Tags Posts tagged with "Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Δημοσίου προς ιδιώτες"

Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Δημοσίου προς ιδιώτες

Ερώτηση

προς τα Υπουργεία Εσωτερικών

και Οικονομικών

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Θέμα: Οφειλές Διεύθυνσης Αστυνομίας Φθιώτιδας προς ιδιώτες προμηθευτές

Θύμα της εσωτερικής στάσης πληρωμών που έχει κηρύξει η Κυβέρνηση είναι, δυστυχώς, και ο ευαίσθητος τομέας της Ασφάλειας του Πολίτη.

Πολλοί ιδιώτες προμηθευτές ανά την Ελλάδα έχουν διακόψει τις υπηρεσίες τους προς την Ελληνική Αστυνομία, λόγω της ασυνέπειας και του πολύ μεγάλου χρόνου αποπληρωμής των οφειλών τους από το Κράτος, υποβαθμίζοντας με αυτόν τον τρόπο το κύρος της ΕΛ.ΑΣ..

Ιδιώτες προμηθευτές ελαστικών, πρατήρια υγρών καυσίμων, αντιπροσωπείες αυτοκινήτων που εξυπηρετούν επισκευές οχημάτων της ΕΛ.ΑΣ., καθώς και άλλοι επαγγελματίες – προμηθευτές, βρίσκονται σε απόγνωση.

Η Διεύθυνση Αστυνομίας Φθιώτιδας είναι από τις μεγαλύτερες αστυνομικές διευθύνσεις της χώρας, σε αριθμό οχημάτων, πολλά εκ των οποίων είναι λειτουργικά χάρη στο φιλότιμο του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και σε χορηγίες ιδιωτών.

Ο μεγάλος αριθμός οχημάτων της Φθιώτιδας, κάνει το πρόβλημα των τοπικών προμηθευτών πολύ πιο έντονο.

Οι ελάχιστοι προμηθευτές που έχουν απομείνει να πιστώνουν την Ελληνική Αστυνομία διαμαρτύρονται πως δεν υπάρχει σταθερή ροή πληρωμών, δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα, δεν υπάρχει ενημέρωση και δεν υπάρχει προγραμματισμός.

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΕΡΩΤΩΝΤΑΙ

οι κ.κ. Υπουργοί: 

Ποιο είναι το πλάνο αποπληρωμής οφειλών της Διεύθυνσης Αστυνομίας Φθιώτιδας προς τους ιδιώτες προμηθευτές της;

Ο Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

«Καθαρή έξοδος, η νέα αυταπάτη:

εσωτερική στάση πληρωμών η μόνιμη πραγματικότητα»

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η εσωτερική στάση πληρωμών γίνεται μόνιμη πραγματικότητα: οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου παραμένουν αμετάβλητες, παρά την εκταμίευση δόσεων για την αποπληρωμή τους»

Πλήρης Δήλωση:

«Η Κυβέρνηση συνεχίζει να στερεί ρευστότητα από την αγορά, στεγνώνοντας την πραγματική οικονομία. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται και φέτος υψηλές, περίπου στα 3,4 δισ. ευρώ, σχεδόν αμετάβλητες παρά την εκταμίευση δόσεων για την αποπληρωμή τους.

Αποδεικνύεται, έτσι, ότι δημιουργούνται συνεχώς νέες οφειλές, και ότι καθίσταται εξαιρετικά αμφίβολη η πλήρης εξόφλησή τους μέχρι το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, όπως έχει δεσμευτεί η Κυβέρνηση. Πρόκειται για ακόμη ένα πεδίο άσκησης οικονομικής πολιτικής στο οποίο γίνεται ολοφάνερη η κυβερνητική ανικανότητα.

Η Νέα Δημοκρατία έχει προτείνει και θα εφαρμόσει ένα σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, πλήρη εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσω του τραπεζικού συστήματος».

«Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και ρευστότητα είναι έννοιες ασύμβατες»

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Κυβέρνηση συνεχίζει να στερεί πολύτιμη ρευστότητα από την αγορά προκειμένου να συντηρήσει την αυταπάτη της “καθαρής εξόδου”, οδηγώντας σε ασφυξία την πραγματική οικονομία. 

  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν και τον Μάρτιο, παρά την πρόσφατη εκταμίευση της δόσης, απόδειξη ότι δημιουργούνται συνεχώς νέες ανεξόφλητες υποχρεώσεις του Κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα. 
  • Το “σκούπισμα” των ταμειακών διαθεσίμων σε φορείς του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται, με αποτέλεσμα τα ρέπος να έχουν ξεπεράσει πλέον τα 22,5 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 7,5 δισ. ευρώ από το τέλος του 2017. 
  • Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, δαπάνες με υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, διαμορφώθηκαν 50% κάτω από το στόχο που η ίδια η Κυβέρνηση είχε θέσει για το πρώτο τρίμηνο του 2018. Και αυτό συνέβη ενώ είχαν ήδη πέσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας το 2017.

Επιβεβαιώνεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και ρευστότητα στην πραγματική οικονομία είναι έννοιες ασύμβατες».

 

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Κυβέρνηση κάνει ένα βήμα εμπρός και δύο βήματα πίσω

στην ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας».

Πλήρης Δήλωση

«Η Κυβέρνηση συνεχίζει να στερεί πολύτιμη ρευστότητα από την αγορά, οδηγώντας σε ασφυξία την πραγματική οικονομία.

Συγκεκριμένα: 

  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 240 εκατ. ευρώ τον Φεβρουάριο, απόδειξη ότι δημιουργούνται συνεχώς νέες ανεξόφλητες υποχρεώσεις του Κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα.
  • Το “σκούπισμα” των ταμειακών διαθεσίμων σε φορείς του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται, με αποτέλεσμα τα ρέπος να αγγίζουν πλέον τα 21 δισ. ευρώ.
  • Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, δαπάνες με υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, διαμορφώθηκαν 50% κάτω από το στόχο που η ίδια η Κυβέρνηση είχε θέσει για το πρώτο δίμηνο του 2018. Και αυτό συνέβη ενώ είχαν ήδη πέσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας το 2017. 

Επιβεβαιώνεται έτσι, για ακόμη μία φορά η ανικανότητα και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης να ενισχύσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία».

 

Πρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Θα συμφωνείτε υποθέτω και εσείς ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, πέραν της συμβολής της στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του Δημοσίου, συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

Στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα», ως αποτέλεσμα – κυρίως – της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η σημερινή Κυβέρνηση.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, ερωτάστε κε. Υπουργέ:

1ον. Για ποιό λόγο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές παρά τους πρόσθετους δανειακούς και πλέον εθνικούς πόρους που διατίθενται για την αποπληρωμή τους, όταν μάλιστα, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού σας, «η εξόφλησή τους αποτελεί βασική προτεραιότητα για το Υπουργείο Οικονομικών»;

2ον. Σε τι ύψος ανέρχονται οι νέες οφειλές που δημιουργήθηκαν την τελευταία τριετία;

3ον. Ποιος είναι ο προγραμματισμός για την αποπληρωμή τους εντός του 2018; Πως θα χρηματοδοτηθεί η εξόφλησή τους από δανειακούς και εθνικούς πόρους;

4ον. Πότε εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα ολοκληρωθεί η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου;

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δευτερολογία

 Κύριε Υπουργέ,

Από την απάντησή σας, καθώς και από πρόσθετα στοιχεία που δεν πρόλαβα να αναπτύξω κατά την πρωτολογία μου, προκύπτουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα:

1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, εξαιτίας τόσο της επιλογής της να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και της ανικανότητάς της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους, δημιουργεί συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Και σε αυτές πρέπει να προστεθούν και όσες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν καταγράφονται, όπως είναι, σύμφωνα με την Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων καθώς και αιτήσεις συνταξιοδότησης.

Επιπρόσθετα, όπως επισημαίνει η ίδια Έκθεση, από τους συνολικούς δανειακούς πόρους που μεταβιβάστηκαν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών το 2017, μόνο οι μισοί έφτασαν στους τελικούς δικαιούχους.

Το υπόλοιπο ποσό είτε κόλλησε σε φορείς του Δημοσίου είτε δεν έφτασε στους φορείς.

2ο Συμπέρασμα: Λόγω της Κυβερνητικής καθυστέρησης στην απορρόφηση της χρηματοδότησης του προγράμματος, η διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει διαφοροποιηθεί επί το δυσμενέστερο για τη χώρα μας.

Το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – μετά την 2η αξιολόγηση, να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Πέρυσι η αναλογία ήταν 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου.

Σήμερα αυτή έγινε ακόμη πιο δυσμενής, διαμορφώθηκε στο 50%-50%, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.

Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχη, σχετική πρόβλεψη δεν υπήρξε στο 2ο Μνημόνιο.

3ο Συμπέρασμα: Η πλήρης εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, τον Αύγουστο του 2015, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο, τον Ιούνιο του 2016, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Και σήμερα, με βάση την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού, απλώς «αναμένεται η περαιτέρω μείωσή τους εντός του 2018».

Συνεπώς, για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνονται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Είναι σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει, δεν ξέρει και δεν μπορεί να «ρίξει» ρευστότητα στην αγορά.

Στον αντίποδα αυτής της οικονομικά ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της Νέας Δημοκρατίας είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε – πέρυσι – στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Σας ευχαριστώ πολύ.

«Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αντί να αυξήσει τη ρευστότητα στην αγορά, συνεχίζει να αντλεί ρευστότητα από αυτήν, στραγγαλίζοντας την πραγματική οικονομία».

Πλήρης Δήλωση

«Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αντί να αυξήσει τη ρευστότητα στην αγορά, συνεχίζει να αντλεί ρευστότητα από αυτήν, στραγγαλίζοντας την πραγματική οικονομία.
Συγκεκριμένα:

  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα διατηρήθηκαν τον Ιανουάριο σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, και αυτό παρά την εκταμίευση σημαντικών δανειακών πόρων για την αποπληρωμή τους (απόδειξη ότι δημιουργούνται -συνεχώς- νέες υποχρεώσεις).
  • Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων διαμορφώθηκαν το 2017 στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, στερώντας έτσι πολύτιμους αναπτυξιακούς πόρους από την οικονομία.
  • Το «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων φορέων του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται, με αποτέλεσμα τα repos να έχουν αυξηθεί κατά 5 δισ. ευρώ τον Ιανουάριο, αγγίζοντας πλέον αθροιστικά τα 20 δισ. ευρώ.
  • Και φυσικά συνεχίζεται η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, που συρρικνώνει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και διογκώνει το ιδιωτικό χρέος τους.

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν ξέρει και δεν μπορεί να αυξήσει τη ρευστότητα στην αγορά. Δεν μπορεί και δεν θέλει να μειώσει φορολογικούς συντελεστές και ασφαλιστικές εισφορές, δίνοντας ώθηση στην πραγματική οικονομία».

Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, πέραν της συμβολής της στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του Δημοσίου, συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας της οικονομίας.

Στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν, και πάλι, να «τραβούν την ανηφόρα», ως αποτέλεσμα της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Το αποτέλεσμα είναι αυτές να έχουν ξεπεράσει τα 6 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2017, αυξημένες κατά 2,2 δισ. ευρώ ή 57% από το τέλος του 2014.

Και αυτό παρ’ ότι έχουν εκταμιευθεί μέχρι σήμερα, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM),  για την μερική αποπληρωμή τους, πόροι ύψους 4,3 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, παρά τις εκταμιεύσεις του δανείου, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, αντί να μειώνονται, αυξάνονται.

Και αυτό οφείλεται στην ανικανότητα της Κυβέρνησης τόσο να αντλήσει όσο και να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, αλλά και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Και σε αυτές πρέπει να προστεθούν και όσες οφειλές δεν καταγράφονται στο Δελτίο Γενικής Κυβέρνησης του Υπουργείου Οικονομικών, όπως είναι εκκρεμείς επιστροφές φόρων και αιτήσεις συνταξιοδότησης, οι οποίες, σύμφωνα με την Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ανέρχονταν στα 2,2 δισ. ευρώ έως τον Απρίλιο του 2017.

Επιπρόσθετα, λόγω της συνεχών Κυβερνητικών καθυστερήσεων, η διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει πλέον διαφοροποιηθεί επί το δυσμενέστερο για τη χώρα μας.

Ειδικότερα:

1ον.  Οι δόσεις που εκταμιεύονται είναι χαμηλότερες τόσο των προβλέψεων της συμφωνίας όσο και των αναγκών της οικονομίας. Ενδεικτικά, αν οι αξιολογήσεις και οι εκταμιεύσεις εξελίσσονταν ομαλά, θα έπρεπε να είχαμε λάβει επιπλέον 5,3 δισ. ευρώ για αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών.

2ον. Το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – μετά την τελευταία αξιολόγηση, να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών, με αναλογία 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου.

Μάλιστα, λόγω της Κυβερνητικής ανικανότητας και σε αυτό το πεδίο, η εκταμίευση της 2ης υποδόσης της 2ης αξιολόγησης που ακόμη εκκρεμεί, αν και είναι διαθέσιμη από 1η Σεπτεμβρίου, έχει μετατεθεί για το τέλος Οκτωβρίου.

3ον. Η πλήρης εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει παρεπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο (Αύγουστος 2015), η αποπληρωμή τους θα γινόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο (Ιούνιος 2016), αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Σήμερα, με βάση το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, η αποπληρωμή τους «βαφτίστηκε» απλή μείωση και παραπέμπεται για τα μέσα του 2018.

Συμπερασματικά, για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνονται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Είναι σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει, δεν ξέρει και δεν μπορεί να «ρίξει» ρευστότητα στην αγορά.

Στον αντίποδα της οικονομικά ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της Νέας Δημοκρατίας, όπως παρουσιάστηκε από τον Πρόεδρό της Κυριάκο Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, για την καθυστέρηση στην εκταμίευση της υποδόσης των 800.000.000 ευρώ, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Κυβέρνηση είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την καθυστέρηση της εκταμίευσης 800.000.000 ευρώ, που είναι διαθέσιμα, ήδη, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.

Χρήματα που θα αξιοποιούνταν για να εξοφληθεί μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, που έχουν “εκτοξευτεί” στα 5,4 δις ευρώ.

Την ώρα που οι άνθρωποι της πραγματικής οικονομίας δίνουν μάχη επιβίωσης μέρα με τη μέρα, η Κυβέρνηση χάνει ολόκληρους μήνες και στερεί από την αγορά ακόμη και τη στοιχειώδη ρευστότητα».

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, σχετικά με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς ιδιώτες, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης προκάλεσε ασφυξία στην πραγματική οικονομία, την οποία η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αδυνατεί να επανεκκινήσει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξέλιξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες.

Οφειλές που παραμένουν σταθερά υψηλές, στα 5,1 δισ. ευρώ, πολύ υψηλότερες από το τέλος του 2014 (+34%), οπότε και ανέρχονταν στα 3,8 δισ. ευρώ, απόδειξη της κυβερνητικής ανικανότητας.

Μάλιστα, σύμφωνα με τα συνοδευτικά κείμενα της 2ης αξιολόγησης, στην πραγματικότητα οι οφειλές του Δημοσίου αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 7 δισ. ευρώ, καθώς στα στοιχεία που δημοσιεύει το Υπουργείο Οικονομικών δεν συμπεριλαμβάνεται σειρά εκκρεμών υποχρεώσεων (π.χ. συντάξεις και επιστροφές ΕΦΚ και ΦΠΑ).

Η δε πλήρης αποπληρωμή τους συνεχώς μετατίθεται χρονικά για το απώτερο μέλλον, απόδειξη της κυβερνητικής ανευθυνότητας.

Κι αυτό πλέον θα γίνει με δυσμενέστερους όρους.

Μόλις 1,6 δισ. ευρώ από τη δόση, και μάλιστα τμηματικά, θα κατευθυνθεί για την αποπληρωμή τους, ενώ το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – στο τέταρτο Μνημόνιο, να συμβάλει με ίδιους πόρους (με υψηλή αναλογία 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου).

Αποδεικνύεται έτσι, για μία ακόμη φορά, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ πολύ εύκολα επιβάλει φόρους και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, αλλά είναι ασυνεπής στις υποχρεώσεις της και έχει κηρύξει «εσωτερική στάση πληρωμών», στεγνώνοντας την αγορά.

Η χώρα, τα τελευταία 2,5 χρόνια, έχασε πολύτιμο χρόνο και πόρους. Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, η ανταγωνιστικότητά της επιδεινώθηκε, κεφαλαιακοί περιορισμοί επιβλήθηκαν, οι οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν, νέα μνημόνια υπεγράφησαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε.

Δυστυχώς, αντί η χώρα να επιταχύνει στηριζόμενη στις ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές που είχαν δημιουργηθεί το 2014, οπισθοχώρησε. Και σήμερα προσπαθεί, με ασθενέστερη δυναμική και από χαμηλότερο σημείο αφετηρίας, να φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

Και ακόμη δεν τα έχει καταφέρει. Απλά, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, βελτιώνει την τρέχουσα κατάστασή της σε σχέση με το χειρότερο σημείο στο οποίο έφτασε επί της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και ας μην πανηγυρίζει η Κυβέρνηση περί «επιστροφής στην ευρωπαϊκή κανονικότητα».

Γιατί αλήθεια, σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, πριν από 2 μήνες, ψήφισε νέα μέτρα λιτότητας, ύψους 5,1 δισ. ευρώ, για μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου;

Σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, στο Eurogroup του Ιουνίου, δεσμεύτηκε σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και περίπου 2% του ΑΕΠ μέχρι το 2060, με χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, δεσμεύοντας τη χώρα σε αέναη λιτότητα;

Σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, την ημέρα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγήθηκε την έξοδο της χώρας από τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος μετά τις πολύχρονες και επώδυνες θυσίες της κοινωνίας, η Κυβέρνηση έστελνε επιστολή δεσμεύσεων στο ΔΝΤ, προκειμένου να συνάψει χρηματοδοτικό πρόγραμμα με το Ταμείο;

Είναι συνεπώς σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Απαιτείται μια άλλη οικονομική πολιτική, με βασικούς άξονες:

  • Την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που θα πείσουν ότι επανέρχεται και διατηρείται η αναπτυξιακή δυναμική του 2014.
  • Την αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής, με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
  • Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.
  • Τη δρομολόγηση συμφωνίας σε πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους, η επίτευξη των οποίων θα εδράζεται σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Την υλοποίηση, από τους δανειστές, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.
  • Την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Η υλοποίηση όμως αυτής της πολιτικής απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση. Και η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει, ούτε μπορεί να τα αποκτήσει.