Πολυμέσα
Παρακολoυθείστε την πορεία μου μέσα από τα Social Media: Flickr & Youtube

Τα πεπραγμένα της σημερινής Κυβέρνησης αποδεικνύουν ότι δεν μπορεί να επιτύχει υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.  Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018, όπως και για το 2019, κάτι που έπραξε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Φθινοπωρινή Έκθεσή της. και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο της Κυβέρνησης, το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!


Ακούστε ολόκληρη τη συνέντευξη εδώ.

 

Από την ημέρα της εθνικής επετείου παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο περιστατικό που σχετίζεται με τον θάνατο του Έλληνα ομογενούς στην Αλβανία. Θα ήθελα την εκτίμησή σας και για τον τρόπο που αντιμετωπίζουν το θέμα τα Τίρανα, αλλά και για τους χειρισμούς της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό συμβάν, για μία ανθρωποκτονία. Απαιτείται συνεπώς να υπάρχει, από την αλβανικές αρχές, πλήρης ενημέρωση, διερεύνηση των γεγονότων και απόδοση ευθυνών.

Οι αρχικές δημόσιες κρίσεις του Αλβανού Πρωθυπουργού όχι μόνο δεν κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά ήταν και απαράδεκτες. Αντιθέτως, θα έπρεπε, όπως κάνει κάθε ευνομούμενο Κράτος, να διατάξει την πλήρη διερεύνηση, με κάθε αμεροληψία και διαφάνεια, αυτής της υπόθεσης.

Σε ότι αφορά την Ελληνική Κυβέρνηση, το διάβημα ήταν προς την σωστή κατεύθυνση. Αλλά θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι κατά τη διαδικασία της έρευνας δεν θα υπάρξει καμία πολιτική παρέμβαση από την αλβανική Κυβέρνηση.

Είναι απαραίτητο να υπάρξει απόλυτη διαλεύκανση αυτής της υπόθεσης.

Ψηλά στην επικαιρότητα είναι, επίσης, η επιστολή που έστειλε ο ΣΥΡΙΖΑ στους αρχηγούς των κομμάτων αναφορικά με τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης. Πιστεύετε ότι υπάρχει πεδίο συνεννόησης ώστε να αποκτήσει η χώρα ένα Σύνταγμα που να απαντά στις ανάγκες των καιρών;

Δυστυχώς, με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, το αναγκαίο πεδίο συνεννόησης δεν φαίνεται να υφίσταται, αποκλειστικά με κυβερνητική ευθύνη.

Και αυτό διότι έχουμε να κάνουμε με μία Κυβέρνηση η οποία καθημερινά υβρίζει, συκοφαντεί και απειλεί την αντιπολίτευση, εργαλειοποιεί μία κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία ως επικοινωνιακό αντίβαρο στα συσσωρευμένα αδιέξοδα της πολιτικής της και θέλει να επιβάλλει, συριζοποιώντας τον συνταγματικό χάρτη της χώρας, παρωχημένες ιδεοληψίες (π.χ. διατήρηση απαγόρευσης ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων), κουτοπόνηρες κομματικές μεθοδεύσεις (π.χ. απλή αναλογική και δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία) και υποκριτικές εξαγγελίες για μικροκομματικούς λόγους (π.χ. απαγόρευση πώλησης νερού και ηλεκτρισμού, ενώ έχει εκχωρήσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για 99 χρόνια).

Εμείς, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, αναγνωρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται μία τολμηρή αλλαγή του καταστατικού της χάρτη, ζητούμε, ως ένα πεδίο συνεννόησης, να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα αναθεωρήσιμα άρθρα που εισηγούνται Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, και να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των αλλαγών με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές.

Απόρριψη αυτής της πρότασης συνιστά ομολογία ήττας του ΣΥΡΙΖΑ στις προσεχείς εκλογές.

Στην προοίμιο της ίδιας επιστολής ο πρωθυπουργός κάνει λόγο για «λήξη της περιόδου των Μνημονίων» και για «καθαρή έξοδο» και δεν μπορώ να μην ζητήσω το σχόλιό σας, επικαλούμενος και την ιδιότητά σας ως τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας…

Δεν μπορούμε να μιλάμε για «καθαρή έξοδο» όταν η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα προγράμματα, έχει προ-νομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας στο πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας.

Συνεπώς η χώρα, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, τελεί ουσιαστικά υπό ένα μη ομολογούμενο νέο μνημόνιο.

Και για να μην ξεχνιόμαστε: από τα 8 χρόνια που η χώρα ήταν σε προγράμματα, τα 4 χρόνια, δηλαδή τα μισά, κυβέρνησαν οι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Και ήταν και αχρείαστα…

Το 3ο πρόγραμμα όμως πέτυχε, όπως υποστηρίζουν ΣΥΡΙΖΑ και ξένοι αξιωματούχοι;

Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται, επί μακρόν, εκτός αγορών.

Τουλάχιστον όμως η χώρα ανακάμπτει και επιστρέφει η κανονικότητα.

Καταρχήν η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς. Να υπενθυμίσουμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 (και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το 2019) και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Συνεπώς, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

Επίσης όμως, με βάση και τα πιο πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία για την πορεία της οικονομίας, το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της.

Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται.

Ευτυχώς όμως, ο προϋπολογισμός που θα συζητήσουμε σε λίγες εβδομάδες στη Βουλή, σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας.

Εφόσον η Νέα Δημοκρατία έρθει στην εξουσία, ποιο θα είναι το πρώτο ζήτημα που θα θέσει στους εταίρους ως προς τις μελλοντικές δεσμεύσεις της χώρας;

Καταρχήν θα επιδιώξει να επιτευχθούν – και όχι να υπερκαλυφθούν – οι δημοσιονομικοί στόχοι, με οικονομικά πιο αποτελεσματικό και κοινωνικά πιο δίκαιο τρόπο.

Με στοχευμένες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που θα βελτιώσουν το διαθέσιμο εισόδημα και τη φορολογική συμμόρφωση, με υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με ανάληψη πρωτοβουλιών που θα αυξήσουν τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η άμεση υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Είναι πανθομολογούμενο ότι βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο. Δεδομένων των όσων διημείφθησαν τις προηγούμενες ημέρες με αφορμή την υπόθεση Παπαντωνίου, θα πάμε στις κάλπες με ατζέντα τη Θέμιδα και υπό καθεστώς ακραίας πόλωσης;

Είναι γεγονός, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες και ηθικές αρχές, θα ακολουθήσει το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας και της συνειδητής όξυνσης, προσπαθώντας να κρατηθεί για λίγο ακόμη στην εξουσία. Επιλογή «ύστατης καταφυγής» για όποιον δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στον τόπο.

Όμως, η Κυβέρνηση εκπέμπει, καθημερινά, μία εικόνα αποσύνθεσης και παρακμής, η οποία δεν μπορεί να κρυφτεί ούτε με «αριστερή χρυσόσκονη» μέσα από κάποιες παροχές, ούτε με συνεδριάσεις «κεκλεισμένων των θυρών», ούτε με «λάσπη στον ανεμιστήρα».

Συνεπώς, όσο πιο γρήγορα γίνουν εκλογές, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Από την άλλη πλευρά, ο καθένας κρίνεται για τις πράξεις και τις παραλείψεις του, και γι’ αυτό υπάρχει η Δικαιοσύνη.

Η σημερινή κατάσταση της χώρας χαρακτηρίζεται από οικονομικό τέλμα, κοινωνική μιζέρια, θεσμική παρακμή και κυβερνητική αποσύνθεση. Και αυτά δεν κρύβονται ούτε με “αριστερή χρυσόσκονη”, ούτε με “λάσπη στον ανεμιστήρα”, ούτε μένοντας “κεκλεισμένων των θυρών”.

Και είναι γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με έναν Πρωθυπουργό άβουλο, αδύναμο, απλό θεατή σε συνεχείς παραστάσεις του κυβερνητικού θιάσου, που ο ίδιος όμως έχει δημιουργήσει.


Ακούστε τη συνέντευξη εδώ.

Οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ νυν και πρώην Υπουργών της συγκυβέρνησης συνεχίζονται σχεδόν καθημερινά. Μπορεί να αντέξει η Κυβέρνηση μέχρι το Σεπτέμβριο του 2019;

Είναι γεγονός ότι εξακολουθούμε να παρακολουθούμε υπαινιγμούς και αλληλοκατηγορίες, ακόμη και για χρηματισμούς, μεταξύ μελών της σημερινής ετερόκλητης συγκυβέρνησης. Εκπέμπεται έτσι μία εικόνα κυβερνητικής αποσύνθεσης και παρακμής, η οποία δεν μπορεί να κρυφτεί ούτε κεκλεισμένων των θυρών. Με ένα Πρωθυπουργό αδύναμο και άβουλο, να περιορίζεται σε ρόλο απλού θεατή των διαφορετικών κακόγουστων παραστάσεων που ανεβάζει καθημερινά ο «κυβερνητικός θίασος», τον οποίο ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Παράλληλα, πυκνώνουν και τα αδιέξοδα της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής, σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας σφαίρας. Είναι συνεπώς σαφές ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ «πνέει τα λοίσθια».

Είναι όμως επίσης γεγονός, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, ότι η Κυβέρνηση, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες και ηθικές αρχές, θα ακολουθήσει το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας και της συνειδητής όξυνσης, προσπαθώντας να κρατηθεί για λίγο ακόμη στην εξουσία. Επιλογή «ύστατης καταφυγής» για όποιον δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στον τόπο.

Συνεπώς, όσο πιο γρήγορα γίνουν εκλογές, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Η συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί ευρεία συναίνεση για να προχωρήσει. Θα την παρέχει η Νέα Δημοκρατία;

Πράγματι, η συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί ευρεία συναίνεση.

Αυτή όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης, και όχι ευκαιριακά, με καιροσκοπικές προσεγγίσεις.

Είναι οξύμωρο να αναζητάς συναίνεση από την αντιπολίτευση που καθημερινά υβρίζεις, συκοφαντείς και απειλείς.

Είναι τυχοδιωκτικό να εργαλειοποιείς μία κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία, ως επικοινωνιακό αντίβαρο στα συσσωρευμένα αδιέξοδα της πολιτικής σου.

Και είναι ανεπίτρεπτο να θέλεις να επιβάλλεις τις παρωχημένες ιδεοληψίες σου, ακόμη και στον συνταγματικό χάρτη της χώρας.

Η θέση της Νέας Δημοκρατίας ήταν και παραμένει ξεκάθαρη: Η χώρα χρειάζεται μία τολμηρή αλλαγή του καταστατικού της χάρτη.

Ζητούμε να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα άρθρα που εισηγούνται Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση και να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των αλλαγών, με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές.

Απόρριψη αυτής της πρότασης συνιστά ομολογία ήττας του ΣΥΡΙΖΑ στις προσεχείς εκλογές.

Στηρίζετε την Κυβέρνηση στην προσπάθεια να ακυρώσει τη νέα περικοπή συντάξεων;

Αυτό είναι αυτονόητο, αφού εμείς ούτε καν τις ψηφίσαμε.

Υπενθυμίζεται ότι οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της Κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να ακυρωθούν οι σχετικές προβλέψεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας, διαχρονικά, δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς και τεκμηριωμένα, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

Φταίει η κατάσταση στην Ιταλία που η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει στις αγορές, όπως υποστηρίζει ο κ. Τσακαλώτος;

Προφανώς και όχι.

Σαφώς και η κατάσταση στην Ιταλία έχει επηρεάσει το κόστος δανεισμού, όλων των χωρών.

Όμως, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης, τα επιτόκια δανεισμού αλλά και οι επιτοκιακές διαφορές (spreads) είναι σταθερά υψηλότερα στη χώρα μας και ιδιαίτερα ευμετάβλητα.

Και αυτό διότι, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των θεσμών, όσο ήμασταν στο 3ο, αχρείαστο Πρόγραμμα, δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε ακολουθηθεί μία διαφορετική δημοσιονομική πολιτική, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευάλωτα.

Τελικά, «δεν είναι στραβός ο γιαλός», αλλά «εμείς στραβά αρμενίζουμε».

Εφόσον η Νέα Δημοκρατία έρθει στην εξουσία, ποιο θα είναι το πρώτο ζήτημα που θα θέσει στους εταίρους ως προς τις μελλοντικές δεσμεύσεις της χώρας;

Καταρχήν θα επιδιώξει να επιτευχθούν – και όχι να υπερκαλυφθούν – οι δημοσιονομικοί στόχοι, με οικονομικά πιο αποτελεσματικό και κοινωνικά πιο δίκαιο τρόπο.

Με στοχευμένες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που θα βελτιώσουν το διαθέσιμο εισόδημα και τη φορολογική συμμόρφωση, με υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με ανάληψη πρωτοβουλιών που θα αυξήσουν τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η άμεση υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Εκτιμάτε ότι η Κυβέρνηση θα αφήσει πράγματι φεύγοντας «νάρκες» για την επόμενη ή δεν συμμερίζεστε την άποψη αυτή;

Καταρχήν, η σημερινή Κυβέρνηση θα αφήσει τη χώρα καθηλωμένη σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, αφού έχει αποτύχει όλα αυτά τα χρόνια στους αναπτυξιακούς στόχους που έχει θέσει.

Με τις πολιτικές της όμως, έχει τοποθετήσει και μία σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της οικονομίας. Όπως είναι, ενδεικτικά, οι διογκούμενες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, η υποχρέωση εκκαθάρισης αποκλειστικά με ίδιους πόρους των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου, τα προβλήματα βιωσιμότητας σημαντικών φορέων του Δημοσίου, όπως είναι η ΔΕΗ και οι αστικές συγκοινωνίες, η διόγκωση του κράτους χωρίς σχεδιασμό, αποκλειστικά με κομματικά κριτήρια.

Αυτά τα γνωρίζουμε, τα επισημαίνουμε, και προετοιμαζόμαστε να τα αντιμετωπίσουμε.

Άλλωστε, διαχρονικά, στα δύσκολα, η πολιτική λύση πάντα αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία.

Οκτώ χρόνια μετά το Καστελόριζο του Γ. Παπανδρέου, έχει γίνει πλέον κοινά αποδεκτό ότι η κρίση έφερε τα Μνημόνια και όχι το αντίθετο. Έτσι, σας ρωτάω ευθέως εάν η Κυβέρνηση Καραμανλή είχε και ποια ευθύνη; Τι δεν είχε κάνει σωστά η Κυβέρνηση Καραμανλή μέχρι τότε;

Η Ελλάδα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, αντιμετώπιζε επιδεινούμενα προβλήματα υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και καθαρών εξαγωγών, αυξητικής δυναμικής του δημοσίου χρέους και χαμηλής ανταγωνιστικότητας. Από τότε, η Ελληνική οικονομία είχε μπει σε τροχιά υποβόσκουσας κρίσης. Οι χρονολογικές σειρές των σχετικών δεικτών της Eurostat, βεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

Η πληθώρα των παθογενειών, αξιακών, θεσμικών, δομικών και λειτουργικών, της ελληνικής οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής, έθεσαν τη χώρα σε διαχρονική «επί ξηρού ακμής» πορεία. Οι επόμενες Κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν – παρά τις προσπάθειες – να την αλλάξουν ριζικά. Σημειώνω ότι η χώρα, και σήμερα, δεν πληροί όλα τα κριτήρια του Μάαστριχτ, ενώ το 1980 τα πληρούσε.

Ειδικότερα την περίοδο 2008-2009, εν μέσω της πρωτοφανούς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα αντιμετώπισε πρόβλημα όξυνσης των δημοσιονομικών μεγεθών, όπως άλλωστε και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Σημειώνω ότι εκείνη την περίοδο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση ελλείμματος και χρέους ως ποσοστά του ΑΕΠ ήταν, κατά μέσο όρο, μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ελλάδα, με συνεχείς και συχνές αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών μεγεθών.

Σε ότι αφορά το 2009, η Νέα Δημοκρατία, κατά τα 2/3 του δημοσιονομικού έτους που κυβέρνησε, έκανε προσπάθειες στο πολιτικό και το οικονομικό πεδίο να «φρενάρει» την κατάσταση. Όμως, πολιτικές, συνδικαλιστικές, κοινωνικές και δημοσιογραφικές δυνάμεις είχαν ακροβολισθεί «στα κεραμίδια» και αρνούνταν την εθνικά αναγκαία συναίνεση.

Συγκεκριμένα, ο κ. Καραμανλής, στις αρχές του 2009, κάλεσε σε συνεννόηση τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά όλοι τους, με πρωταγωνιστή την ηγεσία της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη της παγκόσμιας κρίσης, τορπίλισαν τη συνεννόηση και πολέμησαν λυσσαλέα, εντός και εκτός Βουλής, τα μέτρα που ελήφθησαν για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Αντί συνεννόησης, έσυραν τη χώρα σε εκλογές και μάλιστα με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να υπόσχεται ότι θα μοιράσει τα «λεφτά» που δήθεν «υπήρχαν». Μάλιστα πρότειναν ως θεραπεία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.

Στη συνέχεια ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ, που στο 1/3 του δημοσιονομικού έτους που κυβέρνησε, με πράξεις και παραλείψεις του, μετέτρεψε το υπαρκτό δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας σε κρίση δανεισμού.

Το 2010, όταν ο Γ. Παπανδρέου μας έφερε το πρώτο Μνημόνιο και το ΔΝΤ, πιστεύετε ότι υπήρχε άλλος δρόμος; Πως θα μπορούσαν να μειωθούν τα δανεικά και το πρωτογενές έλλειμμα που το 2009 ήταν 24 δισ. ευρώ το οποίο κατευθυνόταν σε μισθούς και συντάξεις;

Πιστεύω ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά.

Θυμίζω ότι η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υπό τον κ. Γ. Παπανδρέου, παρέλαβε τα spreads στις 132 μονάδες βάσης και την πιστοληπτική θέση της χώρας στο Α-.

Και από τις αρχές Οκτωβρίου του 2009 διόγκωσε το πρόβλημα της χώρας, αφού, μεταξύ άλλων, ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις εκείνης της χρονιάς, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009, προχώρησε στην καταβολή επιδόματος αλληλεγγύης, σε αύξηση των δαπανών για οδοιπορικά, λειτουργικές δαπάνες και προμήθειες του Δημοσίου και άφησε στην τύχη τους τα δημόσια έσοδα.

Η αναποφασιστικότητά της στη λήψη μέτρων, τα λανθασμένα μηνύματα στις αγορές, οι παλινωδίες, οι αντιφατικές δηλώσεις, οι ανεύθυνες διαρροές και οι χειρισμοί μέσω της ΕΛΣΤΑΤ (αναταξινομήσεις λογαριασμών κα.) οδήγησαν τη χώρα σε αποσταθεροποίηση, εν μέσω παγκόσμιας θύελλας.

Συνεπώς, ναι, υπήρχε και άλλος δρόμος, που αν είχε ακολουθηθεί έγκαιρα και είχε υπηρετηθεί με συνέπεια θα οδηγούσε τη χώρα στη χειρότερη περίπτωση π.χ. στο «νοσοκομείο» με πυρετό 39 και σχετικά ήπιες «θεραπείες» και όχι κατ’ ευθείαν στην «εντατική» με πυρετό 42 και σε σκληρές «θεραπείες».

Σήμερα λέτε (και σωστά) ότι η χώρα δεν έχει βγει από τα μνημόνια, παρά τους πανηγυρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ. Αύριο, όταν θα είστε Κυβέρνηση εσείς, τι μπορείτε να κάνετε; Πως θα βγούμε από το μνημόνιο; Θα ανατρέψετε π.χ. τη συμφωνία δέσμευσης της περιουσίας της χώρας για 99 χρόνια;

Πράγματι, η χώρα σήμερα έχει βγει από το πρόγραμμα, αλλά δεν έχει βγει από τα μνημόνια.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια, έχει προνομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία – μέχρι και αρχαιολογικούς χώρους – για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν μελλοντικά και υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας στο πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας.

Η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον κ. Μητσοτάκη θα εργαστεί, με αποφασιστικότητα, για την πραγματικά «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν φαίνεται εφικτό.

Σε ότι αφορά συγκεκριμένες βαριές και πολύχρονες δεσμεύσεις που ανέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση, όπως αυτές που κατέγραψα προηγουμένως, θα επιδιώξουμε το καλύτερο για τη χώρα.

Πάγια επωδός της Νέας Δημοκρατίας είναι ότι θα μειώσει τους φόρους. Πως και πότε όμως θα συμβεί; Διότι, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, μείωση φόρων σημαίνει μείωση δημοσίων εσόδων.

Κάποιες από τις παρεμβάσεις μας είναι εμπροσθοβαρείς και κάποιες ξεδιπλώνονται σε βάθος τετραετίας. Για παράδειγμα, η μείωση του ΕΝΦΙΑ θα γίνει εντός διετίας, ενώ η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, σταδιακά, εντός τετραετίας.

Αυτές και οι υπόλοιπες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που έχουμε προτείνει, μπορούν να υλοποιηθούν μέσα από ένα πλέγμα πολιτικών που δεν θα θέτουν σε κίνδυνο την αναγκαία δημοσιονομική πειθαρχία της χώρας.

Καταρχήν, οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές θα βελτιώσουν τη φορολογική συμμόρφωση και θα μειώσουν τα κίνητρα για φοροδιαφυγή. Σχετική μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα, το επιβεβαιώνει.

Επιπλέον, αν όπως προβλέπει η Κυβέρνηση υπάρχουν μελλοντικά δημοσιονομικά περιθώρια, τότε αυτά θα χρησιμοποιηθούν πιο αποτελεσματικά στην κατεύθυνση των προτεραιοτήτων της δικής μας οικονομικής πρότασης.

Επίσης, οι στόχοι που θέτουμε για την ανάπτυξη, θα αποφέρουν περισσότερα δημόσια έσοδα, άρα θα δημιουργήσουν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο.

Τέλος, θα υπάρξει ένα πρόγραμμα περιορισμού των κρατικών δαπανών, το οποίο θα στηρίζεται στην αξιολόγηση των δαπανών στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης, στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, στην ενδυνάμωση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, στην ενίσχυση των συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα και στην επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επαίρεται ότι καταφέρνει να έχει πρωτογενές πλεόνασμα και με αυτό ασκεί κοινωνική πολιτική. Η Νέα Δημοκρατία καταγγέλλει ότι είναι πλασματικό. Γιατί το πιστεύετε αυτό;

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει, και τα στοιχεία την επιβεβαιώνουν, ότι η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων για την άσκηση δήθεν κοινωνικής πολιτικής, οφείλεται στην υπερφορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών σε αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Το αποτέλεσμα είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες περίπου κατά 60% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Για παράδειγμα, δείτε την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού κατά το 1ο οκτάμηνο του 2018.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και οι επιστροφές φόρων, πολιτικές που ενισχύουν τη ρευστότητα στην οικονομία, παρουσιάζουν σημαντική αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, ήδη κατά περίπου 1,4 δισ. ευρώ.

Οι πρωτογενείς δαπάνες, και στον τομέα της υγείας, υστερούν κατά 400 εκατ. ευρώ από το στόχο, ενώ υπάρχει μεγάλος αριθμός εκκρεμών συντάξεων.

Όλα αυτά μόνο επιστροφή στην κανονικότητα δεν συνιστούν.

Όταν αναλάβετε την εξουσία και υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα, θα το αξιοποιείτε παρόμοια; Πού θα το κατευθύνετε; Μήπως θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στην αποπληρωμή του χρέους, ώστε να βγούμε γρηγορότερα από την επιτήρηση και να ανακτήσουμε την εθνική μας κυριαρχία;

Δεν υπάρχει λόγος να υφίσταται υπερπλεόνασμα.

Αντιθέτως, θα πρέπει να επιδιωχθεί να μειωθούν τα υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα. Πως; Με την επίτευξη υψηλότερων – σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις – ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

Να θυμίσω μάλιστα ότι είχαμε συμφωνήσει με τους θεσμούς το 2014, σε διπλάσιους – μακροχρονίως – ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά δυστυχώς μετά, ακολούθησε η σημερινή καταστροφική διακυβέρνηση.

Συνεπώς, ο στόχος αυτός δεν είναι εύκολος, είναι όμως εφικτός. Απαιτείται πολιτική βούληση, ολοκληρωμένο σχέδιο, αποφασιστικότητα και σοβαρότητα.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα συνεκτικό σχέδιο που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση. Οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Το κόμμα σας και εσείς προσωπικά μιλάτε συνεχώς για την ανάγκη ανάπτυξης και επενδύσεων. Το ίδιο όμως λένε, όλοι. Πως εσείς θα το κάνετε πράξη;

Ας αφήσουμε τις προθέσεις και ας αξιολογήσουμε τα πεπραγμένα.

Η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Συνεπώς, η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού αφηγήματος, «σέρνει» την οικονομία σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Διότι ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί και κινείται σε χαμηλά επίπεδα, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, η φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η εγχώρια αποταμίευση είναι αρνητική, η πιστωτική συρρίκνωση διευρύνεται, η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιούνται, ενώ διαρκώς νέα εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ανακύπτουν και εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν.

Το σχέδιο του κ. Μητσοτάκη εδράζεται πάνω σε 4 άξονες.

Ο πρώτος άξονας αφορά την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής. Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Ξεκινώντας από τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, την έκπτωση φόρου για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων κ.α.

Ο δεύτερος άξονας αφορά την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα. Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, με την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Ο τρίτος άξονας αφορά την ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας. Με μία Πολιτεία που θα δημιουργεί ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, και με επιχειρήσεις οι οποίες θα στοχεύουν στην ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, των stakeholders, επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Και ο τέταρτος άξονας αφορά την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Για να επιτευχθούν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα. Μπορούμε να τα καταφέρουμε, και θα τα καταφέρουμε!

Με δεδομένο ότι κατά τη διακυβέρνηση Σαμαρά ο Έλληνας δεν είδε τρομακτικές αλλαγές στη ζωή του, δεν βγήκε η χώρα από τα Μνημόνια, δεν έγιναν μεγάλες επενδύσεις, γιατί να σας πιστέψει τώρα; Πως θα τον πείσετε;

Πραγματικά, τρομακτικές αλλαγές δεν επήλθαν, ούτε θα ήταν άλλωστε εφικτό να αποτυπωθούν μέσα σε 2,5 χρόνια.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Κυβέρνηση του κ. Σαμαρά παρέλαβε την οικονομία σε βαθιά ύφεση και με σημαντικό πρωτογενές έλλειμμα, και την παρέδωσε με θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και με πρωτογενή – επί δύο χρόνια – πλεονάσματα.

Πλήρωσε μεγάλο μέρος των οφειλών του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, προχώρησε στις πρώτες και μοναδικές μέχρι σήμερα μειώσεις φορολογικών συντελεστών (ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.) και διένειμε κοινωνικό μέρισμα, με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.

Συνεπώς, η κατάσταση της οικονομίας είχε σταθεροποιηθεί και οι πολίτες άρχιζαν να βλέπουν μικρές, αλλά συνεχείς βελτιώσεις στην καθημερινότητά τους.

Και τα καλύτερα θα έρχονταν, αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές και στην καταστροφική διαπραγμάτευση του 1ου εξαμήνου του 2015.

Ο κ. Μητσοτάκης λέει πως θα περάσει τον ΕΝΦΙΑ στους Δήμους, αυτό όμως γεννάει ερωτήματα. Πως και από πού θα αντικατασταθούν τα έσοδα στον Προϋπολογισμό; Πως με τη μεταβίβαση θα προκύψει μείωση; Και μήπως όχι μόνο αποτελεί υπεκφυγή, αλλά προδικάζει νέα επιβάρυνση – αφού στο παρελθόν είχαμε «δει το έργο» τον ΦΜΑΠ, που έγινε ΤΑΠ, ο οποίος έμεινε στους Δήμους και στην συνέχεια επανήλθε ο ΦΜΑΠ, που μετά από πολλά «βαφτίσια» έγινε ΕΝΦΙΑ;

Καταρχήν ο ΕΝΦΙΑ, και πριν μεταφερθεί στους δήμους, θα μειωθεί κατά 30% στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Στη συνέχεια, από το 2021, η επιβολή του φόρου θα γίνεται από το Υπουργείο Οικονομικών, αυτός θα συνεχίζει να εισπράττεται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, θα πιστώνεται όμως κατευθείαν σε κάθε δήμο.

Οι δήμοι θα μπορούν να καθορίζουν τον ΕΝΦΙΑ, μέσα σε ένα εύρος που θα ορίζει το κράτος, ενώ θα υπάρχει ένας μηχανισμός δημοσιονομικής εξισορρόπησης που θα μεταφέρει πόρους προς τους φτωχότερους δήμους, ώστε κανένας δήμος να μην λαμβάνει τελικά λιγότερους πόρους απ’ όσους σήμερα παίρνει.

Με τη μεγάλη αυτή μεταρρύθμιση, η οποία εφαρμόζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες – όπως είναι η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Εσθονία, η Πολωνία και όλες τις σκανδιναβικές χώρες, επιτυγχάνεται πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία των δήμων, ουσιαστική λογοδοσία των Δημάρχων, συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές αποφάσεις, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από την κεντρική διοίκηση και αναβάθμιση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών, ενώ ικανοποιείται και ένα πάγιο αίτημα της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ως Αντιπολίτευση, διατείνεσθε ότι δεν χρειάζεται νέα μείωση των συντάξεων. Αύριο όμως, ως Κυβέρνηση, τι θα κάνετε όταν το προτείνει – επιβάλλει – και η Τρόικα;

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους.

Και προβλέπονται νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, ψηφισμένες μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, ως αποτέλεσμα της ανικανότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η Νέα Δημοκρατία αυτές δεν τις ψήφισε. Μάλιστα ανέλαβε νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Έκτοτε, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Με βάση τον προβλεπόμενο δημοσιονομικό χώρο και την προτεινόμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, θα επιδιώξουμε ο νόμος της Κυβέρνησης να μην υλοποιηθεί.

Η Νέα Δημοκρατία είναι υπέρ της αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος, με βάση τους τρεις πυλώνες. Ωστόσο, στο παρελθόν, είδαμε ασφαλιστικά ταμεία να «κουρεύονται» τα αποθεματικά τους, να χάνουν λεφτά στο χρηματιστήριο, να κατηγορούνται διοικήσεις για καταχρήσεις. Όσο για τις ιδιωτικές ασφαλιστικές, κάποιες άφησαν χιλιάδες ασφαλισμένους στα …κρύα του λουτρού, γιατί χρεοκόπησαν. Πως μπορεί λοιπόν ο σημερινός εργαζόμενος να είναι σίγουρος ότι αύριο θα πάρει σύνταξη;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία προτείνει ένα ολοκληρωμένο σύστημα τριών πυλώνων, με κεντρική στόχευση τη σταδιακή και σε βάθος χρόνου μείωση κατά 25% των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών, αυξάνοντας έτσι το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, μειώνοντας το κόστος των επιχειρήσεων και οδηγώντας στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.

Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται, με διάφορες παραλλαγές, σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, από την Σουηδία και την Ολλανδία, μέχρι το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ αποτελεί και θεμελιώδη επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο πρώτος και βασικός πυλώνας του συστήματος θα εδράζεται στον ΕΦΚΑ και θα είναι, όπως και σήμερα, υποχρεωτικός, δημόσιος, καθολικός και αναδιανεμητικός.

Ο δεύτερος πυλώνας, θα αφορά τους νέους ασφαλισμένους και μόνο το μέρος της σημερινής επικουρικής σύνταξης, με το δικαίωμα σε αυτούς να επιλέξουν μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού συνταξιοδοτικού ταμείου, το οποίο βέβαια θα τελεί υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο και εποπτεία, όπως γίνεται πλέον, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν στο οποίο αναφερθήκατε, από την Τράπεζα της Ελλάδας.

Ο δε τρίτος πυλώνας θα είναι συμπληρωματικός και θα αφορά, όπως και σήμερα, την ιδιωτική ασφάλιση.

Με την εφαρμογή αυτού του συστήματος θα διασφαλίζεται, για μεν του σημερινούς συνταξιούχους ότι δεν θα υπάρξει καμία μείωση στο μέλλον, δείχνοντας το επιβαλλόμενο σεβασμό – σε αντιδιαστολή με την Κυβέρνηση – και στους συνταξιούχους άνω των 70 ετών, ενώ για τους σημερινούς εργαζόμενους ότι θα λάβουν σύνταξη, μειώνοντας παράλληλα το δυσβάσταχτο βάρος των ασφαλιστικών εισφορών.

Να σας επαναλάβω και το παράδειγμα του κ. Μητσοτάκη: ένας νέος με μηνιαίο μισθό περίπου 1.200 ευρώ στον εργασιακό βίο των 40 ετών, με μια συντηρητική απόδοση 3%, θα έχει σωρεύσει στον «κουμπαρά» του περίπου 84.000 ευρώ. Το ποσό αυτό αρκεί για να του αποδώσει μηνιαία σύνταξη περίπου 500 ευρώ, μόνο από τον δεύτερο πυλώνα. Σ’ αυτόν προστίθεται τόσο η εθνική σύνταξη (384 ευρώ/μήνα) όσο και το αναλογικό μέρος των εισφορών του στον πρώτο πυλώνα.

Αντιλαμβάνεστε συνεπώς ότι ο νέος εργαζόμενος θα είναι σε πολύ καλύτερη θέση απ’ ότι σήμερα.

Η Νέα Δημοκρατία διαφωνεί με την συμφωνία των Πρεσπών διότι μένει το αγκάθι της γλώσσας και της ταυτότητας. Εάν οι Σκοπιανοί είχαν αποδεχτεί ως γλώσσα τη «Βορειομακεδονική» και ως ταυτότητα την «Βορειομακεδονική», η Νέα Δημοκρατία θα συμφωνούσε; Πιστεύετε ότι αυτό θα ήταν προς το συμφέρον της χώρας μας ή όχι;

Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι η συμφωνία των Πρεσπών είναι ετεροβαρής.

Είναι εθνικά επιζήμια, αφού αναγνωρίζει «μακεδονική» ταυτότητα και «μακεδονική» γλώσσα στους Σκοπιανούς.

Με τη συμφωνία αυτή, οι γείτονες, αυτοαποκαλούνται, προκλητικά «Μακεδόνες». Είναι κάτι που ζητούσαν από το 2008, αλλά καμιά Ελληνική Κυβέρνηση δεν το δεχόταν.

Ο κ. Τσίπρας, εδώ και καιρό, στοχεύει στο μεσαίο χώρο, και με τον τελευταίο ανασχηματισμό προσπαθεί να το αναδείξει με συγκεκριμένα πρόσωπα. Φοβάστε στη Νέα Δημοκρατία ότι αυτό μπορεί να έχει εκλογικό αντίκτυπο, στοιχίζοντας στο κόμμα σας ακόμη και την αυτοδυναμία;

Ο κ. Τσίπρας δεν μπορεί να υπηρετήσει τον μεσαίο χώρο, ούτε με τις πολιτικές του, ούτε με τις βουτιές στο παρελθόν, ούτε με τη συκοφαντία, την όξυνση και τον διχαστικό λόγο.

Και προφανώς ούτε με έναν ανασχηματισμό στον οποίο ανασύρονται κάποια πρόσωπα από το παρελθόν, από αυτό που ο κ. Τσίπρας, κατά τα άλλα, υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί το «παλαιό πολιτικό σύστημα» της χώρας.

Συνεπώς, δεν υφίσταται εκλογικός αντίκτυπος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί τη Νέα Δημοκρατία ότι σήμερα έχει κάνει στροφή προς την ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό. Κάποιοι μάλιστα στις τάξεις της Κυβέρνησης θεωρούν ότι είναι διάδοχοι του Καραμανλισμού. Εσείς αισθάνεστε ακροδεξιός και νεοφιλελεύθερος;

Ο ΣΥΡΙΖΑ «βαπτίζει» τα πράγματα αυθαίρετα και κατά το συμφέρον του. Λέει δε όλα όσα αναφέρατε αφού εφαρμόζει τις πιο ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

Η Νέα Δημοκρατία έχει ιστορία και πεπραγμένα τα οποία τιμούμε.

Αποτελεί την παράταξη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι συνεργάτες του και είναι, έως και σήμερα, η μεγάλη πατριωτική, λαϊκή, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας.

Είναι διαχρονικά βαθιά δημοκρατική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Όλα τα άλλα που διαχέονται περί διαδόχων του Καραμανλισμού στις τάξεις της Κυβέρνησης, στερούνται παντελώς ίχνους σοβαρότητας.

Υπογραμμίζω ότι το φορτίο του Καραμανλισμού είναι πολύ βαρύ για να το σηκώσει και να το περιφέρει ο οιοσδήποτε κατά βούληση.

Δεξιά της Νέας Δημοκρατίας δημιουργούνται τελευταία διάφοροι πολιτικοί σχηματισμοί. Σας ανησυχεί αυτό το φαινόμενο, καθώς μια μερίδα ψηφοφόρων θα απευθυνθεί και σε αυτά τα κόμματα;

Με τα χαρακτηριστικά της παράταξης που σας ανέπτυξα, ουσιαστικός χώρος για τέτοιους πολιτικούς σχηματισμούς δεν υφίσταται.

Πολλοί πιστεύουν ότι η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ, επί Σαμαρά, κόστισε στη Νέα Δημοκρατία. Τώρα που ο κ. Μητσοτάκης λέει ότι θα βάλει στα ψηφοδέλτια και στη συνέχεια στην Κυβέρνηση αριστερούς, δεν ανησυχείτε πως θα το υποδεχθεί η βάση του κόμματος;

Η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ ήταν συνέπεια του εκλογικού αποτελέσματος.

Η χώρα έπρεπε να κυβερνηθεί και να μην σέρνεται σε συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις. Και αυτό έγινε, και μάλιστα θα έλεγα με σχετική επιτυχία.

Προφανώς, κατά τη διάρκεια αυτής της συνεργασίας, οι ιδεολογικοπολιτικές συντεταγμένες της παράταξής μας δεν άλλαξαν.

Σε ότι αφορά το σήμερα, οποιοσδήποτε πολίτης ή πολιτικός αποδέχεται το ιδεολογικό πλαίσιο και σέβεται την ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, μπορεί να ενταχθεί και να συνεχίσει την πολιτική δράση του μέσα από τις τάξεις της.

Οι πολίτες μας αξιολογούν διαρκώς όλες και όλους. Έχουν το τελικό λόγο.

 

Μετά τις προσεχείς εκλογές, εάν η Νέας Δημοκρατίας δεν έχει αυτοδυναμία θα μπορούσε να συνεργαστεί με τους ΑΝΕΛ;

Επί αυτού του θέματος έχει τοποθετηθεί με ξεκάθαρο τρόπο, αρνητικά, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκης.

Πάντως δεν βλέπω να έχει βάση το ερώτημά σας.

Τόσο γιατί η αυτοδυναμία είναι ένας απολύτως εφικτός στόχος, όσο και γιατί οι «πολιτικές ακροβασίες» των ΑΝΕΛ δεν φαίνεται να τους καθιστούν, μελλοντικά, κοινοβουλευτικό κόμμα.

Πολλοί πιστεύουν ότι το 2015 η Νέα Δημοκρατία έχασε τις εκλογές λόγω ΕΝΦΙΑ καθώς  «χτυπήθηκε» περαιτέρω η μεσαία τάξη, που είναι η βάση της. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;

Καταρχήν σας θυμίζω ότι η Νέα Δημοκρατία, τότε, πήρε ένα αρκετά υψηλό ποσοστό για κόμμα που στην κυβερνητική θητεία του είχε εφαρμόσει μνημονιακές πολιτικές.

Πράγματι όμως έχασε τις εκλογές, και αυτό μπορεί να αποδοθεί σε πολλούς παράγοντες.

Ο βασικότερος είναι η ανεύθυνη και λαϊκιστική Αξιωματική Αντιπολίτευση εκείνης της περιόδου, που έταζε τα πάντα στους πάντες (θυμίζω ενδεικτικά τις δηλώσεις του κ. Τσίπρα ότι «ο ΕΝΦΙΑ δεν διορθώνεται αλλά καταργείται»).

Καθώς επίσης και στο γεγονός ότι την περίοδο 2012-2014 υλοποιήθηκε μία κρίσιμη μάζα αναγκαίων για τη χώρα μεταρρυθμίσεων, που όμως «ξεβόλεψε» κατεστημένα συμφέροντα.

Ένας ακόμη λόγος, ήταν και ο ΕΝΦΙΑ. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας, με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και μείωση του συνολικού ύψους κατά 500 εκατ. ευρώ σε σχέση με το «χαράτσι» της ΔΕΗ που παραλάβαμε από την προηγούμενη Κυβέρνηση, υπήρξαν τελικά αστοχίες και ατέλειες, παρατηρήθηκαν αδυναμίες, εμφανίστηκαν στρεβλώσεις και αποκλίσεις από την πραγματικότητα στην εφαρμογή του.

Πρόσφατα, ο γερμανικός τύπος, αναφερόμενος στις Ελληνικές τράπεζες και στα προβλήματά τους, ευθέως έκανε λόγο για το φόβο bail in, δηλαδή για κούρεμα καταθέσεων και την πιθανότητα κρατικοποίησής τους. Φοβάστε ότι αυτή είναι μια πιθανή εξέλιξη;

Η κατάσταση στο τραπεζικό σύστημα σταθεροποιήθηκε σταδιακά και, μέχρι  το 2014, αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη σε αυτό.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε το 2015. Η «υπερήφανη διαπραγμάτευση» του 1ου εξαμήνου του 2015, με τους λανθασμένους και ανερμάτιστους χειρισμούς της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με μεγάλους κινδύνους, οδήγησε σε μεγάλη εκροή καταθέσεων και σε ραγδαία αύξηση των «κόκκινων δανείων», δηλαδή σε διόγκωση του ιδιωτικού χρέους των πολιτών και προς τις τράπεζες. Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς. Και κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου, την τρίτη κατά σειρά, ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Μια αχρείαστη ανακεφαλαιοποίηση η οποία προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο, στους παλαιούς επενδυτές και μετόχους, μικρούς και μεγάλους, Έλληνες και ξένους, άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των τραπεζών, συρρίκνωσε την ελληνική ιδιωτική συμμετοχή και σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Σήμερα, απαιτείται να επιστρέψουν με συστηματικό τρόπο καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, να ενισχυθεί ουσιαστικά η οργανική κερδοφορία των τραπεζών, να συρρικνωθούν με ικανοποιητικό ρυθμό τα «κόκκινα δάνεια», να αρθούν πλήρως οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και να αποκλιμακωθεί το κόστος δανεισμού της χώρας, άρα και των τραπεζών, προκειμένου το τραπεζικό σύστημα να επιτελέσει το ρόλο του με επάρκεια και ασφάλεια.

Όλα αυτά συνιστούν προτεραιότητες για την επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ (1, 2).