Tags Posts tagged with "ΑΡΘΡΟ"

ΑΡΘΡΟ

Αποχαιρετούμε το 2018, σε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στο πεδίο της οικονομίας, απογοήτευσης, παραίτησης και ανασφάλειας στο πεδίο της κοινωνίας και διχαστικής όξυνσης στο πεδίο της πολιτικής.

Και σε ένα ομιχλώδες και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό περιβάλλον, που κυριαρχείται από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών, κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων, ισχνές ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών σε υποσυστήματα μιας ταραγμένης Ευρώπης, μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, ραγδαίες επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις.

Το έτος δύει με τη χώρα, στο οικονομικό πεδίο, «κλειδωμένη» στη μνημονιακή γραμμή, στην επίτευξη υψηλών δημοσιονομικών στόχων και σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, εκτός διεθνών αγορών, χωρίς αναπτυξιακή δυναμική, μακριά από την κανονικότητα, αφού, μεταξύ άλλων, η ανταγωνιστικότητα υποχωρεί, οι επενδύσεις καταρρέουν, η ποιότητα των θεσμών υποβαθμίζεται, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης επικρατούν, η μακροχρόνια ανεργία κυριαρχεί, η ρευστότητα δημοσίων φορέων επιδεινώνεται, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, οι οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται και το Χρηματιστήριο συσσωρεύει απώλειες.

Ευτυχώς όμως, το 2019, με την επιλογή των πολιτών, κλείνει ένας τετραετής κύκλος ανευθυνότητας, ιδεοληψιών και τυχοδιωκτισμού. Και ανατέλλει, μέσα από μία μεγάλη πολιτική αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας, μια νέα ημέρα, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Για το σκοπό αυτό, η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα κινηθεί γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα. Θα υλοποιήσει ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, θα βελτιώνει την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια, και θα διασφαλίζει τη συστηματική και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε ένα καλύτερο Κράτος, με την οικοδόμηση μιας ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας, το οποίο θα μεριμνά για τη διαφανή και αμοιβαία επωφελή συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Σχέδιο που θα παρέχει υψηλής ποιότητας γνώσεις σε όλες τις βαθμίδες του συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης, θα αναστρέψει την «διαρροή» επιστημόνων και επιχειρήσεων και θα βοηθήσει τη χώρα να ανταποκριθεί στον «δομικό μετασχηματισμό της εργασίας» εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου είναι:

1ος. Η απλοποίηση της φορολογίας και η γενναία μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων (π.χ. μείωση ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους, μεγαλύτερη – μεσοσταθμικά – μείωση του ΕΝΦΙΑ για όλη την κοινωνία, μείωση του εισαγωγικού φόρου για τα φυσικά πρόσωπα, μεγαλύτερη μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, γενναία ρύθμιση οφειλών των πολιτών, ευνοϊκές προβλέψεις για τους συνεπείς φορολογούμενους και δανειολήπτες κ.α.).

Η μείωση αυτή των φόρων μπορεί να πραγματοποιηθεί υλοποιώντας τις δεσμευμένες οροφές δαπανών σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, επεκτείνοντας την αξιολόγηση των δαπανών στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης, μη διογκώνοντας το δημόσιο τομέα, επεκτείνοντας τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, ενισχύοντας τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

 

2ος. Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και θα δημιουργήσουν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για επενδύσεις, με επιχειρήσεις όμως που θα υιοθετούν κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και θα επιδεικνύουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Ενδεικτικά, μέσα από την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων.

Μέσα από τη δημιουργία ενός παραγωγικού Κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες και διαδικασίες αξιολόγησης, και με στοχευμένες προσλήψεις, εκεί που υπάρχουν πραγματικές ανάγκες, με αδιάβλητες διαδικασίες.

Μέσα από τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού στην εκπαίδευση, με την ανάπτυξη ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, εναρμονισμένο με την καινοτομία και την τεχνολογία.

 

3ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Μέσα από την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων και την ορθολογική αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

 

4ος. Η ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους πιο αδύναμους συμπατριώτες μας.

Μέσα από την ενίσχυση του Προϋπολογισμού για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, την αύξηση των επιδομάτων ανεργίας, την επαναφορά επιδομάτων για τις τρίτεκνες και τις πολύτεκνες οικογένειες, την υιοθέτηση φορολογικών κινήτρων για τη στήριξη της οικογένειας, την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης ψηφιακών δεξιοτήτων για μακροχρόνια ανέργους, τον διπλασιασμό του επιδόματος θέρμανσης κ.α.

 

Η υλοποίηση αυτού του συνεκτικού σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων. Και έτσι η χώρα θα μπει στο επιδιωκόμενο ανοδικό σπιράλ.

Αυτό το στρατηγικό σχέδιο, με υπευθυνότητα, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα, θα υλοποιήσει η επόμενη φιλελεύθερη, κοινωνική και πατριωτική Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Γι’ αυτό και το 2019, αποτελεί έτος ρεαλιστικής ελπίδας και αισιοδοξίας για την ελληνική κοινωνία.

 

Υγιής ανάπτυξη σε τέσσερις άξονες

Η χώρα βρίσκεται εκτός των προγραμμάτων στήριξης, στρεφόμενη πλέον στις αγορές για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της, με απαγορευτικό όμως – επί του παρόντος – κόστος δανεισμού, σε ένα πολύπλοκο και αβέβαιο εξωτερικό περιβάλλον.

Περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την πολιτική αστάθεια σε ορισμένα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα ευρωπαϊκά υποσυστήματα, σταδιακό περιορισμό της νομισματικής πολιτικής στις αναπτυγμένες οικονομίες, υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, πιθανή άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου, κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, γεωπολιτικές εντάσεις, ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και κλιματικές αλλαγές.

Μέσα σε αυτό το γεμάτο κινδύνους εξωτερικό περιβάλλον, η χώρα, με ευθύνη και των θεσμών, πορεύεται χωρίς εθνική στρατηγικήσε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στο πεδίο της οικονομίας και απογοήτευσης και παραίτησης στο πεδίο της κοινωνίας. Συγκεκριμένα:

  • Η χώρα παραμένει «κλειδωμένη» στη μνημονιακή γραμμή, αφού οι βαριές πολιτικές λιτότητας συνεχίζονται, οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται – για πολλά χρόνια – υψηλοί, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και είμαστε ενταγμένοι σε αυστηρό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
  • Το Πρόγραμμα απέτυχε, αφού δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.
  • Η δημοσιονομική υπερ-απόδοση, η οποία οφείλεται στην υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στην εσωτερική στάση πληρωμών, υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
  • Η οικονομία μεγεθύνεται με αναιμικούς ρυθμούς, χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων, με αποτέλεσμα να «σέρνεται» σε κατάσταση παράλυσης και στασιμότητας.
  • Η χώρα δεν έχει επιστρέψει στην κανονικότητα, αφού η ανταγωνιστικότητά της έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, καταθέσεις δεν έχουν επιστρέψει με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.
  • Τέλος, η Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, ναρκοθετεί τα θεμέλια της οικονομίας: το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί, το Χρηματιστήριο έχει καταρρεύσει, οι προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα – μεταξύ των οποίων η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας – είναι μπροστά μας, η ρευστότητα σημαντικών δημοσίων φορέων επιδεινώνεται και το κράτος διογκώνεται.

Σε αυτή την ζοφερή πραγματικότητα η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι απαιτείται να υλοποιηθεί, με αποφασιστικότητα και αξιοπιστία, ένα συνεκτικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής, με διαφορετικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων.

Σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ουσιαστική προώθηση των εταιρικών και δημόσιων επενδύσεων, που θα βελτιώνει την παραγωγικότητα, την ποιότητα, την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια.

Σχέδιο που θα βοηθήσει τόσο να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη – τα τελευταία χρόνια – «διαρροή εγκεφάλων», όσο και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας, εξαιτίας της ενσωμάτωσης σύγχρονων τεχνολογικών εξελίξεων στην παραγωγή.

Βασικοί άξονες του σχεδίου είναι:

1ος. Η απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και η συνολική μείωση φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων (π.χ. μείωση φορολόγησης ακίνητης περιουσίας και μελλοντική μεταβίβαση αυτού στην τοπική αυτοδιοίκηση, μείωσης ασφαλιστικών εισφορών στο σύνολο των εργαζομένων, μείωση φορολόγησης μερισμάτων, μείωση εισαγωγικού συντελεστή φορολόγησης για τα φυσικά πρόσωπα, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.).

2ος. Η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, τη δημιουργία ενός παραγωγικού κράτους, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και την επιτάχυνση των διαδικασιών στο δικαστικό σύστημα, την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης (εκπαίδευση και δια βίου μάθηση, έρευνα και καινοτομία). Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία και τολμηρή πρόταση για την αλλαγή του συνταγματικού χάρτη της χώρας, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα.

3ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών και χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

4ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας, με μία Πολιτεία που θα δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, και με επιχειρήσεις οι οποίες θα λειτουργούν με υπευθυνότητα, υιοθετώντας κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε ένα ανοδικό σπιράλ, με την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές. Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Με σχέδιο θα πάρει μπροστά η «επιχειρηματική μηχανή» της χώρας

Μία χώρα, για να ανταποκριθεί στο ασταθές και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον εξαιτίας και των προκλήσεων της ψηφιακής επανάστασης, για να πετύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, για να δημιουργήσει καλά αμειβόμενες θέσεις απασχόλησης και για να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή, οφείλει να δημιουργήσει ένα λειτουργικό, σταθερό και ασφαλές πλαίσιο για το επιχειρείν.

Δυστυχώς, την τελευταία τετραετία, η Κυβέρνηση κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση: νέοι φόροι επιβλήθηκαν, οι ασφαλιστικές εισφορές διογκώθηκαν, οι οφειλές του Δημοσίου παρέμειναν υψηλές και δεν εκκαθαρίζονται, οι επιστροφές φόρων προς τους ιδιώτες καθυστερούν, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων καταρρέει, η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων είναι χαμηλή και αργή, το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων παρουσιάζει καθυστερήσεις, εμβληματικές επενδύσεις – όπως αυτή του Ελληνικού – κωλυσιεργούν, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.

Το αποτέλεσμα είναι η χώρα να «σέρνεται» σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, με αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και με συρρικνωμένη ανταγωνιστικότητα.

Και οι επιχειρήσεις να αγκομαχούν, με ιδιαίτερα υψηλό και με αυξητικές τάσεις ιδιωτικό χρέος, λειτουργώντας σε συνθήκες ανασφάλειας και ασφυξίας, διογκώνοντας το “business drain”.

Απαιτείται συνεπώς, παρά το ιδιαίτερα ασφυκτικό και περιοριστικό μετα-προγραμματικό πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου ώστε η «επιχειρηματική μηχανή» της χώρας να πάρει μπροστά, δίνοντας ώθηση συνολικά στην οικονομία.

Ένα σχέδιο με διαφορετικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ουσιαστική προώθηση των εταιρικών και δημοσίων επενδύσεων. Σχέδιο με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Την απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη συνολική μείωση φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών. Με την ταχύτερη και μεγαλύτερη μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τις υπερ-αποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, τη συνολική μείωση ασφαλιστικών εισφορών, τη μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα, τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.

Αντιθέτως, η Κυβέρνηση, αφού πρώτα αύξησε το συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων από το 26% στο 29%, προχωράει στη σταδιακή – κατά 1% ετησίως – μείωσή του, ώστε το 2021 αυτός να διαμορφωθεί στο επίπεδο που τον παρέλαβε το 2014!

2ος Άξονας: Την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, τη δημιουργία ενός παραγωγικού κράτους, την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία και τολμηρή πρόταση για την αλλαγή του καταστατικού χάρτη της χώρας, όπως αυτή που έχει προτείνει η Νέα Δημοκρατία, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα.

3ος Άξονας: Την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

4ος Άξονας: Την ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Με μια Διοίκηση η οποία θα βελτιώσει το επιχειρηματικό περιβάλλον και θα περιορίσει τη ρυθμιστική γραφειοκρατία, εποπτεύοντας όμως την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς και ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Με επιχειρήσεις που θα λειτουργούν με υπευθυνότητα, στοχεύοντας στην ικανοποίηση όλων των stakeholders, υιοθετώντας κανόνες και βέλτιστες πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης και επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Αυτό το ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο άσκησης οικονομικής πολιτικής είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία, με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Η Κυβέρνηση της αυταπάτης, του τυχοδιωκτισμού, των ιδεοληψιών και της σκληρής και αχρείαστης λιτότητας, τερματίζει τη θητεία της με έναν νεομνημονιακό και αντιαναπτυξιακό Προϋπολογισμό.

Προϋπολογισμό καταρτισμένο σε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στο πεδίο της οικονομίας, απογοήτευσης και παραίτησης στο πεδίο της κοινωνίας και διχαστικής όξυνσης στο πεδίο της πολιτικής.

Προϋπολογισμό που δεν ενσωματώνει την αναγκαία εθνική στρατηγική για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία καλά αμοιβόμενων θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Συγκεκριμένα, ο τελευταίος Προϋπολογισμός της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ καταδεικνύει ότι:

1ον. Η χώρα παραμένει «κλειδωμένη» στην αυστηρή μνημονιακή γραμμή, αφού οι βαριές πολιτικές λιτότητας συνεχίζονται, οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται – για πολλά χρόνια – υψηλοί, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

2ον. Το Πρόγραμμα απέτυχε, αφού δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

3ον. Τα αχρείαστα υπερ-πλεονάσματα, τα οποία οφείλονται στην υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών, μεταξύ άλλων και στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, υπονομεύουν την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

4ον. Η κανονικότητα δεν έχει επιστρέψει, αφού η ανταγωνιστικότητα υποχωρεί, οι οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία διογκώνονται, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, οι μισθοί μειώνονται, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης επικρατούν, η μακροχρόνια ανεργία κυριαρχεί, καταθέσεις δεν επιστρέφουν – με ουσιαστικό τρόπο – στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται και η ρευστότητα σημαντικών φορέων επιδεινώνεται.

Και φυσικά, η επιδίωξη της Κυβέρνησης να μιμηθεί προεκλογικά, ανεπιτυχώς τον «Αϊ Βασίλη», προωθώντας αποσπασματικά, με μεγάλη καθυστέρηση και σε βάθος χρόνου, μειώσεις κάποιων φόρων που η ίδια – μόνη της – επέβαλε, αφού έχει προχωρήσει σε 17 περικοπές συντάξεων και σε 29 αυξήσεις φόρων, αφού έχει επιβάλλει συνολικά μέτρα λιτότητας ύψους 9,5 δισ. ευρώ, αφού έχει φτωχοποιήσει την κοινωνία και διαλύσει τη μεσαία τάξη, δεν πείθει ούτε και τα πιο μικρά παιδιά.

 

Μέσα σε αυτό το ρευστό, ομιχλώδες και με υψηλούς κινδύνους εσωτερικό – αλλά και εξωτερικό – περιβάλλον, η Νέα Δημοκρατία ένα καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, θα προωθεί την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τη δημιουργικότητα, την ποιότητα και την εξωστρέφεια, θα υπηρετεί την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, θα διασφαλίζει την συστηματική και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές και θα βγάλει τη χώρα – με καθαρό τρόπο – από τα μνημόνια.

Βασικοί πυλώνες του σχεδίου είναι η συνολική μείωση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων (π.χ. μείωση ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους, μείωση του εισαγωγικού συντελεστή φορολόγησης για τα φυσικά πρόσωπα, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.), η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων (π.χ. αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, δημιουργία ενός αποτελεσματικού κράτους, επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία κ.α.) και η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία (π.χ. αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, εκκαθάριση των οφειλών του Δημοσίου, άρση κεφαλαιακών περιορισμών, σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης κ.α.).

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων.

Και έτσι οι πολίτες θα μπουν σε ένα νέο ανοδικό κύκλο, ατομικής προόδου και συλλογικής ευημερίας. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Ώστε η χώρα να καταφέρει να ανασυγκροτηθεί σε νέες στέρεες βάσεις.

Στον δημόσιο πολιτικό διάλογο ένα ερώτημα που συχνά τίθεται είναι εάν το 3ο, αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο οδήγησαν τη χώρα η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, πέτυχε ή απέτυχε.

Η Κυβέρνηση διατείνεται ότι πέτυχε, ισχυριζόμενη, κυρίως, ότι υπερκαλύπτονται οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Η πραγματικότητα όμως, για ακόμη μία φορά, διαψεύδει τις επιθυμίες της.

Για μια σειρά από λόγους:

1ον. Δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές, κάτι που αποτελεί βασικό στόχο του προγράμματος.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί, πλήρως, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

2ον. Δεν επιτεύχθηκαν οι αναπτυξιακοί στόχοι του προγράμματος.

Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς.

Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Με λίγα λόγια, η χώρα βρίσκεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

3ον. Το ιδιωτικό χρέος διογκώθηκε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 60% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητάς τους.

4ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές που ξεπερνούν ακόμα τα 3 δισ. ευρώ, παρά την πρόβλεψη του προγράμματος ότι αυτές θα εκκαθαρίζονταν πλήρως μέχρι τις 20 Αυγούστου.

5ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Οι δαπάνες του, σε αντίθεση με την πρόβλεψη του προγράμματος, παρουσίασαν υστέρηση κατά 1,3 δισ. ευρώ έναντι του στόχου τη διετία 2016-2017, και επιπρόσθετα διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας.

Ενώ μέχρι σήμερα το 2018, η σωρευτική απόκλιση έναντι του στόχου ανέρχεται ήδη στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση στερεί πολύτιμη ρευστότητα από την οικονομία, προκειμένου να επιτύχει υπερπλεονάσματα.

6ον. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.

Σύμφωνα με τις διεθνείς εκθέσεις, όπως η πιο πρόσφατη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, η χώρα διαρκώς υποχωρεί την τελευταία τριετία στους παγκόσμιους δείκτες ανταγωνιστικότητας.

7ον. Το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων, την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, την παροχή πιστώσεων και τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας του, την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι το πρόγραμμα απέτυχε στους βασικούς του στόχους.

Και σε αυτούς που πέτυχε, το κόστος και οι επιπτώσεις για την οικονομία και την κοινωνία είναι τεράστια.

Ευτυχώς όμως για τη χώρα, μαζί με το πρόγραμμα κλείνει και ένας κύκλος αποτυχημένης διακυβέρνησης, που χαρακτηρίστηκε από αυταπάτες, ανευθυνότητα, τυχοδιωκτισμό, αναποτελεσματικότητα και ιδεοληψίες.

Και οι πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας.

Με αφορμή τη συζήτηση του τελευταίου Προϋπολογισμού της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, είναι μια ευκαιρία να αποσαφηνίσουμε κρίσιμα ερωτήματα για την πορεία της οικονομίας και της χώρας.

Ερώτημα 1ο: Η χώρα βγήκε από το μνημόνιο όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή βγήκε από το πρόγραμμα όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η χώρα βγήκε τυπικά από το 3ο αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο την οδήγησαν η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, αλλά δεν έχει βγει ουσιαστικά από το μνημόνιο. Η Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με τις Κυβερνήσεις άλλων χωρών που βγήκαν από τα μνημόνια, έχει προ-νομοθετήσει μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι όποιες ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις και έχει εντάξει τη χώρα σε αυστηρό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Καθεστώς στο οποίο καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει ενταχθεί.

Συνεπώς η χώρα, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, τελεί ουσιαστικά υπό ένα μη ομολογούμενο νέο μνημόνιο.

Ερώτημα 2ο: Το πρόγραμμα πέτυχε όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή απέτυχε όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

Ερώτημα 3ο: Η δημοσιονομική υπερ-απόδοση είναι θετική όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή αρνητική όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών.

Η μέχρι σήμερα εκτέλεση του Προϋπολογισμού επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων υστερούν κατά 1,2 δισ. ευρώ έναντι του στόχου. Μάλιστα η απόκλιση αυτή, μήνα με τον μήνα, διευρύνεται.

Οι πρωτογενείς δαπάνες υστερούν κατά 460 εκατ. ευρώ, με τη χορήγηση πλήθους συντάξεων ακόμη να εκκρεμεί.

Και οι επιστροφές φόρων υστερούν κατά 500 εκατ. ευρώ, στερώντας ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

Το άθροισμα αυτών των σημαντικών αποκλίσεων ισοδυναμεί με την υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Το αποτέλεσμα είναι η σημερινή «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» να διογκώνει το χρέος των πολιτών προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Ευθύνες όμως έχουν και οι θεσμοί, που αποδέχθηκαν τέτοιες οικονομικά αναποτελεσματικές και κοινωνικά άδικες πολιτικές.

Ερώτημα 4ο: Οι συντάξεις πρέπει να κοπούν, όπως νομοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ και ισχυρίζεται ότι επιθυμεί η Νέα Δημοκρατία, ή να μην κοπούν, όπως σταθερά υποστηρίζει, δια πράξεων, η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Εδώ ταιριάζει η ρήση «κοίτα ποιος μιλάει»…

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

Ερώτημα 5ο: Η χώρα ανακάμπτει όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή σέρνεται όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, με τις επενδύσεις διαρκώς να συρρικνώνονται.

Να υπενθυμίσουμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Συνεπώς, η Κυβέρνηση των λαϊκιστικών, πελατειακών και παρασιτικών πρακτικών «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

Ερώτημα 6ο: Η χώρα έχει επιστρέψει στην κανονικότητα όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή όχι όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Οι ποσοτικοί δείκτες δίνουν την απάντηση. Επί ημερών διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί, η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται. Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της.

Ερώτημα 7ο: Το τραπεζικό σύστημα είναι απολύτως θωρακισμένο όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή υπάρχουν προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Tα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Με τη βοήθεια και της πολιτείας άντεξαν, και σταθεροποίησαν την κατάσταση.

Δυστυχώς όμως οι «αυταπάτες» και η «δημιουργική ασάφεια» κόστισαν ακριβά, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη αποταμιευτών και επενδυτών. Έτσι, μέσω μιας νέας, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης, προστέθηκε κόστος στο Δημόσιο, απαξιώθηκαν προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε η ιδιοκτησιακή δομή, τροποποιήθηκαν σχέδια αναδιάρθρωσης.

Σήμερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με προκλήσεις, όπως είναι η αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, η επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, η αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, η βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας, η ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, η πλήρης άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, ο ψηφιακός μετασχηματισμός.

«Κλειδί» για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Και αυτά επειδή σήμερα αποτελούν «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

Ερώτημα 8ο: Η ακολουθούμενη πολιτική είναι μονόδρομος όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή υπάρχει άλλος δρόμος όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και για την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων, υφίστανται εναλλακτικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων πολιτικής. Έχει καταρτίσει ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής που οδηγεί σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, σε δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και σε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Τις προτεραιότητες αυτού τις έχουμε καταθέσει πρόσφατα στη ΔΕΘ, και είναι γνωστές.

Συμπερασματικά, ο Προϋπολογισμός συνιστά το κύκνειο άσμα της σημερινής διακυβέρνησης. Σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Ευτυχώς, αυτός ο κύκλος κλείνει. Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας. Έναν κύκλο ανόρθωσης της χώρας και της οικονομίας της. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Εμείς, μαζί με όλους τους πολίτες, θα τα καταφέρουμε.

H εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Tα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση.

Με τη βοήθεια και της πολιτείας άντεξαν, και σταθεροποίησαν την κατάσταση.

Δυστυχώς όμως, οι «αυταπάτες» και η «δημιουργική ασάφεια» κόστισαν ακριβά, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη αποταμιευτών και επενδυτών.

Έτσι μέσω μιας νέας, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης, προστέθηκε κόστος στο Δημόσιο, απαξιώθηκαν προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε η ιδιοκτησιακή δομή, τροποποιήθηκαν σχέδια αναδιάρθρωσης.

Σήμερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων:

  • Τη βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου, με την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, ιδίως σε ότι αφορά τα ελάχιστα επίπεδα και τη σύνθεση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, τους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας και το νέο λογιστικό πλαίσιο IFRS
  • Την επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα και την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, προκειμένου να ενισχυθεί η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών, με τη μείωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων και τη σταδιακή πιστωτική επέκταση.
  • Την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.
  • Τον ψηφιακό μετασχηματισμό του τραπεζικού συστήματος, με κινητήρια δύναμη την καινοτομία, ο οποίος, εκτός του ότι θα απαιτήσει επενδύσεις στην τεχνολογία, θα οδηγήσει και σε έναν δομικό μετασχηματισμό της εργασίας.

«Κλειδί» για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Και αυτά, επειδή αποτελούν σήμερα «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού αποτυπώνει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, τα αδιέξοδα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Τα μέτρα λιτότητας εξακολουθούν να υφίστανται, οι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν υψηλοί, η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνεχίζεται, το Κράτος διογκώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται και υποεκτελείται.

Το αποτέλεσμα αυτής της αδιέξοδης πολιτικής είναι η οικονομία να αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, οι επενδύσεις να συρρικνώνονται και το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται. Ενδεικτικά και μόνο, να υπενθυμίσουμε ότι η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 59% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Αποδεικνύεται έτσι ότι η «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα πίσω στην κανονικότητα.

Ταυτόχρονα, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, το οικονομικό κλίμα – τους τελευταίους μήνες – επιδεινώνεται, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Επιπρόσθετα, η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο για πρώτη φορά ενεργοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά βρίσκεται και εκτός αγορών, με υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο κόστος δανεισμού, συμπαρασύροντας ανοδικά και το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και τραπεζών.

Η χρήση δε του ταμειακού αποθέματος, πέραν του ότι αυτό δημιουργήθηκε με λανθασμένο τρόπο, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και αφήνοντας αναξιοποίητους χαμηλού κόστους πόρους ύψους 24 δισ. ευρώ από τη δανειακή σύμβαση, θα στείλει ανησυχητικό μήνυμα στις αγορές.

Τέλος, οι όποιες  Κυβερνητικές επεκτατικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις είναι – όπως αναφέρει και το Προσχέδιο – «προτιθέμενες» και αποσπασματικές, αφού δεν εντάσσονται σε μία συνολική οικονομική πρόταση, όπως αυτή που έχει καταθέσει η Νέα Δημοκρατία και η οποία στοχεύει σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, στη δημιουργία πολλών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με έμφαση στην εξωστρέφεια και τις επενδύσεις, μέσα από τη μείωση της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Συμπερασματικά, το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, το τελευταίο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, σφραγίζει το τέλος του τετραετούς κύκλου της αυταπάτης, της δημιουργικής ασάφειας, των ιδεοληψιών, της ανευθυνότητας, του τυχοδιωκτισμού και της αναποτελεσματικότητας, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και στους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Συγχρόνως, όμως, σημάνει και την απαρχή ενός νέου κύκλου ευθύνης, ρεαλισμού, υπευθυνότητας και σοβαρότητας, με διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

H αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και η υλοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αποτελούν βασικά εργαλεία και σημαντικές πηγές τόνωσης της ρευστότητας της οικονομίας.

Δυστυχώς, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει αποτύχει και στα δύο αυτά πεδία, στερώντας ρευστότητα από την αγορά, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και υπονομεύοντας την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ειδικότερα:

1ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές.

Η Κυβέρνηση, στο Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, αναφέρει ότι “Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης προς τρίτους…αποτελεί μία από τις προτεραιότητες του Υπουργείου Οικονομικών».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει.

Και αυτό γιατί οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 11% τον Αύγουστο, ξεπερνώντας πλέον τα 3 δισ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι είχαν εκταμιευθεί – για την αποπληρωμή τους – δανειακοί πόροι 7 δισ. ευρώ.

Αυτό οφείλεται στην ανικανότητα της Κυβέρνησης να αντλήσει και να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, αλλά και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους, με αποτέλεσμα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου από 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης το 2014.

Επιπλέον, η ημερομηνία πλήρους εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών όλο και μετατίθεται.

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017, κατόπιν για το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, και στη συνέχεια για το τέλος του 2018.

Ούτε αυτή όμως η δέσμευση δεν θα υλοποιηθεί αφού, στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, γίνεται αναφορά στην περαιτέρω μείωσή τους μέχρι το τέλος του έτους και όχι στην πλήρη εκκαθάρισή τους.

Και το χειρότερο όλων είναι ότι σήμερα, που η χρηματοδότηση της χώρας από το πρόγραμμα έχει λήξει, η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών θα βασιστεί αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα και στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών.

2ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Η Κυβέρνηση, στο δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της, τονίζει τη σημασία του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι το κύριο χρηματοδοτικό εργαλείο για την Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει και εδώ.

Συγκεκριμένα, οι δαπάνες του Προγράμματος, το 2017, έκλεισαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, εμφανίζοντας σωρευτική υστέρηση ύψους 1,3 δισ. ευρώ την περίοδο 2016-2017.

Ενώ το 2018, συνεχίζουν να παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, σχεδόν κατά 1 δισ. ευρώ το οκτάμηνο του έτους.

Μάλιστα ο στόχος, για το 2018, έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω, και περιορίζεται στα 6,63 δισ. ευρώ, καθιστώντας αισιόδοξη την κυβερνητική πρόβλεψη για αυξημένες δημόσιες επενδυτικές δαπάνες το 2019.

Συμπερασματικά, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ σε δύο κομβικά για την οικονομία πεδία, επιβεβαιώνουν, για ακόμη μία φορά, την ανικανότητα και την αναποτελεσματικότητά της.

Η επόμενη Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας θα εφαρμόσει ένα σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, μέσα από την ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Χρήστος Σταϊκούρας1 και Παναγιώτης Μπαλωμένος2

1 Βουλευτής Φθιώτιδας ΝΔ, πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, Επίκουρος Καθηγητής ΟΠΑ

2 Τοπογράφος Μηχανικός ΕΜΠ, MSc και PhD στην Ακίνητη Περιουσία

Τα τελευταία χρόνια, η αγορά ακίνητης περιουσίας δοκιμάστηκε σκληρά, εξαιτίας κυρίως της οικονομικής κρίσης, ενώ ποιοτικοί παράγοντες και νέα δεδομένα της τελευταίας τετραετίας δημιουργούν ανησυχίες για την προοπτική ανάκαμψής της σε στέρεες βάσεις.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της αγοράς ακίνητης περιουσίας, με έντονο κοινωνικό αντίκτυπο, αποτελούν οι κατασχέσεις ακινήτων ιδιωτών από το δημόσιο, οι πλειστηριασμοί και οι αποποιήσεις κληρονομιών. Αυτά δημιουργούν έναν τεράστιο όγκο ακινήτων, όπου σε μια ρηχή αγορά όπως είναι η ελληνική, καθιστούν το δημόσιο τομέα ρυθμιστή της πορείας και της βιωσιμότητάς της. Ενδεικτικά, μόνο για το 2017, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αποποιήσεις κληρονομιών ανήλθαν στις 130.000, σχεδόν τριπλάσιες συγκριτικά με το 2016, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις, μέσα στην επόμενη τετραετία, μόνο το Ελληνικό Δημόσιο αναμένεται να βγάλει «στο σφυρί» τουλάχιστον 500.000 ακίνητα. Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες προγραμματίζουν περίπου 140.000 πλειστηριασμούς έως το τέλος του 2021.

Η κατάσταση στην ελληνική αγορά ακινήτων περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς υπολογίζεται ότι άνω των 150.000 ακινήτων (κυρίως κατοικίες) ιδιωτών στην Αθήνα είναι υψηλής παλαιότητας, τα οποία είναι μη επαρκώς συντηρημένα και έχουν τεθεί ουσιαστικά εκτός διαπραγμάτευσης και αγοράς. Πράγματι, άνω του 60% των κτιρίων του κέντρου της Αθήνας είναι κατασκευασμένα πριν από το 1960, ενώ πλέον του 85% αυτών χρήζουν παρεμβάσεων αποκατάστασης, εκσυγχρονισμού και βελτίωσης της λειτουργικότητας και της ενεργειακής τους απόδοσης. Κενές κατοικίες, κυρίως εγκαταλελειμμένα και σε κακή κατάσταση κτίρια και ανοίκιαστα διαμερίσματα, αποτελούν μια πραγματικότητα. Η πολυιδιοκτησία, η μέτρια ή κακή κατάσταση των κτιρίων, το μεγάλο κόστος αποκατάστασης και συντήρησης για τα διατηρητέα και η διαχρονική γραφειοκρατία σε θέματα αδειοδοτήσεων επιβαρύνουν την κατάσταση.

Επιπρόσθετα, οι νέες κατασκευές είναι ελάχιστες, νέες εντάξεις στα σχέδια πόλεως δεν προγραμματίζονται, ενώ οι χρηματοδοτήσεις τραπεζών για στεγαστικά δάνεια βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά και δεν προβλέπεται σημαντική διαφοροποίηση μεσοπρόθεσμα. Επιπλέον, ένα πολύ σημαντικό τμήμα του οικιστικού αποθέματος μισθώνεται βραχυχρόνια, αποκλειστικά στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού, ενώ άγνωστη παράμετρος παραμένει η μεσοπρόθεσμη πολιτική των τραπεζών (και των funds) σχετικά με τα ακίνητα ιδιωτών που έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν στην κατοχή τους, αλλά και η σχετική επίπτωση στην κτηματαγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, προκύπτει το συμπέρασμα ότι εάν ο δημόσιος τομέας δεν καταφέρει τάχιστα να προσφέρει προς διάθεση στην αγορά τα ακίνητα που διαχειρίζεται ή θα κληθεί να διαχειριστεί και εάν η πολιτεία δεν δώσει σημαντικά κίνητρα σε ιδιώτες για τη ριζική ανακαίνιση ακινήτων παλαιότητας και την επανείσοδό τους στην αγορά, θα υπάρξει ανισορροπία και αδυναμία ύπαρξης ποιοτικής κατοικίας, κυρίως για τους πολίτες των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων.

Με αυτά τα δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγορά ακινήτων στη χώρα μας αποτελεί συνδεδεμένο μέρος της διεθνούς αγοράς, η πολιτεία οφείλει να σχεδιάσει μια νέα εθνική στεγαστική πολιτική η οποία θα βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες που θα αναλάβουν από κοινού ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας. Πράγματι, στις ανοικτές οικονομίες, η πολιτεία παρεμβαίνει με τη δημιουργία κρίσιμων δημόσιων έργων και με την αναγκαία προληπτική και κατασταλτική εποπτεία, ενώ διαμορφώνει και ένα στρατηγικό σχέδιο – υποστηριζόμενο από κατάλληλες θεσμικές, πολεοδομικές και φορολογικές παρεμβάσεις – που θα επιτρέψουν στον ιδιωτικό τομέα να ενεργοποιηθεί, δημιουργώντας έτσι προσδοκίες για βιώσιμες επενδύσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία και κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Στην κατεύθυνση αυτή, αναγκαίες δράσεις που θα μπορούσαν να αναληφθούν είναι η έκπτωση φόρου 40% για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων, με ειδική μέριμνα για τα φτωχότερα νοικοκυριά και για όσους αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, η θεσμική αντιμετώπιση του ζητήματος της πολυιδιοκτησίας και των εγκαταλελειμμένων κτιρίων, η απλοποίηση των μεταβιβάσεων και η μείωση των δικαιολογητικών για τη μεταβίβαση ακινήτων (έχει ήδη ανακοινωθεί αυτό ως δέσμευση από τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκη).

Το επόμενο μεγάλο πρόβλημα που βιώνει η αγορά, είναι η υψηλή φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, πολύ υψηλότερη του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Η Νέα Δημοκρατία έχει ήδη προτείνει τη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% μέσα στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησής της, καθώς και την αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες και του φόρου υπεραξίας στις αγοραπωλησίες ακινήτων για τρία χρόνια, προκειμένου να στηριχθεί η αγορά ακινήτων.

Η υπερφορολόγηση όμως βρήκε εφαρμογή και σε επενδυτικά σχήματα, όπως είναι οι ΑΕΕΑΠ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας). Από το 1999, όταν και εισήχθη το σχετικό θεσμικό πλαίσιο, οι εν λόγω εταιρείες απέδειξαν ότι είναι σε θέση να προσελκύσουν θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με σκοπό τις επενδύσεις στην ελληνική αγορά ακινήτων. Παρ’ όλα αυτά, τον Ιούνιο του 2016, η Κυβέρνηση επταπλασίασε τον συντελεστή του φόρου που επιβάλλεται στο σύνολο του ενεργητικού τους. Οφείλει συνεπώς να λάβει χώρα ο επανασχεδιασμός του σχετικού φορολογικού πλαισίου, υπό όρους συγκρίσιμους με το αντίστοιχο πλαίσιο των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών.

Ο τρίτος και εξίσου σημαντικός πυλώνας παρέμβασης αφορά τη δημόσια ακίνητη περιουσία. Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας (ΓΓΔΠ) οφείλει να αναλάβει ένα εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, αυτόν της χάραξης της στρατηγικής της χώρας αναφορικά με την αγορά ακίνητης περιουσίας. Η δημιουργία ενός θεσμικού αντίβαρου έναντι του Υπερταμείου, ειδικά όταν σε αυτό αποδεικνύεται καθημερινά ότι έχει μεταβιβαστεί πλήθος κρατικών περιουσιακών στοιχείων, ώστε να διασφαλιστεί ο θεσμικός ρόλος του Δημοσίου, αποτελεί μια αναγκαιότητα. Οι δράσεις τις οποίες μπορεί, ενδεικτικά, να αναλάβει η ΓΓΔΠ είναι:

  • Συντονισμός για τη διαχείριση των χιλιάδων ακινήτων που θα προέλθουν από κατασχέσεις και από αποποιήσεις κληρονομιών αλλά και από τα αδήλωτα ακίνητα ιδιωτών στο κτηματολόγιο, και κατάστρωση μιας νέας εθνικής στεγαστικής πολιτικής.
  • Εμπέδωση της συνεργασίας μεταξύ του Δημοσίου και του Υπερταμείου, προκειμένου να επιτευχθεί η ταχύτερη προώθηση της υλοποίησης επενδύσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.
  • Πρωτοβουλίες για στρατηγική συνεργασία όλων των φορέων της πολιτείας που ενεργοποιούνται στην αγορά ακίνητης περιουσίας (κεντρικής κυβέρνησης, οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισµών κοινωνικής ασφάλισης, άλλων ΝΠ∆∆, κληροδοτηµάτων, δηµόσιων επιχειρήσεων κ.α.).
  • Πρωτοβουλίες για μείωση των φορέων αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, επιχειρησιακή ενοποίηση του μητρώου ακινήτων – που δημιουργήθηκε το 2013 – και αύξηση της ταχύτητας ωρίμανσης ακινήτων και επενδυτικών σχεδίων.
  • Διερεύνηση του επενδυτικού κλίματος και των προϋποθέσεων για ΣΔΙΤ, αναφορικά με την αστική ανάπλαση χωρικών ενοτήτων ή λοιπών – μεγάλης κλίμακας – αστικών παρεμβάσεων.
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων στεγαστικών ακινήτων (ή αλλαγή χρήσης λοιπών ακινήτων) ιδιοκτησίας δημοσίου προς πώληση, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο χορήγησης άδειας διαμονής σε αλλοδαπούς (πρόγραμμα Golden Visa).
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων επαγγελματικών ακινήτων δημοσίων ακινήτων και αξιοποίησή τους μέσω του συνδυασμού των θεσμικών πλαισίων περί ΑΕΕΑΠ, Αμοιβαίων Κεφαλαίων Ακίνητης Περιουσίας και ΣΔΙΤ.
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων ενιαίων αγροτικών εκτάσεων για μακροχρόνια μίσθωση (συνεργασία Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, OTA και Εκκλησίας), για την προσέλκυση στρατηγικών επενδυτών στον πρωτογενή τομέα.
  • Πρωτοβουλίες για την ενιαία λειτουργική διαχείριση όλων των κτιριακών εγκαταστάσεων του δημοσίου τομέα (facilities management).
  • Πρωτοβουλίες ώστε το μητρώο αξιών μεταβιβάσεων ακινήτων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων να αξιοποιηθεί στατιστικά και μαζί με τους δείκτες της Τράπεζας της Ελλάδος να ποσοτικοποιηθεί περαιτέρω η αγορά ακίνητης περιουσίας, με την ανάπτυξη δεικτών ζητούμενων τιμών. Τα θεσμικά κεφάλαια άλλωστε τα οποία είναι απαραίτητα για την ωρίμανση της αγοράς απαιτούν πλήρη διαφάνεια.
  • Πρωτοβουλίες για συνεργασία με Πανεπιστήμια και ερευνητικούς φορείς για την εκπαίδευση των συμμετεχόντων στην αγορά, την ενίσχυση της εφαρμοσμένης έρευνας και τη διάχυση των αποτελεσμάτων της.
  • Πρωτοβουλίες για δημιουργία μόνιμης επιτροπής φορέων της αγοράς ακινήτων, με στόχο τη συνεχή διαβούλευση και με επιδιωκόμενο αποτέλεσμα τη θεσμική θωράκιση και τον εκσυγχρονισμό της αγοράς.

Η καθοριστική συμβολή της αγοράς ακινήτων στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής επιβάλουν αναγνώριση των προβλημάτων, συντονισμό, ρεαλιστικές πολιτικές και τολμηρές δράσεις και εμπέδωση κουλτούρας συνεργασίας μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα με γνώμονα την κοινωνική ανταποδοτικότητα.