Συνεντεύξεις
Διαβάστε τις συνεντεύξεις μου στις εφημερίδες

Οι τρεις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής είναι η έξοδος στις αγορές με ρεαλιστικούς όρους δανεισμού, η επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης με τη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και η αντιμετώπιση του διαρκώς αυξανόμενου ιδιωτικού χρέους. Αυτές οι προκλήσεις απαιτούν ολοκληρωμένο σχέδιο, πολιτική βούληση, υπευθυνότητα, αξιοπιστία και αποφασιστικότητα – στοιχεία που, αποδεδειγμένα πλέον, δεν διαθέτει η σημερινή ιδεοληπτική κυβέρνηση.Η «καθαρή» έξοδος από τα μνημόνια, αν και επιθυμητή, με αποκλειστική ευθύνη της τωρινής κυβέρνησης δεν είναι σήμερα εφικτή. Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα προγράμματα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μεταπρογραμματικής εποπτείας, που συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις. Το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιο της κυβέρνησης αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς αναπτυξιακό προγραμματισμό, ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές. Απαιτείται, συνεπώς, η υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου και ρεαλιστικού σχεδίου επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξανόμενης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης. Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, νέων και παραδοσιακών. Αυτό προϋποθέτει μεταβολές στη σύνθεση της οικονομικής δραστηριότητας, με έμφαση στις εξαγωγές διεθνώς και με ενίσχυση βασικών μεγεθών ποιότητας των θεσμών και επίδοσης της οικονομίας, όπως είναι η ευκολία άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, η αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, του εκπαιδευτικού συστήματος και του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, οι επενδύσεις στην έρευνα και στην καινοτομία. Σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε ήδη καταθέσει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου, με βασικούς άξονες τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και την επενδυτική  ελκυστικότητα της οικονομίας, την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής με πολιτικές αντιμετώπισης της φτώχειας.

Κύριε Σταϊκούρα, ο Πρόεδρος της ΝΔ, σε κάθε δημόσια τοποθέτησή του, το επανέλαβε και προχθές στη Βουλή, επιμένει ότι «το μόνο που απομένει στον Αλέξη Τσίπρα είναι να ορίσει την ημερομηνία των εκλογών». Πιστεύετε πραγματικά ότι οι εκλογές είναι «προ των πυλών»;

Έχουμε ήδη μπει σε προεκλογική περίοδο. Όσο πιο σύντομα αυτή ολοκληρωθεί, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Διότι η σημερινή «Κυβέρνηση των προθύμων» αποδεικνύει καθημερινά, όλο και πιο εμφατικά, σε όλα τα επίπεδα και πεδία, ότι δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στην πατρίδα.

Ζυγίστηκε με τα προβλήματα, μετρήθηκε και βρέθηκε ελλιποβαρής. Η ανεπάρκειά της είναι πλέον εμφανής, όπως και η απαξίωσή της στη συνείδηση των πολιτών. Αντικειμενικά, ο κ. Τσίπρας είναι πλέον Πρωθυπουργός υπό προθεσμία.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η Κυβέρνηση θα προσπαθήσει, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, μέσα από βαριές εθνικές υποχωρήσεις και με συνεχείς πολιτικές μεταμφιέσεις, επιδεικνύοντας καιροσκοπική εσωτερική συνοχή και καλλιεργώντας πολιτικό περιβάλλον τοξικότητας και αβεβαιότητας, να «γαντζωθεί» όσο περισσότερο μπορεί στην καρέκλα.

Όμως, με μόνη συγκολλητική ουσία τον τυχοδιωκτισμό, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θα μείνει στην ιστορία ως πολιτική ανεμοδούρα.

Επιμένω και σας ρωτώ. Γιατί να προκηρύξει εκλογές χωρίς να υλοποιήσει το πρόγραμμα που έχει εξαγγείλει, όπως αύξηση κατώτατου μισθού, επανάληψη μερίσματος με κοινωνικά κριτήρια, στήριξη του κοινωνικού κράτους, στοχευμένες φοροελαφρύνσεις κ.α;

Καταρχάς, διότι μπορεί να επιλέξει ή να βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδα προωθώντας μία εθνικά επιζήμια συμφωνία με τη γείτονα χώρα.

Αλλά και γιατί, με βάση όσα μόνη της η Κυβερνητική πλειοψηφία έχει προ-νομοθετήσει, προβλέπονται επιπλέον περικοπές σε κύριες και επικουρικές συντάξεις από το 2019 και πρόσθετη μείωση του αφορολόγητου από το 2020.

Αντιλαμβάνομαι ότι η εξαπάτηση και τα ψέματα είναι στο πολιτικό DNA του κ. Τσίπρα.

Οι πολίτες όμως δεν «τσιμπούν πλέον στα δολώματα» και δεν είναι «εξαγοράσιμοι», αφού βιώνουν στην καθημερινότητά τους τη μεγάλη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Αν πάντως, μαζί με τα παραπάνω, καταφέρει να ανακόψει τη μείωση των συντάξεων για το 2019, δεν θα έχει εξασφαλίσει «πόντους» στην πορεία προς τις εκλογές στριμώχνοντας, ενδεχομένως, τη Νέα Δημοκρατία;

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους.

Μειώσεις οι οποίες, μαζί με την αύξηση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ανεβάζουν τον επώδυνο λογαριασμό, μέχρι σήμερα, στα 9,5 δισ. ευρώ.

Και προβλέπονται νέες μειώσεις συντάξεων για το 2019, ψηφισμένες μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία.

Μειώσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, ως αποτέλεσμα της ανικανότητας και της ανευθυνότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η ΝΔ δεν ψήφισε όλες αυτές τις αχρείαστες περικοπές των συντάξεων. Ας σταματήσει συνεπώς ο κ. Τσίπρας την πολιτική υποκρισία.

Αν θέλει και μπορεί, ας κάνει πράξη την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις.

Για να επικαλεστώ και τον ίδιο, «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα».

Ο Πιερ Μοσκοβισί από την Αθήνα δήλωσε «μνημόνια τέλος». Εσείς μιλάτε για 4ο Μνημόνιο. Ποια είναι η αλήθεια;

Όταν η χώρα αναλαμβάνει πρόσθετες μνημονιακές δεσμεύσεις για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, όταν οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται υψηλοί για πολλές δεκαετίες, όταν η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, όταν οι παρεμβάσεις στο χρέος τελούν υπό όρους και προϋποθέσεις, όταν η χώρα μπαίνει σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, δεν μπορείς να θριαμβολογείς για το «τέλος των μνημονίων».

Όσο και να προσπαθούν να το «καμουφλάρουν», η αλήθεια είναι ότι οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ είναι βαριές και πολύχρονες, συνιστώντας ένα κατ’ ουσία, κεκαλυμμένο, 4ο Μνημόνιο, χωρίς μάλιστα πρόσθετη χρηματοδότηση.

Ωστόσο, ο Μοσκοβισί απορρίπτει τη θέση της Νέας Δημοκρατίας και υποστηρίζει ότι «σήμερα χρειαζόμαστε μια συνετή δημοσιονομική πολιτική, μια λελογισμένη επέκταση στη βάση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων». Με τη δεύτερη τοποθέτηση διαφωνείτε;

Καταρχάς να σας πω ότι πολλοί ευρωπαίοι αξιωματούχοι και θεσμοί δεν συμμερίζονται τις όποιες θριαμβολογίες, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα ειδική περίπτωση, που θα τελεί για πολλά χρόνια υπό διακριτό μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, σε καθεστώς ασφυκτικής μετα-προγραμματικής παρακολούθησης.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την αναγκαιότητα δημοσιονομικής πειθαρχίας, με την υλοποίηση όμως ενός διαφορετικού μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, πιο φιλικό στην ανάπτυξη, με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές.

Αυτή η πολιτική, μαζί με την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και την ενίσχυση της ρευστότητας, θα οδηγήσουν σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας και όχι μέσω της αέναης λιτότητας.

Η σημερινή Κυβέρνηση όμως, όπως αποδεικνύουν τόσο τα πεπραγμένα της όσο και οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις της, αδυνατεί να επιτύχει υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Αναφορικά με το πρόσφατο Eurogroup εκτιμάτε ότι η χώρα μας δεν αποκόμισε οφέλη; Σας ρωτώ γιατί τα σχόλια εκτός Ελλάδος ήταν αρκετά θετικά…

Σε ότι αφορά το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας και τις βαριές δεσμεύσεις που το συνοδεύουν, ήδη σας απάντησα.

Σε ότι αφορά το χρέος, κάθε απόφαση που οδηγεί σε βελτίωση της βιωσιμότητάς του, όπως έγινε και με τη μείωση του ύψους και τη βελτίωση του προφίλ του το 2012, αντιμετωπίζεται θετικά.

Όμως, η απόφαση είναι κατώτερη τόσο των προσδοκιών όσο και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια. Τα προτεινόμενα μέτρα είναι περιορισμένα, τελούν υπό την προϋπόθεση υλοποίησης αυστηρών όρων και υπολείπονται των δεσμεύσεων των εταίρων το 2012 και το 2017. Έρχονται δε να καλύψουν μόνο μέρος της επιβάρυνσης της βιωσιμότητας του χρέους την τελευταία τριετία. Γι’ αυτό άλλωστε και αυτή θα επαναξιολογηθεί το 2032.

Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίσει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης.

Προ ημερών ο Πρέσβης των ΗΠΑ σε μία δημόσια τοποθέτηση δήλωσε ότι η χώρα και η ελληνική Κυβέρνηση «θα πρέπει να είναι επικεντρωμένη στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων». Γιατί αυτό μπορεί να υλοποιηθεί, όπως λέτε, από τη Νέα Δημοκρατία και όχι και από την παρούσα Κυβέρνηση;

Διότι ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες.

Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί και κινείται σε χαμηλά επίπεδα, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν μειωθεί και ο προϋπολογισμός του δεν εκτελείται, η φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η εγχώρια αποταμίευση είναι αρνητική, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το κράτος έχει κηρύξει «εσωτερική στάση πληρωμών», η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιούνται, ενώ διαρκώς νέα εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ανακύπτουν και εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν.

Η Νέα Δημοκρατία ξεδιπλώνει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, προβάλλοντας έναν λόγο συγκεκριμένο και τεκμηριωμένο, με στόχο την ενίσχυση της ποσότητας και τη βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με τόνωση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, νέων και παραδοσιακών.

Επιδίωξη να επαναφέρουμε την ομαλότητα, τη σταθερότητα και την κανονικότητα στη χώρα, προϋποθέσεις απαραίτητες για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Να περάσουμε και στα του κ. Καμμένου, ο οποίος επιμένει για τη συμφωνία των Πρεσπών ότι προϋποθέσεις είναι ή δημοψήφισμα ή ψήφιση από 180 Βουλευτές ή εκλογές. Ποια στάση θα κρατήσει η Νέα Δημοκρατία αν είναι Κυβέρνηση;

Ζούμε σουρεαλιστικές καταστάσεις, διανθισμένες με απύθμενη υποκρισία και πολιτικό τυχοδιωκτισμό.

Η Νέα Δημοκρατία δεν θα παρακολουθήσει την «επιθεώρηση» με πρωταγωνιστές τους κυβερνητικούς εταίρους.

Με υπευθυνότητα και σταθερότητα, προσπάθησε να αποδείξει, με όλους τους τρόπους που διαθέτει, ότι η συμφωνία είναι εθνικά επιζήμια, δημιουργεί τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα κυρώσει τη συμφωνία ως έχει στη Βουλή, όποιον θεσμικό ρόλο και αν κατέχει, όποια πλειοψηφία και αν αποφασιστεί προς τούτο.

Και κάτι ακόμη. Μετά και την πρόσφατη διαγραφή από τη Νέα Δημοκρατία του Προέδρου του ΕΒΕΑ Κων. Μίχαλου βλέπετε να υπάρχει χώρος διαμόρφωσης νέων κομματικών μηχανισμών; Σας ανησυχεί μια τέτοια εξέλιξη;

Η Νέα Δημοκρατία, εκ της αρχικής κατασκευής της, αποτελεί τη μεγάλη πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας, με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις.

Παραμένει βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Είναι συνεπώς προφανές ότι δεν συμμερίζομαι σχετικές ανησυχίες, όπως αυτές που με ρωτήσατε.

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει στον απόηχο της ρύθμισης για το χρέος, η Νέα Δημοκρατία κάνει λόγο για κακή συμφωνία. Μήπως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση;

Κάθε απόφαση που οδηγεί σε βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, όπως έγινε και με τη μείωση του ύψους και τη βελτίωση του προφίλ του το 2012, αντιμετωπίζεται θετικά.

Αυτό όμως απέχει από τις σημερινές έωλες θριαμβολογίες της Κυβέρνησης, όταν αποδεικνύεται ότι οι αποφάσεις είναι κατώτερες τόσο των προσδοκιών όσο και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια. Τα προτεινόμενα μέτρα είναι περιορισμένα, τελούν υπό την προϋπόθεση υλοποίησης αυστηρών όρων και υπολείπονται των δεσμεύσεων των εταίρων το 2012 και το 2017. Έρχονται δε να καλύψουν μόνο μέρος της επιβάρυνσης την τελευταία τριετία της βιωσιμότητας του χρέους. Γι’ αυτό άλλωστε και αυτή θα επαναξιολογηθεί το 2032.

Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίσει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης.

Γιατί κατά την γνώμη σας οι εταίροι της χώρας δεν συμμερίζονται τη ρητορική του Κόμματός σας για υπαγωγή της χώρας σε ένα 4ο Μνημόνιο;

Διότι το καλοκαίρι ολοκληρώνεται η χρηματοδότηση της χώρας μέσω προγραμμάτων. Το περιεχόμενο όμως της τελευταίας απόφασης του Eurogroup, τα έγγραφα που την συνοδεύουν, οι αυστηρές προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και η ενισχυμένη εποπτεία της χώρας για τα πολλά επόμενα χρόνια, συνιστούν, επί της ουσίας, ένα 4ο Μνημόνιο, χωρίς μάλιστα χρηματοδότηση της χώρας μέσω αυτού.

Η μετα-προγραμματική παρακολούθηση θα είναι ασφυκτική και ίδια με την μνημονιακή, αφού οι θεσμοί θα συντάσσουν 4 εκθέσεις το έτος, με την Κυβέρνηση να αναλαμβάνει βαριές δεσμεύσεις μέσα σε ασφυκτικά πλαίσια, ενώ έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του προγράμματος, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα και έχει αποδεχθεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060.

Συνεπώς, το νέο Μνημόνιο, με όλα τα γνωστά συστατικά του, είναι ήδη εδώ.

Δηλαδή κάνουν λάθος οι δανειστές που παρουσιάζουν μία εξαιρετική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας;

Η αλήθεια είναι ότι η κατάσταση της οικονομίας, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της, ενώ βελτιώθηκε την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας της «ηρωικής διαπραγμάτευσης» του 1ου εξαμήνου του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Έκτοτε, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό χρέος προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί, οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – εξακολουθούν να υφίστανται, το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη στο ύψος του 2014, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει.

Η γραβάτα κόστισε πολύ ακριβά στην ελληνική κοινωνία!

Η χώρα μπορεί να βγει και πάλι στις αγορές; Αν αυτό γίνει δεν θα συνιστά κατ’ ελάχιστο τον προάγγελο εξόδου της χώρας από τον Μηχανισμό Στήριξης;

Η χώρα, τόσο το 2014 όσο και το 2017-2018, ενώ ήταν ενταγμένη σε προγράμματα προσαρμογής, βγήκε στις διεθνείς αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα.

Συνεπώς, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι αναγκαίες συνθήκες ώστε, μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος, η χώρα να μπορεί, συστηματικά και με ασφάλεια, να δανείζεται με ρεαλιστικά επιτόκια. Σήμερα, κάτι τέτοιο δεν είναι εξασφαλισμένο. Χρειάζεται πολιτική βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο. Και αυτά, η σημερινή Κυβέρνηση δεν τα διαθέτει.

Ανησυχείτε μήπως η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επιχειρήσει να αξιοποιήσει τμήμα του χρηματοδοτικού μαξιλαριού (cash buffer) για προεκλογικές παροχές;

Το ταμειακό απόθεμα προέρχεται, μεταξύ άλλων, από την υπερ-φορολόγηση των πολιτών, το «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων και τη στέρηση ρευστότητας από την πραγματική οικονομία.

Αν και η μελλοντική χρήση του προβλέπεται υπό αυστηρούς όρους μόνο για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας, όλα μπορεί να τα περιμένει κανείς από τη σημερινή Κυβέρνηση.

Είμαι σίγουρος ότι θα επιδιώξει, για ακόμη μία φορά, να ρίξει στάχτη στα μάτια των πολιτών, προκειμένου να καλύψει τα πολλαπλάσια οδυνηρά μέτρα λιτότητας που έχει ήδη πάρει.

Η κοινωνία όμως βλέπει πλέον καθαρά, δεν «τσιμπάει» και οργίζεται με τον κυνισμό της σημερινής Κυβέρνησης.

Πόσο δυσκολεύει τη μελλοντική προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να ανατάξει την ελληνική οικονομία, η απορριπτική της στάση στο Σκοπιανό, όταν υπέρ της επίλυσης του ζητήματος τάχθηκαν εταίροι και σύμμαχοι της χώρας;

Είναι αναμενόμενο να τάσσονται υπέρ της συμφωνίας όσοι βλέπουν, μέσα από αυτή, να προωθούνται οι επιδιώξεις τους.

Αντίστοιχα θα αντιδρούσαν εάν η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή, στο Βουκουρέστι, είχε αποδεχθεί την είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ. Όμως δεν το έπραξε, προτάσσοντας το εθνικό συμφέρον.

Ως Νέα Δημοκρατία, το ίδιο πράττουμε και σήμερα, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών. Το ίδιο θα πράξουμε αύριο και ως Κυβέρνηση.

Άλλοι έχουν ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας!

Τι εννοεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν λέει πως η Νέα Δημοκρατία δεν θα κυρώσει ως Κυβέρνηση τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ στη Βουλή;

Η Νέα Δημοκρατία προσπάθησε να αποδείξει, με όλους τους τρόπους που διαθέτει, ότι η συμφωνία είναι εθνικά επιζήμια, δημιουργεί τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα κυρώσει τη συμφωνία ως έχει στη Βουλή, όποιον θεσμικό ρόλο και αν κατέχει.

Κύριε Σταϊκούρα, ας ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας με το πρόσφατο Eurogroup της Πέμπτης και τις σχετικές αποφάσεις για το χρέος. Θεωρείτε πώς κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση;

Η ρύθμιση του χρέους έρχεται να καλύψει την επιβάρυνση της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης. Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίζει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, καθιστώντας αναγκαίες τις σημερινές αποφάσεις.

Με αυτή την έννοια, όπως και κάθε απόφαση που οδηγεί σε ρύθμιση του χρέους, αντιμετωπίζονται θετικά. Δυστυχώς όμως, οι προτεινόμενες παρεμβάσεις είναι περιορισμένες, δεν είναι στο σύνολό τους αυτόματες όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017 και τελούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις, αφού η χώρα εισέρχεται σε μία κατάσταση ενισχυμένης εποπτείας.

Ειδικότερα μάλιστα, τα κέρδη από τη διακράτηση των ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες ήταν κεκτημένα της χώρας μέχρι την «υπερήφανη» διαπραγμάτευση του 2015, στη συνέχεια χάθηκαν και σήμερα επανακτούνται, όμως υπό όρους.

Η χώρα μετά τον Αύγουστο βγαίνει από το πρόγραμμα. Θα είναι στην ίδια θέση με άλλες χώρες που βγήκαν από Μνημόνια;

Όχι, δεν θα είναι. Και αυτό γιατί σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του προγράμματος, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, με ένα αυστηρό πλαίσιο επιτήρησης αντίστοιχου αυτού της μνημονιακής περιόδου, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, με πολύ βαριά μέτρα και με δέσμευση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060.

Ας αφήσει συνεπώς ο Πρωθυπουργός στην άκρη τις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις και τα ψέματα, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και τους πολίτες την τελευταία τριετία.

Η Κυβέρνηση σωστά πράττει που αρνήθηκε την πιστοληπτική γραμμή στήριξης; Εσείς θέλετε τη συνέχιση των μνημονίων όπως η Κυβέρνηση σας κατηγορεί;

Η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Όμως η καθαρή έξοδος, όπως ήδη σας ανέφερα, με ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι σήμερα εφικτή.

Αλλά δυστυχώς και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε Κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι αυτή να γίνει με το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία, αφού χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, υπερφορολογεί τους πολίτες, επιδίδεται σε εσωτερική στάση πληρωμών, καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

Αντιθέτως, θα μπορούσε να αξιοποιήσει τους αδιάθετους πόρους του δανείου, που αρχικά είχαν εκτιμηθεί στα 27 δισ. ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος. Ούτε αυτό όμως το πετυχαίνει, παρόλο που έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει και δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς τους λόγους υποστηρίζουμε ότι η χώρα, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» κατέληξε σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, το 4ο Μνημόνιο, χωρίς χρηματοδότηση».

Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται. Διαφωνείτε;

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει. Σε σχέση με το 2014, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται και το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

Παρ’ όλα αυτά, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική στη χώρα. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο;

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο της Κυβέρνησης, το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων. Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον. Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος» σέρνει την οικονομία σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Ας περάσουμε στα εθνικά θέματα και το Σκοπιανό. Τελικά μήπως είναι μια καλή συμφωνία, όπως υποστηρίζουν όλοι οι παίκτες στη διεθνή σκακιέρα;

Η στάση της Νέας Δημοκρατίας, διαχρονικά, δεν ετεροκαθορίζεται.

Να είστε σίγουρη ότι αν η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή στο Βουκουρέστι είχε αποδεχθεί την είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ, όλοι θα την χειροκροτούσαν.

Αλλά δεν το έπραξε, υπερασπιζόμενη το εθνικό συμφέρον.

Το ίδιο κάνουμε και σήμερα, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών.

Μελετήσαμε τη συμφωνία και τοποθετηθήκαμε με σαφήνεια επί αυτής. Πρόκειται για μία κακή, εθνικά επιζήμια συμφωνία.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008. Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής εθνότητας», διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα και δημιουργεί «γκρίζες ζώνες» για τα ελληνικά εμπορικά σήματα.

Με αυτά κυρίως τα κριτήρια, καταθέσαμε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης για να προλάβουμε τα αποτελέσματα τα οποία παράγει η υπογραφή της συμφωνίας.

Μήπως όμως, όπως ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, υπάρχουν τετελεσμένα από το παρελθόν; Υπάρχουν και σχετικά έγγραφα που κατέθεσε ο Υπουργός Εξωτερικών στη Βουλή.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, με αλαζονεία και αυταρέσκεια, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι. Δόθηκαν οι σχετικές απαντήσεις στη Βουλή.

Θα μπορούσαμε και εμείς να καταθέσουμε μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία, αλλά και από τις κυβερνητικές παλινδρομήσεις που έφτασαν μέχρι και στο σημείο της αποδοχής της «Μακεδονίας του Ίλιντεν».

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεπώς, δεν δικαιούται να μας κάνει μαθήματα πατριωτισμού!

Ειδικά όταν σήμερα, η Κυβέρνησή του προωθεί αυταρχικά ότι καμία άλλη Κυβέρνηση στο παρελθόν δεν είχε αποδεχθεί, μέσα σε συνθήκες εθνικής συνεννόησης που φρόντιζαν αυτές στο παρελθόν να δημιουργούν.

Η συμφωνία έφερε τριγμούς στο εσωτερικό των ΑΝΕΛ. Θεωρείτε ότι μπορεί να φέρει πολιτικές εξελίξεις για τη χώρα;

Το να «στρουθοκαμιλίζεις», να μην διαθέτεις «σπονδυλική στήλη», να ακροβατείς, να αγνοείς την γνήσια πατριωτική ευαισθησία των πολιτών και να κάνεις τα πάντα για να «ρουφήξεις και την τελευταία γουλιά εξουσίας», χωρίς ηθικές αναστολές, αξιακές σταθερές και ιδεολογικές συντεταγμένες, είναι κακοί σύμβουλοι στην πολιτική. Και οδηγούν, αργά ή γρήγορα, σε πολιτικές εξελίξεις.

Σε κάθε περίπτωση, με την πρόταση δυσπιστίας, οι βουλευτές τοποθετήθηκαν. Οι βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού υπέγραψαν χέρι-χέρι τη συμφωνία που δημιουργεί άμεσα και σταδιακά δυσμενή τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται, εφόσον στα Σκόπια το δημοψήφισμα είναι υπέρ της συμφωνίας και γίνει και η συνταγματική αναθεώρηση στη γειτονική χώρα, στην ελληνική Βουλή θα έρθει για επικύρωση τέλη του χρόνου. Αν στο μεταξύ έχουν γίνει εκλογές και Κυβέρνηση είναι η Νέα Δημοκρατία, και έρθει στην ελληνική Βουλή, θα την ψηφίσετε;

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρει ακέραιη την ευθύνη για τη συμφωνία, όχι η Νέα Δημοκρατία.

Η Κυβέρνηση προχώρησε σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Εκείνη είναι που παραχώρησε στους Σκοπιανούς τη δυνατότητα να δηλώνουν «Μακεδόνες» και να ισχυρίζονται ότι μιλούν τη «μακεδονική» γλώσσα.

Εκείνη δηλώνει, δια του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, ότι έχει βρει κάποιους πρόθυμους βουλευτές να επικυρώσουν τη συμφωνία.

Η Νέα Δημοκρατία, στο σύνολό της, δεν θα κυρώσει τη συμφωνία, συμφωνία που υποχρεούνται να φέρουν στη Βουλή οι κ. Τσίπρας και Καμμένος.