Newsletter

Τοποθέτηση:

 

Παρέμβαση:

Κυρίες και Κύριοι,

Όπως είναι γνωστό, οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.

Κρίση δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική.

Κρίση μεταδοτική.

Κρίση που βρήκε το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα «ανοχύρωτο», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισής της.

Και την Ελλάδα με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς, αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα μας είναι, σε όλους, γνωστή.

Η κρίση δανεισμού την άνοιξη του 2010.

Η προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών εκείνης της περιόδου.

Η εφαρμογή ασφυκτικών προγραμμάτων οικονομικής πολιτικής μέχρι και σήμερα.

Και απ’ ότι φαίνεται να έχει αποδεχθεί η Κυβέρνηση, παρά τις μέχρι πριν δύο μήνες δεσμεύσεις της, ασφυκτικές δεσμεύσεις και για μετά το 2018.

Ποια είναι τα συμπεράσματα που μπορούμε να εξάγουμε από την εφαρμογή αυτών μέχρι σήμερα των προγραμμάτων στη χώρα μας;

Γενικό συμπέρασμα: Οικονομικό πρόγραμμα «πανάκεια» για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης δεν υπάρχει.

Το ανά περίπτωση κατάλληλο πρόγραμμα εξαρτάται από σειρά ενδογενών και εξωγενών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών παραγόντων και παραμέτρων, ελεγχόμενων και μη από τη χώρα που έχει το πρόβλημα.

Η επιτυχής ανάλυση αυτών, η συγκρότηση της κατάλληλης στρατηγικής και η αποτελεσματική εφαρμογή των πολιτικών της προσδιορίζει και τον βαθμό συμβολής του προγράμματος στην υπέρβαση της κρίσης.

Ειδικότερα συμπεράσματα;

  • Η δημοσιονομική εξυγίανση, προσαρμογή και πειθαρχία είναι βασικός πυλώνας για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.
  • Η δημοσιονομική πειθαρχία θα πρέπει να συμβαδίζει με την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις όμως, για να είναι οικονομικά αποτελεσματικές και κοινωνικά αποδεκτές, θα πρέπει να διακρίνονται από συνοχή, προτεραιότητες και να έχουν αλληλουχία.
  • Οι σωστοί πολλαπλασιαστές και το κατάλληλο μείγμα πολιτικής είναι σημαντικές παράμετροι για την επίτευξη δημοσιονομικής ισορροπίας.
  • Το μείγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής που στηρίζεται, κυρίως, στο σκέλος των δαπανών, είναι καθοριστικό για τη διατηρησιμότητά της.
  • Η θεσμοθέτηση πλαισίου εξασφάλισης της σταθερότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ειδικά σε τραπεζοκεντρικά συστήματα, είναι αναγκαία.
  • Για την επιτυχία των προγραμμάτων είναι απαραίτητη η εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, η οποία απειλείται από την αύξηση της φτώχειας και την ανισοκατανομή του εισοδήματος.
  • Κανένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής δεν είναι άκαμπτο και ανελαστικό. Όλα τα προγράμματα εμπεριέχουν δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, το πόσοι όμως αυτοί είναι και το πώς θα χρησιμοποιηθούν εξαρτάται από την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της εκάστοτε Κυβέρνησης.

Κυρίες και Κύριοι,

Τελικά, ως χώρα, αξιοποιήσαμε αυτά τα «μαθήματα»;

Σήμερα, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στο 2ο Πρόγραμμα, το 2012, διορθώθηκαν πολλά από τα λάθη του 1ου Μνημονίου.

Επιμηκύνθηκε η περίοδος προσαρμογής, τροποποιήθηκε το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του δημοσίου χρέους, αποπληρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του Δημοσίου, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, υλοποιήθηκαν οι πρώτες, και μοναδικές μέχρι σήμερα, μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

Ενδεικτικά και μόνο να αναφέρω ότι, σύμφωνα με την Έκθεση του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα ήταν πρωταθλήτρια στις διαρθρωτικές αλλαγές την περίοδο 2012-2014.

Ενώ, ταυτόχρονα, μειώθηκε κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες ο ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης και κατά 5% οι ασφαλιστικές εισφορές.

Για να αυξηθούν όλα αυτά μεταγενέστερα.

Το αποτέλεσμα τελικά ήταν η κατάσταση, το 2014, να έχει σταθεροποιηθεί.

Και η χώρα να παρουσιάζει, μετά από 6 συνεχή έτη ύφεσης, θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης.

Ενώ, για πρώτη φορά μετά την έναρξη της κρίσης, το διαθέσιμο εισόδημα άρχισε να ενισχύεται και η ανεργία, αν και οριακά, να υποχωρεί.

Αυτά όλα τα καταγράφουν σήμερα όλες οι εκθέσεις εγχώριων και ξένων οργανισμών.

Και φυσικά και οι Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι βέβαια αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Και αυτό επιβεβαιώθηκε το 1ο εξάμηνο του 2015, όταν η Κυβέρνηση:

  • Αγνόησε και αδιαφόρησε για τους Ευρωπαϊκούς κανόνες διαπραγμάτευσης.
  • Παρασύρθηκε από δογματισμούς, εμμονές και μαξιμαλιστική ρητορική.
  • Καλλιέργησε περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας».
  • Χρησιμοποίησε τη χώρα ως case study για την εμπειρική επαλήθευση επιστημονικής θεωρίας.
  • Κατανάλωσε σημαντικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο και χρόνο σε θέματα διαδικαστικά και επουσιώδη, δίνοντας έμφαση στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.

Το αποτέλεσμα είναι η χώρα να οδηγηθεί στο 3ο Μνημόνιο και στους κεφαλαιακούς περιορισμούς, που υφίστανται μέχρι και σήμερα.

Και δεν έφτανε μόνο αυτό.

Από το καλοκαίρι του 2015, η ιδεοληπτική εμμονή σε ένα εσφαλμένο μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής, η αβελτηρία ή αλλεργία στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης, έφεραν τον οριζόντιο και αυτόματο «κόφτη», το αιώνιο Υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας.

Και σήμερα, δυστυχώς, βρισκόμαστε στο «ίδιο έργο θεατές».

Η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης, με ευθύνη και των δανειστών εξαιτίας κάποιων παράλογων απαιτήσεων, έχει προσθέσει δημοσιονομικά μέτρα, όπως είναι η περικοπή του αφορολόγητου και των συντάξεων, ακόμη και για μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή για μετά το 2018.

Με τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Συνιστώντας, ουσιαστικά, το 4ο Μνημόνιο.

Ενώ η καθυστέρηση έχει προσθέσει, τους τελευταίους μήνες, κόστος και στην πραγματική οικονομία.

Το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, τα φορολογικά έσοδα συρρικνώθηκαν, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, οι επενδύσεις μειώθηκαν, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάστηκαν, καταθέσεις αποσύρθηκαν, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν, το κόστος δανεισμού των τραπεζών ενισχύθηκε, η χώρα «βούλιαξε» στην ύφεση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα επέστρεψε το 2015 και παρέμεινε το 2016 σε ύφεση.

Ήμασταν η μοναδική Ευρωπαϊκή χώρα σε ύφεση τα δύο τελευταία χρόνια!

Όλα αυτά είναι στοιχεία που καθιστούν τον εφετινό αναπτυξιακό στόχο από υπερφιλόδοξο, πλέον μη ρεαλιστικό.

Κυρίες και Κύριοι,

Τι πρέπει συνεπώς να γίνει ώστε η χώρα να αναπτυχθεί και όχι απλώς να μεγεθυνθεί, με βιώσιμο και διατηρήσιμο τρόπο, με δικαιοσύνη και συνοχή, με εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό;

1ον. Να υλοποιηθούν, εμπροσθοβαρώς, διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, πολλές από τις οποίες περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, και τις οποίες η Κυβέρνηση δεν προωθεί.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι τα πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ αναφέρουν μία υποχώρηση του δείκτη υλοποίησης μεταρρυθμίσεων κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2015-2016 σε σχέση με την περίοδο 2013-2014.

Προσοχή όμως: Ας μην «βαπτίζουν» κάποιοι, εντός και εκτός χώρας, τα επώδυνα δημοσιονομικά μέτρα που έχει συμφωνήσει η Κυβέρνηση, δήθεν «διαρθρωτικές αλλαγές».

Γιατί τότε οι πραγματικές διαρθρωτικές αλλαγές, αυτές με «αναπτυξιακό πρόσημο», που βελτιώνουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ενισχύουν την επιχειρηματικότητα και δημιουργούν νέες θέσεις απασχόλησης, χάνουν το νόημά τους και ταυτίζονται, στα μάτια των πολιτών, με τα μέτρα λιτότητας.

Δυσκολεύοντας την αναγκαία κοινωνική συνεννόηση για την υλοποίησή τους.

2ον. Να υλοποιηθεί το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, το οποίο η Κυβέρνηση διαρκώς υπονομεύει.

Αυτές οι αποκρατικοποιήσεις, μαζί με την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας.

3ον. Να αξιοποιηθεί, πλήρως και ταχύτερα, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι, το 2016, η Κυβέρνηση, από ανικανότητα ή από επιλογή, στέρησε από την οικονομία δαπάνες του Προγράμματος, ύψους 500 εκατ. ευρώ.

Δαπάνες, που φέρουν τον υψηλότερο αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.

 

4ον. Να προχωρήσει η αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους.

Με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, τη συρρίκνωση της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημόσιου τομέα.

5ον. Να διαμορφωθεί ένα σταθερό, δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δαπανών (spending reviews) κ.α.

Και, προφανώς, με την ένταξη «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της.

6ον. Να ενισχυθεί η ρευστότητα στην οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

7ον. Να υλοποιηθούν ενεργές πολιτικές αντιμετώπισης της ανεργίας και στήριξης της απασχόλησης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας και επανένταξης σε μια σύγχρονη αγορά εργασίας.

8ον. Να ενισχυθεί η μακροχρόνια βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

Οι εταίροι θα πρέπει να προσδιορίσουν άμεσα, και όχι μετά το 2018, τις αναγκαίες, ουσιαστικές παραμετρικές παρεμβάσεις για το χρέος στον μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα.

Και να τις υλοποιήσουν αυτές, όχι όπως έπραξαν με τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν το 2012.

Ρεαλιστικές λύσεις και ισοδύναμες πρακτικές υπάρχουν.

Τα βραχυχρόνια μέτρα που αποφασίστηκαν, αν και κινούνται σε θετική κατεύθυνση, είναι λίγα, καλύπτουν ένα πολύ μικρό ποσοστό του κόστους που σωρεύθηκε τα τελευταία δύο χρόνια, δεν εδράζονται σε ρεαλιστικές παραδοχές για τους δημοσιονομικούς στόχους, και δεν διασφαλίζουν την παραμονή των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών σε διατηρήσιμα επίπεδα μακροπρόθεσμα.

9ον. Θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία με τους δανειστές σε ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Στόχοι οι οποίοι θα ενισχύουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, χωρίς «να καταστρέψουν» την οικονομία, παρέχοντας τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο.

Σήμερα, με τις αποφάσεις που έχουν δρομολογηθεί, όχι μόνο δεν έχουμε το «τέλος της λιτότητας», αλλά έχουμε την επέκταση και την διεύρυνσή της.

10ον. Να υιοθετηθεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος αυτής πρέπει να είναι η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Βασικός πυλώνας πρέπει να είναι η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, δίνοντας έμφαση στη διαμόρφωση ενός ποιοτικού, ανοικτού και διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση πολιτικών πάνω σε αυτούς τους 10 άξονες, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και θα οδηγήσει στη διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Αυτό όμως προϋποθέτει πολιτική αλλαγή, ώστε να σπάσει το καταστροφικό «καθοδικό σπιράλ» που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα, την κοινωνική μιζέρια και την παρακμή.

 

Κύριε Υπουργέ, μόλις πρόσφατα ο κ. Τσίπρας εξέφρασε την αισιοδοξία του ότι αξιολόγηση θα κλείσει άμεσα. Θεωρείτε ότι αυτή τη φορά θα πέσει μέσα στη πρόβλεψή του; Και αν ναι, με ποιο κόστος για τη χώρα;

Ο Πρωθυπουργός έχει αποδειχθεί, διαχρονικά, ότι δεν τα πάει καλά με τις προβλέψεις.

Αντί να σχεδιάζει το μέλλον της χώρας, διαχειρίζεται το παρόν με εσωκομματική και εκλογική στόχευση.

Θυμίζω ότι ως αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης υποστήριζε ότι θα βαράει νταούλια και θα χορεύουν οι αγορές, ότι θα χρειαζόταν μόλις λίγος χρόνος για να πείσει τους δανειστές κ.α.

Τα ίδια όμως συμβαίνουν και σήμερα.

Αλήθεια, πόσες φορές έχει αναφέρει ο Πρωθυπουργός ότι κλείνει η αξιολόγηση;

Και κάθε φορά, διαψεύδεται.

Και κάθε φορά, «ανοίγει νέος κύκλος χαμένων ευκαιριών».

Ας ευχηθούμε, αυτή τη φορά, να «πέσει μέσα».

Όμως, πρέπει να γίνει συνείδηση ότι το αποτέλεσμα των εσφαλμένων προβλέψεων του Πρωθυπουργού το βιώνουν, με οδυνηρό τρόπο, οι πολίτες.

Και αυτό το κόστος, όσο καθυστερεί η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, διογκώνεται και διευρύνεται. Με νέα μέτρα λιτότητας, ακόμη και για μετά το 2018.

 

Υπήρξατε βασικός Υπουργός των Κυβερνήσεων Σαμαρά. Ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται ότι αν δεν γίνονταν εκλογές το πρόγραμμα που θα ακολουθούσατε θα προέβλεπε μέτρα 8 δισ. ευρώ. Είναι αληθινοί οι ισχυρισμοί αυτοί;

Πρόκειται για τον ορισμό της αυθαίρετης ερμηνείας των εξελίξεων.

Κε. Παπαδάκη, στον καθορισμό των μέτρων για την επίτευξη συγκεκριμένων δημοσιονομικών στόχων, σημαντικός παράγων είναι ο ρυθμός ανάπτυξης.

Να θυμίσω ότι το 2014, οι δανειστές προέβλεπαν αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,9% το 2015, 3,7% το 2016, 3,5% το 2017 και 3,3% το 2018.

Αντιλαμβάνεστε συνεπώς ότι η επίτευξη, πράγματι, υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, θα ήταν, κυρίως, αυτοτροφοδοτούμενη από την ανάπτυξη.

Για το λόγο αυτό, το αρχικό δημοσιονομικό κενό ήταν 2,6 δισ. ευρώ, το οποίο είχε περιοριστεί σημαντικά με τις παρεμβάσεις που περιλαμβάνονταν στο περίφημο «e-mail Χαρδούβελη». Και αυτό το αρχικό ποσό κάλυπτε την περίοδο μέχρι το 2018.

Για να το αντιπαραβάλουμε αυτό όμως με το σήμερα:

Σύμφωνα με την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξαιτίας της ασκούμενης πολιτικής την τελευταία διετία, έχει χαθεί δυνητικός πλούτος ύψους 27 δισ. ευρώ μέχρι το 2018.

Και έχουν ήδη ληφθεί 9 δισ. ευρώ μέτρα μέχρι τότε. Και ζητούνται και άλλα, για μετά το 2018.

Υπάρχει καμία σύγκριση;

Δεν θα έπρεπε η ΝΔ να έχει με σθεναρό τρόπο απαντήσει σε αυτές τις αιτιάσεις της Κυβέρνησης;

Το έχουμε κάνει, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο.

Έχουμε καταθέσει την αλήθεια, αναλυτικά, τεκμηριωμένα, με στοιχεία.

Όπως έχουμε επαναλάβει, πολλές φορές, το γεγονός ότι εξαιτίας της σταθεροποίησης της κατάστασης το 2014, για πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα φορά, μειώθηκαν τότε συγκεκριμένοι φορολογικοί συντελεστές.

Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι η Κυβέρνηση προσπαθεί, συστηματικά, να παρουσιάσει μία διαφορετική, πλαστή εικόνα, ως γνήσια οπαδός της ρήσης ότι «όταν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τις επιθυμίες μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα».

Οι πολίτες όμως που έχουν πληρώσει βαρύ τίμημα τα χρόνια των Μνημονίων, κρίνουν και συγκρίνουν.

Και διαπιστώνουν σήμερα ότι το διαθέσιμο εισόδημά τους είναι αισθητά χαμηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο του 2014, επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά.

Και αυτό, ξέρετε, δεν είναι «αυταπάτη».

Τι διαφορετικό θα κάνετε ως Κυβέρνηση αν έχουν συμφωνηθεί και έχουν ψηφισθεί από την πλειοψηφία όλα τα μέτρα; Θα τα εφαρμόσετε ή θα επαναδιαπραγματευθείτε;

Η Κυβέρνηση, εκτός των δεσμεύσεων του 3ου Μνημονίου, διαπραγματεύεται τους στόχους και τα μέτρα και για μετά τη λήξη του, για μετά το 2018. Διαπραγματεύεται ουσιαστικά το 4ο Μνημόνιο.

Προφανώς αυτό θα δεσμεύσει τη χώρα και επόμενες Κυβερνήσεις.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να αλλάξουν όροι του. Εξηγούμαι:

Την ιδιοκτησία του Προγράμματος την έχει η εκάστοτε Κυβέρνηση. Επιλογή της σημερινής Κυβέρνησης είναι η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Δική μας επιλογή, όπως έχει τονίσει ο Πρόεδρος της ΝΔ, κ. Μητσοτάκης, είναι η μείωση των φόρων, με χρήση ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών. Αυτό είναι εφικτό, έγινε και κατά το παρελθόν. Άρα, μπορούμε, εν πορεία, να αλλάξουμε το μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής.

Επίσης, κανένα Πρόγραμμα δεν είναι άκαμπτο και ανελαστικό. Εμπεριέχει δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, η χρήση των οποίων εξαρτάται από την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της εκάστοτε Κυβέρνησης. Ενδεικτικά να σας θυμίσω ότι το 2012, σε πολύ χειρότερες οικονομικές συνθήκες, η επίτευξη των ίδιων δημοσιονομικών στόχων μετατέθηκε για 2 χρόνια αργότερα, δίνοντας κάποιον δημοσιονομικό χώρο στην τότε Κυβέρνηση. Επίσης, αργότερα, όταν σταθεροποιήθηκε η κατάσταση, το 2014, προχωρήσαμε σε μείωση σειράς φόρων (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτά να προβλέπονται στο Μνημόνιο.

Και κάτι ακόμη, αλλά ιδιαίτερα σημαντικό: η ΝΔ μπορεί να δημιουργήσει πληρέστερα τις συνθήκες ανάπτυξης της οικονομίας, να αξιοποιήσει καλύτερα τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, να προχωρήσει – όπως με επιτυχία έκανε – στην αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, να υλοποιήσει ταχύτερα τις διαρθρωτικές αλλαγές και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Άρα, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μείωση των δημοσιονομικών στόχων.

Έχει περιθώριο να αποτύχει η ΝΔ ως Κυβέρνηση κ. Σταϊκούρα; Αν δεν τα καταφέρετε εσείς, πόσο καταστροφικό θα είναι αυτό για τη χώρα; Και εν τέλει, πόσο καταστροφική είναι αυτή η διετία ΣΥΡΙΖΑ για την πραγματική οικονομία και για την καθημερινότητα του πολίτη;

Αρχίζω από το τέλος της ερώτησής σας. Η τελευταία διετία ήταν καταστροφική για την πραγματική οικονομία και την καθημερινότητα του κάθε πολίτη.

Η χώρα επέστρεψε και παραμένει στην ύφεση, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε, το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, οι επενδύσεις κατέρρευσαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές Δημοσίου και ιδιωτών διογκώθηκαν, θέσεις απασχόλησης χάθηκαν, καταθέσεις αποσύρθηκαν και τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν.

Η ιστορία δείχνει ότι στα δύσκολα οι πολίτες καταφεύγουν στη ΝΔ.

Και η ΝΔ έχει αποδειχθεί ότι τα καταφέρνει.

Συνεπώς, η ΝΔ δεν «φοβάται» τα δύσκολα.

Ακόμη και σήμερα που η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, επιβαρυμένη τα 2 τελευταία χρόνια, χρόνια κατά τα οποία η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φόρτωσε τους πολίτες με το 3ο, αχρείαστο, Μνημόνιο, τους κεφαλαιακούς περιορισμούς που υφίστανται μέχρι και σήμερα, τον οριζόντιο και αυτόματο «κόφτη», το «αιώνιο» υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας.

Τα σενάρια περί Grexit έχουν φουντώσει κ. Υπουργέ. Ένα «έργο» που το έχετε ζήσει κι εσείς. Υπάρχουν ομοιότητες τώρα και τότε;

Τα σενάρια και οι επιπτώσεις του Grexit  είναι ίδια, τότε και τώρα.

Εμείς ως Κυβέρνηση εργασθήκαμε σκληρά για την ενίσχυση της αξιοπιστίας της χώρας, με αποτέλεσμα, τα όποια σενάρια, πολύ γρήγορα, να ξεχαστούν.

Αντιθέτως, σήμερα, η Κυβέρνηση, με τις πράξεις και τις παραλείψεις της, πυροδοτεί την «αναζωπύρωση» τέτοιων σεναρίων.

Πως κρίνετε τις δηλώσεις εναντίον της Ελλάδας ενός θεσμικού παράγοντα, όπως ο κ. Ντάισελμπλουμ;

Η συγκεκριμένη αναφορά του για τις χώρες του Νότου ήταν άστοχη και προσβλητική.

Ελπίζω, να ήταν απλά ατυχής.

Περνώντας στα αμιγώς νεοδημοκρατικά. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που λένε ότι τόσο η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ γενικότερα όσο και το μόνιμο φλέρτ των τελευταίων ηγεσιών του κόμματος με τους λεγόμενους πασοκογενείς ειδικότερα, έχουν αλλοιώσει το DNA της παράταξης. Έχετε διαπιστώσει κάτι τέτοιο και εσείς;

Η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ προέκυψε εκ του εκλογικού αποτελέσματος του 2012.

Και τότε η χώρα έπρεπε να κυβερνηθεί και να μην σέρνεται σε συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις.

Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, το ιδεολογικό DNA της παράταξης, αυτό του κοινωνικού, του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού, δεν άλλαξε.

Σε κάθε περίπτωση, οποιοσδήποτε πολίτης ή πολιτικός αποδέχεται το ιδεολογικό πλαίσιο και σέβεται την ιστορία της ΝΔ, μπορεί να ενταχθεί και να συνεχίσει την πολιτική δράση του/της μέσα από τις τάξεις της.

Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τη ΝΔ να είναι πολύ κοντά στην αυτοδυναμία – αν γίνουν τώρα εκλογές – και με μεγάλη διαφορά από το ΣΥΡΙΖΑ. Θεωρείτε ωστόσο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει να κυβερνήσει μόνος του ή να προβεί σε συνεργασίες με άλλα κοινοβουλευτικά κόμματα για να βγει η χώρα από τα μνημόνια;   

Εμείς ως ΝΔ επιδιώκουμε, ξεδιπλώνοντας σταδιακά ένα ρεαλιστικό και τεκμηριωμένο πρόγραμμα, να αποτελέσουμε την ορθολογική επιλογή μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας.

Όσο πλατύτερη αυτή είναι, τόσο καλύτερα.

Όμως, και με αυτοδυναμία, που φαίνεται εξαιρετική πιθανή, θα αναζητηθούν οι μέγιστες δυνατές πολιτικές και κοινωνικές συγκλίσεις και συναινέσεις.

Γιατί το ζητούμενο είναι μια σταθερή, μεταρρυθμιστική και μακράς πνοής διακυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Πως κρίνετε την ετυμηγορία της Δικαιοσύνης για την υπόθεση Βατοπεδίου;

Η απόφαση της Δικαιοσύνης για την υπόθεση του Βατοπεδίου, όπως και προηγούμενες, δικαιώνει την Κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή και τη ΝΔ.

Αποκαλύπτει ότι στελέχη της αβάσιμα κατηγορήθηκαν και άδικα συκοφαντήθηκαν.

Ταυτόχρονα, εκθέτει, όσους κατασκεύασαν την «υπόθεση» και όσους επιχείρησαν να τη χρησιμοποιήσουν πολιτικά.

Με όλα αυτά το μόνο που κατάφεραν ήταν να ζημιώσουν τη χώρα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική περίοδο.

Με την απόφαση έκλεισε μια μεγάλη πληγή.

Θα έπρεπε να έχει απαντήσει ο ίδιος ο Καραμανλής σε όλα όσα ισχυρίστηκε εναντίον του η Κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου; Θα έπρεπε να τον είχε υπερασπιστεί περισσότερο το ίδιο του το κόμμα και να μην υπάρχει χώρος σε άλλες πολιτικές δυνάμεις να το κάνουν αυτό, όπως ο Πάνος Καμμένος;

Το αφήγημα της ηγεσίας του τότε ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε δικαστικά, κοινωνικά, πολιτικά.

Ο κ. Καραμανλής σε όλη την πολιτική διαδρομή του δεν μας έχει δώσει δείγματα ότι αρέσκεται να συμμετέχει σε «κοκορομαχίες στο Κολοσσαίο».

Και κατά την πεποίθησή μου ορθώς πράττει.

Άλλωστε στα χρόνια που πέρασαν, οι συντριπτικά περισσότεροι πολίτες κατανόησαν τις εξελίξεις και αποκατέστησαν την αλήθεια στην πολιτική τους συνείδηση.

Η ΝΔ τοποθετήθηκε με σαφήνεια επί του θέματος.

Ο «κόσμος» της ΝΔ, και όχι μόνο, αξιολογούν ως θετική τη συμβολή των κυβερνήσεων της ΝΔ, στο δημόσιο βίο της χώρας.

Η δήθεν «αποκλειστική στήριξη» πολιτικών κομμάτων και προσώπων στον κ. Καραμανλή προφανώς και υποκρύπτει κομματική σκοπιμότητα.

 

Κύριε Σταϊκούρα, τι μπορούμε να περιμένουμε, με βάση την εκτίμηση αλλά και την πληροφόρησή σας, από το Eurogroup της Δευτέρας;

Όπως φαίνεται, άλλο ένα Eurogroup θα περάσει χωρίς ουσιαστική συμφωνία επί της αξιολόγησης και χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωσή της.

Για ακόμη μία φορά, «το τενεκεδάκι θα σπρωχθεί λίγο πιο κάτω».

Έτσι όμως η εκκρεμότητα παραμένει και η αβεβαιότητα παρατείνεται.

Με τεράστιο κόστος, όπως αποδεικνύεται, για τη χώρα και την οικονομία.

Πόθεν, κατά την άποψή σας, πηγάζει η αισιοδοξία του Πρωθυπουργού ότι η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά στους στόχους της δεύτερης αξιολόγησης, των μεσοπρόθεσμων μέτρων βιωσιμότητας του χρέους και της ποσοτικής χαλάρωσης; Ποια είναι η δική σας εκτίμηση, ως προς τους χρόνους επίτευξης αυτών των στόχων;

Για τον Πρωθυπουργό είμαστε πάντα κοντά στους στόχους, εκ του αποτελέσματος όμως, συνεχώς απομακρυνόμαστε από αυτούς.

Ο Πρωθυπουργός δεν δήλωνε, εκφράζοντας μάλιστα βεβαιότητα, ότι «η αξιολόγηση θα κλείσει στις 5 Δεκεμβρίου 2016»; Φτάσαμε Μάρτιο του 2017 και η αξιολόγηση ακόμη δεν έχει κλείσει.

Ο Πρωθυπουργός δεν δήλωνε ότι «στο Eurogroup της 5ης Δεκέμβρη θα ανοίξει η συζήτηση για τα συγκεκριμένα μέτρα για την απομείωση του χρέους»; Από τότε πέρασαν τρεις συνεδριάσεις Eurogroup, χωρίς καμία αναφορά στα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος.

Ο Πρωθυπουργός δεν δήλωνε ότι «εντός του πρώτου τριμήνου του 2017, εντάσσονται και τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ»; Το τρίμηνο παρήλθε, ο στόχος δεν επετεύχθη, και μετατίθεται για το αόριστο μέλλον.

Συνεπώς, ποιος μπορεί να πιστέψει τον Πρωθυπουργό και τις διαβεβαιώσεις του;

Πάντως εύχομαι, το συντομότερο δυνατόν, να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, κατά τον καλύτερο όμως για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο.

Ασφαλής χρονική εκτίμηση, με την παρούσα Κυβέρνηση, δεν μπορεί να γίνει.

Τα «αντίμετρα» – που υποστηρίζει η Κυβέρνηση ότι θα επιτύχει – σε τι μέτρα, κατά την άποψή σας, θα συντίθενται; Θα μπορέσουν να «ισοσκελίσουν» τις απώλειες από τα τυχόν δημοσιονομικά μέτρα που θα συμφωνηθούν;

Καταρχάς είναι βέβαιο ότι θα εφαρμοστούν νέα μέτρα λιτότητας, όπως είναι η μείωση του αφορολόγητου και των συντάξεων.

Αυτά θα έρθουν να προστεθούν στα 9 δισ. ευρώ μέτρα που έχει ήδη λάβει η σημερινή Κυβέρνηση.

Συνεπώς, όχι μόνο δεν έχουμε το τέλος της λιτότητας, αλλά έχουμε την επέκταση και τη μονιμοποίησή της.

Και όλα αυτά προκειμένου να επιτευχθούν υψηλοί δημοσιονομικοί στόχοι, που έχουν συμφωνηθεί με την Κυβέρνηση, και για μετά το 2018.

Στόχους τους οποίους, μέχρι πρόσφατα, ο Πρωθυπουργός θεωρούσε μη ρεαλιστικούς. Και σήμερα υποστηρίζει ότι θα επιτευχθούν. Αλήθεια, ποιους προσπαθεί να κοροϊδέψει;

Σε κάθε περίπτωση, τα «αντίμετρα», τα οποία και δεν μπορώ να γνωρίζω ποια θα είναι, θα εφαρμοστούν εφόσον επιτευχθεί υπέρβαση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων.

Κάτι που προβλέπεται όμως, και ήδη υλοποιήθηκε, τόσο στο 2ο όσο και στο 3ο Μνημόνιο.

Ας μην προσπαθεί συνεπώς η Κυβέρνηση να ωραιοποιήσει καταστάσεις προκειμένου να «γλυκάνουν το πολύ πικρό χάπι» στην ελληνική κοινωνία.

Γιατί ο Π. Σκουρλέτης, ενώ γνώριζε την στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ζήτησε να υπάρξει αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την ψήφιση του πακέτου των μέτρων;

Το «καράβι» της δήθεν αριστερής Κυβέρνησης «μπάζει, από παντού, νερά», και το ενδεχόμενο «πολιτικού πνιγμού» έχει υψηλές πιθανότητες. Οπότε πολιτικά έντρομοι, κάποιοι εξ αυτών, αναζητούν «πολιτικά σωσίβια».

Εμείς όμως «δεκανίκι» στην κυβερνητική αναποτελεσματικότητα δεν θα δώσουμε. Συνένοχοι στην Κυβερνητική αποτυχία, ανικανότητα και αλαζονεία δεν θα γίνουμε. Νέα δημοσιονομικά μέτρα δεν θα ψηφίσουμε.

Αν η διαφαινόμενη δέσμευση για μακροχρόνια διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο επίπεδο του 3,5% ψηφιστεί, τώρα πόσο εύκολο θα είναι σε μια Κυβέρνηση της ΝΔ να επαναδιαπραγματευτεί την μείωσή τους;

Εμείς πιστεύουμε ότι η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και η διατήρησή τους για πολλά χρόνια, ιδιαίτερα όταν μία χώρα αντιμετωπίζει μακροχρόνια ύφεση και υψηλή διαρθρωτική ανεργία, δεν είναι εφικτή. Και σίγουρα είναι αντιαναπτυξιακή.

Δυστυχώς όμως, όπως φαίνεται, η Κυβέρνηση τους αποδέχθηκε.

Έχουμε μάθει όμως στα δύσκολα. Και θα επιδιώξουμε να τους αλλάξουμε.

Να σας υπενθυμίσω ότι με το 2ο Μνημόνιο, το 2012, οι δημοσιονομικοί στόχοι μετατέθηκαν για 2 χρόνια.

Με το 3ο Μνημόνιο, το 2015, οι στόχοι άλλαξαν, γιατί η οικονομία «βούλιαξε» στην ύφεση.

Εμείς μπορούμε να δημιουργήσουμε πληρέστερα τις συνθήκες ανάπτυξης της οικονομίας, να αξιοποιήσουμε καλύτερα τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, να προχωρήσουμε – όπως με επιτυχία κάναμε – στην αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, να υλοποιήσουμε ταχύτερα τις διαρθρωτικές αλλαγές και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων.

Άρα, να δημιουργήσουμε, μέσω αναπτυξιακών πρωτοβουλιών, τις προϋποθέσεις για μείωση των δημοσιονομικών στόχων.

Είμαι ρεαλιστικά αισιόδοξος ότι θα το καταφέρουμε.

Αν οι δανειστές εμμείνουν στη θέση του για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, πόσο εφικτή θα είναι η υλοποίηση των προγραμματικών σας δεσμεύσεων;

Καταρχήν, την ιδιοκτησία του Προγράμματος την έχει η εκάστοτε Κυβέρνηση. Επιλογή της σημερινής Κυβέρνησης είναι η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Δική μας επιλογή είναι η μείωση των φόρων, με χρήση ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών.

Επίσης, κανένα Πρόγραμμα δεν είναι άκαμπτο και ανελαστικό. Εμπεριέχει δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, η χρήση των οποίων εξαρτάται από την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της εκάστοτε Κυβέρνησης. Ενδεικτικά να σας θυμίσω ότι, το 2014, όταν σταθεροποιήθηκε η κατάσταση, προχωρήσαμε σε μείωση σειράς φόρων (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτά να προβλέπονται στο Μνημόνιο.

Άρα είναι εφικτή η υλοποίηση των προγραμματικών μας δεσμεύσεων για μείωση συγκεκριμένων φορολογικών συντελεστών.

Βέβαια, ορισμένες άλλες δεσμεύσεις εξαρτώνται, όπως είπαμε και στη ΔΕΘ, από τους δημοσιονομικούς στόχους. Εκεί, θα επιδιώξουμε επιπλέον δημοσιονομικό χώρο.

Αν η Κυβέρνηση καταλήξει σε συμφωνία με τους δανειστές και με δεδομένο ότι τα όποια μέτρα θα εφαρμοστούν το 2019, εκτιμάτε ότι ταυτόχρονα απομακρύνεται και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών; Σε μια τέτοια περίπτωση που τοποθετείτε χρονικά τις επόμενες εκλογές;

Εκτιμώ ότι ο πολιτικός στόχος του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησής του, δεν είναι άλλος από την παραμονή τους στην διακυβέρνηση της χώρας για όσο περισσότερο χρόνο μπορούν, ή η δημιουργία εκείνων των προϋποθέσεων, που όπως οι ίδιοι νομίζουν, θα τους συντηρήσουν ως ισχυρούς παίκτες στο πολιτικό σύστημα μετά την αποδρομή τους.

Για εμάς, η αξιολόγηση και το περιεχόμενό της δεν συνδέονται με το αίτημα για εκλογές.

Άλλωστε, τα προβλήματα της χώρας δεν τελειώνουν με την πιθανή ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Το αίτημα της ΝΔ για εκλογές, το οποίο έχει κατατεθεί εδώ και πολλούς μήνες, συμπυκνώνει την μέχρι σήμερα αποτυχία της Κυβέρνησης και την απουσία πολιτικής βούλησης, σχεδίου και στρατηγικής στα πεδία, ενδεικτικά, της οικονομίας, της διαχείρισης του μεταναστευτικού/προσφυγικού, της παιδείας, της δημόσιας ασφάλειας, της ποιότητας της δημοκρατίας.

Προσφάτως ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε την πρόθεσή του να ανοίξει μια συντεταγμένη διαβούλευση για την επόμενη μέρα της οικονομίας και την επιστροφή στην ανάπτυξη. Τι «τύχη» μπορεί να έχει μια τέτοια διαβούλευση; Προτίθεστε, ως ΝΔ, να καθίσετε σε ένα τέτοιο τραπέζι διαλόγου; 

Η επόμενη ημέρα της οικονομίας, με την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί – από την Ελληνική Κυβέρνηση – το Μάρτιο του 2016.

Σήμερα, ένα χρόνο αργότερα, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι δεν έχει σχέδιο και βούληση αύξησης της ποσότητας, βελτίωσης της ποιότητας όλων των συντελεστών παραγωγής και προώθησης του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της χώρας.

Εμείς αντιθέτως έχουμε και σταδιακά ξετυλίγουμε αυτό το σχέδιο στην κοινωνία. Πυρήνας του σχεδίου είναι η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία.

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, μαζί με τους αναπληρωτές Τομεάρχες Οικονομικών, βουλευτή Ημαθίας, κ. Απόστολο Βεσυρόπουλο, και βουλευτή Επικρατείας, κ. Θεόδωρο Φορτσάκη, στο πλαίσιο συναντήσεων με τις διοικήσεις φορέων της οικονομίας, πραγματοποίησαν σήμερα, Παρασκευή 17 Μαρτίου, την τρίτη επίσκεψη, στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (Ε.Β.Ε.Α).

Στη συνάντηση εργασίας με το Προεδρείο του Ε.Β.Ε.Α., υπό τον Πρόεδρό του, κ. Κωνσταντίνο Μίχαλο, συζητήθηκαν θέματα της ελληνικής οικονομίας και ειδικότερα θέματα που απασχολούν τον επιχειρηματικό κόσμο. Όπως η υψηλή φορολόγηση, η επιχειρηματική μετανάστευση και τα «λουκέτα» επιχειρήσεων, η προβληματική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων από το τραπεζικό σύστημα, οι αλλαγές στο ασφαλιστικό και στις εργασιακές σχέσεις, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και το θέμα του παραεμπορίου.

Στη συζήτηση, διαπιστώθηκε η κοινή βούληση για επεξεργασία πολιτικών, οι οποίες θα εστιάζουν:

1ον. Στον περιορισμό και τον εξορθολογισμό της φορολογικής επιβάρυνσης της εμπορικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και στη στήριξη της ανταγωνιστικής, εξωστρεφούς και καινοτόμου παραγωγικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας.

2ον. Στη βελτίωση των συνθηκών πρόσβασης σε ρευστότητα για τις βιώσιμες εμπορικές επιχειρήσεις μέσω του τραπεζικού συστήματος, μέσα και από την υλοποίηση ενός λειτουργικού συστήματος εξωδικαστικού συμβιβασμού.

3ον.  Στην επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και στην αντιμετώπιση του προβλήματος του παραεμπορίου.

Επίσης, συζητήθηκαν θέματα που αφορούν στην περαιτέρω βελτίωση του διοικητικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος για τις εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και στην προώθηση δράσεων για την ενδυνάμωση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Οι επικεφαλής του Τομέα Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας θα συνεχίσουν τις συστηματική συνεργασία με τις διοικήσεις των φορέων της οικονομίας και την καταγραφή των καθημερινών προβλημάτων τους, σε μια προσπάθεια διαμόρφωσης στρατηγικής και πέραν των Μνημονίων για την ανάταξη της οικονομίας, της κοινωνίας και της χώρας.

«Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ οδηγεί σε πλήρη εκτροχιασμό την οικονομία και σε αδιέξοδο χιλιάδες πολίτες, που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Η πολιτική της υπερφορολόγησης και της φτωχοποίησης των πολιτών συσσωρεύει ερείπια.

Μόνο τον Ιανουάριο τα ληξιπρόθεσμα χρέη των πολιτών προς την εφορία αυξήθηκαν κατά 1,6 δις ευρώ.

 Είναι εφιαλτικός ο αριθμός των πολιτών που οφείλουν στην εφορία, αλλά και ο αριθμός αυτών που βρίσκονται αντιμέτωποι με κατασχέσεις και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης:

  • 173.206 πολίτες χρωστάνε στην εφορία.
  • 672.500 πολίτες είναι αντιμέτωποι με αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και κατασχέσεις το επόμενο χρονικό διάστημα.
  • 818 πολίτες έχουν ήδη υποστεί τη διαδικασία των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.

Μάλιστα, ενώ οι οφειλές των αδυνάτων τραβούν την ανηφόρα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ αδιαφορεί για την πάταξη της μεγάλης φοροδιαφυγής.

 Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Ιανουάριο το Κέντρο Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου έκανε μόλις έναν έλεγχο!

Η χώρα χρειάζεται άμεσα πολιτική αλλαγή.

Με μία νέα, μεταρρυθμιστική και δυναμική Κυβέρνηση». 

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Ο Υπουργός Οικονομικών σήμερα, για ακόμη μία φορά, αποκαλύφθηκε.

Υποστήριξε ότι θα ψηφιστούν τώρα μέτρα για μετά το 2018, όταν μέχρι πριν λίγο καιρό έλεγε πως “η Κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να νομοθετήσει τώρα μέτρα για το 2019 και μετά”. Και ότι “δεν είναι σωστό να ζητείται από μία χώρα να νομοθετήσει δύο – τρία χρόνια εκ των προτέρων τι θα κάνει το 2019”.

Πάει η “κόκκινη γραμμή”.

Επίσης, υποστήριξε ότι η χώρα θα επιτυγχάνει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια, χωρίς νέα μέτρα, όταν – μέχρι πριν λίγο καιρό – ο ίδιος και ο πρωθυπουργός έλεγαν ότι “είναι απολύτως αδύνατον πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% του Α.Ε.Π. μετά το 2018, εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας”.

Πάει και αυτή η “κόκκινη γραμμή”.

Αντί συνεπώς, σήμερα, στη βάση της πρότασης που διατύπωσε πρώτος ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκης, να παλεύει η Κυβέρνηση για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, που θα δημιουργήσουν δημοσιονομικό χώρο, συμφωνεί στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η επίτευξη των οποίων απαιτεί νέα μέτρα.

Για τον κ. Τσακαλώτο, όμως, η επίτευξη του στόχου του 2% αντιμετωπίζεται με ελαφρότητα και είναι τόσο ρεαλιστική όσο με το να βγει ο ίδιος με την Σκάρλετ Γιόχανσον!

Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς πόσο “σκληρά” διαπραγματεύεται».

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, σχετικά με το κόστος της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της αξιολόγησης έχει τεράστιο κόστος για τη χώρα και τους πολίτες.

Η καθυστέρηση του 2015 και του 2016 φόρτωσε στους πολίτες ένα τρίτο αχρείαστο Μνημόνιο, τους κεφαλαιακούς περιορισμούς που υφίστανται ακόμη και σήμερα, τον οριζόντιο και αυτόματο ”κόφτη”, το αιώνιο Υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και 9 δις ευρώ μέτρα λιτότητας.

Η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της τρέχουσας αξιολόγησης έχει προσθέσει δημοσιονομικά μέτρα, όπως είναι η περικοπή του αφορολόγητου και των συντάξεων, και για μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή μετά το 2018.

Τέλος, η καθυστέρηση έχει ήδη προσθέσει κόστος στην οικονομία. Η χώρα ”βούλιαξε” στην ύφεση, το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, οι επενδύσεις συρρικνώθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν, θέσεις απασχόλησης χάθηκαν, καταθέσεις αποσύρθηκαν, τα ”κόκκινα δάνεια” αυξήθηκαν, το κόστος δανεισμού των τραπεζών αυξάνει και πάλι.

Αυτό είναι το κόστος της αναξιοπιστίας, της αναποτελεσματικότητας, των καθυστερήσεων και ιδεοληψιών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Της Κυβέρνησης που συνεχίζει να σωρεύει τεράστιο κόστος στην οικονομία και τη χώρα».

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, για τα αναθεωρημένα προς το δυσμενέστερο στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ΕΛΣΤΑΤ για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Τη στιγμή που ο πρωθυπουργός πανηγυρίζει για τη δήθεν επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τα στοιχεία τον διαψεύδουν.

Η οικονομία επέστρεψε το 2015 και παρέμεινε το 2016 σε ύφεση.

Ακόμη το Α.Ε.Π. δεν έχει φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

Μάλιστα, το τέταρτο τρίμηνο του 2016, η μεταβολή του Α.Ε.Π. παρουσιάζει σημαντικό αρνητικό πρόσημο τόσο έναντι του προηγούμενου τριμήνου όσο και έναντι του αντίστοιχου του 2015, καθιστώντας αυτό το χειρότερο τέταρτο τρίμηνο από το 1998.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα της αβεβαιότητας που παραμένει και διογκώνεται λόγω, κυρίως, της καθυστέρησης ολοκλήρωσης της αξιολόγησης.

Η Κυβέρνηση έχει ήδη συσσωρεύσει τεράστιο κόστος στην οικονομία και στην κοινωνία.

Δεν έχει όμως ούτε την ικανότητα, ούτε το σχέδιο, ούτε τη βούληση να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Αντιθέτως, με την αναποτελεσματικότητα, την ανικανότητα και τις ιδεοληψίες που την χαρακτηρίζουν, σέρνει την οικονομία στη στασιμότητα και βυθίζει την κοινωνία στο τέλμα».

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου, ενός θεσμού πλέον, για την πρόσκλησή τους να συμμετάσχω σε αυτό.

Αλλά και να τους συγχαρώ γι’ αυτή την δημιουργική πρωτοβουλία, σε μία περίοδο γενικευμένης αμηχανίας, αβεβαιότητας και ανασφάλειας.

Και σε ένα γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον μεγάλων κινδύνων και αυξημένων προκλήσεων, ενδογενών και εξωγενών, στο οποίο η Ελλάδα κλείνει σχεδόν επτά χρόνια σε ασφυκτικό πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής.

Και τα κλείνει χωρίς να έχει καταφέρει να σχεδιάσει ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση.

Σχέδιο ανασυγκρότησης της οικονομίας,  ανάταξης της κοινωνίας και αξιοπρέπειας της χώρας.

Μέρος αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι η αντιμετώπιση του διαχρονικού προβλήματος του δημοσίου χρέους.

Και ενώ η δημοσιονομική ισορροπία και οι παρεμβάσεις ελάφρυνσης του χρέους συνιστούν αναγκαία συνθήκη για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του, δεν αποτελούν και ικανή συνθήκη.

Και αυτό γιατί απαιτείται η επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

Αυτό αποδεικνύεται από τη διαχρονική πορεία του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα, πριν και μετά τα Μνημόνια.

Πριν τα Μνημόνια, και κυρίως τη δεκαετία του 1980, όταν και εκτοξεύθηκε το δημόσιο χρέος, η αιτία ήταν η άσκηση αλόγιστης επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο, πάνω από το 10% του ΑΕΠ, κάτι που δεν είχε ποτέ προηγούμενο για τόσο μεγάλο διάστημα και που, φυσικά, δεν έχει επαναληφθεί έκτοτε.

Από τότε, παρά τις σποραδικές προσπάθειες τιθάσευσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών και την ύπαρξη σημαντικά υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, το πρόβλημα δεν αντιμετωπίσθηκε, αλλά δεν διογκώθηκε κιόλας.

Όταν δε ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση, με συνέπεια να αυξηθούν τα δημόσια χρέη όλων των χωρών, το πρόβλημα χρέους μετετράπη σε κρίση δανεισμού.

Μέχρι τότε συνεπώς, το μεγάλο πρόβλημα ήταν οι συσσωρευμένες δανειακές υποχρεώσεις και οι δημοσιονομικές ανισορροπίες.

Τι έγινε μετά την ένταξη στα Μνημόνια;

Αυτά τα προβλήματα αντιμετωπίσθηκαν.

Συγκεκριμένα:

1ον. Αντιμετωπίσθηκαν οι δημοσιονομικές ισορροπίες.

Ενδεικτικά, από το 2013, το πρωτογενές έλλειμμα εξαλείφθηκε και καταγράφηκαν πρωτογενή πλεονάσματα της Γενικής Κυβέρνησης για πρώτη φορά από το 2001.

Λαμβάνοντας δε υπόψη την επίδραση του οικονομικού κύκλου, η βελτίωση στο πρωτογενές αποτέλεσμα είναι πρωτοφανής, περισσότερες από 17 εκατοστιαίες μονάδες του δυνητικού ΑΕΠ, σχεδόν διπλάσια από αυτή που πέτυχαν άλλα κράτη-μέλη που εφάρμοσαν προγράμματα οικονομικής στήριξης.

2ον. Ελήφθησαν πρωτοβουλίες για τη βελτίωση τόσο του αποθέματος (stock) όσο και της ροής (flow) του χρέους.

Η αυξητική δυναμική του χρέους «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012.

Ενώ βελτιώθηκε αισθητά και το «προφίλ» του χρέους.

Με την υλοποίηση δέσμης μέτρων, όπως είναι η επέκταση της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, η μείωση των επιτοκίων, η κατάργηση χρεώσεων και η αναβολή πληρωμών τόκων.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτών των παρεμβάσεων σήμερα;

  • Το 2016, η μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του χρέους ήταν τα 16,7 έτη. Το 2011, ήταν 6,3 έτη.
  • Το 2016, οι ετήσιοι τόκοι ανήλθαν στα 5,6 δισ. ευρώ. Το 2011, ήταν στα 16,1 δισ. ευρώ.

Σήμερα, 20 από τις υπόλοιπες 27 ευρωπαϊκές χώρες έχουν υψηλότερο κόστος δανεισμού.

Και όμως το πρόβλημα του χρέους εξακολουθεί να υφίσταται.

Ο βασικός λόγος είναι, πέραν από τις αστοχίες των 2 τελευταίων ετών, η πρωτοφανής συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας.

Το αποτέλεσμα είναι το 82,5% της σωρευτικής διόγκωσης του λόγου χρέος / ΑΕΠ την περίοδο 2010-2016 να οφείλεται στη συρρίκνωση του ΑΕΠ, και πιο συγκεκριμένα στη διαφορά μεταξύ του έμμεσου ονομαστικού επιτοκίου και του ονομαστικού ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ (snowball effect).

Συνεπώς, το πρόβλημα μεταφέρθηκε από τον αριθμητή στον παρανομαστή του κλάσματος, δηλαδή στη σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται σήμερα είναι τι πρέπει να γίνει ώστε να ενισχυθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

Κατά την εκτίμησή μου, πρέπει να κινηθούμε σε 3 παράλληλους άξονες:

1ος άξονας: Οι εταίροι θα πρέπει να προσδιορίσουν άμεσα, και όχι μετά το 2018, τις αναγκαίες, ουσιαστικές παραμετρικές παρεμβάσεις για το χρέος στον μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα.

Και να τις υλοποιήσουν αυτές, όχι όπως έπραξαν με τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν το 2012.

Ρεαλιστικές λύσεις και ισοδύναμες πρακτικές υπάρχουν.

Στόχος πρέπει να είναι η περαιτέρω βελτίωση του κόστους και του τρόπου εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους από τον επίσημο τομέα, καθώς και η περαιτέρω ομαλοποίηση των ωριμάνσεων και η καλύτερη κατανομή του χαρτοφυλακίου του επίσημου τομέα μεταξύ των ετών των επόμενων δεκαετιών.

Τα βραχυχρόνια μέτρα που αποφασίστηκαν, αν και κινούνται σε θετική κατεύθυνση, είναι λίγα, καλύπτουν ένα πολύ μικρό ποσοστό του κόστους που σωρεύθηκε τα τελευταία χρόνια, δεν εδράζονται σε ρεαλιστικές παραδοχές για τους δημοσιονομικούς στόχους, και δεν διασφαλίζουν την παραμονή των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών σε διατηρήσιμα επίπεδα μακροπρόθεσμα.

2ος άξονας: Θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία με τους δανειστές σε ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Στόχοι οι οποίοι θα ενισχύουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, χωρίς «να καταστρέψουν» την οικονομία, παρέχοντας τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο.

Συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και έχουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας, όπως συμβαίνει στη χώρα μας.

Σήμερα, με τις αποφάσεις που έχουν δρομολογηθεί, όχι μόνο δεν έχουμε το «τέλος της λιτότητας», αλλά έχουμε την επέκταση και διεύρυνση της λιτότητας.

Και κάτι ακόμη: Με δεδομένες τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Κυβέρνηση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και πρόσθετα μέτρα λιτότητας μετά τη λήξη του Προγράμματος, δηλαδή μετά το 2018, το επόμενο Μεσοπρόθεσμο, που θα καλύπτει την περίοδο 2018-2021, θα αποτελέσει το «4ο Μνημόνιο».

3ος άξονας: Ο βασικότερος: Θα πρέπει η οικονομία να επιστρέψει και να επιτυγχάνει υψηλούς και βιώσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Γιατί όμως αυτός ο παράγοντας είναι ο πιο σημαντικός;

Σύμφωνα και με την Τράπεζα της Ελλάδος, στα τρέχοντα επίπεδα χρέους, μία αύξηση του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες.

Αντίθετα, μια αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 1 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, και αυτό στην καλύτερη περίπτωση, όταν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής ισούται με μηδέν, το οποίο όπως γνωρίζουμε δεν ισχύει.

Συνεπώς, η χώρα πρέπει να εστιάσει, και αυτό είναι αποκλειστική δική μας ευθύνη, στην επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

Πως μπορεί αυτό να γίνει;

1ον. Με την εμπροσθοβαρή υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, και τις οποίες η Κυβέρνηση, από αβελτηρία ή αλλεργία, δεν προωθεί.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα την περίοδο 2010-2016, σε συνδυασμό με αυτές που δεν έχουν υλοποιηθεί και περιλαμβάνονται στο τρέχον Πρόγραμμα, αναμένεται να αυξήσουν το πραγματικό ΑΕΠ κατά 13% περίπου την επόμενη δεκαετία.

Προσοχή όμως: Ας μην «βαπτίζουν» κάποιοι, εντός και εκτός χώρας, τα επώδυνα δημοσιονομικά μέτρα που θα έρθουν, δήθεν «διαρθρωτικές αλλαγές».

Γιατί τότε οι πραγματικές διαρθρωτικές αλλαγές, αυτές με «αναπτυξιακό πρόσημο», χάνουν το νόημά τους και ταυτίζονται, στα μάτια των πολιτών, με τα μέτρα λιτότητας.

Δυσκολεύοντας την αναγκαία πολιτική και κοινωνική συνεννόηση για την υλοποίησή τους.

2ον. Με την υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων στο οποίο η Κυβέρνηση δεσμεύτηκε στο Μνημόνιο, και το οποίο διαρκώς υπονομεύει.

Αυτές οι αποκρατικοποιήσεις, μαζί με την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας.

3ον. Με την αξιοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Το 2016, η Κυβέρνηση, από ανικανότητα ή από επιλογή, στέρησε από την οικονομία δαπάνες του Προγράμματος ύψους 500 εκατ. ευρώ.

Δαπάνες που φέρουν τον υψηλότερο αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.

4ον. Με την αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους, μέσα από την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξάλειψη ή τουλάχιστον συρρίκνωση της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα.

5ον. Με τη διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με τη διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος προμηθειών, με τον αυστηρότερο έλεγχο των επιχορηγήσεων, με αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δαπανών (spending reviews) κ.α.

6ον. Με την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, μέσα από την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

7ον. Με την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στρατηγική που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί – από την Ελληνική Κυβέρνηση – το Μάρτιο του 2016.

Και ακόμη τίποτα.

Στόχος αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι να μεταβούμε από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία.

Με τη συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Και με την ανάδειξη της παιδείας σε βασικό μοχλό της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Οφείλουμε να θέσουμε, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, εναρμονισμένο με την καινοτομία και την τεχνολογία, προσαρμοσμένο στην ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα.

Κυρίες και Κύριοι,

Δυστυχώς, η Κυβέρνηση δεν έχει ούτε σχέδιο ούτε βούληση αύξησης της ποσότητας, βελτίωσης της ποιότητας όλων των συντελεστών παραγωγής και προώθησης του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της χώρας.

Κατά την εκτίμησή μου όμως, η υλοποίηση πολιτικών πάνω στους άξονες που προανέφερα, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας.

Και θα μας οδηγήσει από το φαύλο κύκλο της ύφεσης στον ενάρετο κύκλο της ανάπτυξης.

Δείτε φωτογραφικό υλικό από τις συναντήσεις εδώ (1,2,3,4)

 

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, επισκέφθηκε την Κύπρο, όπου είχε συναντήσεις με τον Πρόεδρο του Δημοκρατικού Συναγερμού, κ. Αβέρωφ Νεοφύτου, και με τον Υπουργό Οικονομικών, κ. Χάρη Γεωργιάδη. Μετά το πέρας των συναντήσεων έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Επισκέφθηκα την Κύπρο, ως  Βουλευτής – Τομεάρχης της Νέας Δημοκρατίας, με ιδιαίτερο σεβασμό στην ιστορία της Μεγαλονήσου.

Συναντήθηκα με το Πρόεδρο του Δημοκρατικού Συναγερμού, κ. Αβέρωφ Νεοφύτου.

Κατά τη συζήτησή μας, κατέθεσα τη στήριξή μου στις προσπάθειες της Κυβέρνησης της Κύπρου για την εξεύρεση δίκαιης, βιώσιμης και λειτουργικής λύσης στο πρόβλημα της Μεγαλονήσου.

Συναντήθηκα επίσης με τον Υπουργό Οικονομικών, κ. Χάρη Γεωργιάδη, παλαιό γνώριμο και καλό φίλο.

Η συνεργασία μας ήταν ιδιαίτερα εποικοδομητική.

Μας απασχόλησαν θέματα που βρίσκονται σήμερα στην ευρωπαϊκή οικονομική ατζέντα, καθώς και ζητήματα που αφορούν τις οικονομίες των δύο χωρών, της Ελλάδας και της Κύπρου.

Για την Ευρώπη, συζητήσαμε το ευρύτερο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης, με στόχο, μέσα από την υιοθέτηση των αρχών της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και με ένα ισορροπημένο μείγμα πολιτικών οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, να προωθείται η βιώσιμη ανάπτυξη, η απασχόληση και η κοινωνική συνοχή.

Για την Ελλάδα, επανέλαβα την πάγια θέση της Νέας Δημοκρατίας ότι η αξιολόγηση θα πρέπει να κλείσει το συντομότερο δυνατόν, κατά τον καλύτερο για τα Ελληνικά συμφέροντα τρόπο. Δυστυχώς, έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος.

Επίσης, ανέπτυξα το σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας για την έξοδο από την κρίση, το οποίο εδράζεται σε μία διαφορετική προσέγγιση υλοποίησης του προγράμματος οικονομικής πολιτικής. Με εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαθρωτικών αλλαγών, με βελτίωση του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με ρεαλιστικούς στόχους.

Τέλος, σε ότι αφορά την Κύπρο, του εξέφρασα τα συγχαρητήριά μου για την επιτυχή πολιτική διεύθυνση των οικονομικών της χώρας και για την ταχεία έξοδο της Κύπρου από την οικονομική κρίση.

Σας ευχαριστώ».

Δείτε φωτογραφικό υλικό από τις συναντήσεις εδώ (1, 2, 3).