Στα ΜΜΕ
Διαβάστε τι γράφει ο τύπος για μένα, συνεντεύξεις και άρθρα μου

Χρήστος Σταϊκούρας1 και Στάθης Μπακάλης2

1 Βουλευτής Φθιώτιδας ΝΔ, πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, Επίκουρος Καθηγητής ΟΠΑ

2 Δικηγόρος, Φορολογικός Σύμβουλος ΔΣΑ, DEA, ΜΔΕ Φορολογικού Δικαίου, ΜΔΕ Αστικού Δικαίου

Κομβική προϋπόθεση για την επίτευξη και διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, τη μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την ενδυνάμωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής αποτελεί η ενίσχυση της φορολογικής συνείδησης των πολιτών.

Φορολογική συνείδηση που βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα στη χώρα μας, εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της πολυπλοκότητας του φορολογικού συστήματος, της υψηλής και διαρκώς διογκούμενης φορολογίας, της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, της γενικότερης πεποίθησης των πολιτών ως προς τη συνέπεια και την ανταποδοτικότητα του Κράτους, της ίδιας της κουλτούρας της κοινωνίας.

Η αντιμετώπιση του διαχρονικού και διατοπικού προβλήματος της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και της παραοικονομίας απαιτεί τη διαμόρφωση ενός φορολογικού συστήματος που θα διέπεται από τις αρχές της διαφάνειας, της ουδετερότητας, της απλότητας, της σταθερότητας, της λειτουργικότητας, της ισορροπίας και της ισότητας. Με την υλοποίηση πολιτικών που θα στοχεύουν στη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στη δημιουργία ενός απλοποιημένου και σταθερού – τουλάχιστον για μία πενταετία – φορολογικού συστήματος, στην εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων με κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στην εκπαίδευση των ελεγκτών με πραγματικά δεδομένα και στην καθολική χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, εάν η Ελλάδα έφτανε, το 2017, το μέσο επίπεδο χρήσης καρτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ετήσια έσοδα από ΦΠΑ θα ήταν υψηλότερα κατά 21%.

Με την προϋπόθεση ότι τα παραπάνω θα εφαρμοσθούν, το ερώτημα που τίθεται είναι, τί άλλο μπορεί να υλοποιηθεί ώστε να ενισχυθεί η φορολογική συνείδηση των πολιτών; Σε αυτή την κατεύθυνση εκτιμούμε ότι θα μπορούσαν να συμβάλουν:

1ον. Η καθιέρωση πολιτικής δημοσιοποίησης των εισπραττόμενων φόρων και αξιοποίησης αυτών για τη δημιουργία παροχών προς τους φορολογούμενους.

Για παράδειγμα, το Υπουργείο Οικονομικών/Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, τον Δεκέμβριο του 2013, προέβη στο άνοιγμα ειδικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου κατατίθενται χρηματικά ποσά, τα οποία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Με το Ν. 4270/2014 θεσμοθετήθηκε αυτά τα ποσά να αποτελούν έσοδα του Προϋπολογισμού στο έτος που κατατίθενται, με αντίστοιχου ύψους πιστώσεις να εγγράφονται για την χρηματοδότηση δράσεων που αφορούν την εκπαίδευση, την έρευνα, την υγεία και την κοινωνική αλληλεγγύη. Αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί και να γενικευθεί, ξεκινώντας από τα μη επαναλαμβανόμενα έσοδα. Συγκεκριμένα, έναντι της πεποίθησης των πολιτών ότι τα εισπραττόμενα έσοδα προορίζονται για την ικανοποίηση των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας ή απορροφώνται αλόγιστα σε ήσσονος σημασίας δαπάνες, θα μπορούσε να δημοσιοποιείται μια μελέτη συσχετισμού τους με συγκεκριμένες δράσεις, που χρηματοδοτούνται με βάση αυτά τα έσοδα.

Και ναι μεν η φορολογία υπηρετεί γενικούς σκοπούς, σε αντίθεση με τα ανταποδοτικά τέλη των οποίων η νόμιμη εισαγωγή απαιτεί ειδική αντιπαροχή και αντιστοιχία με τη συγκεκριμένη δαπάνη, πλην όμως η πρόταση πολιτικής δεν αφορά στη μεταβολή της φύσης της φορολογίας. Αφορά σε μια πιο διαφανή και εξωστρεφή παρουσίαση των κοινωνικοοικονομικών πρωτοβουλιών, δράσεων και έργων, που χρηματοδοτούνται μέσω των φορολογούμενων, ώστε να καλλιεργηθεί μια πιο στέρεη αντίληψη ότι οι οικονομικές τους θυσίες «πιάνουν τόπο».

2ον. Η επιβράβευση των συνεπών φορολογούμενων.

Η έως σήμερα πρακτική του νομοθέτη έχει καταλήξει να ωφελεί τους φορολογουμένους που αντιμετωπίζουν υπαρκτά ή μη οικονομικά προβλήματα και είναι ασυνεπείς ή/και στρατηγικοί κακοπληρωτές, παρά τους συνεπείς φορολογουμένους.

Ειδικότερα, όσες φορές θεσπίζεται ένα ιδιαίτερο καθεστώς που χορηγεί κίνητρα εφ’ άπαξ εξόφλησης ή τμηματικής καταβολής βεβαιωμένων οφειλών (π.χ. Ν. 4321/2015) ή παρακινεί σε οικειοθελή δήλωση αδήλωτης φορολογητέας ύλης (π.χ. Ν. 4446/2016), τα ευεργετήματα από την υπαγωγή σε αυτό τα καρπώνεται εξ αντικειμένου ο μη συνεπής – για αντικειμενικούς ή μη λόγους – φορολογούμενος, ο οποίος, την υπαγωγή του σε ένα τέτοιο καθεστώς, επωμίζεται μικρότερο βάρος έναντι του, σε ομοειδείς συνθήκες, συνεπούς φορολογούμενου. Έτσι όμως ενισχύεται και ο ηθικός κίνδυνος (moral hazard).

Επομένως, πέραν της αδήριτης ανάγκης παροχής βοήθειας προς τους πολίτες που βρέθηκαν σε δυσχερή θέση εξαιτίας αποκλειστικά και μόνο της οικονομικής κρίσης, της άμεσης, ταχείας και κατά το δυνατόν πιο μαζικής είσπραξης των ληξιπροθέσμων οφειλών και της αποκάλυψης της αδήλωτης φορολογητέας ύλης, αντίστοιχη προσοχή πρέπει να επιφυλαχθεί και στη μεταχείριση των συνεπών φορολογουμένων, προκειμένου να διαφυλαχθεί το «κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Ειδικότερα, με κριτήρια όπως η συστηματική υποβολή των οικείων δηλώσεων εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, η εφ’ άπαξ καταβολή των αναλογούντων ποσών φόρου, η επιβεβαίωση της νομιμότητος της φορολογικής συμπεριφοράς από φορολογικούς ελέγχους κ.α., θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα σύστημα μοριοδότησης των συνεπών φορολογουμένων, με τελικό όφελος τη χορήγηση περαιτέρω κλιμακουμένων φορολογικών ελαφρύνσεων.

Επιπλέον, σε περίπτωση θέσπισης τέτοιων ειδικών καθεστώτων, προκειμένου να μην καλλιεργείται αίσθημα αδικίας έναντι των όσων ευεργετούνται από την υπαγωγή τους σε αυτά, θα ήταν χρήσιμη η πρόβλεψη αποκαταστατικών μηχανισμών και για όσους δεν βρίσκουν έδαφος υπαγωγής, διότι έχουν ήδη ανταποκριθεί στις σχετικές υποχρεώσεις τους, όπως, π.χ. η αναγνώριση πίστωσης φόρου σε ποσοστό των ήδη εξοφληθεισών οφειλών τους και σε ύψος αντίστοιχο του οφέλους του υπαγομένου σε ένα τέτοιο καθεστώς, έναντι μελλοντικών τους υποχρεώσεων.

Εκτιμάται, λοιπόν, ότι τέτοιες μέθοδοι αφενός επιβεβαιώνουν την επιλογή του φορολογούμενου να λειτουργεί με συνέπεια και αφετέρου ενισχύουν τα κίνητρα να παρουσιάζει κανείς την απαιτούμενη συνεπή συμπεριφορά, χωρίς να αναμένει να επωφεληθεί μελλοντικώς από ευνοϊκές ρυθμίσεις.

3ον. Η απαρέγκλιτη τήρηση της αρχής της χρηστής διοίκησης, μέσω της ισότιμης και ορθολογικής αντιμετώπισης των ελεγχομένων, και η παραδειγματική τιμωρία όσων συστηματικά φοροδιαφεύγουν ή φοροαποφεύγουν.

Πάγια απαίτηση των φορολογουμένων, ιδίως σε εποχές μαζικών και εξαντλητικών φορολογικών ελέγχων, συνιστά η εφαρμογή ομοιόμορφων κριτηρίων κατά την αντιμετώπισή τους από τις φορολογικές αρχές.

Συνεπώς, χρήσιμη καθίσταται η ανά τακτά διαστήματα χορήγηση κατευθυντήριων οδηγιών σε συχνά απαντώμενα ζητήματα, κατ’ οριζόντιο τρόπο, από την Κεντρική Διοίκηση, προκειμένου να ακολουθούνται ως «πυξίδα» στις ομοειδείς περιπτώσεις και να αποφεύγονται περιστατικά έντονης υποκειμενικότητας και αυθαιρεσιών.

Περαιτέρω, ωφέλιμη αλλά και αναγκαία, καθίσταται η ταχεία και άμεση προσαρμογή στα πορίσματα της νομολογίας, ιδίως των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, που επιλύουν κρίσιμα νομικά ζητήματα, ώστε να αποφεύγεται το φαινόμενο να λειτουργούν τα ελεγκτικά όργανα δυνάμει ερμηνευτικών εγκυκλίων ή παρωχημένων διοικητικών θέσεων, που έχουν ανατραπεί νομολογιακά.

Από την άλλη πλευρά, επιτυγχάνοντας να τιμωρούνται τελικώς εκείνοι οι ελεγχόμενοι οι οποίοι πράγματι φοροδιαφεύγουν ή φοροαποφεύγουν, ιδίως κατά τρόπο συστηματικό, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο (πρόστιμα και τόκοι, μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, διάρρηξη καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, ποινικές κυρώσεις) επιτρέπει, εφ’ όσον εφαρμόζεται με συνέπεια, ταχύτητα και ορθή στόχευση, την παραδειγματική τιμωρία τους, ώστε να αποθαρρύνονται ανάλογες συμπεριφορές από άλλους.

4ον. Η φορολογική εντιμότητα και ειλικρίνεια του Κράτους (βλέπετε τις υψηλές ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα και τη μη ορθή υλοποίηση της νομοθεσίας περί κυρώσεων επί καθυστερήσεως πληρωμών [late payment]).

Αναμένοντας συνεπή και σταθερή συμμόρφωση των οικονομικών υποχρεώσεων των πολιτών έναντί του, το Κράτος οφείλει να αντιμετωπίζει με αντίστοιχο έντιμο και ειλικρινή τρόπο, έγκαιρα, όσους συναλλάσσονται μαζί του και θεμελιώνουν οικονομικές αξιώσεις προς αυτό, όπως και όσους δικαιούνται επιστροφής φόρου.

Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δεν κατορθώνει την εμπρόθεσμη συμμόρφωσή του, πρέπει να αποδέχεται τις προβλεπόμενες κυρώσεις και να πειθαρχεί σε αυτές, ώστε να μην επηρεάζει αρνητικά τον οικονομικό προγραμματισμό των δικαιούχων, ιδίως των επιχειρήσεων, και να νομιμοποιείται από την πλευρά του να επιβάλει αντίστοιχες κυρώσεις στους φορολογουμένους, όταν αυτοί με τη σειρά τους αποδεικνύονται ασυνεπείς απέναντί του.

5ον. Η επένδυση στην εκπαίδευση και στη διά βίου μάθηση για την καλλιέργεια, τη διαμόρφωση και την εμπέδωση κουλτούρας φορολογικής συνείδησης.

Επιδίωξη, η ενίσχυση, σε όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας, των εννοιών της φορολογικής συνέπειας και της ανταποδοτικότητας της φορολογίας. Κάτι τέτοιο θα αναδείκνυε έγκαιρα τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις του κάθε πολίτη, τις αρχές μιας δίκαιης και ευνομούμενης πολιτείας που στηρίζεται στην άριστη κατανομή των πόρων και στην αναλογικότητα των φορολογικών βαρών, και θα συνέβαλε στην απόκτηση γνώσης τόσο για τις αρνητικές συνέπειες της φοροδιαφυγής, όσο και για την αναπτυξιακή διάσταση της φορολόγησης των πολιτών.

Συμπερασματικά, η αποκλειστική και εντεινόμενη έμφαση σε κλασικές μεθόδους φορολογικής επιβολής και καταστολής μπορεί να επιφέρει πολλαπλά αρνητικά αποτελέσματα σε δημοσιονομικό και κοινωνικό επίπεδο, περιορίζοντας περαιτέρω τη φορολογική συνείδηση των πολιτών.

Η καλλιέργεια φορολογικής συνείδησης μέσω της υιοθέτησης πρωτοποριακών νομοθετικών πρωτοβουλιών και της ένταξης σύγχρονων δράσεων στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της φορολογικής διοίκησης, αλλά και στην εκπαιδευτική διαδικασία, κρίνεται αναγκαία για τη διευκόλυνση της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων και τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ φορολογικής διοίκησης και πολιτών.

Οι τρεις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής είναι η έξοδος στις αγορές με ρεαλιστικούς όρους δανεισμού, η επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης με τη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και η αντιμετώπιση του διαρκώς αυξανόμενου ιδιωτικού χρέους. Αυτές οι προκλήσεις απαιτούν ολοκληρωμένο σχέδιο, πολιτική βούληση, υπευθυνότητα, αξιοπιστία και αποφασιστικότητα – στοιχεία που, αποδεδειγμένα πλέον, δεν διαθέτει η σημερινή ιδεοληπτική κυβέρνηση.Η «καθαρή» έξοδος από τα μνημόνια, αν και επιθυμητή, με αποκλειστική ευθύνη της τωρινής κυβέρνησης δεν είναι σήμερα εφικτή. Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα προγράμματα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μεταπρογραμματικής εποπτείας, που συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις. Το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιο της κυβέρνησης αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς αναπτυξιακό προγραμματισμό, ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές. Απαιτείται, συνεπώς, η υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου και ρεαλιστικού σχεδίου επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξανόμενης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης. Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, νέων και παραδοσιακών. Αυτό προϋποθέτει μεταβολές στη σύνθεση της οικονομικής δραστηριότητας, με έμφαση στις εξαγωγές διεθνώς και με ενίσχυση βασικών μεγεθών ποιότητας των θεσμών και επίδοσης της οικονομίας, όπως είναι η ευκολία άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, η αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, του εκπαιδευτικού συστήματος και του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, οι επενδύσεις στην έρευνα και στην καινοτομία. Σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε ήδη καταθέσει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου, με βασικούς άξονες τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και την επενδυτική  ελκυστικότητα της οικονομίας, την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής με πολιτικές αντιμετώπισης της φτώχειας.

Κύριε Σταϊκούρα, ο Πρόεδρος της ΝΔ, σε κάθε δημόσια τοποθέτησή του, το επανέλαβε και προχθές στη Βουλή, επιμένει ότι «το μόνο που απομένει στον Αλέξη Τσίπρα είναι να ορίσει την ημερομηνία των εκλογών». Πιστεύετε πραγματικά ότι οι εκλογές είναι «προ των πυλών»;

Έχουμε ήδη μπει σε προεκλογική περίοδο. Όσο πιο σύντομα αυτή ολοκληρωθεί, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Διότι η σημερινή «Κυβέρνηση των προθύμων» αποδεικνύει καθημερινά, όλο και πιο εμφατικά, σε όλα τα επίπεδα και πεδία, ότι δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στην πατρίδα.

Ζυγίστηκε με τα προβλήματα, μετρήθηκε και βρέθηκε ελλιποβαρής. Η ανεπάρκειά της είναι πλέον εμφανής, όπως και η απαξίωσή της στη συνείδηση των πολιτών. Αντικειμενικά, ο κ. Τσίπρας είναι πλέον Πρωθυπουργός υπό προθεσμία.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η Κυβέρνηση θα προσπαθήσει, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, μέσα από βαριές εθνικές υποχωρήσεις και με συνεχείς πολιτικές μεταμφιέσεις, επιδεικνύοντας καιροσκοπική εσωτερική συνοχή και καλλιεργώντας πολιτικό περιβάλλον τοξικότητας και αβεβαιότητας, να «γαντζωθεί» όσο περισσότερο μπορεί στην καρέκλα.

Όμως, με μόνη συγκολλητική ουσία τον τυχοδιωκτισμό, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θα μείνει στην ιστορία ως πολιτική ανεμοδούρα.

Επιμένω και σας ρωτώ. Γιατί να προκηρύξει εκλογές χωρίς να υλοποιήσει το πρόγραμμα που έχει εξαγγείλει, όπως αύξηση κατώτατου μισθού, επανάληψη μερίσματος με κοινωνικά κριτήρια, στήριξη του κοινωνικού κράτους, στοχευμένες φοροελαφρύνσεις κ.α;

Καταρχάς, διότι μπορεί να επιλέξει ή να βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδα προωθώντας μία εθνικά επιζήμια συμφωνία με τη γείτονα χώρα.

Αλλά και γιατί, με βάση όσα μόνη της η Κυβερνητική πλειοψηφία έχει προ-νομοθετήσει, προβλέπονται επιπλέον περικοπές σε κύριες και επικουρικές συντάξεις από το 2019 και πρόσθετη μείωση του αφορολόγητου από το 2020.

Αντιλαμβάνομαι ότι η εξαπάτηση και τα ψέματα είναι στο πολιτικό DNA του κ. Τσίπρα.

Οι πολίτες όμως δεν «τσιμπούν πλέον στα δολώματα» και δεν είναι «εξαγοράσιμοι», αφού βιώνουν στην καθημερινότητά τους τη μεγάλη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Αν πάντως, μαζί με τα παραπάνω, καταφέρει να ανακόψει τη μείωση των συντάξεων για το 2019, δεν θα έχει εξασφαλίσει «πόντους» στην πορεία προς τις εκλογές στριμώχνοντας, ενδεχομένως, τη Νέα Δημοκρατία;

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους.

Μειώσεις οι οποίες, μαζί με την αύξηση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ανεβάζουν τον επώδυνο λογαριασμό, μέχρι σήμερα, στα 9,5 δισ. ευρώ.

Και προβλέπονται νέες μειώσεις συντάξεων για το 2019, ψηφισμένες μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία.

Μειώσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, ως αποτέλεσμα της ανικανότητας και της ανευθυνότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η ΝΔ δεν ψήφισε όλες αυτές τις αχρείαστες περικοπές των συντάξεων. Ας σταματήσει συνεπώς ο κ. Τσίπρας την πολιτική υποκρισία.

Αν θέλει και μπορεί, ας κάνει πράξη την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις.

Για να επικαλεστώ και τον ίδιο, «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα».

Ο Πιερ Μοσκοβισί από την Αθήνα δήλωσε «μνημόνια τέλος». Εσείς μιλάτε για 4ο Μνημόνιο. Ποια είναι η αλήθεια;

Όταν η χώρα αναλαμβάνει πρόσθετες μνημονιακές δεσμεύσεις για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, όταν οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται υψηλοί για πολλές δεκαετίες, όταν η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, όταν οι παρεμβάσεις στο χρέος τελούν υπό όρους και προϋποθέσεις, όταν η χώρα μπαίνει σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, δεν μπορείς να θριαμβολογείς για το «τέλος των μνημονίων».

Όσο και να προσπαθούν να το «καμουφλάρουν», η αλήθεια είναι ότι οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ είναι βαριές και πολύχρονες, συνιστώντας ένα κατ’ ουσία, κεκαλυμμένο, 4ο Μνημόνιο, χωρίς μάλιστα πρόσθετη χρηματοδότηση.

Ωστόσο, ο Μοσκοβισί απορρίπτει τη θέση της Νέας Δημοκρατίας και υποστηρίζει ότι «σήμερα χρειαζόμαστε μια συνετή δημοσιονομική πολιτική, μια λελογισμένη επέκταση στη βάση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων». Με τη δεύτερη τοποθέτηση διαφωνείτε;

Καταρχάς να σας πω ότι πολλοί ευρωπαίοι αξιωματούχοι και θεσμοί δεν συμμερίζονται τις όποιες θριαμβολογίες, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα ειδική περίπτωση, που θα τελεί για πολλά χρόνια υπό διακριτό μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, σε καθεστώς ασφυκτικής μετα-προγραμματικής παρακολούθησης.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την αναγκαιότητα δημοσιονομικής πειθαρχίας, με την υλοποίηση όμως ενός διαφορετικού μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, πιο φιλικό στην ανάπτυξη, με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές.

Αυτή η πολιτική, μαζί με την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και την ενίσχυση της ρευστότητας, θα οδηγήσουν σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας και όχι μέσω της αέναης λιτότητας.

Η σημερινή Κυβέρνηση όμως, όπως αποδεικνύουν τόσο τα πεπραγμένα της όσο και οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις της, αδυνατεί να επιτύχει υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Αναφορικά με το πρόσφατο Eurogroup εκτιμάτε ότι η χώρα μας δεν αποκόμισε οφέλη; Σας ρωτώ γιατί τα σχόλια εκτός Ελλάδος ήταν αρκετά θετικά…

Σε ότι αφορά το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας και τις βαριές δεσμεύσεις που το συνοδεύουν, ήδη σας απάντησα.

Σε ότι αφορά το χρέος, κάθε απόφαση που οδηγεί σε βελτίωση της βιωσιμότητάς του, όπως έγινε και με τη μείωση του ύψους και τη βελτίωση του προφίλ του το 2012, αντιμετωπίζεται θετικά.

Όμως, η απόφαση είναι κατώτερη τόσο των προσδοκιών όσο και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια. Τα προτεινόμενα μέτρα είναι περιορισμένα, τελούν υπό την προϋπόθεση υλοποίησης αυστηρών όρων και υπολείπονται των δεσμεύσεων των εταίρων το 2012 και το 2017. Έρχονται δε να καλύψουν μόνο μέρος της επιβάρυνσης της βιωσιμότητας του χρέους την τελευταία τριετία. Γι’ αυτό άλλωστε και αυτή θα επαναξιολογηθεί το 2032.

Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίσει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης.

Προ ημερών ο Πρέσβης των ΗΠΑ σε μία δημόσια τοποθέτηση δήλωσε ότι η χώρα και η ελληνική Κυβέρνηση «θα πρέπει να είναι επικεντρωμένη στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων». Γιατί αυτό μπορεί να υλοποιηθεί, όπως λέτε, από τη Νέα Δημοκρατία και όχι και από την παρούσα Κυβέρνηση;

Διότι ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες.

Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί και κινείται σε χαμηλά επίπεδα, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν μειωθεί και ο προϋπολογισμός του δεν εκτελείται, η φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η εγχώρια αποταμίευση είναι αρνητική, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το κράτος έχει κηρύξει «εσωτερική στάση πληρωμών», η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιούνται, ενώ διαρκώς νέα εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ανακύπτουν και εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν.

Η Νέα Δημοκρατία ξεδιπλώνει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, προβάλλοντας έναν λόγο συγκεκριμένο και τεκμηριωμένο, με στόχο την ενίσχυση της ποσότητας και τη βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με τόνωση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, νέων και παραδοσιακών.

Επιδίωξη να επαναφέρουμε την ομαλότητα, τη σταθερότητα και την κανονικότητα στη χώρα, προϋποθέσεις απαραίτητες για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Να περάσουμε και στα του κ. Καμμένου, ο οποίος επιμένει για τη συμφωνία των Πρεσπών ότι προϋποθέσεις είναι ή δημοψήφισμα ή ψήφιση από 180 Βουλευτές ή εκλογές. Ποια στάση θα κρατήσει η Νέα Δημοκρατία αν είναι Κυβέρνηση;

Ζούμε σουρεαλιστικές καταστάσεις, διανθισμένες με απύθμενη υποκρισία και πολιτικό τυχοδιωκτισμό.

Η Νέα Δημοκρατία δεν θα παρακολουθήσει την «επιθεώρηση» με πρωταγωνιστές τους κυβερνητικούς εταίρους.

Με υπευθυνότητα και σταθερότητα, προσπάθησε να αποδείξει, με όλους τους τρόπους που διαθέτει, ότι η συμφωνία είναι εθνικά επιζήμια, δημιουργεί τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα κυρώσει τη συμφωνία ως έχει στη Βουλή, όποιον θεσμικό ρόλο και αν κατέχει, όποια πλειοψηφία και αν αποφασιστεί προς τούτο.

Και κάτι ακόμη. Μετά και την πρόσφατη διαγραφή από τη Νέα Δημοκρατία του Προέδρου του ΕΒΕΑ Κων. Μίχαλου βλέπετε να υπάρχει χώρος διαμόρφωσης νέων κομματικών μηχανισμών; Σας ανησυχεί μια τέτοια εξέλιξη;

Η Νέα Δημοκρατία, εκ της αρχικής κατασκευής της, αποτελεί τη μεγάλη πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας, με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις.

Παραμένει βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Είναι συνεπώς προφανές ότι δεν συμμερίζομαι σχετικές ανησυχίες, όπως αυτές που με ρωτήσατε.

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει στον απόηχο της ρύθμισης για το χρέος, η Νέα Δημοκρατία κάνει λόγο για κακή συμφωνία. Μήπως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση;

Κάθε απόφαση που οδηγεί σε βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, όπως έγινε και με τη μείωση του ύψους και τη βελτίωση του προφίλ του το 2012, αντιμετωπίζεται θετικά.

Αυτό όμως απέχει από τις σημερινές έωλες θριαμβολογίες της Κυβέρνησης, όταν αποδεικνύεται ότι οι αποφάσεις είναι κατώτερες τόσο των προσδοκιών όσο και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια. Τα προτεινόμενα μέτρα είναι περιορισμένα, τελούν υπό την προϋπόθεση υλοποίησης αυστηρών όρων και υπολείπονται των δεσμεύσεων των εταίρων το 2012 και το 2017. Έρχονται δε να καλύψουν μόνο μέρος της επιβάρυνσης την τελευταία τριετία της βιωσιμότητας του χρέους. Γι’ αυτό άλλωστε και αυτή θα επαναξιολογηθεί το 2032.

Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίσει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης.

Γιατί κατά την γνώμη σας οι εταίροι της χώρας δεν συμμερίζονται τη ρητορική του Κόμματός σας για υπαγωγή της χώρας σε ένα 4ο Μνημόνιο;

Διότι το καλοκαίρι ολοκληρώνεται η χρηματοδότηση της χώρας μέσω προγραμμάτων. Το περιεχόμενο όμως της τελευταίας απόφασης του Eurogroup, τα έγγραφα που την συνοδεύουν, οι αυστηρές προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και η ενισχυμένη εποπτεία της χώρας για τα πολλά επόμενα χρόνια, συνιστούν, επί της ουσίας, ένα 4ο Μνημόνιο, χωρίς μάλιστα χρηματοδότηση της χώρας μέσω αυτού.

Η μετα-προγραμματική παρακολούθηση θα είναι ασφυκτική και ίδια με την μνημονιακή, αφού οι θεσμοί θα συντάσσουν 4 εκθέσεις το έτος, με την Κυβέρνηση να αναλαμβάνει βαριές δεσμεύσεις μέσα σε ασφυκτικά πλαίσια, ενώ έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του προγράμματος, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα και έχει αποδεχθεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060.

Συνεπώς, το νέο Μνημόνιο, με όλα τα γνωστά συστατικά του, είναι ήδη εδώ.

Δηλαδή κάνουν λάθος οι δανειστές που παρουσιάζουν μία εξαιρετική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας;

Η αλήθεια είναι ότι η κατάσταση της οικονομίας, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της, ενώ βελτιώθηκε την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας της «ηρωικής διαπραγμάτευσης» του 1ου εξαμήνου του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Έκτοτε, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό χρέος προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί, οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – εξακολουθούν να υφίστανται, το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη στο ύψος του 2014, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει.

Η γραβάτα κόστισε πολύ ακριβά στην ελληνική κοινωνία!

Η χώρα μπορεί να βγει και πάλι στις αγορές; Αν αυτό γίνει δεν θα συνιστά κατ’ ελάχιστο τον προάγγελο εξόδου της χώρας από τον Μηχανισμό Στήριξης;

Η χώρα, τόσο το 2014 όσο και το 2017-2018, ενώ ήταν ενταγμένη σε προγράμματα προσαρμογής, βγήκε στις διεθνείς αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα.

Συνεπώς, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι αναγκαίες συνθήκες ώστε, μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος, η χώρα να μπορεί, συστηματικά και με ασφάλεια, να δανείζεται με ρεαλιστικά επιτόκια. Σήμερα, κάτι τέτοιο δεν είναι εξασφαλισμένο. Χρειάζεται πολιτική βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο. Και αυτά, η σημερινή Κυβέρνηση δεν τα διαθέτει.

Ανησυχείτε μήπως η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επιχειρήσει να αξιοποιήσει τμήμα του χρηματοδοτικού μαξιλαριού (cash buffer) για προεκλογικές παροχές;

Το ταμειακό απόθεμα προέρχεται, μεταξύ άλλων, από την υπερ-φορολόγηση των πολιτών, το «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων και τη στέρηση ρευστότητας από την πραγματική οικονομία.

Αν και η μελλοντική χρήση του προβλέπεται υπό αυστηρούς όρους μόνο για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας, όλα μπορεί να τα περιμένει κανείς από τη σημερινή Κυβέρνηση.

Είμαι σίγουρος ότι θα επιδιώξει, για ακόμη μία φορά, να ρίξει στάχτη στα μάτια των πολιτών, προκειμένου να καλύψει τα πολλαπλάσια οδυνηρά μέτρα λιτότητας που έχει ήδη πάρει.

Η κοινωνία όμως βλέπει πλέον καθαρά, δεν «τσιμπάει» και οργίζεται με τον κυνισμό της σημερινής Κυβέρνησης.

Πόσο δυσκολεύει τη μελλοντική προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να ανατάξει την ελληνική οικονομία, η απορριπτική της στάση στο Σκοπιανό, όταν υπέρ της επίλυσης του ζητήματος τάχθηκαν εταίροι και σύμμαχοι της χώρας;

Είναι αναμενόμενο να τάσσονται υπέρ της συμφωνίας όσοι βλέπουν, μέσα από αυτή, να προωθούνται οι επιδιώξεις τους.

Αντίστοιχα θα αντιδρούσαν εάν η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή, στο Βουκουρέστι, είχε αποδεχθεί την είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ. Όμως δεν το έπραξε, προτάσσοντας το εθνικό συμφέρον.

Ως Νέα Δημοκρατία, το ίδιο πράττουμε και σήμερα, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών. Το ίδιο θα πράξουμε αύριο και ως Κυβέρνηση.

Άλλοι έχουν ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας!

Τι εννοεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν λέει πως η Νέα Δημοκρατία δεν θα κυρώσει ως Κυβέρνηση τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ στη Βουλή;

Η Νέα Δημοκρατία προσπάθησε να αποδείξει, με όλους τους τρόπους που διαθέτει, ότι η συμφωνία είναι εθνικά επιζήμια, δημιουργεί τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα κυρώσει τη συμφωνία ως έχει στη Βουλή, όποιον θεσμικό ρόλο και αν κατέχει.