι εφικτή.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018, ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί και από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Και φυσικά τα όποια ταμειακά αποθέματα δημιουργούνται με τη χρήση δανειακών πόρων, με την ακριβή έξοδο στις αγορές, με την υπερφορολόγηση των πολιτών, με το υποχρεωτικό «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων φορέων του Δημοσίου και με την εσωτερική στάση πληρωμών. Δηλαδή, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.

Και ενώ αυτή είναι η πραγματικότητα, ο Πρωθυπουργός, κατά την προσφιλή τακτική του, σχετικοποιεί τη σημασία των λέξεων, προσπαθώντας να διαμορφώσει κλίμα αισιοδοξίας, για κάθε χρήση. Αισιοδοξία η οποία, όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, διαψεύδεται από την ζωή. Αυτό έγινε πριν τις πρώτες εκλογές του 2015, κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης του 1ου εξαμήνου του 2015, πριν το δημοψήφισμα του 2015, πριν την ολοκλήρωση των δύο πρώτων αξιολογήσεων.

Αυτό θα γίνει και τώρα. Οι λεκτικές ακροβασίες και τα επικοινωνιακά περιτυλίγματα δεν αναιρούν την οδυνηρή πρόσκρουση με την πραγματικότητα. Πραγματικότητα που βιώνουν, επώδυνα, οι πολίτες. Και θα συνεχίσουν να τη βιώνουν όσο παραμένει η σημερινή Κυβέρνηση.

Τα 3 τελευταία χρόνια, η δημιουργική ασάφεια, οι αυταπάτες και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης, επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στους πολίτες.
Νέα αχρείαστα μνημόνια ψηφίστηκαν και πολλά δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετα μέτρα λιτότητας ελήφθησαν, που συρρίκνωσαν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και διόγκωσαν το ιδιωτικό χρέος.
Η χώρα «σέρνεται» εξαιτίας της συνειδητής επιλογής της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους πολίτες, της αδυναμίας υλοποίησης αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης επενδύσεων και της συρρίκνωσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία με τη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.
Το αποτέλεσμα αυτής της ανερμάτιστης και αδιέξοδης πολιτικής είναι η οικονομία να «κατρακυλήσει» και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016 και να παρουσιάζει ασθενική – πολύ χαμηλότερη από τις προβλέψεις – μεγέθυνση το 2017, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ενώ η χώρα προσπαθεί να επανέλθει στην κανονικότητα, να καλύψει το χαμένο έδαφος των τριών τελευταίων ετών και να ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής πολιτικής.
Κανονικότητα όμως δεν έχει επιτευχθεί, αφού κεφαλαιακοί περιορισμοί συνεχίζουν να υφίστανται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί, νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις επιβάλλονται, οι ευέλικτες μορφές εργασίας έχουν εκτοξευθεί, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώνονται, οι καταθέσεις δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα και η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Ουσιαστική δε και άμεση έξοδος από τα μνημόνια δεν μπορεί να υπάρξει αφού η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας, ύψους 5,1 δισ. ευρώ, για μετά το 2018, και έχει δεσμεύσει τη χώρα σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για μακρά περίοδο.
Ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους, η οποία έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι του 2018, εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί από έναν αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας, απλώς με διαφορετικό «τίτλο».
Σε κάθε περίπτωση, μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, η χώρα θα πρέπει να δανείζεται από τις αγορές με λογικά επιτόκια, κάτι το οποίο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συμβεί, με αποτέλεσμα την ανάγκη δημιουργίας σήμερα σημαντικού ταμειακού αποθέματος, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.
Το ζητούμενο συνεπώς είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με ρεαλισμό και αυτοπεποίθηση, την επόμενη μέρα για τη χώρα, με στόχο τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι:

  • Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
    Για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, εκτός της χρήσεως ισοδυνάμων, θα επιδιωχθεί και θα επιτευχθεί μια νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων, με σκοπό την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών (1%), που θα προσεγγίζουν ή/και θα υπερβαίνουν την αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν στις δικές τους εκθέσεις το 2014 (1,9%).
    Η αύξηση του πλούτου θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της, στη σταδιακή μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η επίτευξη των νέων, πιο ρεαλιστικών πλεονασμάτων θα επιτυγχάνεται μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας. Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.
  • Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές, την ταχύτατη υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων, την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τον εκσυγχρονισμό της δομής και λειτουργίας του Κράτους, τη μείωση των διοικητικών βαρών κ.α.
  • Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των διογκούμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και θα οδηγήσει στην κατάργηση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, η βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας η οποία θα μειώσει το κόστος δανεισμού των τραπεζών, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας. Στόχος αυτής πρέπει να είναι η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου (με έμφαση στον τουρισμό, στον πρωτογενή τομέα, στις υποδομές, στον ορυκτό πλούτο της χώρας κ.α.). Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Η υλοποίηση αυτών των πολιτικών απαιτεί μία σοβαρή, υπεύθυνη, αξιόπιστη και φιλελεύθερη με κοινωνικό πρόσωπο Κυβέρνηση.
Αυτά η σημερινή Κυβέρνηση ούτε τα διαθέτει, ούτε μπορεί να τα αποκτήσει.

Τα 3 τελευταία χρόνια, η δημιουργική ασάφεια, οι αυταπάτες, οι παλινδρομήσεις και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης, επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στους πολίτες.

Νέα αχρείαστα μνημόνια ψηφίστηκαν και πολλά δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετα μέτρα λιτότητας ελήφθησαν, που συρρίκνωσαν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και διόγκωσαν το ιδιωτικό χρέος.

Το αποτέλεσμα είναι, αφού η οικονομία «κατρακύλησε» και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, να παρουσιάζει ασθενική μεγέθυνση το 2017, πολύ χαμηλότερη από την πρόβλεψη, διευρύνοντας το χάσμα από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Είναι συνεπώς σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να οδηγήσει την οικονομία σε δυναμική και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Και αναφερόμαστε στην ανάπτυξη και όχι απλώς στη μεγέθυνση της οικονομίας, η οποία πέραν της μεγεθυντικής διαδικασίας, έχει και ποιοτικές διαστάσεις με στόχο τη βελτίωση της ευημερίας όλων των πολιτών (βελτίωση θεσμών, συμμετοχή στην παραγωγή, δικαιότερη διανομή εισοδήματος).

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης.

Η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα, και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν. Και η Νέα Δημοκρατία τις διαθέτει. Έχει ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής. Με βασικούς άξονες την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη σταδιακή μείωση της φορολογίας, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων δίνοντας έμφαση στην συνταγματική αναθεώρηση, τη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας διοίκησης, την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με έμφαση στην περιφερειακή ανάπτυξη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Φθιώτιδα πρέπει και μπορεί να έχει δημιουργική συμμετοχή και να συμμετέχει ενεργά, ισότιμα και ισοβαρώς. Για το λόγο αυτό είναι κρίσιμης σημασίας η ανάληψη πρωτοβουλίας για τη συγκρότηση στρατηγικού σχεδίου για το μέλλον της περιοχής, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της.

Ενδεικτικά:

1ον. Στο πεδίο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, της Έρευνας και της Καινοτομίας:

Η Λαμία να καταστεί κέντρο θετικών επιστημών, υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας στον ελληνικό και τον ευρύτερο χώρο. Έχει τις γενικές προϋποθέσεις προς τούτο (Πανεπιστημιακή Σχολή, Σχολή ΤΕΙ). Η δυναμική που προ ετών δόθηκε, δεν πρέπει να ανακοπεί. Η Κυβέρνηση οφείλει να επανεντάξει την περιοχή στον εθνικό χάρτη έρευνας και καινοτομίας. Χάρτη στον οποίο είχε ενταχθεί νομοθετικά το 2014. Οι τοπικοί αρμόδιοι οφείλουν, άμεσα, να αντιμετωπίσουν την ποιοτική λειτουργία, από πλευράς υποδομών, της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στη Λαμία.

2ον. Στο πεδίο της Υγείας:

Το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας να αποτελεί σύγχρονο, λειτουργικό, ποιοτικό και αποτελεσματικό Περιφερειακό Νοσοκομείο της χώρας. Το Νοσοκομείο, μαζί με τις άλλες δομές υγείας της ΠΕ Φθιώτιδας, θα πρέπει να αναβαθμίζουν συνεχώς τις υπηρεσίες υγείας που παρέχονται στους πολίτες. Ο Οργανισμός του Νοσοκομείου, που θεσμοθετήθηκε το 2014, μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά προς αυτή την κατεύθυνση.

3ον. Στο πεδίο του Πρωτογενούς Τομέα:

Στροφή της παραγωγής σε προϊόντα ποιότητας που συσχετίζονται με τη διατροφή και την υγεία, διεθνώς ζητούμενα, καθώς και ανάπτυξη της μεταποίησης των προϊόντων του πρωτογενούς τομέα.

4ον. Στα πεδία του Τουρισμού, του Πολιτισμού και του Αθλητισμού:

  • Η δημιουργία ανταγωνιστικού τουριστικού προϊόντος υψηλής ποιότητας, οργανωμένου σύμφωνα με σύγχρονα επιχειρηματικά πρότυπα.
  • Η ανάδειξη και αξιοποίηση, ως προτεραιότητα, του ιστορικού τριγώνου Θερμοπύλες – Αλαμάνα – Γοργοπόταμος.
  • Η προώθηση σε κατάλληλο κοινό, με βάση το φυσικό περιβάλλον, θέσεων ιστορικού ή/και θρησκευτικού ενδιαφέροντος πανελλαδικής ή/και παγκόσμιας αναγνωρισιμότητας.
  • Η συνεχής συμπλήρωση και βελτίωση των υποδομών τόσο στη Λαμία, όσο και στην ευρύτερη περιοχή.
  • Η ολοκλήρωση των αθλητικών υποδομών που είναι σε εκκρεμότητα.
  • Η παροχή κινήτρων για την αξιοποίηση ημιορεινών περιοχών για ανάπτυξη αθλητικών εγκαταστάσεων καλοκαιρινής αθλητικής προετοιμασίας.

5ον. Στις Υποδομές, στα Δίκτυα, στις Μεταφορές, στην Ενέργεια και στον Χωροταξικό Σχεδιασμό:

Η ολοκλήρωση των οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων. Στόχος πρέπει να είναι η επιχειρηματική αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων για συνδυασμένες μεταφορές προϊόντων, στον ελλαδικό και διεθνή χώρο.

Επίσης, η προώθηση της υλοποίησης ενεργειακών δικτύων, η ενεργειακή αξιοποίηση των ευρύτερων γεωθερμικών περιοχών, ο περαιτέρω εκσυγχρονισμός και η βελτίωση των λιμενικών υποδομών για επιχειρηματικές και τουριστικές δραστηριότητες, η αναβάθμιση της Βιομηχανικής Περιοχής της Λαμίας για προσέλκυση επιχειρήσεων που θα αξιοποιούν την εγγύτητα με το δίκτυο μεταφορών.

Τέλος, στόχος πρέπει να είναι η αξιοποίηση των διευρυμένων δυνατοτήτων ανάπτυξης εκθεσιακών δραστηριοτήτων, μετά την τροποποίηση του ιδρυτικού Νόμου της Πανελλήνιας Έκθεσης Λαμίας το 2014.

Για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου οφείλουμε να εργαστούμε σκληρά και συντεταγμένα, με βούληση και αποφασιστικότητα, με σοβαρότητα και αξιοπιστία, με ποιότητα και αποτελεσματικότητα.

Τα τρία τελευταία χρόνια η χώρα πλήρωσε πολύ ακριβά την ανερμάτιστη και ιδεοληπτική διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Νέα αχρείαστα μνημόνια ψηφίστηκαν και πολλά δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετα μέτρα λιτότητας ελήφθησαν, κυρίως μέσω της διόγκωσης της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, που συρρίκνωσαν σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και διόγκωσαν το ιδιωτικό χρέος.

Το αποτέλεσμα είναι, αφού η οικονομία «κατρακύλησε» και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, να παρουσιάζει ασθενική μεγέθυνση το 2017, πολύ χαμηλότερη από την πρόβλεψη, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Δυστυχώς, η ίδια συνταγή της ακόμη μεγαλύτερης φορολογικής επιβάρυνσης, των κατασχέσεων των περιουσιών και των πλειστηριασμών των ακινήτων των πολιτών, της αδυναμίας υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών και προσέλκυσης επενδύσεων, καθώς και της συρρίκνωσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία προβλέπεται και για το 2018, καθιστώντας και πάλι τις μακροοικονομικές προβλέψεις της Κυβέρνησης αισιόδοξες.

Το ζητούμενο συνεπώς σήμερα, λίγους μήνες πριν το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, και με δεδομένο ότι «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια δεν μπορεί να υπάρξει αφού η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα με 5,1 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας μετά το 2018 και με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για μακρά περίοδο, είναι να σχεδιάσουμε την επόμενη μέρα της χώρας, με στόχο τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει ένα συνεκτικό και ρεαλιστικό σχέδιο, με βασικούς άξονες:

  • Την αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
  • Την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και τη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας διοίκησης, που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και θα ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα.
  • Την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την εμπροσθοβαρή αξιοποίηση των Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσα από τη διαχείριση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη σταδιακή επιστροφή καταθέσεων εξαιτίας της αποκατάστασης κλίματος εμπιστοσύνης.
  • Την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με τη μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

Η υλοποίηση αυτών των πολιτικών απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Και αυτά η σημερινή Κυβέρνηση ούτε τα διαθέτει, ούτε μπορεί να τα αποκτήσει.

Η Κυβέρνηση θριαμβολογεί για την υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου το 2017 και για τη δυνατότητα, εξαιτίας αυτής, διανομής κοινωνικού μερίσματος.

Δικαιούται όμως να θριαμβολογεί; Η απάντηση είναι αρνητική, για μία σειρά από λόγους.

1ον. Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου δεν οφείλεται στο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης.

Αντιθέτως, η τελευταία Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «ψαλιδίζει», για ακόμη μία φορά, τον εκτιμώμενο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, στο 1,6% για το 2017, από αρχική πρόβλεψη για 2,7%.

Μάλιστα, όταν αναθεωρούνται επί τα βελτίω οι προβλέψεις για τον ευρωπαϊκό ρυθμό ανάπτυξης, η Ελλάδα ακολουθεί καθοδική πορεία, αποτελώντας – την τελευταία τριετία – την μοναδική «αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη».

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση, αφού οδήγησε την οικονομία και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, αδυνατεί να την οδηγήσει στην ανάκαμψη και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

2ον. Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου δεν οφείλεται στην επιστροφή στην κανονικότητα.

Γιατί αλήθεια, πως μπορεί να υπάρξει επιστροφή στην κανονικότητα όταν υφίστανται ακόμη κεφαλαιακοί περιορισμοί; Όταν υποχωρεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας; Όταν επιβάλλονται, τα επόμενα χρόνια, νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις; Όταν ενισχύεται η «φυγή επιστημόνων» στο εξωτερικό; Όταν η μερική απασχόληση κερδίζει συνεχώς «έδαφος» και η μακροχρόνια ανεργία, ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας, αυξάνει; Όταν διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών; Όταν εξακολουθεί να υφίσταται εσωτερική στάση πληρωμών; Όταν οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί σημαντικά και δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα; Όταν η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης; Όταν οι ουσιαστικές παρεμβάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, αναγκαίες εξαιτίας τόσο της επιβάρυνσής του τα τελευταία χρόνια όσο και της μη τήρησης των σχετικών δεσμεύσεων από πλευράς των εταίρων, παραπέμπονται για μετά το καλοκαίρι του 2018, και πιθανόν θα συνδέονται με την εφαρμογή ενός αυστηρού μηχανισμού επιτήρησης και εποπτείας;

3ον. Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου δεν οφείλεται στον περιορισμό της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής.

Συγκεκριμένα:

α) Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης στο πεδίο καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου είναι από πενιχρές έως ανύπαρκτες. Κυβέρνηση η οποία υποσχόταν έσοδα 3 δισ. ευρώ από τη φοροδιαφυγή μέσα σε 6 μήνες, και τελικά «κατάφερε» να εισπράξει πολύ λιγότερα από 100 εκατ. ευρώ μέσα σε 30 μήνες.

β) Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Σεπτέμβριος 2017), η αύξηση των έμμεσων φόρων την τελευταία διετία, διόγκωσε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή τη φοροδιαφυγή.

γ) Το Υπουργείο Οικονομικών, το Δεκέμβριο του 2013, προέβη στο άνοιγμα ειδικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου κατατίθενται χρηματικά ποσά, τα οποία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Από τη σύσταση του λογαριασμού μέχρι περίπου το τέλος του 2014, κατατέθηκαν ποσά ύψους 34,3 εκατ. ευρώ και διατέθηκαν 26,8 εκατ. ευρώ για τη χρηματοδότηση κοινωνικής πολιτικής. Αντίστοιχα, για το έτος 2015, σύμφωνα με απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών, το ποσό που κατατέθηκε στο λογαριασμό ανήλθε μόλις περίπου στα 4 εκατ. ευρώ. Έκτοτε, το Υπουργείο Οικονομικών αρνείται να προσέλθει στη Βουλή και να δώσει στοιχεία για το 2016 και το 2017.

4ον. Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου οφείλεται:

α) Στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή επί των πολιτών, συνειδητή Κυβερνητική επιλογή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία αγγίζουν πλέον τα 130 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 45 δισ. ευρώ ή πάνω 50% από το 2014, απόδειξη της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών.

β) Στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 πολίτες, με επιπλέον 733.000 πολίτες να κινδυνεύουν, άμεσα, με κατασχέσεις.

γ) Στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών, μεταξύ άλλων, με τεράστιες καθυστερήσεις στην απονομή των συντάξεων και με αναστολή επενδυτικών δαπανών.

Είναι ενδεικτικό ότι οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι οποίες έχουν υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, παρουσίασαν υστέρηση έναντι του στόχου πάνω από 500 εκατ. ευρώ το 2016, όσο περίπου και το κοινωνικό μέρισμα που διένειμε πέρυσι η Κυβέρνηση. Φέτος, μέχρι σήμερα, η σχετική υστέρηση ξεπερνάει το 1 δισ. ευρώ.

5ον. Η Κυβέρνηση «από τη μία τσέπη» δίνει εφάπαξ κοινωνικό μέρισμα, και «από την άλλη τσέπη» συρρικνώνει μόνιμα το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, και μάλιστα σε πολλαπλάσιο βαθμό.

Επιστρέφει, τον Δεκέμβριο, 720 εκατ. ευρώ σε πολίτες, για να τους επιβαρύνει, από τον Ιανουάριο, με πρόσθετα μέτρα ύψους 1,9 δισ. ευρώ. Μέτρα που μαζί με αυτά που έχουν ήδη ληφθεί και αυτά που ακολουθούν, ανεβάζουν το συνολικό «λογαριασμό» της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ στα 14,5 δισ. ευρώ, όπως επιβεβαιώνει και η πρόσφατη Ευρωπαϊκή Έκθεση για την πορεία του ελληνικού προγράμματος (“The ESM Stability Support Programme”, Νοέμβριος 2017).

Επιστρέφει 315 εκατ. ευρώ στους συνταξιούχους, ποσό που παρακρατήθηκε για μηνιαία εισφορά υγειονομικής περίθαλψης προηγούμενων ετών, όταν τους έχει επιβάλλει μόνιμες εισφορές υπέρ υγείας σε κύριες και επικουρικές συντάξεις, ετήσιου ύψους 710 εκατ. ευρώ.

Κυβέρνηση η οποία, συνολικά, έχει επιβάλλει 27 νέους φόρους, έχει προχωρήσει σε 21 περικοπές συντάξεων και κοινωνικών επιδομάτων, έχει μειώσει, και μάλιστα 2 φορές, το αφορολόγητο, έχει αυξήσει – κυρίως – τους έμμεσους φόρους (που είναι πιο άδικοι καθώς πλήττουν τους πιο αδύναμους), έκοψε το ΕΚΑΣ, δημιούργησε τη γενιά των 360 ευρώ. Πολιτικές που κάνουν τους «φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους».

Η Νέα Δημοκρατία πρότεινε εξ αρχής το κοινωνικό μέρισμα να αξιοποιηθεί για τη στήριξη των μακροχρόνια ανέργων, τη μείωση του ΕΝΦΙΑ και την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Κράτους. Παρόλα αυτά, ψηφίζει την διανομή του έκτακτου επιδόματος, καθώς αποτελεί μια ελάχιστη ανακούφιση στους πολίτες τους οποίους η ίδια η Κυβέρνηση έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο. Γίνεται δε με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, όπως ακριβώς είχε χορηγηθεί και το 2014, σε αντιδιαστολή με τον πρόχειρο και οριζόντιο τρόπο με τον οποίο πέρυσι χορηγήθηκε.

Η Ελλάδα, τα τρία τελευταία χρόνια, πλήρωσε πολύ ακριβά την ανερμάτιστη και ιδεοληπτική διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η χώρα αποτέλεσε τη μοναδική – παγκοσμίως – «αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη», μπήκε στη δίνη νέων αχρείαστων μνημονίων και μέτρων λιτότητας, το κατά μέσο όρο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε σημαντικά, σημαντικός δυνητικός πλούτος χάθηκε, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση, μετά την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια.

Και σήμερα η χώρα, παρά τις τεράστιες θυσίες των πολιτών, προσπαθεί να επιστρέψει στην κανονικότητα, χωρίς ακόμη να τα έχει καταφέρει.

Γιατί αλήθεια, πως μπορεί να υπάρξει επιστροφή στην κανονικότητα όταν υφίστανται ακόμη κεφαλαιακοί περιορισμοί;

Όταν υποχωρεί – τα τελευταία χρόνια – η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας;

Όταν επιβάλλονται – το 2018 – νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις;

Όταν συνεχίζεται η «φυγή επιστημόνων» στο εξωτερικό;

Όταν η μερική απασχόληση κερδίζει συνεχώς «έδαφος» και η μακροχρόνια ανεργία, ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας, αυξάνει;

Όταν διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών;

Όταν εξακολουθεί να υφίσταται εσωτερική στάση πληρωμών, ακόμη και σε κρίσιμους αναπτυξιακούς τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων;

Όταν οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί σημαντικά και δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα;

Όταν η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης;

Όταν οι ουσιαστικές παρεμβάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, αναγκαίες εξαιτίας τόσο της επιβάρυνσής του τα τελευταία χρόνια όσο και της μη υλοποίησης των σχετικών δεσμεύσεων από πλευράς των εταίρων, παραπέμπονται για μετά το καλοκαίρι του 2018, και πιθανόν θα συνδέονται με την εφαρμογή ενός αυστηρού μηχανισμού επιτήρησης και εποπτείας;

Όταν η Κυβέρνηση, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες, πολιτικές σταθερές και ηθικές αναστολές, έχει δεσμεύσει τη χώρα με πρόσθετα μέτρα λιτότητας και την έχει εγκλωβίσει σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για πολλά χρόνια μετά το 2018, καθιστώντας την έξοδο από τα μνημόνια «πουκάμισο αδειανό»;

Συνεπώς, είναι καλό να αφήσουμε στην άκρη τις «αυταπάτες» που τόσο κόστισαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια, και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για την έξοδο από την πολυετή και πολύπλευρη κρίση.

Στην κατεύθυνση αυτή, η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει ένα ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου είναι:

1ος άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Η επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους πολίτες, την οποία κυνικά ομολόγησαν οι αρμόδιοι Υπουργοί της και κακώς αποδέχθηκαν οι εταίροι, εξάντλησε τη φοροδοτική ικανότητά τους (οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία αγγίζουν πλέον τα 130 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 45 δισ. ευρώ ή 50% από το 2014) και οδήγησε στη διεύρυνση της φοροδιαφυγής (η «απώλεια εσόδων από την είσπραξη ΦΠΑ» [“VAT Gap”] αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια, ξεπερνώντας τα 5 δισ. ευρώ).

Για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, εκτός της χρήσεως ισοδυνάμων, θα επιδιωχθεί μια νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων, με σκοπό την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών (1%), που θα προσεγγίζουν ή/και θα υπερβαίνουν την αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν στις δικές τους εκθέσεις το 2014 (1,9%).

Η αύξηση του πλούτου θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της, στη σταδιακή μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Η επίτευξη των νέων, πιο ρεαλιστικών πλεονασμάτων θα επιτυγχάνεται μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

2ος άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, θα ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις απασχόλησης.

Με την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές, την ταχύτατη υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων, την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τον εκσυγχρονισμό της δομής και λειτουργίας του Κράτους, τη μείωση των διοικητικών βαρών κ.α.

3ος άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των διογκούμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και θα οδηγήσει στην κατάργηση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, η βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας η οποία θα μειώσει το κόστος δανεισμού των τραπεζών, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.

4ος άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος αυτής πρέπει να είναι η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου (με έμφαση στον τουρισμό, στον πρωτογενή τομέα, στις υποδομές, στον ορυκτό πλούτο της χώρας κ.α.).

Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Ο συνδυασμός αυτών των πολιτικών μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

Η υλοποίησή τους όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά τα οποία η σημερινή Κυβέρνηση δεν τα διαθέτει, ούτε μπορεί να τα αποκτήσει.

Η τελευταία δημοσιοποίηση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) κατά την μνημονιακή περίοδο 2010-2016 εμπεριέχει χρήσιμα στοιχεία.

Στοιχεία τα οποία, μαζί με αυτά άλλων μελετών που έχουν δημοσιευθεί, μπορούν να μας βοηθήσουν να καταλήξουμε σε χρήσιμες διαπιστώσεις και σε πολύτιμα συμπεράσματα για τον βέλτιστο τρόπο επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων και την επίδραση του τρόπου αυτού στους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας.

1η Διαπίστωση: Η Κυβέρνηση Παπανδρέου «βούλιαξε» την οικονομία, η Κυβέρνηση Σαμαρά την επανέφερε – σε σύντομο χρονικό διάστημα – σε θετικό πρόσημο, και η Κυβέρνηση Τσίπρα την επέστρεψε στην ύφεση.

Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα του 1ου και του 3ου Μνημονίου; Η εμμονή των Κυβερνήσεων Παπανδρέου και Τσίπρα στην αύξηση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Επιλογή οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη, την οποία κακώς αποδέχθηκαν οι εταίροι και δανειστές.

Συμπέρασμα; Η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση των φόρων σε σχέση με την περιστολή των δαπανών έχει σημαντικά πιο αρνητική επίπτωση στην οικονομική ανάπτυξη.

2η Διαπίστωση: Η Κυβέρνηση Σαμαρά παρέλαβε την οικονομία σε ύφεση 9,1% το 2011. Και την παρέδωσε με ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης 0,7% το 2014 και με την προσδοκία, αποτυπωμένη και στα κείμενα των θεσμών, για πολύ υψηλότερους ρυθμούς τα επόμενα έτη.

Δυστυχώς όμως, αντί η χώρα να επιταχύνει στηριζόμενη στις ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές που είχαν τότε δημιουργηθεί, οπισθοχώρησε, την ίδια στιγμή μάλιστα που η Ευρώπη ενισχύει τους ρυθμούς μεγέθυνσης.

Και αυτό γιατί την περίοδο 2015-2016, οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησαν δραματικά, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί περιορισμοί, πολλαπλασιάστηκαν τα «λουκέτα» στην αγορά, εκτοξεύθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές Δημοσίου και ιδιωτών, επιδεινώθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διογκώθηκε το κόστος δανεισμού, συρρικνώθηκαν οι καταθέσεις ιδιωτών και επιχειρήσεων, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση μετά την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια, ενώ η χώρα παραμένει «απούσα» – δυόμιση χρόνια μετά την έναρξή του – από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Έτσι η Κυβέρνηση Τσίπρα, όχι μόνο οδήγησε την οικονομία, και πάλι, στην ύφεση, αλλά έχασε και όλη την αναπτυξιακή δυναμική που είχε δημιουργηθεί, αποτελώντας, σύμφωνα με το ΔΝΤ (World Economic Outlook, Οκτώβριος 2017), την μοναδική αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Έτσι σήμερα, παρά την κυκλική ανάταξη του 2017, η χώρα δεν βρίσκεται ακόμη εκεί που ήταν το 2014. Με απώλεια πολλών θέσεων απασχόλησης.

Οι προσδοκίες δε είναι δυσοίωνες, αφού οι συγκριτικές μελέτες των θεσμών προβλέπουν ο μεσο-μακροπρόθεσμος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ να διαμορφωθεί στο 1%, από 1,9% που ήταν η πρόβλεψή τους τον Ιούνιο του 2014.

Συμπέρασμα; Οι αυτοσχεδιασμοί και οι αντιφάσεις, αποτέλεσμα της ιδεολογικοπολιτικής ασυναρτησίας της Κυβέρνησης, επηρεάζουν αρνητικά τόσο την οικονομική ανάπτυξη όσο και τη δυναμική της.

 

3η Διαπίστωση: Σύμφωνα με την προσέγγιση δαπάνης, σε μεταβολές όγκου, η μοναδική χρονιά κατά την περίοδο 2011-2016 που η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε ήταν το 2014. Όταν η οικονομία επέστρεψε στην οικονομική μεγέθυνση.

Υπενθυμίζεται ότι το 2014, η Κυβέρνηση Σαμαρά, για πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα φορά, προχώρησε σε στοχευμένες μειώσεις φορολογικών συντελεστών (μείωση στο ΦΠΑ στην εστίαση, μείωση του ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, μείωση της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης).

Επίσης, σύμφωνα με πρόσφατη Έκθεση για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Directorate General Taxation and Customs Union, VAT Gap in the EU-28 Member States, Σεπτέμβριος 2017), αυτή η μείωση των φόρων οδήγησε στη συρρίκνωση της «απώλειας ΦΠΑ» (“VAT Gap” – απώλεια εσόδων από την είσπραξη ΦΠΑ) και στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.

Συμπέρασμα; Η μείωση των φορολογικών συντελεστών βελτιώνει την καταναλωτική δαπάνη, συρρικνώνει τη φοροδιαφυγή και βοηθάει την οικονομία να επιστρέψει σε οικονομική μεγέθυνση.

 

4η Διαπίστωση: Σύμφωνα με την προσέγγιση παραγωγής, σε τρέχουσες τιμές, οι φόροι επί των προϊόντων παρουσίασαν την χαμηλότερη τιμή τους το 2014. Όταν και η οικονομία επέστρεψε στην οικονομική μεγέθυνση.

Αντιθέτως, έχουν αυξηθεί σημαντικά μεταγενέστερα, μετά την επιλογή της σημερινής Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους πολίτες.

Επιλογή που διόγκωσε τη φοροδιαφυγή, αφού η «απώλεια ΦΠΑ» ξεπέρασε τα 5 δισ. ευρώ το 2015 (ενώ προβλέπονταν πρόσθετα έσοδα ύψους 1 δισ. ευρώ, τελικά εισπράχθηκαν μόλις 200 εκατ. ευρώ).

Επιλογή που οδήγησε την οικονομία και πάλι στην ύφεση. Και ενώ η χώρα «σέρνεται» στο τέλμα την τελευταία διετία, η Κυβέρνηση πέτυχε, το 2016, θηριώδες πρωτογενές πλεόνασμα. Σήμερα πλέον γνωρίζουμε, και επίσημα, ότι αυτό έγινε από την υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Συμπέρασμα; Η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Με βάση λοιπόν όλα αυτά τα στοιχεία είναι πλέον ξεκάθαρο ότι οι υψηλοί φόροι συρρικνώνουν τα εισοδήματα των πολιτών, πλήττουν την κατανάλωση και τελικά «σκοτώνουν» την ανάπτυξη. Απέναντι σε αυτή την αδιέξοδη πολιτική της σημερινής Κυβέρνησης, η ΝΔ προτείνει την εφαρμογή ενός άλλου μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση της φορολόγησης των πολιτών.

Αυτή η πολιτική, συνοδευόμενη από την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, θα μειώσει τις επιπτώσεις της προσαρμογής και θα βοηθήσει ώστε να επιτευχθούν διατηρήσιμοι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης. Οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βοηθήσουν, μέσω μιας αυτοτροφοδοτούμενης διαδικασίας, στην επίτευξη υψηλών, αλλά ρεαλιστικών, δημοσιονομικών στόχων, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας. Με τελικό στόχο τη δημιουργία εκείνου του «ανοδικού σπιράλ», που θα οδηγήσει στην ολόπλευρη ισχυροποίηση της χώρας.

Η Φθιώτιδα, πέραν του ότι γεωγραφικά βρίσκεται στο «κέντρο βάρους» του Ελλαδικού χώρου, με την ολοκλήρωση των οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων καθίσταται βασικός κόμβος μεταφοράς ανθρώπων και προϊόντων.

Έχει συνεπώς βασικές προϋποθέσεις ώστε να αναπτυχθεί βιώσιμα και να προοδεύσει ισόρροπα, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή. Το ζητούμενο είναι ο σχεδιασμός αυτής της αναπτυξιακής πολιτικής.

Tα τελευταία χρόνια, ως εκπρόσωπος των πολιτών της Φθιώτιδας, προσπάθησα να συμβάλω προς αυτή την κατεύθυνση, σε όλους σχεδόν τους τομείς της δημόσιας ζωής, σε εποικοδομητική συνεργασία με όλους τους αρμόδιους θεσμούς και τις ηγεσίες τους καθώς και με αρκετούς εκλεκτούς συμπατριώτες.

Αποτέλεσμα ήταν η ένταξη της Λαμίας, ουσιαστικά, στον εθνικό χάρτη της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, της Έρευνας & Τεχνολογικής Ανάπτυξης και της Καινοτομίας, η ενίσχυση των δομών παροχής υπηρεσιών υγείας, ενώ αντίστοιχες πρωτοβουλίες αναλήφθηκαν και στους τομείς της Δικαιοσύνης, του Τουρισμού, του Πολιτισμού, του Αθλητισμού, της Αγροτικής Ανάπτυξης, των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και των Λιμενικών Υπηρεσιών.

Έχω σταθερή πεποίθηση ότι η πρόοδος μιας περιοχής ή μιας χώρας, είναι μία συνεχής και συλλογική διαδικασία. Για το λόγο αυτό πιστεύω, και το έχω δημόσια καταθέσει, ότι είναι κρίσιμης σημασίας η ανάληψη πρωτοβουλίας για τη συγκρότηση Στρατηγικού Σχεδίου για το μέλλον της περιοχής, με τίτλο «Φθιώτιδα 2030». Στόχος αυτής της πρωτοβουλίας θα είναι η Φθιώτιδα να αποκτήσει στρατηγικό σχέδιο που θα το υπηρετούμε όλοι. Να σταματήσει το «ράβε-ξήλωνε». Στον «οδικό χάρτη» της αναγκαίας ανάταξης της χώρας, η Φθιώτιδα πρέπει και μπορεί να έχει δημιουργική συμμετοχή.

Οι δυνατότητες της περιοχής είναι αρκετές και οφείλουμε να τις αξιοποιήσουμε συντεταγμένα στο στρατηγικό σχέδιο δράσης. Ενδεικτικά, σημειώνω:

1ον. Στο πεδίο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, της Έρευνας και της Καινοτομίας:

Η Λαμία να καταστεί κέντρο θετικών επιστημών, υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας στον ελληνικό και τον ευρύτερο χώρο. Έχει τις γενικές προϋποθέσεις προς τούτο (Πανεπιστημιακή Σχολή, Σχολή ΤΕΙ). Η δυναμική που προ ετών δόθηκε, δεν πρέπει να ανακοπεί.

Η Κυβέρνηση οφείλει να επανεντάξει την περιοχή στον εθνικό χάρτη έρευνας και καινοτομίας. Χάρτη στον οποίο είχε ενταχθεί νομοθετικά το 2014.

Οι τοπικοί αρμόδιοι οφείλουν, άμεσα, να αντιμετωπίσουν την ποιοτική λειτουργία, από πλευράς υποδομών, της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στη Λαμία.

Η Κυβέρνηση, δυστυχώς, με τους χειρισμούς της, προκαλεί μόνο σύγχυση, ενώ με εμφανή και αφανή «παίγνια» την αποσταθεροποιεί.

2ον. Στο πεδίο της Υγείας:

Το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας να αποτελεί σύγχρονο, λειτουργικό, ποιοτικό και αποτελεσματικό Περιφερειακό Νοσοκομείο της χώρας. Επόμενο βήμα η συγκρότηση εξειδικευμένου κέντρου φυσικοθεραπείας, παροχής υψηλού επιπέδου υπηρεσιών σε βαλκανική κλίμακα, σε συνεργασία με τα σχετικά τμήματα του ΤΕΙ και την αναβάθμιση των ιαματικών λουτρών.

Το Νοσοκομείο, μαζί με τις άλλες δομές υγείας της ΠΕ Φθιώτιδας, θα πρέπει να αναβαθμίζουν συνεχώς τις υπηρεσίες υγείας που παρέχονται στους πολίτες.

Ο Οργανισμός του Νοσοκομείου, που θεσμοθετήθηκε το 2014, μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Κυβέρνηση, όμως, και σε αυτό το τόσο κρίσιμο πεδίο, «κρύβεται» και δεν προχωράει στην επίλυση των προβλημάτων.

3ον. Στο πεδίο του Πρωτογενούς Τομέα:

Στροφή της παραγωγής σε προϊόντα ποιότητας που συσχετίζονται με τη διατροφή και την υγεία, διεθνώς ζητούμενα, καθώς και ανάπτυξη της μεταποίησης των προϊόντων του πρωτογενούς τομέα.

4ον. Στα πεδία του Τουρισμού, του Πολιτισμού και του Αθλητισμού:

  • Η δημιουργία ανταγωνιστικού τουριστικού προϊόντος υψηλής ποιότητας, οργανωμένου σύμφωνα με σύγχρονα επιχειρηματικά πρότυπα.
  • Η ανάδειξη και αξιοποίηση, ως προτεραιότητα, του ιστορικού τριγώνου Θερμοπύλες – Αλαμάνα – Γοργοπόταμος.
  • Η προώθηση σε κατάλληλο κοινό, με βάση το φυσικό περιβάλλον, θέσεων ιστορικού ή/και θρησκευτικού ενδιαφέροντος πανελλαδικής ή/και παγκόσμιας αναγνωρισιμότητας.
  • Η ανάληψη πολιτιστικών δράσεων με προστιθέμενη αξία.
  • Η συνεχής συμπλήρωση και βελτίωση των υποδομών τόσο στη Λαμία, όσο και στην ευρύτερη περιοχή.
  • Η ολοκλήρωση των αθλητικών υποδομών που είναι σε εκκρεμότητα.
  • Η παροχή κινήτρων για την αξιοποίηση ημιορεινών περιοχών για ανάπτυξη αθλητικών εγκαταστάσεων καλοκαιρινής αθλητικής προετοιμασίας.
  • Η ανάδειξη περιοχών ως ευρωπαϊκών προορισμών αθλημάτων.

5ον. Στις Υποδομές, στα Δίκτυα, στις Μεταφορές, στην Ενέργεια και στον Χωροταξικό Σχεδιασμό:

Η ολοκλήρωση των οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων.

Στόχος πρέπει να είναι η επιχειρηματική αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων για συνδυασμένες μεταφορές προϊόντων, στον ελλαδικό και διεθνή χώρο.

Επίσης, η προώθηση της υλοποίησης ενεργειακών δικτύων, η ενεργειακή αξιοποίηση των ευρύτερων γεωθερμικών περιοχών, ο περαιτέρω εκσυγχρονισμός και η βελτίωση των λιμενικών υποδομών για επιχειρηματικές και τουριστικές δραστηριότητες, η αναβάθμιση της Βιομηχανικής Περιοχής της Λαμίας για προσέλκυση επιχειρήσεων που θα αξιοποιούν την εγγύτητα με το δίκτυο μεταφορών.

Τέλος, στόχος πρέπει να είναι η αξιοποίηση των διευρυμένων δυνατοτήτων ανάπτυξης εκθεσιακών δραστηριοτήτων, μετά την τροποποίηση του ιδρυτικού Νόμου της Πανελλήνιας Έκθεσης Λαμίας το 2014, κάτι που η Κυβέρνηση δεν είναι ικανή να κάνει. Απόδειξη αυτού, φέτος η Πανελλήνια Έκθεση Λαμίας δεν πραγματοποιήθηκε.

Στόχος αυτών των πολιτικών είναι να στραφούμε στην παραγωγή σε όλα τα πεδία, με ποιότητα, ανταγωνιστικότητα και εξωστρεφή προσανατολισμό, να εδραιώσουμε τη συμμετοχή όλων σε παραγωγικές διαδικασίες και την αλληλεγγύη προς τους πραγματικά αδύναμους.

Από την πλευρά μου, έχοντας κάνει την επιλογή να συμμετέχω στις δημιουργικές και ουσιαστικά προοδευτικές δυνάμεις της περιοχής μας, δεσμεύομαι ότι θα συνεχίσω να δουλεύω, συντεταγμένα, για να προωθήσουμε την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ευημερία, με αποτελεσματικότητα, διεθνή ανταγωνιστικότητα, εξωστρέφεια και ποιότητα.

Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, πέραν της συμβολής της στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του Δημοσίου, συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας της οικονομίας.

Στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν, και πάλι, να «τραβούν την ανηφόρα», ως αποτέλεσμα της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Το αποτέλεσμα είναι αυτές να έχουν ξεπεράσει τα 6 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2017, αυξημένες κατά 2,2 δισ. ευρώ ή 57% από το τέλος του 2014.

Και αυτό παρ’ ότι έχουν εκταμιευθεί μέχρι σήμερα, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM),  για την μερική αποπληρωμή τους, πόροι ύψους 4,3 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, παρά τις εκταμιεύσεις του δανείου, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, αντί να μειώνονται, αυξάνονται.

Και αυτό οφείλεται στην ανικανότητα της Κυβέρνησης τόσο να αντλήσει όσο και να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, αλλά και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Και σε αυτές πρέπει να προστεθούν και όσες οφειλές δεν καταγράφονται στο Δελτίο Γενικής Κυβέρνησης του Υπουργείου Οικονομικών, όπως είναι εκκρεμείς επιστροφές φόρων και αιτήσεις συνταξιοδότησης, οι οποίες, σύμφωνα με την Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ανέρχονταν στα 2,2 δισ. ευρώ έως τον Απρίλιο του 2017.

Επιπρόσθετα, λόγω της συνεχών Κυβερνητικών καθυστερήσεων, η διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει πλέον διαφοροποιηθεί επί το δυσμενέστερο για τη χώρα μας.

Ειδικότερα:

1ον.  Οι δόσεις που εκταμιεύονται είναι χαμηλότερες τόσο των προβλέψεων της συμφωνίας όσο και των αναγκών της οικονομίας. Ενδεικτικά, αν οι αξιολογήσεις και οι εκταμιεύσεις εξελίσσονταν ομαλά, θα έπρεπε να είχαμε λάβει επιπλέον 5,3 δισ. ευρώ για αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών.

2ον. Το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – μετά την τελευταία αξιολόγηση, να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών, με αναλογία 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου.

Μάλιστα, λόγω της Κυβερνητικής ανικανότητας και σε αυτό το πεδίο, η εκταμίευση της 2ης υποδόσης της 2ης αξιολόγησης που ακόμη εκκρεμεί, αν και είναι διαθέσιμη από 1η Σεπτεμβρίου, έχει μετατεθεί για το τέλος Οκτωβρίου.

3ον. Η πλήρης εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει παρεπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο (Αύγουστος 2015), η αποπληρωμή τους θα γινόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο (Ιούνιος 2016), αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Σήμερα, με βάση το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, η αποπληρωμή τους «βαφτίστηκε» απλή μείωση και παραπέμπεται για τα μέσα του 2018.

Συμπερασματικά, για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνονται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Είναι σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει, δεν ξέρει και δεν μπορεί να «ρίξει» ρευστότητα στην αγορά.

Στον αντίποδα της οικονομικά ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της Νέας Δημοκρατίας, όπως παρουσιάστηκε από τον Πρόεδρό της Κυριάκο Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Η χώρα έχει πληρώσει πολύ ακριβά τις πράξεις και τις παραλείψεις της ανερμάτιστης και ιδεοληπτικής διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Στο πεδίο της οικονομίας, οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησαν, πολλαπλασιάστηκαν τα «λουκέτα» στην αγορά, εκτοξεύθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, διογκώθηκε το ιδιωτικό χρέος, επιδεινώθηκε η ανταγωνιστικότητα της χώρας, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί περιορισμοί, αυξήθηκε το κόστος δανεισμού, συρρικνώθηκαν οι καταθέσεις ιδιωτών και επιχειρήσεων, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση μετά την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια, η χώρα παραμένει «απούσα» – δυόμιση χρόνια μετά την έναρξή του – από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, νέα αχρείαστα μνημόνια επιβλήθηκαν, υψηλά και για πολλά χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα συμφωνήθηκαν, πολλά δισεκατομμύρια νέα μέτρα λιτότητας ελήφθησαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε σημαντικά.

Και σήμερα, παρά την κυκλική ανάταξη και τη βελτίωση που έχει επέλθει σε κάποιους μακροοικονομικούς δείκτες εξαιτίας της – με μεγάλη καθυστέρηση και τεράστιο κόστος – ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης, η χώρα όχι μόνο δεν έχει φτάσει ακόμη εκεί που ήταν το 2014, αλλά συνεχίζει να «σέρνεται» στο τέλμα.

Η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει εξαντληθεί, οι κατασχέσεις πολλαπλασιάζονται, η εσωτερική στάση πληρωμών διευρύνεται και διογκώνεται, αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν, σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές δεν πραγματοποιούνται, η Κυβέρνηση βάζει συνεχή εμπόδια στην υλοποίηση επενδύσεων, η ολοκλήρωση της 3ης αξιολόγησης μετατίθεται – από το τέλος Οκτωβρίου – στην καλύτερη περίπτωση για το Δεκέμβριο.

Συνεπώς, στόχος της επόμενης Κυβέρνησης, της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, θα είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την έξοδο της χώρας από την πολυετή και πολύπλευρη κρίση, παρά τις επώδυνες δεσμεύσεις και τις μνημονιακές πολιτικές στις οποίες έχει συμφωνήσει η σημερινή Κυβέρνηση με τους δανειστές για μετά τη λήξη του 3ου Προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018.

Προς αυτή την κατεύθυνση, ο Πρόεδρός της κ. Κ. Μητσοτάκης, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, κατέθεσε ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου είναι:

1ος άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων (μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις, μείωση του ΕΝΦΙΑ, μείωση του φόρου στα μερίσματα, αύξηση του ορίου για υποβολή ΦΠΑ, παροχή φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, μείωση της φορολογίας ανάλογα με τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται).

Αυτό θα γίνει με τη χρήση ισοδυνάμων που θα προκύψουν, μεταξύ άλλων, από την αξιολόγηση των δαπανών, τη δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, την αυστηρότερη αναλογία προσλήψεων/αποχωρήσεων στο Δημόσιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, την παραχώρηση ορισμένων λειτουργιών στον ιδιωτικό τομέα μέσω συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, την ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τους αυστηρότερους ελέγχους, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και την επέκταση της χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Επιπλέον, θα επιδιωχθεί μια νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης, με σκοπό την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών (1%), που θα προσεγγίζουν ή/και θα υπερβαίνουν την αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν στις εκθέσεις τους το 2014 (1,9%).

Η αύξηση του πλούτου, και πάλι σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, αφού στα τρέχοντα επίπεδα χρέους, μία αύξηση του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού Α.Ε.Π. κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/Α.Ε.Π. κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, μια αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 1 ποσοστιαία μονάδα του Α.Ε.Π. οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/Α.Ε.Π., μόνο, κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, και αυτό στην καλύτερη περίπτωση, όταν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής ισούται με μηδέν, το οποίο είναι γνωστό πως δεν ισχύει.

Αυτό, με τη σειρά του, θα οδηγήσει στη σταδιακή μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά και σε βάθος τετραετίας, για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τη μείωση του κατώτατου φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα, την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και τη μείωση του ΦΠΑ.

Παράλληλα, θα ενισχυθεί η κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή, με την καθολική επέκταση και αναβάθμιση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

2ος άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, θα ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις απασχόλησης.

Με την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές, την ταχύτατη υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων, την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του Κράτους, τη μείωση των διοικητικών βαρών, την απλούστευση των διαδικασιών, τη νέα οργάνωση της Κυβέρνησης και της ανώτατης διοίκησης.

3ος άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και θα οδηγήσει στην κατάργηση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, η βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας η οποία θα μειώσει το κόστος δανεισμού των τραπεζών, η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Παράλληλα, προτείνεται η εισαγωγή ενός λευκού μητρώου επιχειρήσεων, προσφέροντας κίνητρα με μειωμένες εισφορές για τις συνεπείς ασφαλιστικά επιχειρήσεις.

4ος άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος αυτής πρέπει να είναι η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου (με έμφαση στον τουρισμό, στον πρωτογενή τομέα, στις υποδομές, στον ορυκτό πλούτο της χώρας κ.α.).

Βασικός πυλώνας πρέπει να είναι η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, δίνοντας έμφαση στη διαμόρφωση ενός ποιοτικού, ανοικτού και διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας.

Συμπερασματικά, αυτό το σχέδιο είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να μας βγάλει από τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής μιζέριας.

Σχέδιο που θα επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Διότι οι Έλληνες αξίζουμε και μπορούμε καλύτερα.