Στα ΜΜΕ
Διαβάστε τι γράφει ο τύπος για μένα, συνεντεύξεις και άρθρα μου

Οκτώ χρόνια μετά το Καστελόριζο του Γ. Παπανδρέου, έχει γίνει πλέον κοινά αποδεκτό ότι η κρίση έφερε τα Μνημόνια και όχι το αντίθετο. Έτσι, σας ρωτάω ευθέως εάν η Κυβέρνηση Καραμανλή είχε και ποια ευθύνη; Τι δεν είχε κάνει σωστά η Κυβέρνηση Καραμανλή μέχρι τότε;

Η Ελλάδα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, αντιμετώπιζε επιδεινούμενα προβλήματα υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και καθαρών εξαγωγών, αυξητικής δυναμικής του δημοσίου χρέους και χαμηλής ανταγωνιστικότητας. Από τότε, η Ελληνική οικονομία είχε μπει σε τροχιά υποβόσκουσας κρίσης. Οι χρονολογικές σειρές των σχετικών δεικτών της Eurostat, βεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

Η πληθώρα των παθογενειών, αξιακών, θεσμικών, δομικών και λειτουργικών, της ελληνικής οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής, έθεσαν τη χώρα σε διαχρονική «επί ξηρού ακμής» πορεία. Οι επόμενες Κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν – παρά τις προσπάθειες – να την αλλάξουν ριζικά. Σημειώνω ότι η χώρα, και σήμερα, δεν πληροί όλα τα κριτήρια του Μάαστριχτ, ενώ το 1980 τα πληρούσε.

Ειδικότερα την περίοδο 2008-2009, εν μέσω της πρωτοφανούς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα αντιμετώπισε πρόβλημα όξυνσης των δημοσιονομικών μεγεθών, όπως άλλωστε και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Σημειώνω ότι εκείνη την περίοδο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση ελλείμματος και χρέους ως ποσοστά του ΑΕΠ ήταν, κατά μέσο όρο, μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ελλάδα, με συνεχείς και συχνές αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών μεγεθών.

Σε ότι αφορά το 2009, η Νέα Δημοκρατία, κατά τα 2/3 του δημοσιονομικού έτους που κυβέρνησε, έκανε προσπάθειες στο πολιτικό και το οικονομικό πεδίο να «φρενάρει» την κατάσταση. Όμως, πολιτικές, συνδικαλιστικές, κοινωνικές και δημοσιογραφικές δυνάμεις είχαν ακροβολισθεί «στα κεραμίδια» και αρνούνταν την εθνικά αναγκαία συναίνεση.

Συγκεκριμένα, ο κ. Καραμανλής, στις αρχές του 2009, κάλεσε σε συνεννόηση τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά όλοι τους, με πρωταγωνιστή την ηγεσία της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη της παγκόσμιας κρίσης, τορπίλισαν τη συνεννόηση και πολέμησαν λυσσαλέα, εντός και εκτός Βουλής, τα μέτρα που ελήφθησαν για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Αντί συνεννόησης, έσυραν τη χώρα σε εκλογές και μάλιστα με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να υπόσχεται ότι θα μοιράσει τα «λεφτά» που δήθεν «υπήρχαν». Μάλιστα πρότειναν ως θεραπεία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.

Στη συνέχεια ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ, που στο 1/3 του δημοσιονομικού έτους που κυβέρνησε, με πράξεις και παραλείψεις του, μετέτρεψε το υπαρκτό δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας σε κρίση δανεισμού.

Το 2010, όταν ο Γ. Παπανδρέου μας έφερε το πρώτο Μνημόνιο και το ΔΝΤ, πιστεύετε ότι υπήρχε άλλος δρόμος; Πως θα μπορούσαν να μειωθούν τα δανεικά και το πρωτογενές έλλειμμα που το 2009 ήταν 24 δισ. ευρώ το οποίο κατευθυνόταν σε μισθούς και συντάξεις;

Πιστεύω ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά.

Θυμίζω ότι η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υπό τον κ. Γ. Παπανδρέου, παρέλαβε τα spreads στις 132 μονάδες βάσης και την πιστοληπτική θέση της χώρας στο Α-.

Και από τις αρχές Οκτωβρίου του 2009 διόγκωσε το πρόβλημα της χώρας, αφού, μεταξύ άλλων, ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις εκείνης της χρονιάς, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009, προχώρησε στην καταβολή επιδόματος αλληλεγγύης, σε αύξηση των δαπανών για οδοιπορικά, λειτουργικές δαπάνες και προμήθειες του Δημοσίου και άφησε στην τύχη τους τα δημόσια έσοδα.

Η αναποφασιστικότητά της στη λήψη μέτρων, τα λανθασμένα μηνύματα στις αγορές, οι παλινωδίες, οι αντιφατικές δηλώσεις, οι ανεύθυνες διαρροές και οι χειρισμοί μέσω της ΕΛΣΤΑΤ (αναταξινομήσεις λογαριασμών κα.) οδήγησαν τη χώρα σε αποσταθεροποίηση, εν μέσω παγκόσμιας θύελλας.

Συνεπώς, ναι, υπήρχε και άλλος δρόμος, που αν είχε ακολουθηθεί έγκαιρα και είχε υπηρετηθεί με συνέπεια θα οδηγούσε τη χώρα στη χειρότερη περίπτωση π.χ. στο «νοσοκομείο» με πυρετό 39 και σχετικά ήπιες «θεραπείες» και όχι κατ’ ευθείαν στην «εντατική» με πυρετό 42 και σε σκληρές «θεραπείες».

Σήμερα λέτε (και σωστά) ότι η χώρα δεν έχει βγει από τα μνημόνια, παρά τους πανηγυρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ. Αύριο, όταν θα είστε Κυβέρνηση εσείς, τι μπορείτε να κάνετε; Πως θα βγούμε από το μνημόνιο; Θα ανατρέψετε π.χ. τη συμφωνία δέσμευσης της περιουσίας της χώρας για 99 χρόνια;

Πράγματι, η χώρα σήμερα έχει βγει από το πρόγραμμα, αλλά δεν έχει βγει από τα μνημόνια.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια, έχει προνομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία – μέχρι και αρχαιολογικούς χώρους – για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν μελλοντικά και υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας στο πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας.

Η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον κ. Μητσοτάκη θα εργαστεί, με αποφασιστικότητα, για την πραγματικά «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν φαίνεται εφικτό.

Σε ότι αφορά συγκεκριμένες βαριές και πολύχρονες δεσμεύσεις που ανέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση, όπως αυτές που κατέγραψα προηγουμένως, θα επιδιώξουμε το καλύτερο για τη χώρα.

Πάγια επωδός της Νέας Δημοκρατίας είναι ότι θα μειώσει τους φόρους. Πως και πότε όμως θα συμβεί; Διότι, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, μείωση φόρων σημαίνει μείωση δημοσίων εσόδων.

Κάποιες από τις παρεμβάσεις μας είναι εμπροσθοβαρείς και κάποιες ξεδιπλώνονται σε βάθος τετραετίας. Για παράδειγμα, η μείωση του ΕΝΦΙΑ θα γίνει εντός διετίας, ενώ η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, σταδιακά, εντός τετραετίας.

Αυτές και οι υπόλοιπες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που έχουμε προτείνει, μπορούν να υλοποιηθούν μέσα από ένα πλέγμα πολιτικών που δεν θα θέτουν σε κίνδυνο την αναγκαία δημοσιονομική πειθαρχία της χώρας.

Καταρχήν, οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές θα βελτιώσουν τη φορολογική συμμόρφωση και θα μειώσουν τα κίνητρα για φοροδιαφυγή. Σχετική μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα, το επιβεβαιώνει.

Επιπλέον, αν όπως προβλέπει η Κυβέρνηση υπάρχουν μελλοντικά δημοσιονομικά περιθώρια, τότε αυτά θα χρησιμοποιηθούν πιο αποτελεσματικά στην κατεύθυνση των προτεραιοτήτων της δικής μας οικονομικής πρότασης.

Επίσης, οι στόχοι που θέτουμε για την ανάπτυξη, θα αποφέρουν περισσότερα δημόσια έσοδα, άρα θα δημιουργήσουν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο.

Τέλος, θα υπάρξει ένα πρόγραμμα περιορισμού των κρατικών δαπανών, το οποίο θα στηρίζεται στην αξιολόγηση των δαπανών στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης, στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, στην ενδυνάμωση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, στην ενίσχυση των συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα και στην επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επαίρεται ότι καταφέρνει να έχει πρωτογενές πλεόνασμα και με αυτό ασκεί κοινωνική πολιτική. Η Νέα Δημοκρατία καταγγέλλει ότι είναι πλασματικό. Γιατί το πιστεύετε αυτό;

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει, και τα στοιχεία την επιβεβαιώνουν, ότι η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων για την άσκηση δήθεν κοινωνικής πολιτικής, οφείλεται στην υπερφορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών σε αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Το αποτέλεσμα είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες περίπου κατά 60% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Για παράδειγμα, δείτε την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού κατά το 1ο οκτάμηνο του 2018.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και οι επιστροφές φόρων, πολιτικές που ενισχύουν τη ρευστότητα στην οικονομία, παρουσιάζουν σημαντική αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, ήδη κατά περίπου 1,4 δισ. ευρώ.

Οι πρωτογενείς δαπάνες, και στον τομέα της υγείας, υστερούν κατά 400 εκατ. ευρώ από το στόχο, ενώ υπάρχει μεγάλος αριθμός εκκρεμών συντάξεων.

Όλα αυτά μόνο επιστροφή στην κανονικότητα δεν συνιστούν.

Όταν αναλάβετε την εξουσία και υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα, θα το αξιοποιείτε παρόμοια; Πού θα το κατευθύνετε; Μήπως θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στην αποπληρωμή του χρέους, ώστε να βγούμε γρηγορότερα από την επιτήρηση και να ανακτήσουμε την εθνική μας κυριαρχία;

Δεν υπάρχει λόγος να υφίσταται υπερπλεόνασμα.

Αντιθέτως, θα πρέπει να επιδιωχθεί να μειωθούν τα υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα. Πως; Με την επίτευξη υψηλότερων – σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις – ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

Να θυμίσω μάλιστα ότι είχαμε συμφωνήσει με τους θεσμούς το 2014, σε διπλάσιους – μακροχρονίως – ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά δυστυχώς μετά, ακολούθησε η σημερινή καταστροφική διακυβέρνηση.

Συνεπώς, ο στόχος αυτός δεν είναι εύκολος, είναι όμως εφικτός. Απαιτείται πολιτική βούληση, ολοκληρωμένο σχέδιο, αποφασιστικότητα και σοβαρότητα.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα συνεκτικό σχέδιο που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση. Οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Το κόμμα σας και εσείς προσωπικά μιλάτε συνεχώς για την ανάγκη ανάπτυξης και επενδύσεων. Το ίδιο όμως λένε, όλοι. Πως εσείς θα το κάνετε πράξη;

Ας αφήσουμε τις προθέσεις και ας αξιολογήσουμε τα πεπραγμένα.

Η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Συνεπώς, η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού αφηγήματος, «σέρνει» την οικονομία σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Διότι ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί και κινείται σε χαμηλά επίπεδα, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, η φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η εγχώρια αποταμίευση είναι αρνητική, η πιστωτική συρρίκνωση διευρύνεται, η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιούνται, ενώ διαρκώς νέα εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ανακύπτουν και εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν.

Το σχέδιο του κ. Μητσοτάκη εδράζεται πάνω σε 4 άξονες.

Ο πρώτος άξονας αφορά την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής. Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Ξεκινώντας από τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, την έκπτωση φόρου για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων κ.α.

Ο δεύτερος άξονας αφορά την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα. Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, με την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Ο τρίτος άξονας αφορά την ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας. Με μία Πολιτεία που θα δημιουργεί ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, και με επιχειρήσεις οι οποίες θα στοχεύουν στην ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, των stakeholders, επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Και ο τέταρτος άξονας αφορά την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Για να επιτευχθούν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα. Μπορούμε να τα καταφέρουμε, και θα τα καταφέρουμε!

Με δεδομένο ότι κατά τη διακυβέρνηση Σαμαρά ο Έλληνας δεν είδε τρομακτικές αλλαγές στη ζωή του, δεν βγήκε η χώρα από τα Μνημόνια, δεν έγιναν μεγάλες επενδύσεις, γιατί να σας πιστέψει τώρα; Πως θα τον πείσετε;

Πραγματικά, τρομακτικές αλλαγές δεν επήλθαν, ούτε θα ήταν άλλωστε εφικτό να αποτυπωθούν μέσα σε 2,5 χρόνια.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Κυβέρνηση του κ. Σαμαρά παρέλαβε την οικονομία σε βαθιά ύφεση και με σημαντικό πρωτογενές έλλειμμα, και την παρέδωσε με θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και με πρωτογενή – επί δύο χρόνια – πλεονάσματα.

Πλήρωσε μεγάλο μέρος των οφειλών του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, προχώρησε στις πρώτες και μοναδικές μέχρι σήμερα μειώσεις φορολογικών συντελεστών (ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.) και διένειμε κοινωνικό μέρισμα, με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.

Συνεπώς, η κατάσταση της οικονομίας είχε σταθεροποιηθεί και οι πολίτες άρχιζαν να βλέπουν μικρές, αλλά συνεχείς βελτιώσεις στην καθημερινότητά τους.

Και τα καλύτερα θα έρχονταν, αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές και στην καταστροφική διαπραγμάτευση του 1ου εξαμήνου του 2015.

Ο κ. Μητσοτάκης λέει πως θα περάσει τον ΕΝΦΙΑ στους Δήμους, αυτό όμως γεννάει ερωτήματα. Πως και από πού θα αντικατασταθούν τα έσοδα στον Προϋπολογισμό; Πως με τη μεταβίβαση θα προκύψει μείωση; Και μήπως όχι μόνο αποτελεί υπεκφυγή, αλλά προδικάζει νέα επιβάρυνση – αφού στο παρελθόν είχαμε «δει το έργο» τον ΦΜΑΠ, που έγινε ΤΑΠ, ο οποίος έμεινε στους Δήμους και στην συνέχεια επανήλθε ο ΦΜΑΠ, που μετά από πολλά «βαφτίσια» έγινε ΕΝΦΙΑ;

Καταρχήν ο ΕΝΦΙΑ, και πριν μεταφερθεί στους δήμους, θα μειωθεί κατά 30% στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Στη συνέχεια, από το 2021, η επιβολή του φόρου θα γίνεται από το Υπουργείο Οικονομικών, αυτός θα συνεχίζει να εισπράττεται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, θα πιστώνεται όμως κατευθείαν σε κάθε δήμο.

Οι δήμοι θα μπορούν να καθορίζουν τον ΕΝΦΙΑ, μέσα σε ένα εύρος που θα ορίζει το κράτος, ενώ θα υπάρχει ένας μηχανισμός δημοσιονομικής εξισορρόπησης που θα μεταφέρει πόρους προς τους φτωχότερους δήμους, ώστε κανένας δήμος να μην λαμβάνει τελικά λιγότερους πόρους απ’ όσους σήμερα παίρνει.

Με τη μεγάλη αυτή μεταρρύθμιση, η οποία εφαρμόζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες – όπως είναι η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Εσθονία, η Πολωνία και όλες τις σκανδιναβικές χώρες, επιτυγχάνεται πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία των δήμων, ουσιαστική λογοδοσία των Δημάρχων, συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές αποφάσεις, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από την κεντρική διοίκηση και αναβάθμιση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών, ενώ ικανοποιείται και ένα πάγιο αίτημα της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ως Αντιπολίτευση, διατείνεσθε ότι δεν χρειάζεται νέα μείωση των συντάξεων. Αύριο όμως, ως Κυβέρνηση, τι θα κάνετε όταν το προτείνει – επιβάλλει – και η Τρόικα;

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους.

Και προβλέπονται νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, ψηφισμένες μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, ως αποτέλεσμα της ανικανότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η Νέα Δημοκρατία αυτές δεν τις ψήφισε. Μάλιστα ανέλαβε νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Έκτοτε, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Με βάση τον προβλεπόμενο δημοσιονομικό χώρο και την προτεινόμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, θα επιδιώξουμε ο νόμος της Κυβέρνησης να μην υλοποιηθεί.

Η Νέα Δημοκρατία είναι υπέρ της αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος, με βάση τους τρεις πυλώνες. Ωστόσο, στο παρελθόν, είδαμε ασφαλιστικά ταμεία να «κουρεύονται» τα αποθεματικά τους, να χάνουν λεφτά στο χρηματιστήριο, να κατηγορούνται διοικήσεις για καταχρήσεις. Όσο για τις ιδιωτικές ασφαλιστικές, κάποιες άφησαν χιλιάδες ασφαλισμένους στα …κρύα του λουτρού, γιατί χρεοκόπησαν. Πως μπορεί λοιπόν ο σημερινός εργαζόμενος να είναι σίγουρος ότι αύριο θα πάρει σύνταξη;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία προτείνει ένα ολοκληρωμένο σύστημα τριών πυλώνων, με κεντρική στόχευση τη σταδιακή και σε βάθος χρόνου μείωση κατά 25% των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών, αυξάνοντας έτσι το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, μειώνοντας το κόστος των επιχειρήσεων και οδηγώντας στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.

Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται, με διάφορες παραλλαγές, σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, από την Σουηδία και την Ολλανδία, μέχρι το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ αποτελεί και θεμελιώδη επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο πρώτος και βασικός πυλώνας του συστήματος θα εδράζεται στον ΕΦΚΑ και θα είναι, όπως και σήμερα, υποχρεωτικός, δημόσιος, καθολικός και αναδιανεμητικός.

Ο δεύτερος πυλώνας, θα αφορά τους νέους ασφαλισμένους και μόνο το μέρος της σημερινής επικουρικής σύνταξης, με το δικαίωμα σε αυτούς να επιλέξουν μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού συνταξιοδοτικού ταμείου, το οποίο βέβαια θα τελεί υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο και εποπτεία, όπως γίνεται πλέον, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν στο οποίο αναφερθήκατε, από την Τράπεζα της Ελλάδας.

Ο δε τρίτος πυλώνας θα είναι συμπληρωματικός και θα αφορά, όπως και σήμερα, την ιδιωτική ασφάλιση.

Με την εφαρμογή αυτού του συστήματος θα διασφαλίζεται, για μεν του σημερινούς συνταξιούχους ότι δεν θα υπάρξει καμία μείωση στο μέλλον, δείχνοντας το επιβαλλόμενο σεβασμό – σε αντιδιαστολή με την Κυβέρνηση – και στους συνταξιούχους άνω των 70 ετών, ενώ για τους σημερινούς εργαζόμενους ότι θα λάβουν σύνταξη, μειώνοντας παράλληλα το δυσβάσταχτο βάρος των ασφαλιστικών εισφορών.

Να σας επαναλάβω και το παράδειγμα του κ. Μητσοτάκη: ένας νέος με μηνιαίο μισθό περίπου 1.200 ευρώ στον εργασιακό βίο των 40 ετών, με μια συντηρητική απόδοση 3%, θα έχει σωρεύσει στον «κουμπαρά» του περίπου 84.000 ευρώ. Το ποσό αυτό αρκεί για να του αποδώσει μηνιαία σύνταξη περίπου 500 ευρώ, μόνο από τον δεύτερο πυλώνα. Σ’ αυτόν προστίθεται τόσο η εθνική σύνταξη (384 ευρώ/μήνα) όσο και το αναλογικό μέρος των εισφορών του στον πρώτο πυλώνα.

Αντιλαμβάνεστε συνεπώς ότι ο νέος εργαζόμενος θα είναι σε πολύ καλύτερη θέση απ’ ότι σήμερα.

Η Νέα Δημοκρατία διαφωνεί με την συμφωνία των Πρεσπών διότι μένει το αγκάθι της γλώσσας και της ταυτότητας. Εάν οι Σκοπιανοί είχαν αποδεχτεί ως γλώσσα τη «Βορειομακεδονική» και ως ταυτότητα την «Βορειομακεδονική», η Νέα Δημοκρατία θα συμφωνούσε; Πιστεύετε ότι αυτό θα ήταν προς το συμφέρον της χώρας μας ή όχι;

Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι η συμφωνία των Πρεσπών είναι ετεροβαρής.

Είναι εθνικά επιζήμια, αφού αναγνωρίζει «μακεδονική» ταυτότητα και «μακεδονική» γλώσσα στους Σκοπιανούς.

Με τη συμφωνία αυτή, οι γείτονες, αυτοαποκαλούνται, προκλητικά «Μακεδόνες». Είναι κάτι που ζητούσαν από το 2008, αλλά καμιά Ελληνική Κυβέρνηση δεν το δεχόταν.

Ο κ. Τσίπρας, εδώ και καιρό, στοχεύει στο μεσαίο χώρο, και με τον τελευταίο ανασχηματισμό προσπαθεί να το αναδείξει με συγκεκριμένα πρόσωπα. Φοβάστε στη Νέα Δημοκρατία ότι αυτό μπορεί να έχει εκλογικό αντίκτυπο, στοιχίζοντας στο κόμμα σας ακόμη και την αυτοδυναμία;

Ο κ. Τσίπρας δεν μπορεί να υπηρετήσει τον μεσαίο χώρο, ούτε με τις πολιτικές του, ούτε με τις βουτιές στο παρελθόν, ούτε με τη συκοφαντία, την όξυνση και τον διχαστικό λόγο.

Και προφανώς ούτε με έναν ανασχηματισμό στον οποίο ανασύρονται κάποια πρόσωπα από το παρελθόν, από αυτό που ο κ. Τσίπρας, κατά τα άλλα, υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί το «παλαιό πολιτικό σύστημα» της χώρας.

Συνεπώς, δεν υφίσταται εκλογικός αντίκτυπος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί τη Νέα Δημοκρατία ότι σήμερα έχει κάνει στροφή προς την ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό. Κάποιοι μάλιστα στις τάξεις της Κυβέρνησης θεωρούν ότι είναι διάδοχοι του Καραμανλισμού. Εσείς αισθάνεστε ακροδεξιός και νεοφιλελεύθερος;

Ο ΣΥΡΙΖΑ «βαπτίζει» τα πράγματα αυθαίρετα και κατά το συμφέρον του. Λέει δε όλα όσα αναφέρατε αφού εφαρμόζει τις πιο ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

Η Νέα Δημοκρατία έχει ιστορία και πεπραγμένα τα οποία τιμούμε.

Αποτελεί την παράταξη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι συνεργάτες του και είναι, έως και σήμερα, η μεγάλη πατριωτική, λαϊκή, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας.

Είναι διαχρονικά βαθιά δημοκρατική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Όλα τα άλλα που διαχέονται περί διαδόχων του Καραμανλισμού στις τάξεις της Κυβέρνησης, στερούνται παντελώς ίχνους σοβαρότητας.

Υπογραμμίζω ότι το φορτίο του Καραμανλισμού είναι πολύ βαρύ για να το σηκώσει και να το περιφέρει ο οιοσδήποτε κατά βούληση.

Δεξιά της Νέας Δημοκρατίας δημιουργούνται τελευταία διάφοροι πολιτικοί σχηματισμοί. Σας ανησυχεί αυτό το φαινόμενο, καθώς μια μερίδα ψηφοφόρων θα απευθυνθεί και σε αυτά τα κόμματα;

Με τα χαρακτηριστικά της παράταξης που σας ανέπτυξα, ουσιαστικός χώρος για τέτοιους πολιτικούς σχηματισμούς δεν υφίσταται.

Πολλοί πιστεύουν ότι η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ, επί Σαμαρά, κόστισε στη Νέα Δημοκρατία. Τώρα που ο κ. Μητσοτάκης λέει ότι θα βάλει στα ψηφοδέλτια και στη συνέχεια στην Κυβέρνηση αριστερούς, δεν ανησυχείτε πως θα το υποδεχθεί η βάση του κόμματος;

Η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ ήταν συνέπεια του εκλογικού αποτελέσματος.

Η χώρα έπρεπε να κυβερνηθεί και να μην σέρνεται σε συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις. Και αυτό έγινε, και μάλιστα θα έλεγα με σχετική επιτυχία.

Προφανώς, κατά τη διάρκεια αυτής της συνεργασίας, οι ιδεολογικοπολιτικές συντεταγμένες της παράταξής μας δεν άλλαξαν.

Σε ότι αφορά το σήμερα, οποιοσδήποτε πολίτης ή πολιτικός αποδέχεται το ιδεολογικό πλαίσιο και σέβεται την ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, μπορεί να ενταχθεί και να συνεχίσει την πολιτική δράση του μέσα από τις τάξεις της.

Οι πολίτες μας αξιολογούν διαρκώς όλες και όλους. Έχουν το τελικό λόγο.

 

Μετά τις προσεχείς εκλογές, εάν η Νέας Δημοκρατίας δεν έχει αυτοδυναμία θα μπορούσε να συνεργαστεί με τους ΑΝΕΛ;

Επί αυτού του θέματος έχει τοποθετηθεί με ξεκάθαρο τρόπο, αρνητικά, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκης.

Πάντως δεν βλέπω να έχει βάση το ερώτημά σας.

Τόσο γιατί η αυτοδυναμία είναι ένας απολύτως εφικτός στόχος, όσο και γιατί οι «πολιτικές ακροβασίες» των ΑΝΕΛ δεν φαίνεται να τους καθιστούν, μελλοντικά, κοινοβουλευτικό κόμμα.

Πολλοί πιστεύουν ότι το 2015 η Νέα Δημοκρατία έχασε τις εκλογές λόγω ΕΝΦΙΑ καθώς  «χτυπήθηκε» περαιτέρω η μεσαία τάξη, που είναι η βάση της. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;

Καταρχήν σας θυμίζω ότι η Νέα Δημοκρατία, τότε, πήρε ένα αρκετά υψηλό ποσοστό για κόμμα που στην κυβερνητική θητεία του είχε εφαρμόσει μνημονιακές πολιτικές.

Πράγματι όμως έχασε τις εκλογές, και αυτό μπορεί να αποδοθεί σε πολλούς παράγοντες.

Ο βασικότερος είναι η ανεύθυνη και λαϊκιστική Αξιωματική Αντιπολίτευση εκείνης της περιόδου, που έταζε τα πάντα στους πάντες (θυμίζω ενδεικτικά τις δηλώσεις του κ. Τσίπρα ότι «ο ΕΝΦΙΑ δεν διορθώνεται αλλά καταργείται»).

Καθώς επίσης και στο γεγονός ότι την περίοδο 2012-2014 υλοποιήθηκε μία κρίσιμη μάζα αναγκαίων για τη χώρα μεταρρυθμίσεων, που όμως «ξεβόλεψε» κατεστημένα συμφέροντα.

Ένας ακόμη λόγος, ήταν και ο ΕΝΦΙΑ. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας, με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και μείωση του συνολικού ύψους κατά 500 εκατ. ευρώ σε σχέση με το «χαράτσι» της ΔΕΗ που παραλάβαμε από την προηγούμενη Κυβέρνηση, υπήρξαν τελικά αστοχίες και ατέλειες, παρατηρήθηκαν αδυναμίες, εμφανίστηκαν στρεβλώσεις και αποκλίσεις από την πραγματικότητα στην εφαρμογή του.

Πρόσφατα, ο γερμανικός τύπος, αναφερόμενος στις Ελληνικές τράπεζες και στα προβλήματά τους, ευθέως έκανε λόγο για το φόβο bail in, δηλαδή για κούρεμα καταθέσεων και την πιθανότητα κρατικοποίησής τους. Φοβάστε ότι αυτή είναι μια πιθανή εξέλιξη;

Η κατάσταση στο τραπεζικό σύστημα σταθεροποιήθηκε σταδιακά και, μέχρι  το 2014, αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη σε αυτό.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε το 2015. Η «υπερήφανη διαπραγμάτευση» του 1ου εξαμήνου του 2015, με τους λανθασμένους και ανερμάτιστους χειρισμούς της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με μεγάλους κινδύνους, οδήγησε σε μεγάλη εκροή καταθέσεων και σε ραγδαία αύξηση των «κόκκινων δανείων», δηλαδή σε διόγκωση του ιδιωτικού χρέους των πολιτών και προς τις τράπεζες. Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς. Και κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου, την τρίτη κατά σειρά, ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Μια αχρείαστη ανακεφαλαιοποίηση η οποία προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο, στους παλαιούς επενδυτές και μετόχους, μικρούς και μεγάλους, Έλληνες και ξένους, άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των τραπεζών, συρρίκνωσε την ελληνική ιδιωτική συμμετοχή και σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Σήμερα, απαιτείται να επιστρέψουν με συστηματικό τρόπο καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, να ενισχυθεί ουσιαστικά η οργανική κερδοφορία των τραπεζών, να συρρικνωθούν με ικανοποιητικό ρυθμό τα «κόκκινα δάνεια», να αρθούν πλήρως οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και να αποκλιμακωθεί το κόστος δανεισμού της χώρας, άρα και των τραπεζών, προκειμένου το τραπεζικό σύστημα να επιτελέσει το ρόλο του με επάρκεια και ασφάλεια.

Όλα αυτά συνιστούν προτεραιότητες για την επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ (1, 2).

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού αποτυπώνει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, τα αδιέξοδα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Τα μέτρα λιτότητας εξακολουθούν να υφίστανται, οι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν υψηλοί, η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνεχίζεται, το Κράτος διογκώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται και υποεκτελείται.

Το αποτέλεσμα αυτής της αδιέξοδης πολιτικής είναι η οικονομία να αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, οι επενδύσεις να συρρικνώνονται και το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται. Ενδεικτικά και μόνο, να υπενθυμίσουμε ότι η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 59% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Αποδεικνύεται έτσι ότι η «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα πίσω στην κανονικότητα.

Ταυτόχρονα, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, το οικονομικό κλίμα – τους τελευταίους μήνες – επιδεινώνεται, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Επιπρόσθετα, η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο για πρώτη φορά ενεργοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά βρίσκεται και εκτός αγορών, με υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο κόστος δανεισμού, συμπαρασύροντας ανοδικά και το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και τραπεζών.

Η χρήση δε του ταμειακού αποθέματος, πέραν του ότι αυτό δημιουργήθηκε με λανθασμένο τρόπο, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και αφήνοντας αναξιοποίητους χαμηλού κόστους πόρους ύψους 24 δισ. ευρώ από τη δανειακή σύμβαση, θα στείλει ανησυχητικό μήνυμα στις αγορές.

Τέλος, οι όποιες  Κυβερνητικές επεκτατικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις είναι – όπως αναφέρει και το Προσχέδιο – «προτιθέμενες» και αποσπασματικές, αφού δεν εντάσσονται σε μία συνολική οικονομική πρόταση, όπως αυτή που έχει καταθέσει η Νέα Δημοκρατία και η οποία στοχεύει σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, στη δημιουργία πολλών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με έμφαση στην εξωστρέφεια και τις επενδύσεις, μέσα από τη μείωση της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Συμπερασματικά, το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, το τελευταίο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, σφραγίζει το τέλος του τετραετούς κύκλου της αυταπάτης, της δημιουργικής ασάφειας, των ιδεοληψιών, της ανευθυνότητας, του τυχοδιωκτισμού και της αναποτελεσματικότητας, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και στους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Συγχρόνως, όμως, σημάνει και την απαρχή ενός νέου κύκλου ευθύνης, ρεαλισμού, υπευθυνότητας και σοβαρότητας, με διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

H αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και η υλοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αποτελούν βασικά εργαλεία και σημαντικές πηγές τόνωσης της ρευστότητας της οικονομίας.

Δυστυχώς, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει αποτύχει και στα δύο αυτά πεδία, στερώντας ρευστότητα από την αγορά, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και υπονομεύοντας την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ειδικότερα:

1ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές.

Η Κυβέρνηση, στο Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, αναφέρει ότι “Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης προς τρίτους…αποτελεί μία από τις προτεραιότητες του Υπουργείου Οικονομικών».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει.

Και αυτό γιατί οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 11% τον Αύγουστο, ξεπερνώντας πλέον τα 3 δισ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι είχαν εκταμιευθεί – για την αποπληρωμή τους – δανειακοί πόροι 7 δισ. ευρώ.

Αυτό οφείλεται στην ανικανότητα της Κυβέρνησης να αντλήσει και να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, αλλά και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους, με αποτέλεσμα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου από 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης το 2014.

Επιπλέον, η ημερομηνία πλήρους εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών όλο και μετατίθεται.

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017, κατόπιν για το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, και στη συνέχεια για το τέλος του 2018.

Ούτε αυτή όμως η δέσμευση δεν θα υλοποιηθεί αφού, στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, γίνεται αναφορά στην περαιτέρω μείωσή τους μέχρι το τέλος του έτους και όχι στην πλήρη εκκαθάρισή τους.

Και το χειρότερο όλων είναι ότι σήμερα, που η χρηματοδότηση της χώρας από το πρόγραμμα έχει λήξει, η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών θα βασιστεί αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα και στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών.

2ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Η Κυβέρνηση, στο δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της, τονίζει τη σημασία του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι το κύριο χρηματοδοτικό εργαλείο για την Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει και εδώ.

Συγκεκριμένα, οι δαπάνες του Προγράμματος, το 2017, έκλεισαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, εμφανίζοντας σωρευτική υστέρηση ύψους 1,3 δισ. ευρώ την περίοδο 2016-2017.

Ενώ το 2018, συνεχίζουν να παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, σχεδόν κατά 1 δισ. ευρώ το οκτάμηνο του έτους.

Μάλιστα ο στόχος, για το 2018, έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω, και περιορίζεται στα 6,63 δισ. ευρώ, καθιστώντας αισιόδοξη την κυβερνητική πρόβλεψη για αυξημένες δημόσιες επενδυτικές δαπάνες το 2019.

Συμπερασματικά, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ σε δύο κομβικά για την οικονομία πεδία, επιβεβαιώνουν, για ακόμη μία φορά, την ανικανότητα και την αναποτελεσματικότητά της.

Η επόμενη Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας θα εφαρμόσει ένα σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, μέσα από την ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Χρήστος Σταϊκούρας1 και Παναγιώτης Μπαλωμένος2

1 Βουλευτής Φθιώτιδας ΝΔ, πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, Επίκουρος Καθηγητής ΟΠΑ

2 Τοπογράφος Μηχανικός ΕΜΠ, MSc και PhD στην Ακίνητη Περιουσία

Τα τελευταία χρόνια, η αγορά ακίνητης περιουσίας δοκιμάστηκε σκληρά, εξαιτίας κυρίως της οικονομικής κρίσης, ενώ ποιοτικοί παράγοντες και νέα δεδομένα της τελευταίας τετραετίας δημιουργούν ανησυχίες για την προοπτική ανάκαμψής της σε στέρεες βάσεις.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της αγοράς ακίνητης περιουσίας, με έντονο κοινωνικό αντίκτυπο, αποτελούν οι κατασχέσεις ακινήτων ιδιωτών από το δημόσιο, οι πλειστηριασμοί και οι αποποιήσεις κληρονομιών. Αυτά δημιουργούν έναν τεράστιο όγκο ακινήτων, όπου σε μια ρηχή αγορά όπως είναι η ελληνική, καθιστούν το δημόσιο τομέα ρυθμιστή της πορείας και της βιωσιμότητάς της. Ενδεικτικά, μόνο για το 2017, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αποποιήσεις κληρονομιών ανήλθαν στις 130.000, σχεδόν τριπλάσιες συγκριτικά με το 2016, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις, μέσα στην επόμενη τετραετία, μόνο το Ελληνικό Δημόσιο αναμένεται να βγάλει «στο σφυρί» τουλάχιστον 500.000 ακίνητα. Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες προγραμματίζουν περίπου 140.000 πλειστηριασμούς έως το τέλος του 2021.

Η κατάσταση στην ελληνική αγορά ακινήτων περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς υπολογίζεται ότι άνω των 150.000 ακινήτων (κυρίως κατοικίες) ιδιωτών στην Αθήνα είναι υψηλής παλαιότητας, τα οποία είναι μη επαρκώς συντηρημένα και έχουν τεθεί ουσιαστικά εκτός διαπραγμάτευσης και αγοράς. Πράγματι, άνω του 60% των κτιρίων του κέντρου της Αθήνας είναι κατασκευασμένα πριν από το 1960, ενώ πλέον του 85% αυτών χρήζουν παρεμβάσεων αποκατάστασης, εκσυγχρονισμού και βελτίωσης της λειτουργικότητας και της ενεργειακής τους απόδοσης. Κενές κατοικίες, κυρίως εγκαταλελειμμένα και σε κακή κατάσταση κτίρια και ανοίκιαστα διαμερίσματα, αποτελούν μια πραγματικότητα. Η πολυιδιοκτησία, η μέτρια ή κακή κατάσταση των κτιρίων, το μεγάλο κόστος αποκατάστασης και συντήρησης για τα διατηρητέα και η διαχρονική γραφειοκρατία σε θέματα αδειοδοτήσεων επιβαρύνουν την κατάσταση.

Επιπρόσθετα, οι νέες κατασκευές είναι ελάχιστες, νέες εντάξεις στα σχέδια πόλεως δεν προγραμματίζονται, ενώ οι χρηματοδοτήσεις τραπεζών για στεγαστικά δάνεια βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά και δεν προβλέπεται σημαντική διαφοροποίηση μεσοπρόθεσμα. Επιπλέον, ένα πολύ σημαντικό τμήμα του οικιστικού αποθέματος μισθώνεται βραχυχρόνια, αποκλειστικά στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού, ενώ άγνωστη παράμετρος παραμένει η μεσοπρόθεσμη πολιτική των τραπεζών (και των funds) σχετικά με τα ακίνητα ιδιωτών που έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν στην κατοχή τους, αλλά και η σχετική επίπτωση στην κτηματαγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, προκύπτει το συμπέρασμα ότι εάν ο δημόσιος τομέας δεν καταφέρει τάχιστα να προσφέρει προς διάθεση στην αγορά τα ακίνητα που διαχειρίζεται ή θα κληθεί να διαχειριστεί και εάν η πολιτεία δεν δώσει σημαντικά κίνητρα σε ιδιώτες για τη ριζική ανακαίνιση ακινήτων παλαιότητας και την επανείσοδό τους στην αγορά, θα υπάρξει ανισορροπία και αδυναμία ύπαρξης ποιοτικής κατοικίας, κυρίως για τους πολίτες των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων.

Με αυτά τα δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγορά ακινήτων στη χώρα μας αποτελεί συνδεδεμένο μέρος της διεθνούς αγοράς, η πολιτεία οφείλει να σχεδιάσει μια νέα εθνική στεγαστική πολιτική η οποία θα βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες που θα αναλάβουν από κοινού ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας. Πράγματι, στις ανοικτές οικονομίες, η πολιτεία παρεμβαίνει με τη δημιουργία κρίσιμων δημόσιων έργων και με την αναγκαία προληπτική και κατασταλτική εποπτεία, ενώ διαμορφώνει και ένα στρατηγικό σχέδιο – υποστηριζόμενο από κατάλληλες θεσμικές, πολεοδομικές και φορολογικές παρεμβάσεις – που θα επιτρέψουν στον ιδιωτικό τομέα να ενεργοποιηθεί, δημιουργώντας έτσι προσδοκίες για βιώσιμες επενδύσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία και κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Στην κατεύθυνση αυτή, αναγκαίες δράσεις που θα μπορούσαν να αναληφθούν είναι η έκπτωση φόρου 40% για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων, με ειδική μέριμνα για τα φτωχότερα νοικοκυριά και για όσους αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, η θεσμική αντιμετώπιση του ζητήματος της πολυιδιοκτησίας και των εγκαταλελειμμένων κτιρίων, η απλοποίηση των μεταβιβάσεων και η μείωση των δικαιολογητικών για τη μεταβίβαση ακινήτων (έχει ήδη ανακοινωθεί αυτό ως δέσμευση από τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκη).

Το επόμενο μεγάλο πρόβλημα που βιώνει η αγορά, είναι η υψηλή φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, πολύ υψηλότερη του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Η Νέα Δημοκρατία έχει ήδη προτείνει τη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% μέσα στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησής της, καθώς και την αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες και του φόρου υπεραξίας στις αγοραπωλησίες ακινήτων για τρία χρόνια, προκειμένου να στηριχθεί η αγορά ακινήτων.

Η υπερφορολόγηση όμως βρήκε εφαρμογή και σε επενδυτικά σχήματα, όπως είναι οι ΑΕΕΑΠ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας). Από το 1999, όταν και εισήχθη το σχετικό θεσμικό πλαίσιο, οι εν λόγω εταιρείες απέδειξαν ότι είναι σε θέση να προσελκύσουν θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με σκοπό τις επενδύσεις στην ελληνική αγορά ακινήτων. Παρ’ όλα αυτά, τον Ιούνιο του 2016, η Κυβέρνηση επταπλασίασε τον συντελεστή του φόρου που επιβάλλεται στο σύνολο του ενεργητικού τους. Οφείλει συνεπώς να λάβει χώρα ο επανασχεδιασμός του σχετικού φορολογικού πλαισίου, υπό όρους συγκρίσιμους με το αντίστοιχο πλαίσιο των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών.

Ο τρίτος και εξίσου σημαντικός πυλώνας παρέμβασης αφορά τη δημόσια ακίνητη περιουσία. Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας (ΓΓΔΠ) οφείλει να αναλάβει ένα εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, αυτόν της χάραξης της στρατηγικής της χώρας αναφορικά με την αγορά ακίνητης περιουσίας. Η δημιουργία ενός θεσμικού αντίβαρου έναντι του Υπερταμείου, ειδικά όταν σε αυτό αποδεικνύεται καθημερινά ότι έχει μεταβιβαστεί πλήθος κρατικών περιουσιακών στοιχείων, ώστε να διασφαλιστεί ο θεσμικός ρόλος του Δημοσίου, αποτελεί μια αναγκαιότητα. Οι δράσεις τις οποίες μπορεί, ενδεικτικά, να αναλάβει η ΓΓΔΠ είναι:

  • Συντονισμός για τη διαχείριση των χιλιάδων ακινήτων που θα προέλθουν από κατασχέσεις και από αποποιήσεις κληρονομιών αλλά και από τα αδήλωτα ακίνητα ιδιωτών στο κτηματολόγιο, και κατάστρωση μιας νέας εθνικής στεγαστικής πολιτικής.
  • Εμπέδωση της συνεργασίας μεταξύ του Δημοσίου και του Υπερταμείου, προκειμένου να επιτευχθεί η ταχύτερη προώθηση της υλοποίησης επενδύσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.
  • Πρωτοβουλίες για στρατηγική συνεργασία όλων των φορέων της πολιτείας που ενεργοποιούνται στην αγορά ακίνητης περιουσίας (κεντρικής κυβέρνησης, οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισµών κοινωνικής ασφάλισης, άλλων ΝΠ∆∆, κληροδοτηµάτων, δηµόσιων επιχειρήσεων κ.α.).
  • Πρωτοβουλίες για μείωση των φορέων αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, επιχειρησιακή ενοποίηση του μητρώου ακινήτων – που δημιουργήθηκε το 2013 – και αύξηση της ταχύτητας ωρίμανσης ακινήτων και επενδυτικών σχεδίων.
  • Διερεύνηση του επενδυτικού κλίματος και των προϋποθέσεων για ΣΔΙΤ, αναφορικά με την αστική ανάπλαση χωρικών ενοτήτων ή λοιπών – μεγάλης κλίμακας – αστικών παρεμβάσεων.
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων στεγαστικών ακινήτων (ή αλλαγή χρήσης λοιπών ακινήτων) ιδιοκτησίας δημοσίου προς πώληση, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο χορήγησης άδειας διαμονής σε αλλοδαπούς (πρόγραμμα Golden Visa).
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων επαγγελματικών ακινήτων δημοσίων ακινήτων και αξιοποίησή τους μέσω του συνδυασμού των θεσμικών πλαισίων περί ΑΕΕΑΠ, Αμοιβαίων Κεφαλαίων Ακίνητης Περιουσίας και ΣΔΙΤ.
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων ενιαίων αγροτικών εκτάσεων για μακροχρόνια μίσθωση (συνεργασία Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, OTA και Εκκλησίας), για την προσέλκυση στρατηγικών επενδυτών στον πρωτογενή τομέα.
  • Πρωτοβουλίες για την ενιαία λειτουργική διαχείριση όλων των κτιριακών εγκαταστάσεων του δημοσίου τομέα (facilities management).
  • Πρωτοβουλίες ώστε το μητρώο αξιών μεταβιβάσεων ακινήτων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων να αξιοποιηθεί στατιστικά και μαζί με τους δείκτες της Τράπεζας της Ελλάδος να ποσοτικοποιηθεί περαιτέρω η αγορά ακίνητης περιουσίας, με την ανάπτυξη δεικτών ζητούμενων τιμών. Τα θεσμικά κεφάλαια άλλωστε τα οποία είναι απαραίτητα για την ωρίμανση της αγοράς απαιτούν πλήρη διαφάνεια.
  • Πρωτοβουλίες για συνεργασία με Πανεπιστήμια και ερευνητικούς φορείς για την εκπαίδευση των συμμετεχόντων στην αγορά, την ενίσχυση της εφαρμοσμένης έρευνας και τη διάχυση των αποτελεσμάτων της.
  • Πρωτοβουλίες για δημιουργία μόνιμης επιτροπής φορέων της αγοράς ακινήτων, με στόχο τη συνεχή διαβούλευση και με επιδιωκόμενο αποτέλεσμα τη θεσμική θωράκιση και τον εκσυγχρονισμό της αγοράς.

Η καθοριστική συμβολή της αγοράς ακινήτων στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής επιβάλουν αναγνώριση των προβλημάτων, συντονισμό, ρεαλιστικές πολιτικές και τολμηρές δράσεις και εμπέδωση κουλτούρας συνεργασίας μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα με γνώμονα την κοινωνική ανταποδοτικότητα.