Tags Posts tagged with "ΑΡΘΡΟ"

ΑΡΘΡΟ

Οι αποκρατικοποιήσεις, όπως έχει πολλές φορές αποδειχθεί, μπορούν να συμβάλουν στην εισαγωγή τεχνογνωσίας, στον εκσυγχρονισμό των εγχώριων επιχειρήσεων, στην υλοποίηση επενδύσεων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας. Παράλληλα, μπορούν να αποφέρουν και ταμειακά οφέλη, συντελώντας στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Δημοσίου και στη μείωση του δημοσίου χρέους.

Δυστυχώς, τα πεπραγμένα της Κυβέρνησης, και σε αυτό το πεδίο, παρά τις σαφείς δεσμεύσεις που έχει αναλάβει, είναι πενιχρά. Είναι φανερό ότι η Κυβερνητική αμφισημία, αβελτηρία και πολυγλωσσία επί του θέματος επηρέασαν και επηρεάζουν αρνητικά την πορεία των αποκρατικοποιήσεων, και έχουν οδηγήσει πολλές επενδύσεις είτε στην ακύρωση είτε στην «κατάψυξη». Υφίσταται πλήθος σχετικά πρόσφατων περιστατικών που προκάλεσαν σύγχυση από τις συνεχείς, δημόσιες αντιπαραθέσεις και αντεγκλήσεις Υπουργών της Κυβέρνησης με το ΤΑΙΠΕΔ, από εμπόδια που θέτουν αντιφατικές δηλώσεις Υπουργών αλλά και από δημόσιες διαφοροποιήσεις διοικήσεων προς ιδιωτικοποίηση εταιρειών. Ενώ σημαντική επίπτωση στην πορεία του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων είχε και η επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, την οποία όμως προκάλεσε η ίδια η Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι οι συνεχείς χρονικές υστερήσεις και οι ταμειακές αποκλίσεις στα έσοδα, που αμφότερες πλήττουν την επενδυτική εμπιστοσύνη και συμβάλλουν στη δημιουργία κλίματος αναξιοπιστίας για τη χώρα ως επενδυτικού προορισμού. Ενδεικτικά, και μόνο για το 2019, το 97% των προσδοκώμενων εσόδων αναμένεται στο 4ο τρίμηνο, με το 77% εξ αυτών να προέρχεται από διαγωνισμούς που εκτιμάται ότι – θα – ολοκληρωθούν εντός του έτους! Όσον αφορά στο Ελληνικό, η αξιοποίησή του αποτελεί πλέον ανέκδοτο. Ενώ περιοδικά, από το 2016 έως και σήμερα, η Κυβέρνηση ενημερώνει ότι «πολύ σύντομα μπαίνουν μπουλντόζες», τα πρώτα έσοδα αναμένονται το 4ο τρίμηνο του 2019. Με βάση όλα τα επίσημα κείμενα και τις εκθέσεις των θεσμών, η απόκλιση των εκτιμώμενων εσόδων με τα πραγματοποιηθέντα είναι τεράστια και κυμαίνεται από 47% έως 75%!

Επιπρόσθετα, περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου (ΔΕΚΟ) που μεταβιβάζονται στο υπέρογκο και δαπανηρό Υπερταμείο με διάρκεια ενός αιώνα, χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό, δεν αξιοποιούνται, δεν εξυγιαίνονται και λειτουργούν χωρίς οικονομική λογική. Το ίδιο συμβαίνει και με την ακίνητη περιουσία του Δημοσίου.

Στις δε τράπεζες, μετά την τελευταία αχρείαστη ανακεφαλαιοποίηση του 2015, που απαξίωσε προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των πιστωτικών ιδρυμάτων και τροποποίησε – επί το δυσμενέστερο – τα σχέδια αναδιάρθρωσής τους, η επένδυση σε αυτές κυριολεκτικά εξαϋλώθηκε, ενώ οι προκλήσεις για τα πιστωτικά ιδρύματα είναι μπροστά.

Ουσιαστικά, η Κυβέρνηση δεν έχει σχεδιάσει, προγραμματίσει και υλοποιήσει ούτε μία αποκρατικοποίηση στα 4 χρόνια της θητείας της. Όσα έχουν υλοποιηθεί ή ολοκληρώνονται αφορούν σε έργα που είχαν δρομολογηθεί από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις.

Ένα τέτοιο έργο είναι και παράταση της σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ). Μία σημαντική αποκρατικοποίηση, που όντως προβλεπόταν από τη σύμβαση του 1995. Που αποτελούσε όμως και συγκεκριμένη δέσμευση και σαφή υποχρέωση που είχε αναλάβει η σημερινή Κυβέρνηση με το 3ο Μνημόνιο, από τον Αύγουστο του 2015. Με ορίζοντα έναρξης της διαδικασίας το 2016 και πρόβλεψη για ολοκλήρωσή της το 2017, στο πλαίσιο της 2ης αξιολόγησης του προγράμματος.

Πλέον βρισκόμαστε στην αρχή του 2019 και την συζητάμε. Και αν αυτή η συζήτηση περιοριζόταν απλά στο τελικό τίμημα της συμφωνίας, θα έμενε η εντύπωση ότι «τέλος καλό, όλα καλά». Ωστόσο παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα για την πρώτη φάση της διαδικασίας, που στιγματίζεται από την εκτίμηση για το χαμηλό αρχικό τίμημα το οποίο στη συνέχεια, ευτυχώς, αναθεωρήθηκε.

Η εξήγηση του Υπουργείου Οικονομικών ότι αρχικά ελήφθησαν υπόψιν τα δεδομένα της οικονομίας το 2015, ότι η διαδικασία αναθεώρησης του τιμήματος εκκίνησε εκούσια, ότι χωρίς να υπάρχει υποχρέωση ζητήθηκε η άποψη της Γενικής Διευθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οδήγησε στον υπερδιπλασιασμό του, και ότι η διαπραγμάτευση για το τίμημα ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του ΤΑΙΠΕΔ, είναι τουλάχιστον προβληματική.

Περιττό να αναφερθεί ποια θα ήταν η αποτίμηση με έτος βάσης μεταγενέστερα έτη, ή έστω ακόμα και με το 2015, αν δεν είχε μεσολαβήσει το καταστροφικό 1ο εξάμηνο εκείνου του έτους, που οδήγησε στην επιδείνωση των προοπτικών της οικονομίας. Θα ήταν υπερπολλαπλάσια ακόμα και από την τωρινή. Ουσιαστικά, η διαφορά ανάμεσα στο αρχικό και το τελικό τίμημα αποτελεί έμμεση πλην σαφέστατη αποδοχή και ποσοτικοποίηση μέρους του μετρήσιμου κόστους του 1ου εξαμήνου του 2015. Δεύτερον, η Κυβέρνηση είχε υποχρέωση να ζητήσει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η αναφορά στο Δελτίο Τύπου του Υπουργείου Οικονομικών στην «ασφάλεια του εγχειρήματος» ουσιαστικά «αδειάζει» την τότε διοίκηση του ΤΑΙΠΕΔ. Τρίτον, η παράταση της σύμβασης το 2017, προτού κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αναθεωρηθεί τελικά, εγκρίθηκε από την Διϋπουργική Επιτροπή Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων και υπογράφηκε από τους αρμόδιους Υπουργούς. Σε όλα τα παραπάνω η Κυβέρνηση οφείλει να δώσει πειστικές απαντήσεις.

Η Νέα Δημοκρατία, ιδεολογικά, πιστεύει στις αποκρατικοποιήσεις, όταν αυτές υλοποιούνται με όρους οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής ανταποδοτικότητας. Αντιθέτως, η Κυβέρνηση δεν τις πιστεύει, δεν τις θέλει, δεν μπορεί να τις υλοποιήσει.

Ο πολίτης, τα τέσσερα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της ακολουθούμενης ανερμάτιστης κυβερνητικής πολιτικής, παρακολουθεί απαισιόδοξος, εξουθενωμένος και ανασφαλής την καθημερινότητά του να επιβαρύνεται.

Το διαθέσιμο εισόδημά του, σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας και μιζέριας, συρρικνώνεται, ως αποτέλεσμα της υπερ-φορολόγησης, της εσωτερικής στάσης πληρωμών, της μείωσης των μισθών, της επικράτησης των ευέλικτων μορφών εργασίας, της κυριαρχίας της μακροχρόνιας ανεργίας, κυρίως των νέων.

Στο πεδίο της προστασίας του πολίτη, επικρατεί αίσθημα γενικευμένης ανασφάλειας και φόβου.

Στην εκπαίδευση, κυριαρχεί η κοντόφθαλμη λογική, η μικροκομματική σκοπιμότητα και η ανομία στους χώρους των πανεπιστημίων.

Στην υγεία, το σύστημα υπολειτουργεί.

Ενώ η ποιότητα της δημοκρατίας συνεχίζει να υποβαθμίζεται, το κράτος δικαίου να υπονομεύεται και η διάκριση των εξουσιών να απειλείται.

Αυτές οι επισημάνσεις καταδεικνύουν αυτό που ολόκληρη η κοινωνία αντιλαμβάνεται: Με αυτόν τον καπετάνιο και με αυτό το πλήρωμα, η χώρα, πλέει χωρίς πυξίδα, μακριά από την Ιθάκη της.

Γι’ αυτό και πρέπει να αλλάξουμε ρότα, άμεσα. Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα. Ώστε να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής όλων των πολιτών, συνδυάζοντας την οικονομική αποτελεσματικότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η ΝΔ θα εφαρμόσει ένα συνεκτικό σχέδιο, το οποίο έχει ήδη παρουσιάσει, διαρκώς εμπλουτίζει και επικαιροποιεί, με στόχους:

1ον. Τη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος όλων των πολιτών.

Με υλοποίηση πολιτικών, όπως είναι, ενδεικτικά, η σημαντική μεσοσταθμικά μείωση του ΕΝΦΙΑ, η ρύθμιση των «κόκκινων δανείων», η μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους, η ενίσχυση του κατώτατου μισθού συναρτώμενη με την αύξηση του πλούτου της χώρας, κ.α.

2ον. Την προώθηση της κοινωνικής αλληλεγγύης για τους πιο αδύναμους πολίτες.

Με υλοποίηση πολιτικών, όπως είναι, ενδεικτικά, η ενίσχυση του Προϋπολογισμού για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, η αύξηση των επιδομάτων ανεργίας, η υλοποίηση προγράμματος απόκτησης ψηφιακών δεξιοτήτων για μακροχρόνια ανέργους, η υιοθέτηση φορολογικών κινήτρων για την ενίσχυση της οικογένειας, ο διπλασιασμός του επιδόματος θέρμανσης, ώστε τουλάχιστον αυτό να διαμορφωθεί στο 60% του ποσού που χορηγείτο το 2014.

3ον. Την αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας.

Με υλοποίηση πολιτικών, όπως είναι, ενδεικτικά, η πλήρης και αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας για κάθε περιστατικό φθοράς, η καθιέρωση 24ωρης ένστολης αστυνόμευσης, η ενδυνάμωση της ομάδας ΔΙΑΣ, η ενίσχυση του θεσμού του αστυνομικού της γειτονιάς, η καταπολέμηση των εστιών παραβατικότητας, η αλλαγή του νόμου για το άσυλο στα πανεπιστήμια, κ.α.

4ον. Τη δημιουργία ενός καλύτερου και όχι μεγαλύτερου κράτους, που θα προσφέρει πιο αποτελεσματικές υπηρεσίες στον πολίτη.

Με υλοποίηση πολιτικών, όπως είναι, ενδεικτικά, ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους (ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ψηφιακή υπογραφή, ηλεκτρονικό εισιτήριο, ηλεκτρονικός φάκελος υγείας), η εφαρμογή του κανόνα «κατάθεση εγγράφων μόνο μία φορά», η ταχεία και ορθή απονομή της Δικαιοσύνης, κ.α.

5ον. Την παροχή υψηλής ποιότητας γνώσεων και δεξιοτήτων σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης.

Με πολιτικές όπως είναι, ενδεικτικά, η διεύρυνση των επιλογών και οι ίσες ευκαιρίες για όλους τους πολίτες, η ανάπτυξη ενός εξωστρεφούς και διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης, η έμπρακτη απόδειξη ότι η εκπαιδευτική διαδικασία είναι λειτουργία που διαρκεί «δια βίου», η διαρκής σύζευξη έρευνας, εκπαίδευσης και περιεχομένου σπουδών με την παραγωγική διαδικασία και την αγορά εργασίας, κ.α.

6ον. Τη δημιουργία ενός συστήματος υγείας που θα διασφαλίζει την πρόσβαση όλων των πολιτών σε υψηλού επιπέδου δημόσιες υπηρεσίες υγείας.

Με υλοποίηση πολιτικών, όπως είναι, ενδεικτικά, η αξιοποίηση της ιατρικής τεχνολογίας (τηλεϊατρική, ηλεκτρονικό βιβλιάριο), η κατ’ οίκον διανομή φαρμάκων για συγκεκριμένες ομάδες ασθενών, η πραγματοποίηση ραντεβού με γιατρούς του ΕΟΠΥΥ εντός 24 ωρών για ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού, η επέκταση της διάρκειας των επαναλαμβανόμενων συνταγών για τους χρονίως πάσχοντες, η ελεύθερη επιλογή οικογενειακού γιατρού, κ.α.

Όλα αυτά μπορούν να επιτευχθούν με μεθοδικότητα, μετριοπάθεια, αποφασιστικότητα και αξιοπιστία.

Γιατί οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα!

 

Αποχαιρετούμε το 2018, σε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στο πεδίο της οικονομίας, απογοήτευσης, παραίτησης και ανασφάλειας στο πεδίο της κοινωνίας και διχαστικής όξυνσης στο πεδίο της πολιτικής.

Και σε ένα ομιχλώδες και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό περιβάλλον, που κυριαρχείται από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών, κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων, ισχνές ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών σε υποσυστήματα μιας ταραγμένης Ευρώπης, μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, ραγδαίες επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις.

Το έτος δύει με τη χώρα, στο οικονομικό πεδίο, «κλειδωμένη» στη μνημονιακή γραμμή, στην επίτευξη υψηλών δημοσιονομικών στόχων και σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, εκτός διεθνών αγορών, χωρίς αναπτυξιακή δυναμική, μακριά από την κανονικότητα, αφού, μεταξύ άλλων, η ανταγωνιστικότητα υποχωρεί, οι επενδύσεις καταρρέουν, η ποιότητα των θεσμών υποβαθμίζεται, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης επικρατούν, η μακροχρόνια ανεργία κυριαρχεί, η ρευστότητα δημοσίων φορέων επιδεινώνεται, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, οι οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται και το Χρηματιστήριο συσσωρεύει απώλειες.

Ευτυχώς όμως, το 2019, με την επιλογή των πολιτών, κλείνει ένας τετραετής κύκλος ανευθυνότητας, ιδεοληψιών και τυχοδιωκτισμού. Και ανατέλλει, μέσα από μία μεγάλη πολιτική αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας, μια νέα ημέρα, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Για το σκοπό αυτό, η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα κινηθεί γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα. Θα υλοποιήσει ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, θα βελτιώνει την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια, και θα διασφαλίζει τη συστηματική και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε ένα καλύτερο Κράτος, με την οικοδόμηση μιας ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας, το οποίο θα μεριμνά για τη διαφανή και αμοιβαία επωφελή συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Σχέδιο που θα παρέχει υψηλής ποιότητας γνώσεις σε όλες τις βαθμίδες του συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης, θα αναστρέψει την «διαρροή» επιστημόνων και επιχειρήσεων και θα βοηθήσει τη χώρα να ανταποκριθεί στον «δομικό μετασχηματισμό της εργασίας» εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου είναι:

1ος. Η απλοποίηση της φορολογίας και η γενναία μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων (π.χ. μείωση ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους, μεγαλύτερη – μεσοσταθμικά – μείωση του ΕΝΦΙΑ για όλη την κοινωνία, μείωση του εισαγωγικού φόρου για τα φυσικά πρόσωπα, μεγαλύτερη μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, γενναία ρύθμιση οφειλών των πολιτών, ευνοϊκές προβλέψεις για τους συνεπείς φορολογούμενους και δανειολήπτες κ.α.).

Η μείωση αυτή των φόρων μπορεί να πραγματοποιηθεί υλοποιώντας τις δεσμευμένες οροφές δαπανών σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, επεκτείνοντας την αξιολόγηση των δαπανών στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης, μη διογκώνοντας το δημόσιο τομέα, επεκτείνοντας τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, ενισχύοντας τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

 

2ος. Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και θα δημιουργήσουν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για επενδύσεις, με επιχειρήσεις όμως που θα υιοθετούν κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και θα επιδεικνύουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Ενδεικτικά, μέσα από την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων.

Μέσα από τη δημιουργία ενός παραγωγικού Κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες και διαδικασίες αξιολόγησης, και με στοχευμένες προσλήψεις, εκεί που υπάρχουν πραγματικές ανάγκες, με αδιάβλητες διαδικασίες.

Μέσα από τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού στην εκπαίδευση, με την ανάπτυξη ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, εναρμονισμένο με την καινοτομία και την τεχνολογία.

 

3ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Μέσα από την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων και την ορθολογική αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

 

4ος. Η ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους πιο αδύναμους συμπατριώτες μας.

Μέσα από την ενίσχυση του Προϋπολογισμού για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, την αύξηση των επιδομάτων ανεργίας, την επαναφορά επιδομάτων για τις τρίτεκνες και τις πολύτεκνες οικογένειες, την υιοθέτηση φορολογικών κινήτρων για τη στήριξη της οικογένειας, την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης ψηφιακών δεξιοτήτων για μακροχρόνια ανέργους, τον διπλασιασμό του επιδόματος θέρμανσης κ.α.

 

Η υλοποίηση αυτού του συνεκτικού σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων. Και έτσι η χώρα θα μπει στο επιδιωκόμενο ανοδικό σπιράλ.

Αυτό το στρατηγικό σχέδιο, με υπευθυνότητα, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα, θα υλοποιήσει η επόμενη φιλελεύθερη, κοινωνική και πατριωτική Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Γι’ αυτό και το 2019, αποτελεί έτος ρεαλιστικής ελπίδας και αισιοδοξίας για την ελληνική κοινωνία.

 

Υγιής ανάπτυξη σε τέσσερις άξονες

Η χώρα βρίσκεται εκτός των προγραμμάτων στήριξης, στρεφόμενη πλέον στις αγορές για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της, με απαγορευτικό όμως – επί του παρόντος – κόστος δανεισμού, σε ένα πολύπλοκο και αβέβαιο εξωτερικό περιβάλλον.

Περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την πολιτική αστάθεια σε ορισμένα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα ευρωπαϊκά υποσυστήματα, σταδιακό περιορισμό της νομισματικής πολιτικής στις αναπτυγμένες οικονομίες, υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, πιθανή άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου, κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, γεωπολιτικές εντάσεις, ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και κλιματικές αλλαγές.

Μέσα σε αυτό το γεμάτο κινδύνους εξωτερικό περιβάλλον, η χώρα, με ευθύνη και των θεσμών, πορεύεται χωρίς εθνική στρατηγικήσε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στο πεδίο της οικονομίας και απογοήτευσης και παραίτησης στο πεδίο της κοινωνίας. Συγκεκριμένα:

  • Η χώρα παραμένει «κλειδωμένη» στη μνημονιακή γραμμή, αφού οι βαριές πολιτικές λιτότητας συνεχίζονται, οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται – για πολλά χρόνια – υψηλοί, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και είμαστε ενταγμένοι σε αυστηρό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
  • Το Πρόγραμμα απέτυχε, αφού δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.
  • Η δημοσιονομική υπερ-απόδοση, η οποία οφείλεται στην υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στην εσωτερική στάση πληρωμών, υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
  • Η οικονομία μεγεθύνεται με αναιμικούς ρυθμούς, χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων, με αποτέλεσμα να «σέρνεται» σε κατάσταση παράλυσης και στασιμότητας.
  • Η χώρα δεν έχει επιστρέψει στην κανονικότητα, αφού η ανταγωνιστικότητά της έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, καταθέσεις δεν έχουν επιστρέψει με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.
  • Τέλος, η Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, ναρκοθετεί τα θεμέλια της οικονομίας: το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί, το Χρηματιστήριο έχει καταρρεύσει, οι προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα – μεταξύ των οποίων η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας – είναι μπροστά μας, η ρευστότητα σημαντικών δημοσίων φορέων επιδεινώνεται και το κράτος διογκώνεται.

Σε αυτή την ζοφερή πραγματικότητα η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι απαιτείται να υλοποιηθεί, με αποφασιστικότητα και αξιοπιστία, ένα συνεκτικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής, με διαφορετικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων.

Σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ουσιαστική προώθηση των εταιρικών και δημόσιων επενδύσεων, που θα βελτιώνει την παραγωγικότητα, την ποιότητα, την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια.

Σχέδιο που θα βοηθήσει τόσο να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη – τα τελευταία χρόνια – «διαρροή εγκεφάλων», όσο και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας, εξαιτίας της ενσωμάτωσης σύγχρονων τεχνολογικών εξελίξεων στην παραγωγή.

Βασικοί άξονες του σχεδίου είναι:

1ος. Η απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και η συνολική μείωση φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων (π.χ. μείωση φορολόγησης ακίνητης περιουσίας και μελλοντική μεταβίβαση αυτού στην τοπική αυτοδιοίκηση, μείωσης ασφαλιστικών εισφορών στο σύνολο των εργαζομένων, μείωση φορολόγησης μερισμάτων, μείωση εισαγωγικού συντελεστή φορολόγησης για τα φυσικά πρόσωπα, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.).

2ος. Η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, τη δημιουργία ενός παραγωγικού κράτους, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και την επιτάχυνση των διαδικασιών στο δικαστικό σύστημα, την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης (εκπαίδευση και δια βίου μάθηση, έρευνα και καινοτομία). Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία και τολμηρή πρόταση για την αλλαγή του συνταγματικού χάρτη της χώρας, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα.

3ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών και χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

4ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας, με μία Πολιτεία που θα δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, και με επιχειρήσεις οι οποίες θα λειτουργούν με υπευθυνότητα, υιοθετώντας κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε ένα ανοδικό σπιράλ, με την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές. Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Με σχέδιο θα πάρει μπροστά η «επιχειρηματική μηχανή» της χώρας

Μία χώρα, για να ανταποκριθεί στο ασταθές και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον εξαιτίας και των προκλήσεων της ψηφιακής επανάστασης, για να πετύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, για να δημιουργήσει καλά αμειβόμενες θέσεις απασχόλησης και για να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή, οφείλει να δημιουργήσει ένα λειτουργικό, σταθερό και ασφαλές πλαίσιο για το επιχειρείν.

Δυστυχώς, την τελευταία τετραετία, η Κυβέρνηση κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση: νέοι φόροι επιβλήθηκαν, οι ασφαλιστικές εισφορές διογκώθηκαν, οι οφειλές του Δημοσίου παρέμειναν υψηλές και δεν εκκαθαρίζονται, οι επιστροφές φόρων προς τους ιδιώτες καθυστερούν, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων καταρρέει, η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων είναι χαμηλή και αργή, το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων παρουσιάζει καθυστερήσεις, εμβληματικές επενδύσεις – όπως αυτή του Ελληνικού – κωλυσιεργούν, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.

Το αποτέλεσμα είναι η χώρα να «σέρνεται» σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, με αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και με συρρικνωμένη ανταγωνιστικότητα.

Και οι επιχειρήσεις να αγκομαχούν, με ιδιαίτερα υψηλό και με αυξητικές τάσεις ιδιωτικό χρέος, λειτουργώντας σε συνθήκες ανασφάλειας και ασφυξίας, διογκώνοντας το “business drain”.

Απαιτείται συνεπώς, παρά το ιδιαίτερα ασφυκτικό και περιοριστικό μετα-προγραμματικό πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου ώστε η «επιχειρηματική μηχανή» της χώρας να πάρει μπροστά, δίνοντας ώθηση συνολικά στην οικονομία.

Ένα σχέδιο με διαφορετικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ουσιαστική προώθηση των εταιρικών και δημοσίων επενδύσεων. Σχέδιο με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Την απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη συνολική μείωση φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών. Με την ταχύτερη και μεγαλύτερη μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τις υπερ-αποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, τη συνολική μείωση ασφαλιστικών εισφορών, τη μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα, τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.

Αντιθέτως, η Κυβέρνηση, αφού πρώτα αύξησε το συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων από το 26% στο 29%, προχωράει στη σταδιακή – κατά 1% ετησίως – μείωσή του, ώστε το 2021 αυτός να διαμορφωθεί στο επίπεδο που τον παρέλαβε το 2014!

2ος Άξονας: Την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, τη δημιουργία ενός παραγωγικού κράτους, την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία και τολμηρή πρόταση για την αλλαγή του καταστατικού χάρτη της χώρας, όπως αυτή που έχει προτείνει η Νέα Δημοκρατία, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα.

3ος Άξονας: Την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

4ος Άξονας: Την ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Με μια Διοίκηση η οποία θα βελτιώσει το επιχειρηματικό περιβάλλον και θα περιορίσει τη ρυθμιστική γραφειοκρατία, εποπτεύοντας όμως την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς και ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Με επιχειρήσεις που θα λειτουργούν με υπευθυνότητα, στοχεύοντας στην ικανοποίηση όλων των stakeholders, υιοθετώντας κανόνες και βέλτιστες πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης και επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Αυτό το ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο άσκησης οικονομικής πολιτικής είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία, με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Η Κυβέρνηση της αυταπάτης, του τυχοδιωκτισμού, των ιδεοληψιών και της σκληρής και αχρείαστης λιτότητας, τερματίζει τη θητεία της με έναν νεομνημονιακό και αντιαναπτυξιακό Προϋπολογισμό.

Προϋπολογισμό καταρτισμένο σε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στο πεδίο της οικονομίας, απογοήτευσης και παραίτησης στο πεδίο της κοινωνίας και διχαστικής όξυνσης στο πεδίο της πολιτικής.

Προϋπολογισμό που δεν ενσωματώνει την αναγκαία εθνική στρατηγική για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία καλά αμοιβόμενων θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Συγκεκριμένα, ο τελευταίος Προϋπολογισμός της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ καταδεικνύει ότι:

1ον. Η χώρα παραμένει «κλειδωμένη» στην αυστηρή μνημονιακή γραμμή, αφού οι βαριές πολιτικές λιτότητας συνεχίζονται, οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται – για πολλά χρόνια – υψηλοί, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

2ον. Το Πρόγραμμα απέτυχε, αφού δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

3ον. Τα αχρείαστα υπερ-πλεονάσματα, τα οποία οφείλονται στην υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών, μεταξύ άλλων και στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, υπονομεύουν την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

4ον. Η κανονικότητα δεν έχει επιστρέψει, αφού η ανταγωνιστικότητα υποχωρεί, οι οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία διογκώνονται, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, οι μισθοί μειώνονται, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης επικρατούν, η μακροχρόνια ανεργία κυριαρχεί, καταθέσεις δεν επιστρέφουν – με ουσιαστικό τρόπο – στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται και η ρευστότητα σημαντικών φορέων επιδεινώνεται.

Και φυσικά, η επιδίωξη της Κυβέρνησης να μιμηθεί προεκλογικά, ανεπιτυχώς τον «Αϊ Βασίλη», προωθώντας αποσπασματικά, με μεγάλη καθυστέρηση και σε βάθος χρόνου, μειώσεις κάποιων φόρων που η ίδια – μόνη της – επέβαλε, αφού έχει προχωρήσει σε 17 περικοπές συντάξεων και σε 29 αυξήσεις φόρων, αφού έχει επιβάλλει συνολικά μέτρα λιτότητας ύψους 9,5 δισ. ευρώ, αφού έχει φτωχοποιήσει την κοινωνία και διαλύσει τη μεσαία τάξη, δεν πείθει ούτε και τα πιο μικρά παιδιά.

 

Μέσα σε αυτό το ρευστό, ομιχλώδες και με υψηλούς κινδύνους εσωτερικό – αλλά και εξωτερικό – περιβάλλον, η Νέα Δημοκρατία ένα καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, θα προωθεί την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τη δημιουργικότητα, την ποιότητα και την εξωστρέφεια, θα υπηρετεί την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, θα διασφαλίζει την συστηματική και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές και θα βγάλει τη χώρα – με καθαρό τρόπο – από τα μνημόνια.

Βασικοί πυλώνες του σχεδίου είναι η συνολική μείωση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων (π.χ. μείωση ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους, μείωση του εισαγωγικού συντελεστή φορολόγησης για τα φυσικά πρόσωπα, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.), η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων (π.χ. αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, δημιουργία ενός αποτελεσματικού κράτους, επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία κ.α.) και η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία (π.χ. αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, εκκαθάριση των οφειλών του Δημοσίου, άρση κεφαλαιακών περιορισμών, σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης κ.α.).

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων.

Και έτσι οι πολίτες θα μπουν σε ένα νέο ανοδικό κύκλο, ατομικής προόδου και συλλογικής ευημερίας. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Ώστε η χώρα να καταφέρει να ανασυγκροτηθεί σε νέες στέρεες βάσεις.

Στον δημόσιο πολιτικό διάλογο ένα ερώτημα που συχνά τίθεται είναι εάν το 3ο, αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο οδήγησαν τη χώρα η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, πέτυχε ή απέτυχε.

Η Κυβέρνηση διατείνεται ότι πέτυχε, ισχυριζόμενη, κυρίως, ότι υπερκαλύπτονται οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Η πραγματικότητα όμως, για ακόμη μία φορά, διαψεύδει τις επιθυμίες της.

Για μια σειρά από λόγους:

1ον. Δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές, κάτι που αποτελεί βασικό στόχο του προγράμματος.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί, πλήρως, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

2ον. Δεν επιτεύχθηκαν οι αναπτυξιακοί στόχοι του προγράμματος.

Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς.

Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Με λίγα λόγια, η χώρα βρίσκεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

3ον. Το ιδιωτικό χρέος διογκώθηκε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 60% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητάς τους.

4ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές που ξεπερνούν ακόμα τα 3 δισ. ευρώ, παρά την πρόβλεψη του προγράμματος ότι αυτές θα εκκαθαρίζονταν πλήρως μέχρι τις 20 Αυγούστου.

5ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Οι δαπάνες του, σε αντίθεση με την πρόβλεψη του προγράμματος, παρουσίασαν υστέρηση κατά 1,3 δισ. ευρώ έναντι του στόχου τη διετία 2016-2017, και επιπρόσθετα διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας.

Ενώ μέχρι σήμερα το 2018, η σωρευτική απόκλιση έναντι του στόχου ανέρχεται ήδη στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση στερεί πολύτιμη ρευστότητα από την οικονομία, προκειμένου να επιτύχει υπερπλεονάσματα.

6ον. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.

Σύμφωνα με τις διεθνείς εκθέσεις, όπως η πιο πρόσφατη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, η χώρα διαρκώς υποχωρεί την τελευταία τριετία στους παγκόσμιους δείκτες ανταγωνιστικότητας.

7ον. Το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων, την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, την παροχή πιστώσεων και τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας του, την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι το πρόγραμμα απέτυχε στους βασικούς του στόχους.

Και σε αυτούς που πέτυχε, το κόστος και οι επιπτώσεις για την οικονομία και την κοινωνία είναι τεράστια.

Ευτυχώς όμως για τη χώρα, μαζί με το πρόγραμμα κλείνει και ένας κύκλος αποτυχημένης διακυβέρνησης, που χαρακτηρίστηκε από αυταπάτες, ανευθυνότητα, τυχοδιωκτισμό, αναποτελεσματικότητα και ιδεοληψίες.

Και οι πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας.

Με αφορμή τη συζήτηση του τελευταίου Προϋπολογισμού της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, είναι μια ευκαιρία να αποσαφηνίσουμε κρίσιμα ερωτήματα για την πορεία της οικονομίας και της χώρας.

Ερώτημα 1ο: Η χώρα βγήκε από το μνημόνιο όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή βγήκε από το πρόγραμμα όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η χώρα βγήκε τυπικά από το 3ο αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο την οδήγησαν η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, αλλά δεν έχει βγει ουσιαστικά από το μνημόνιο. Η Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με τις Κυβερνήσεις άλλων χωρών που βγήκαν από τα μνημόνια, έχει προ-νομοθετήσει μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι όποιες ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις και έχει εντάξει τη χώρα σε αυστηρό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Καθεστώς στο οποίο καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει ενταχθεί.

Συνεπώς η χώρα, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, τελεί ουσιαστικά υπό ένα μη ομολογούμενο νέο μνημόνιο.

Ερώτημα 2ο: Το πρόγραμμα πέτυχε όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή απέτυχε όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

Ερώτημα 3ο: Η δημοσιονομική υπερ-απόδοση είναι θετική όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή αρνητική όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών.

Η μέχρι σήμερα εκτέλεση του Προϋπολογισμού επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων υστερούν κατά 1,2 δισ. ευρώ έναντι του στόχου. Μάλιστα η απόκλιση αυτή, μήνα με τον μήνα, διευρύνεται.

Οι πρωτογενείς δαπάνες υστερούν κατά 460 εκατ. ευρώ, με τη χορήγηση πλήθους συντάξεων ακόμη να εκκρεμεί.

Και οι επιστροφές φόρων υστερούν κατά 500 εκατ. ευρώ, στερώντας ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

Το άθροισμα αυτών των σημαντικών αποκλίσεων ισοδυναμεί με την υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Το αποτέλεσμα είναι η σημερινή «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» να διογκώνει το χρέος των πολιτών προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Ευθύνες όμως έχουν και οι θεσμοί, που αποδέχθηκαν τέτοιες οικονομικά αναποτελεσματικές και κοινωνικά άδικες πολιτικές.

Ερώτημα 4ο: Οι συντάξεις πρέπει να κοπούν, όπως νομοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ και ισχυρίζεται ότι επιθυμεί η Νέα Δημοκρατία, ή να μην κοπούν, όπως σταθερά υποστηρίζει, δια πράξεων, η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Εδώ ταιριάζει η ρήση «κοίτα ποιος μιλάει»…

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

Ερώτημα 5ο: Η χώρα ανακάμπτει όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή σέρνεται όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, με τις επενδύσεις διαρκώς να συρρικνώνονται.

Να υπενθυμίσουμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Συνεπώς, η Κυβέρνηση των λαϊκιστικών, πελατειακών και παρασιτικών πρακτικών «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

Ερώτημα 6ο: Η χώρα έχει επιστρέψει στην κανονικότητα όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή όχι όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Οι ποσοτικοί δείκτες δίνουν την απάντηση. Επί ημερών διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί, η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται. Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της.

Ερώτημα 7ο: Το τραπεζικό σύστημα είναι απολύτως θωρακισμένο όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή υπάρχουν προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Tα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Με τη βοήθεια και της πολιτείας άντεξαν, και σταθεροποίησαν την κατάσταση.

Δυστυχώς όμως οι «αυταπάτες» και η «δημιουργική ασάφεια» κόστισαν ακριβά, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη αποταμιευτών και επενδυτών. Έτσι, μέσω μιας νέας, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης, προστέθηκε κόστος στο Δημόσιο, απαξιώθηκαν προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε η ιδιοκτησιακή δομή, τροποποιήθηκαν σχέδια αναδιάρθρωσης.

Σήμερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με προκλήσεις, όπως είναι η αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, η επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, η αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, η βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας, η ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, η πλήρης άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, ο ψηφιακός μετασχηματισμός.

«Κλειδί» για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Και αυτά επειδή σήμερα αποτελούν «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

Ερώτημα 8ο: Η ακολουθούμενη πολιτική είναι μονόδρομος όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή υπάρχει άλλος δρόμος όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και για την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων, υφίστανται εναλλακτικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων πολιτικής. Έχει καταρτίσει ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής που οδηγεί σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, σε δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και σε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Τις προτεραιότητες αυτού τις έχουμε καταθέσει πρόσφατα στη ΔΕΘ, και είναι γνωστές.

Συμπερασματικά, ο Προϋπολογισμός συνιστά το κύκνειο άσμα της σημερινής διακυβέρνησης. Σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Ευτυχώς, αυτός ο κύκλος κλείνει. Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας. Έναν κύκλο ανόρθωσης της χώρας και της οικονομίας της. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Εμείς, μαζί με όλους τους πολίτες, θα τα καταφέρουμε.

H εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Tα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση.

Με τη βοήθεια και της πολιτείας άντεξαν, και σταθεροποίησαν την κατάσταση.

Δυστυχώς όμως, οι «αυταπάτες» και η «δημιουργική ασάφεια» κόστισαν ακριβά, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη αποταμιευτών και επενδυτών.

Έτσι μέσω μιας νέας, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης, προστέθηκε κόστος στο Δημόσιο, απαξιώθηκαν προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε η ιδιοκτησιακή δομή, τροποποιήθηκαν σχέδια αναδιάρθρωσης.

Σήμερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων:

  • Τη βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου, με την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, ιδίως σε ότι αφορά τα ελάχιστα επίπεδα και τη σύνθεση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, τους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας και το νέο λογιστικό πλαίσιο IFRS
  • Την επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα και την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, προκειμένου να ενισχυθεί η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών, με τη μείωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων και τη σταδιακή πιστωτική επέκταση.
  • Την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.
  • Τον ψηφιακό μετασχηματισμό του τραπεζικού συστήματος, με κινητήρια δύναμη την καινοτομία, ο οποίος, εκτός του ότι θα απαιτήσει επενδύσεις στην τεχνολογία, θα οδηγήσει και σε έναν δομικό μετασχηματισμό της εργασίας.

«Κλειδί» για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Και αυτά, επειδή αποτελούν σήμερα «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού αποτυπώνει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, τα αδιέξοδα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Τα μέτρα λιτότητας εξακολουθούν να υφίστανται, οι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν υψηλοί, η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνεχίζεται, το Κράτος διογκώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται και υποεκτελείται.

Το αποτέλεσμα αυτής της αδιέξοδης πολιτικής είναι η οικονομία να αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, οι επενδύσεις να συρρικνώνονται και το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται. Ενδεικτικά και μόνο, να υπενθυμίσουμε ότι η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 59% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Αποδεικνύεται έτσι ότι η «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα πίσω στην κανονικότητα.

Ταυτόχρονα, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, το οικονομικό κλίμα – τους τελευταίους μήνες – επιδεινώνεται, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Επιπρόσθετα, η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο για πρώτη φορά ενεργοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά βρίσκεται και εκτός αγορών, με υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο κόστος δανεισμού, συμπαρασύροντας ανοδικά και το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και τραπεζών.

Η χρήση δε του ταμειακού αποθέματος, πέραν του ότι αυτό δημιουργήθηκε με λανθασμένο τρόπο, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και αφήνοντας αναξιοποίητους χαμηλού κόστους πόρους ύψους 24 δισ. ευρώ από τη δανειακή σύμβαση, θα στείλει ανησυχητικό μήνυμα στις αγορές.

Τέλος, οι όποιες  Κυβερνητικές επεκτατικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις είναι – όπως αναφέρει και το Προσχέδιο – «προτιθέμενες» και αποσπασματικές, αφού δεν εντάσσονται σε μία συνολική οικονομική πρόταση, όπως αυτή που έχει καταθέσει η Νέα Δημοκρατία και η οποία στοχεύει σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, στη δημιουργία πολλών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με έμφαση στην εξωστρέφεια και τις επενδύσεις, μέσα από τη μείωση της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Συμπερασματικά, το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, το τελευταίο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, σφραγίζει το τέλος του τετραετούς κύκλου της αυταπάτης, της δημιουργικής ασάφειας, των ιδεοληψιών, της ανευθυνότητας, του τυχοδιωκτισμού και της αναποτελεσματικότητας, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και στους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Συγχρόνως, όμως, σημάνει και την απαρχή ενός νέου κύκλου ευθύνης, ρεαλισμού, υπευθυνότητας και σοβαρότητας, με διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.