Στα ΜΜΕ
Διαβάστε τι γράφει ο τύπος για μένα, συνεντεύξεις και άρθρα μου

Με σχέδιο θα πάρει μπροστά η «επιχειρηματική μηχανή» της χώρας

Μία χώρα, για να ανταποκριθεί στο ασταθές και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον εξαιτίας και των προκλήσεων της ψηφιακής επανάστασης, για να πετύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, για να δημιουργήσει καλά αμειβόμενες θέσεις απασχόλησης και για να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή, οφείλει να δημιουργήσει ένα λειτουργικό, σταθερό και ασφαλές πλαίσιο για το επιχειρείν.

Δυστυχώς, την τελευταία τετραετία, η Κυβέρνηση κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση: νέοι φόροι επιβλήθηκαν, οι ασφαλιστικές εισφορές διογκώθηκαν, οι οφειλές του Δημοσίου παρέμειναν υψηλές και δεν εκκαθαρίζονται, οι επιστροφές φόρων προς τους ιδιώτες καθυστερούν, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων καταρρέει, η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων είναι χαμηλή και αργή, το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων παρουσιάζει καθυστερήσεις, εμβληματικές επενδύσεις – όπως αυτή του Ελληνικού – κωλυσιεργούν, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.

Το αποτέλεσμα είναι η χώρα να «σέρνεται» σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, με αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και με συρρικνωμένη ανταγωνιστικότητα.

Και οι επιχειρήσεις να αγκομαχούν, με ιδιαίτερα υψηλό και με αυξητικές τάσεις ιδιωτικό χρέος, λειτουργώντας σε συνθήκες ανασφάλειας και ασφυξίας, διογκώνοντας το “business drain”.

Απαιτείται συνεπώς, παρά το ιδιαίτερα ασφυκτικό και περιοριστικό μετα-προγραμματικό πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου ώστε η «επιχειρηματική μηχανή» της χώρας να πάρει μπροστά, δίνοντας ώθηση συνολικά στην οικονομία.

Ένα σχέδιο με διαφορετικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ουσιαστική προώθηση των εταιρικών και δημοσίων επενδύσεων. Σχέδιο με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Την απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη συνολική μείωση φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών. Με την ταχύτερη και μεγαλύτερη μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τις υπερ-αποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, τη συνολική μείωση ασφαλιστικών εισφορών, τη μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα, τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.

Αντιθέτως, η Κυβέρνηση, αφού πρώτα αύξησε το συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων από το 26% στο 29%, προχωράει στη σταδιακή – κατά 1% ετησίως – μείωσή του, ώστε το 2021 αυτός να διαμορφωθεί στο επίπεδο που τον παρέλαβε το 2014!

2ος Άξονας: Την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, τη δημιουργία ενός παραγωγικού κράτους, την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία και τολμηρή πρόταση για την αλλαγή του καταστατικού χάρτη της χώρας, όπως αυτή που έχει προτείνει η Νέα Δημοκρατία, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα.

3ος Άξονας: Την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

4ος Άξονας: Την ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Με μια Διοίκηση η οποία θα βελτιώσει το επιχειρηματικό περιβάλλον και θα περιορίσει τη ρυθμιστική γραφειοκρατία, εποπτεύοντας όμως την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς και ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Με επιχειρήσεις που θα λειτουργούν με υπευθυνότητα, στοχεύοντας στην ικανοποίηση όλων των stakeholders, υιοθετώντας κανόνες και βέλτιστες πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης και επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Αυτό το ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο άσκησης οικονομικής πολιτικής είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία, με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Κύριε Σταϊκούρα, προ ημερών, από το βήμα του επιχειρηματικού και επενδυτικού Συνεδρίου που διοργάνωσε στο Βερολίνο το Ελληνογερμανικό Βιομηχανικό και Εμπορικό Επιμελητήριο, καλέσατε επενδυτές να επενδύσουν στην Ελλάδα όπου όπως είπατε «υπάρχουν ευκαιρίες». Διακρίνατε να υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον για τη χώρα μας;

Κυρία Αδηλίνη, πράγματι κάλεσα τους επενδυτές να τοποθετήσουν κεφάλαια στη χώρα μας. Γιατί η Νέα Δημοκρατία δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ, να αποθαρρύνει και να απειλεί τους επενδυτές. Αντιθέτως, εμείς πιστεύουμε ότι η χώρα μας είναι ελκυστικός επενδυτικός προορισμός και διαθέτει συγκριτικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Δυστυχώς όμως, η σημερινή Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, έχει υπονομεύσει αυτή την επενδυτική θελκτικότητα της χώρας, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον των επενδυτών να είναι περιορισμένο. Κάτι που αποτυπώνεται και στη συνεχή συρρίκνωση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου.

Συνεπώς, και για τον λόγο αυτό, απαιτείται πολιτική αλλαγή, ώστε μέσα από την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου, να έρθουν ξένες άμεσες επενδύσεις στη χώρα, και να δημιουργηθούν καλές θέσεις απασχόλησης.

Πάντως επειδή, μεταξύ άλλων, αναφερθήκατε και στην πολιτική και οικονομική αστάθεια σε χώρες της Ευρωζώνης θα ήθελα να σας ρωτήσω: Μήπως τελικά και η Ευρώπη πρέπει να επαναπροσδιοριστεί καθώς μετά και τα τελευταία γεγονότα στην Ιταλία και στη Γαλλία με τα «κίτρινα γιλέκα» η κατάσταση είναι έκρυθμη;

Στο Βερολίνο, αναφέρθηκα, μεταξύ άλλων, στις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, εξαιτίας του εύθραυστου, σύνθετου και αβέβαιου διεθνούς περιβάλλοντος. Προκλήσεις που σχετίζονται με αλλαγές στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης, με ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα ευρωπαϊκά υποσυστήματα, με κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων μεταξύ μεγάλων οικονομιών, με τάσεις περιχαράκωσης αρκετών εκ των εταίρων, με ενίσχυση της εσωτερικής και εξωτερικής ανασφάλειας, με την υψηλή ανεργία των νέων ανθρώπων, με τις αρνητικές δημογραφικές εξελίξεις, με τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, με τις επιπτώσεις των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων. Ο φόβος μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις έχει δημιουργήσει ένα πολιτικό και κοινωνικό θερμοκήπιο, όπου φύονται λαϊκισμός και εθνικισμός.

Η απάντηση πρέπει να είναι η εμβάθυνση και ενδυνάμωση της Ευρώπης, με ενισχυμένη τη δημιουργική αλληλεγγύη, και με τη εφαρμογή πολιτικών που θα επιτυγχάνουν την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η χώρα μας άλλωστε βίωσε, την τελευταία τετραετία, με εξαιρετικά επώδυνο τρόπο τις καταστροφικές συνέπειες του λαϊκισμού.

Παρά ταύτα, κ. Σταϊκούρα, εσείς ως Νέα Δημοκρατία ασκείτε σκληρή κριτική στην Κυβέρνηση κυρίως στα θέματα της οικονομίας αλλά, προ ημερών,  ο Πιέρ Μοσκοβισί δήλωσε ότι η Ελλάδα έχει εκπληρώσει τους στόχους της και ο Βάλντις Ντομπρόβσκις δήλωσε ότι ο προϋπολογισμός είναι συμβατός με το Σύμφωνο Σταθερότητας. Τελικά μήπως η κριτική σας είναι «υπερβολική»;

Καθόλου. Οι εταίροι, για τους δικούς τους λόγους, επικεντρώνονται στην επίτευξη μόνο των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, αγνοώντας τον τρόπο με τον οποίο αυτά επιτυγχάνονται.

Για την ελληνική κοινωνία όμως, ο τρόπος επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων και τα αποτελέσματα αυτών στην καθημερινότητά τους, έχουν μεγάλη σημασία.

Και δυστυχώς, τα αχρείαστα υπερπλεονάσματα δεν οφείλονται στην ανάπτυξη, όπου η χώρα – επί τετραετίας – αποτυγχάνει στους στόχους της, αλλά προκύπτουν από την υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τις κατασχέσεις και την εσωτερική στάση πληρωμών, σε κοινωνικά ευαίσθητους και αναπτυξιακά κρίσιμους τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Με αποτέλεσμα, κάθε μήνα, να διογκώνονται οι οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία και να υπονομεύεται η αναπτυξιακή προοπτική της οικονομίας.

Ας κατανοήσουν συνεπώς κάποιοι ότι δεν μπορούν να αντιρροπήσουν την πραγματικότητα με εφαρμογή της ρήσης «όταν αυτή δεν σέβεται τις επιθυμίες μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα».

Θέλω να πω, μήπως τελικά αυτό που φοβάται η Νέα Δημοκρατία είναι ότι η Κυβέρνηση, στην πορεία προ τις εκλογές, πέραν του ζητήματος των συντάξεων, να κάνει και άλλες παροχές, «δυσκολεύοντας» τη Νέα Δημοκρατία στην πορεία προς στις κάλπες;

Η ακατάσχετη παροχολογία δεν «δυσκολεύει» τη Νέα Δημοκρατία, το μέλλον της χώρας υπονομεύεται.

Μέλλον το οποίο ναρκοθετείται από τη σημερινή Κυβέρνηση, αφού, ενδεικτικά, το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, οι οφειλές του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί, το Χρηματιστήριο έχει καταρρεύσει, οι προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα – μεταξύ των οποίων η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων – είναι μπροστά μας, η ρευστότητα σημαντικών δημοσίων φορέων επιδεινώνεται και το κράτος διογκώνεται.

Δεν τα φοβόμαστε όμως όλα αυτά, γιατί έχουμε μάθει να κυβερνούμε στα δύσκολα.

Είναι όμως προεκλογικές παροχές οι φορολογικές ελαφρύνσεις και η μη περικοπή των συντάξεων;

Αναρωτιόμαστε γιατί αυτές, όπως είχαμε προτείνει, δεν έγιναν νωρίτερα, όταν τα δημοσιονομικά περιθώρια ήταν μεγαλύτερα, και γίνονται σήμερα, με αποτέλεσμα το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή να υποστηρίζει ότι η εκτέλεση του Προϋπολογισμού θέλει ιδιαίτερη προσοχή γιατί το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι οριακό.

Επί της ουσίας όμως, η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνηση προωθεί, αποσπασματικά, με μεγάλη καθυστέρηση και σε βάθος χρόνου, μειώσεις κάποιων φορολογικών συντελεστών, τους οποίους όμως η ίδια αύξησε.

Δεν μπορεί συνεπώς να «βαπτίζεται» επιτυχία η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών σε ελεύθερους επαγγελματίες, τις οποίες η Κυβέρνηση πρώτα αύξησε το 2016.

Ούτε η σταδιακή μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, αφού πρώτα την αύξησε, ώστε αυτή να διαμορφωθεί το 2021 στο επίπεδο που ήταν το 2014!

Ούτε η μη περαιτέρω περικοπή των συντάξεων, που μόνη της ψήφισε να μειωθούν ακόμη περισσότερο το 2017.

Έτσι, αφού η Κυβέρνηση προχώρησε σε 29 αυξήσεις φόρων, ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό των μέτρων λιτότητας στα 9,5 δισ. ευρώ, επιστρέφει το 1/10 αυτών στην κοινωνία. Και αυτό το 1 θα έχει περιορισμένη επίδραση στην ανάπτυξη, εξαιτίας του μικρού ύψους και της σύνθεσής του, όπως επισημαίνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Συνεπώς η Κυβέρνηση, αντί να πανηγυρίζει, ας κοιταχθεί στον καθρέφτη.

Η Κυβέρνηση δίνει μεγάλη έμφαση στον  πρώτο, όπως τον χαρακτηρίζει, μετα-μνημονιακό προϋπολογισμό που κατατέθηκε στις αρχές του μήνα. Θα ήθελα, λοιπόν, να σας ρωτήσω, εάν ήσασταν εσείς Κυβέρνηση τι διαφορά θα είχε ο συγκεκριμένος προϋπολογισμός;

Για να είμαστε ακριβείς, πρόκειται για τον πρώτο μετα-προγραμματικό και όχι μετα-μνημονιακό προϋπολογισμό.

Και αυτό γιατί η χώρα παραμένει «κλειδωμένη» στην αυστηρή μνημονιακή γραμμή, με τις βαριές πολιτικές λιτότητας να συνεχίζονται, τους δημοσιονομικούς στόχους να διατηρούνται – για πολλά χρόνια – υψηλοί, τη δημόσια περιουσία να είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και τη χώρα να βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Πρόκειται συνεπώς για έναν νεομνημονιακό και αντιαναπτυξιακό Προϋπολογισμό, καταρτισμένο σε περιβάλλον αφαίμαξης της οικονομίας, καμουφλαρισμένο με «παχύ στρώμα» αριστερής χρυσόσκονης εν όψει των επικείμενων εκλογών.

Εμείς, με τα σημερινά δεδομένα της οικονομίας, θα προχωρούσαμε σε μεγαλύτερες και περισσότερες μειώσεις φόρων, στην πλήρη εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, στην εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, στην υλοποίηση διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Όπως είπατε, η Νέα Δημοκρατία δίνει μεγάλη έμφαση στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ποιο είναι το σχέδιο που θα εφαρμόσετε ώστε να πετύχετε το στόχο σας;

Πράγματι, δίνουμε μεγάλη έμφαση στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας, της ποιότητας και της εξωστρέφειας της ελληνική οικονομίας.

Για την επίτευξη αυτών των στόχων απαιτείται η υλοποίηση ενός εμπροσθοβαρούς, συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, την προώθηση συμβάσεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τη διαμόρφωση ενός βιώσιμου ασφαλιστικού συστήματος, τη μεταβίβαση του – σημαντικά μειωμένου – φόρου ακίνητης περιουσίας στην τοπική αυτοδιοίκηση, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων όπως είναι αυτή του Ελληνικού, τη δημιουργία ενός παραγωγικού κράτους, την επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία και τολμηρή πρόταση για την αλλαγή του καταστατικού χάρτη της χώρας, όπως αυτή που έχει προτείνει η Νέα Δημοκρατία, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα. Πεδία που απουσιάζουν από την ιδεοληπτική κυβερνητική πρόταση.

Πάρα ταύτα, τείνει να διαμορφωθεί η άποψη ότι η Νέα Δημοκρατία είναι υπέρ του ιδιωτικού τομέα και ο ΣΥΡΙΖΑ υπέρ του Δημοσίου. Θέλω, λοιπόν, να σας ρωτήσω: Γιατί a priori θεωρείτε ότι ο δημόσιος τομέας «ασθενεί»;

Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι υπέρ του ενός και εναντίον του άλλου.

Θεωρεί ότι οι πολλές και καλές θέσεις απασχόλησης, όπως γίνεται σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, δημιουργούνται στον ιδιωτικό τομέα. Για αυτό και προτείνει συγκεκριμένες πολιτικές προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων.

Πιστεύει όμως και στη σημασία του κράτους, που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς, την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του πλούτου.

Πιστεύει συνεπώς σε ένα καλύτερο και όχι σε ένα μεγαλύτερο κράτος, με τη βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης.

Και προφανώς απαιτούνται προσλήψεις στο Δημόσιο, όταν όμως αποχωρούν, συνταξιοδοτούμενοι, εργαζόμενοι από αυτό, χωρίς απολύσεις.

Λελογισμένες, στοχευμένες προσλήψεις, εκεί που υπάρχουν πραγματικά ανάγκες, οι οποίες θα πραγματοποιούνται με αντικειμενικές και αδιάβλητες διαδικασίες.

Τέλος θα ήθελα την άποψή σας: Εσείς ως Νέα Δημοκρατία βάλετε εναντίον της Κυβέρνησης, ωστόσο, προ ημερών, ο Πρέσβης των ΗΠΑ, Τζέφρι Πάιατ, επεφύλαξε επαίνους για την Κυβέρνηση δηλώνοντας μάλιστα ότι «είναι εντυπωσιασμένος από τη σοβαρότητά της». Μήπως, εν τέλει, η εικόνα που υπάρχει εκτός των ελληνικών τειχών είναι άλλη και σαφώς καλύτερη;

Οι εταίροι μπορούν να διατυπώνουν τις απόψεις τους για την σημερινή πρόθυμη Κυβέρνηση.

Οι πολίτες όμως, οι οποίοι βιώνουν με οδυνηρό τρόπο στην καθημερινότητά τους τις ανερμάτιστες πολιτικές της, έχουν τη δική τους άποψη. Και θα την εκφράσουν δυνατά στις επικείμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν.

Σε ότι αφορά τις στρατηγικές σχέσεις της χώρας μας με τους εταίρους, αυτές θα πρέπει περαιτέρω να ενισχυθούν. Αυτό σταθερά το υποστηρίζαμε και κινούμασταν προς αυτή την κατεύθυνση. Άλλοι έχουν προχωρήσει σε οβιδιακές μεταμορφώσεις.

Κύριε Σταϊκούρα, η μη περικοπή των συντάξεων, η επιστροφή αναδρομικών, το κοινωνικό μέρισμα, η δημοσιονομική υπεραπόδοση δεν συνιστούν πραγματικές ενδείξεις ότι τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα;

Καταρχήν, η δημοσιονομική υπεραπόδοση οφείλεται στην υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών, δηλαδή σε οικονομικά αναποτελεσματικές και κοινωνικά άδικες πολιτικές.

Συνειδητές κυβερνητικές επιλογές που έχουν «εκτοξεύσει» τις οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία και έχουν υπονομεύσει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, με αποτέλεσμα η οικονομία να μεγεθύνεται με αναιμικούς ρυθμούς, χαμηλότερους των προβλέψεων.

Επιπλέον όμως, η χώρα δεν έχει επιστρέψει στην κανονικότητα, αφού η ανταγωνιστικότητά της έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, καταθέσεις δεν έχουν γυρίσει με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.

Όλα αυτά δεν συνιστούν ενδείξεις ότι τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα, αλλά αποδείξεις ότι η χώρα «σέρνεται» σε κατάσταση παράλυσης και στασιμότητας.

 

Σε κάθε περίπτωση δεν είναι θετικό που προωθούνται κάποια μέτρα αποκατάστασης αδικιών και ανακούφισης των πιο αδύναμων;  

Η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνηση προωθεί, αποσπασματικά, με μεγάλη καθυστέρηση και σε βάθος χρόνου, μειώσεις κάποιων φορολογικών συντελεστών, τους οποίους όμως η ίδια αύξησε. Δεν μπορεί συνεπώς να «βαπτίζεται» επιτυχία η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών σε ελεύθερους επαγγελματίες, τις οποίες η Κυβέρνηση πρώτα αύξησε το 2016. Ούτε η σταδιακή μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, αφού πρώτα την αύξησε, ώστε αυτή να διαμορφωθεί το 2021 στο επίπεδο που ήταν το 2014. Ούτε η μη περαιτέρω περικοπή των συντάξεων, που μόνη της ψήφισε να μειωθούν ακόμη περισσότερο το 2017.

Έτσι, αφού η Κυβέρνηση προχώρησε σε 29 αυξήσεις φόρων, ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό των μέτρων λιτότητας στα 9,5 δισ. ευρώ, επιστρέψει το 1/10 του ύψους αυτών στην κοινωνία. Και αυτό το 1 θα έχει περιορισμένη επίδραση στην ανάπτυξη, εξαιτίας του μικρού ύψους και της σύνθεσής του, όπως επισημαίνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Και φυσικά είναι επιλογή της Κυβέρνησης να μην υλοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος των πολυδιαφημιζόμενων αντιμέτρων, όπως είναι η δημιουργία νέων μονάδων προσχολικής εκπαίδευσης, η επιδότηση της συμμετοχής ασφαλισμένων για συνταγογραφούμενα φάρμακα, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, οι επενδύσεις σε υποδομές του πρωτογενή τομέα κ.α.

Συνεπώς η Κυβέρνηση, αντί να πανηγυρίζει, ας «κοιταχθεί στον καθρέπτη».

 

Φοβάστε ότι η κατάσταση που θα κληθεί να διαχειριστεί η Νέα Δημοκρατία ως Κυβέρνηση στην οικονομία μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερη απ’ όσο πιστεύετε;

Είναι γεγονός ότι η Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, ναρκοθετεί τα θεμέλια της οικονομίας: το ιδιωτικό χρέος έχει εκτοξευθεί, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί, το Χρηματιστήριο έχει καταρρεύσει, οι προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα – μεταξύ των οποίων η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και η ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας – είναι μπροστά μας, η ρευστότητα σημαντικών δημοσίων φορέων επιδεινώνεται και το κράτος διογκώνεται.

Δεν φοβόμαστε όμως τα δύσκολα. Είμαστε, διαχρονικά, συνηθισμένοι σε αυτά!

 

Η Νέα Δημοκρατία επιμένει ότι το Πρόγραμμα απέτυχε, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η χώρα βγήκε από τα Μνημόνια. Που βρίσκεται η αλήθεια;

Η αλήθεια είναι ότι η χώρα βγήκε, τυπικά, από το 3ο Πρόγραμμα, στο οποίο την οδήγησαν η δημιουργική ασάφεια, η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015. Η χώρα όμως, ουσιαστικά, παραμένει «κλειδωμένη» στη μνημονιακή γραμμή. Οι βαριές πολιτικές λιτότητας συνεχίζονται, οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται – για πολλά χρόνια – υψηλοί, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και η χώρα βρίσκεται σε αυστηρό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Όμως και το ίδιο το Πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή και βιώσιμη χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Συνεπώς, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αντί να επαίρεται, ας αντιληφθεί, έστω και την ύστατη ώρα της αποδρομής της, ότι «ο γιαλός δεν ήταν τόσο στραβός όσο τον παρουσίαζε, αλλά αυτή στραβά αρμένιζε».

 

Τι διαφορετικό θα κάνετε εσείς όταν οι υφιστάμενες δεσμεύσεις της χώρας επιβάλλουν να συνεχιστεί η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική;

Θα εφαρμόσουμε ένα ολοκληρωμένο οικονομικό σχέδιο, με διαφορετικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ουσιαστική προώθηση των εταιρικών και δημόσιων επενδύσεων. Βασικοί άξονές του:

1ος. Η συνολική μείωση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, όπως είναι η μείωση ασφαλιστικών εισφορών για το σύνολο των εργαζομένων, η μείωση του εισαγωγικού συντελεστή φορολόγησης για τα φυσικά πρόσωπα, η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.

2ος. Η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, όπως είναι το Ελληνικό, η δημιουργία ενός αποτελεσματικού κράτους, η επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία κ.α.

3ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την εκκαθάριση των οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

 

Ποιες συνταγματικές αλλαγές θεωρείτε προσωπικά ότι είναι μείζονος σημασίας για την οικονομία;

Αυτές που σχετίζονται με τα κρίσιμα πεδία της δημόσιας διοίκησης, της εκπαίδευσης, της ανάπτυξης, της δικαιοσύνης και της δημοσιονομικής σταθερότητας. Και οι οποίες απουσιάζουν από την άτολμη, ιδεοληπτική κυβερνητική πρόταση.