Newsletter

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας κ. Χρήστος Σταϊκούρας, συμμετέχει στις εργασίες της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Εβδομάδας, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες.

Κατά τη διάρκεια της 1ης ημέρας των εργασιών, στο πλαίσιο συζήτησης για το μέλλον της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), ο κ. Σταϊκούρας έκανε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες επισημάνσεις:

«Η κρίση ανέδειξε τις ατέλειες και αδυναμίες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και απέδειξε ότι η ΟΝΕ χρειάζεται αναδιάρθρωση και απαιτεί αλληλεγγύη.

Αν και βήματα προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη γίνει, χρειάζεται να γίνουν πολύ περισσότερα, σε νομισματικό και δημοσιονομικό επίπεδο, προκειμένου να επιτευχθεί βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, να δημιουργηθούν δουλειές και να ωφεληθούν όλοι οι πολίτες, ιδιαίτερα όμως τα πιο αδύναμα στρώματα της κοινωνίας.

Προς αυτή την κατεύθυνση τρεις πρέπει να είναι οι προτεραιότητες:

1η. Η προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών, με την Κυβέρνηση στο κάθε κράτος-μέλος να διατηρεί την ιδιοκτησία της διαδικασίας και με τη δημόσια διοίκηση να είναι σε θέση να τις υλοποιήσει.

2η. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Εκτός της πιστωτικής επέκτασης μέσω της ενδυνάμωσης του ενεργητικού των τραπεζικών ιδρυμάτων και της ενίσχυσης της χρηματοδότησης μέσω των ευρωπαϊκών κονδυλίων, θα πρέπει να προχωρήσει η χρηματοπιστωτική ένωση, με την υιοθέτηση και λειτουργία ενός ευρωπαϊκού φορέα εγγύησης των καταθέσεων και με την προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών, με στόχο τη διεύρυνση και διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

3η. Η διατήρηση υπεύθυνων δημοσιονομικών πολιτικών και η βελτίωση της ποιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό κύκλο και εφαρμόζοντας το κατάλληλο μίγμα πολιτικής.

Με την υιοθέτηση ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων και τη σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δίνοντας έμφαση στην αξιολόγηση των δαπανών».

Το κλείσιμο της αξιολόγησης από Δεκέμβριο πήγε στις 20 Φεβρουαρίου. Είναι ορόσημο αυτή η ημερομηνία και τι θα σημάνει αν τη χάσουμε και αυτή; Πολλοί μιλούν πάλι για διαδικασία που μπορεί να φτάσει μέχρι το καλοκαίρι.

Κάθε μήνας που περνάει και η αξιολόγηση δεν ολοκληρώνεται, προστίθεται κόστος στην οικονομία και νέα βάρη στους πολίτες.

Η αβεβαιότητα διατηρείται και ενισχύεται, ρευστότητα στερείται από την πραγματική οικονομία, η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης – που θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάρτιο του 2015 – αναβάλλεται, η συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους μετατίθεται, νέα μέτρα λιτότητας προστίθενται.

Εύχομαι η αξιολόγηση να κλείσει το συντομότερο δυνατόν, κατά τον βέλτιστο όμως για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο.

 

Εδώ που έχουμε φτάσει το κλείσιμο της αξιολόγησης με κάθε κόστος είναι προτιμότερο από το μη κλείσιμο;

Δυστυχώς η Κυβέρνηση, εγκλωβισμένη στα αδιέξοδά της, έφτασε την κατάσταση να είναι “lose-lose” (χαμένη).

Το μη κλείσιμο της αξιολόγησης θα είναι καταστροφικό για τη χώρα.

Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα είναι οδυνηρή για τους πολίτες.

Ας ευχηθούμε το κλείσιμο της αξιολόγησης να περιλαμβάνει έστω και κάποια ψήγματα διαπραγμάτευσης από την ελληνική πλευρά.

Δυστυχώς οι εξελίξεις δεν με κάνουν αισιόδοξο.

 

Η καθυστέρηση, που έτσι και αλλιώς υπάρχει, πόσο επιβαρύνει την επίτευξη των στόχων του προϋπολογισμού; Έχει η χώρα περιθώριο ο προϋπολογισμός του ‘17 να πέσει έξω;

Τον επιβαρύνει σημαντικά.

Ο Προϋπολογισμός είχε καταρτιστεί με την πρόβλεψη ότι η αξιολόγηση θα είχε ήδη από πέρυσι κλείσει.

Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η αβεβαιότητα θα είχε μετριαστεί, μέρος της δόσης θα κατευθύνονταν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και η οικονομία θα επιτύγχανε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

Αυτός ο τελευταίος στόχος ήταν ήδη υπερφιλόδοξος, τώρα καθίσταται μη ρεαλιστικός.

Ο στόχος όμως αυτός συνδέεται με την πρόβλεψη για την πορεία των εσόδων.

Υστερήσεις θα οδηγήσουν στην ενεργοποίηση του «κόφτη».

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τον «κόφτη» θα έπρεπε να την θεσπίσει μόνη της η Ελλάδα εδώ και χρόνια για να έχει κίνητρο να μην πέφτουν πάντα έξω οι προϋπολογισμοί. Συμφωνείτε; Είναι ένα κίνητρο για ορθή διακυβέρνηση ο κόφτης;

Πράγματι είναι ένα κίνητρο για δημοσιονομική πειθαρχία.

Για το λόγο αυτό και προβλέφθηκε διορθωτικός μηχανισμός, ενσωματώνοντας σχετική κοινοτική νομοθεσία, ήδη από το 2014.

Να θυμίσω ότι η τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση υποστήριζε ότι αυτός ο μηχανισμός συνιστά «έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης».

Και από εκείνες τις διατάξεις φτάσαμε στον σημερινό, «αριστερό κόφτη».

Ο οποίος είναι ουσιαστικά μόνιμος, αφού η λειτουργία του θα επεκταθεί και πέραν της λήξης του προγράμματος.

Είναι αυτόματος, αφού η ενεργοποίησή του επιβάλλεται αυτοδίκαια, παρακάμπτοντας το Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Και είναι οριζόντιος, αφού δεν εξαιρεί μεγάλες κατηγορίες δαπανών, όπως είναι οι μισθοί και οι συντάξεις.

Αποτελεί ουσιαστικά τη «ρήτρα αναξιοπιστίας» της σημερινής Κυβέρνησης.

Η συζήτηση για τη μείωση του αφορολόγητου είναι σε πλήρη εξέλιξη. Συμφωνείτε με τις εκτιμήσεις ότι είναι από τα πιο υψηλά στην Ευρώπη και πρέπει να μειωθεί; Αν ήσασταν στη θέση Τσακαλώτου και οι θεσμοί σας ζητούσαν τη μείωσή του, τι θα κάνατε;

Γιατί λέτε ότι η συζήτηση είναι σε πλήρη εξέλιξη όταν το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, σε Δελτίο Τύπου της προηγούμενης Κυριακής, διαβεβαιώνει ότι «δεν είναι στις προθέσεις της Κυβέρνησης η μείωση του αφορολόγητου»;

Βέβαια, και πριν λίγους μήνες, ο Υπουργός Οικονομικών υποστήριζε ότι κάτι τέτοιο αποτελεί «κόκκινη γραμμή» της Κυβέρνησης, και τελικά το ύψος του αφορολόγητου μειώθηκε.

Συνεπώς, ας κρατάμε «μικρό καλάθι» για τις δεσμεύσεις της Κυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για μείωση του αφορολόγητου είναι αποσπασματική και παραπλανητική, ειδικά αν δεν ληφθούν υπόψη οι συνολικές επιβαρύνσεις των πολιτών, φορολογικές και ασφαλιστικές.

Και δεν μπορεί να γίνει αν δεν προηγηθεί η μείωση των φορολογικών συντελεστών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης με την ένταξη «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο, ώστε να ενισχυθεί η ανάπτυξη και να τονωθεί η κοινωνική δικαιοσύνη.

Σε λίγες εβδομάδες ξεκινά ένας εκλογικός μαραθώνιος στην Ευρώπη. Μπορεί να αντέξει η Ελλάδα χωρίς πολιτική σταθερότητα και με οικονομική ασφυξία αν η αξιόλογηση δεν κλείσει;

Αυτός ο εκλογικός μαραθώνιος είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο θα έπρεπε η αξιολόγηση ήδη να έχει ολοκληρωθεί.

Όσο καθυστερεί, τόσο ο κίνδυνος μιας ακόμη πιο μακράς διαδικασίας διογκώνεται.

Υπάρχουν όμως και άλλοι εξωγενείς παράγοντες που συνιστούν καθοδικούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία.

Όπως είναι η εκτιμώμενη επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου, η πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, η ανάκαμψη της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, τα προβλήματα στα τραπεζικά συστήματα χωρών-μελών της ευρωζώνης, η διαχείριση – σε μακροοικονομικό και μικροοικονομικό επίπεδο – της απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η προσφυγική κρίση και οι περιφερειακές προκλήσεις κ.α.

Όλα αυτά, η Κυβέρνηση θα έπρεπε να τα έχει συνεκτιμήσει. Δυστυχώς όμως, τα προσπερνά.

Σε ένα τόσο ασταθές ευρωπαϊκό περιβάλλον, με τις ακραίες δυνάμεις να απειλούν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, μήπως είναι επικίνδυνο να υπάρξει πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα πριν διαμορφωθεί η νέα πραγματικότητα; Δεν σας φοβίζει το ενδεχόμενο οι εκλογές που ζητάτε τελικά να γίνουν και να βρεθείτε αντιμέτωποι με μια νέα έξαρση του Grexit;

Η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα έχει καταστεί αναγκαία, αφού η Κυβέρνηση, όπως επιβεβαιώνεται καθημερινά όλο και πιο έντονα και εμφατικά, έχει αποτύχει σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας.

Γι’ αυτό το λόγο η Νέα Δημοκρατία ζητά εκλογές.

Σε κάθε περίπτωση, εμείς, διαχρονικά, έχουμε μάθει στα δύσκολα.

Και προφανώς δεν τα φοβόμαστε.

Τα δύο έτη διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήταν χαμένα χρόνια για τη χώρα μας.

Δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε, το επενδυτικό περιβάλλον υπονομεύθηκε, νέα δημοσιονομικά μέτρα επιβλήθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώθηκαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών μειώθηκε, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συρρικνώθηκε.

Σήμερα, με ευθύνη της Κυβέρνησης, η Ελλάδα «λιμνάζει» βυθιζόμενη, σε ένα ευρύτερο περιβάλλον μεγάλης αβεβαιότητας και υψηλών καθοδικών κινδύνων.

Κυβέρνηση η οποία εστιάζει – εμμονικά – στην υπερφορολόγηση της εμφανούς οικονομίας και παλινδρομεί – αμήχανα – ως προς τις μεταρρυθμίσεις

Κυβέρνηση η οποία δεν θέλει ούτε μπορεί να εκσυγχρονίσει το αξιακό σύστημα, να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και να προωθήσει την εξωστρέφεια της.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να ξοδεύει πολύτιμο χρόνο, καθυστερώντας. Καθυστέρηση η οποία στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Μάρτιο του 2015, μεταθέτει τη συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους και προσθέτει μέτρα στις πλάτες της κοινωνίας.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι, τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση, όπως έγινε το 2014, και η χώρα να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή, εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό;

Κατά την άποψή μου, πάνω απ’ όλα, απαιτείται μία στιβαρή, συνεκτική και αποφασιστική πολιτική ηγεσία.

Ηγεσία η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, και να είναι διατεθειμένη να δουλέψει σκληρά.

Ηγεσία η οποία δεν θα χρησιμοποιεί τη χώρα και τους πολίτες προκειμένου να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους.

Ηγεσία η οποία θα κινείται γρήγορα, συνεκτικά, συμπληρωματικά και αποτελεσματικά, πάνω σε βασικούς άξονες, όπως είναι ενδεικτικά:

  • Η αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους, με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξάλειψη της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα.
  • Η διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με τη διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος προμηθειών, με τον αυστηρότερο έλεγχο των επιχορηγήσεων κ.α.
  • Η εμπροσθοβαρής προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου. Και αυτό γιατί αυτές μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας.
  • Η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Η θέσπιση ενεργών πολιτικών αντιμετώπισης της ανεργίας και στήριξης της απασχόλησης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας και επανένταξης σε μια σύγχρονη αγορά εργασίας μέσα από τη διεύρυνση και βελτίωση της ποιότητας των πολιτικών κατάρτισης, εξειδίκευσης και δία βίου μάθησης και της προσβασιμότητας σε αυτές, αλλά και με τη στενή παρακολούθηση των τάσεων στην αγορά εργασίας.
  • Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με προσανατολισμό στην εξωστρέφεια, με στόχευση και αξιοποίηση κλάδων με σημαντικό δυναμικό πλεονέκτημα, όπως είναι ο τουρισμός, ο πρωτογενής τομέας, η μεταποίηση, η ενέργεια, το λιανικό και χονδρικό εμπόριο, η περιβαλλοντική βιομηχανία, η ναυτιλία, και της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας, καθώς και με την ανάδειξη των νέων πηγών ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση πολιτικών πάνω σε αυτούς τους άξονες, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και θα ενισχύσει τις επενδύσεις.

Αυτά όμως προϋποθέτουν πολιτική αλλαγή, ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τότε που ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αποκαλύφθηκε η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε.

Αποκαλύφθηκε η αδυναμία της, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποφασιστικά.

Αποκαλύφθηκαν οι πομφόλυγες για δήθεν «παράλληλα προγράμματα» και για «αριστερά πρόσημα».

Αποκαλύφθηκε η μνημονιακή της μετάλλαξη, που συνοδεύτηκε από τη «διαρκή της αφοσίωση», μέσα από πρόσφατες επιστολές, στο Μνημόνιο.

Αποκαλύφθηκε πως η «αριστερή ψυχή» γίνεται θυσία στο βωμό για λίγη «πολιτική εξουσία».

Το αποτέλεσμα σήμερα είναι, εξαιτίας της ανικανότητας, της αναξιοπιστίας, των ιδεοληψιών και παλινωδιών της Κυβέρνησης, η κατάσταση στην οικονομία να έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με το 2014.

Δύο χρόνια χάθηκαν.

Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.

Η μείωση της ανεργίας επιβραδύνθηκε.

Το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε.

Οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη συρρικνώθηκαν.

Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επιδεινώθηκε.

Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε και το βιοτικό τους επίπεδο μειώθηκε.

Κεφαλαιακοί περιορισμοί επιβλήθηκαν.

Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων υποχώρησαν.

Τα κόκκινα δάνεια διογκώθηκαν.

Οι τράπεζες χρειάστηκαν νέα ανακεφαλαιοποίηση, με την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια.

Ταμειακά διαθέσιμα φορέων του Δημοσίου «σκουπίστηκαν».

Τα λουκέτα στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.

Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου αυξήθηκε.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές Δημοσίου και ιδιωτών εκτοξεύτηκαν.

Η βιωσιμότητα του Δημόσιου χρέους επιδεινώθηκε.

Η χώρα παραμένει «απούσα», 2 χρόνια μετά την έναρξη, από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Ταπεινωτικές δεσμεύσεις, όπως το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο «κόφτης», αναλήφθηκαν.

Με λίγα λόγια, καμία «κόκκινη γραμμή», υποχωρήσεις συνεχώς και παντού.

Διαπραγματευτικές ήττες, αυταπάτες και ψέματα αποτελούν το τρίπτυχο της Κυβερνητικής αποτυχίας.

Συγκρατείστε τρεις μόνο αριθμούς:

Το κόστος της ανερμάτιστης διακυβέρνησης είναι τεράστιο.

Πόσο; Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης και την Τράπεζα της Ελλάδος, υπερβαίνει τα 85 δισ. ευρώ.

Δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε.

Πόσος; Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 21 δισ. ευρώ.

Νέα μέτρα επιβλήθηκαν.

Πόσα; Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης, 9 δισ. ευρώ.

Αυτό είναι το οδυνηρό αποτύπωμα στην οικονομία της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

«Κατασκευή» η οποία δοκιμάσθηκε, μετρήθηκε με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης.

Έτσι σήμερα, η χώρα σέρνεται, παραπαίει και βρίσκεται μπροστά σε νέα αδιέξοδα.

Αδιέξοδα που οφείλονται στην αδυναμία της Κυβέρνησης να ολοκληρώσει, έγκαιρα, τη δεύτερη αξιολόγηση, αλλά και στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει απέναντι στους δανειστές.

Καθυστέρηση η οποία διατηρεί και ενισχύει την αβεβαιότητα, στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, μεταθέτει χρονικά τη συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους και προσθέτει, άμεσα, μέτρα λιτότητας στις πλάτες της κοινωνίας.

Μέτρα τόσο για το 2018 όσο και για τα επόμενα, αρκετά χρόνια, με την αποδοχή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για μακρά χρονική περίοδο.

Με την εφαρμογή μόνιμων μηχανισμών επιτροπείας, ναρκοθετώντας την πορεία της χώρας.

Είναι συνεπώς σαφές ότι η χώρα χρειάζεται μια διαφορετική, συνεκτική και ρεαλιστική πρόταση οικονομικής πολιτικής.

Με λιγότερους φόρους, λιγότερες δαπάνες και αποτελεσματικότερο κράτος.

Με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας.

Με περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες δουλειές.

Οι Έλληνες μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά με μια Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με εθνικό σχέδιο και σκληρή δουλειά, στηριγμένοι στην αλήθεια, στη συνεννόηση και στην ενότητά μας ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, μαζί με τους Αναπληρωτές Τομεάρχες Οικονομικών, κ. Θεόδωρο Φορτσάκη, βουλευτή Επικρατείας, και κ. Απόστολο Βεσυρόπουλο, βουλευτή Ημαθίας, στο πλαίσιο συναντήσεων με τις διοικήσεις φορέων της οικονομίας, πραγματοποίησαν σήμερα, Τετάρτη 18 Ιανουαρίου, την δεύτερη επίσκεψη, στην Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ) στα γραφεία της στην Αθήνα.

Κατά την επίσκεψη, έλαβε χώρα συνάντηση εργασίας με το Προεδρείο της ΕΣΕΕ, υπό τον Πρόεδρό της, κ. Βασίλη Κορκίδη. Συζητήθηκαν θέματα της Ελληνικής οικονομίας και ειδικότερα θέματα που απασχολούν τον κόσμο του εμπορίου και τις εμπορικές επιχειρήσεις, όπως η υποτονικότητα της αγοράς την εορταστική περίοδο, η μειωμένη καταναλωτική δαπάνη, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές, το ηλεκτρονικό εμπόριο και ο ειδικός επαγγελματικός λογαριασμός, το παρεμπόριο, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου, οι αλλαγές στο φορολογικό και το ασφαλιστικό και στις εργασιακές σχέσεις.

Στη συζήτηση διαπιστώθηκε η κοινή βούληση για επεξεργασία πολιτικών, οι οποίες θα εστιάζουν:

1ον. Στη στήριξη της ανταγωνιστικής εμπορικής δραστηριότητας, στον περιορισμό και τον εξορθολογισμό της φορολογικής επιβάρυνσης της εμπορικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και στην επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

2ον. Στη βελτίωση των συνθηκών πρόσβασης σε ρευστότητα για τις βιώσιμες εμπορικές επιχειρήσεις.

3ον. Στην ενδυνάμωση της διασύνδεσης της εγχώριας παραγωγής με την εμπορική δραστηριότητα, τόσο για την εσωτερική, όσο και για τη διεθνή αγορά.

Επίσης, συζητήθηκαν θέματα που αφορούν στην περαιτέρω βελτίωση του διοικητικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος για τις εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και στην προώθηση δράσεων για την ενδυνάμωση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Οι επικεφαλής του Τομέα Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας θα συνεχίσουν τη συστηματική συνεργασία με τις διοικήσεις των φορέων της οικονομίας, σε μια προσπάθεια διαμόρφωσης στρατηγικής και πέραν των Μνημονίων για την ανάταξη της οικονομίας, της κοινωνίας και της χώρας.

(EUROKINISSI/ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΩΜΕΡΗΣ)

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, σχετικά με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού για την περίοδο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου 2016, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού δεν αποτυπώνουν την πραγματικότητα στην οικονομία.

Στο σκέλος των εσόδων, αυτά είναι αυξημένα εξαιτίας της υπερφορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, μετά την επιβολή νέων φορολογικών μέτρων ύψους 5 δις ευρώ την περίοδο 2015 – 2016. Και σε αυτά, ήρθαν να προστεθούν άλλα 2,5 δις ευρώ φορολογικά μέτρα το 2017.

Με αποτέλεσμα να δημιουργούνται και να διογκώνονται “ωρολογιακές βόμβες” στην οικονομία, οι οποίες και δεν αποτυπώνονται στον προϋπολογισμό. Όπως είναι η διεύρυνση της “μαύρης τρύπας” στα ασφαλιστικά ταμεία, η διόγκωση των “κόκκινων δανείων”, η επιβάρυνση της ρευστότητας φορέων του Δημοσίου, η αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του ιδιωτικού τομέα.

Ενδεικτικά, οι τελευταίες ξεπερνούν πλέον το 50% του Α.Ε.Π., αυξημένες κατά 11 δις ευρώ μέσα στο 2016.

Στο σκέλος των δαπανών, η εσωτερική στάση πληρωμών συνεχίζεται. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου είναι αυξημένες κατά 46% σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2014, στερώντας ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.  Ενώ, για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται υστέρηση έναντι των στόχων στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, κατά περίπου 500.000.000 ευρώ.

Μάλιστα, αυτές διαμορφώθηκαν το 2016 στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2012. Δαπάνες που έχουν υψηλό συντελεστή βαρύτητας στην ανάκαμψη της οικονομίας.

Συνεπώς, η αλλαγή οικονομικής πολιτικής καθίσταται επιβεβλημένη.

Με ένα ορθολογικό μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής, που θα στηρίζεται στη σταδιακή μείωση της φορολόγησης των πολιτών.

Και με την εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, την εντατικοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Αυτά, όμως, προϋποθέτουν πολιτική αλλαγή, ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια».

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Κυβέρνηση, κάθε φορά που δήθεν διαπραγματεύεται, χάνει πολύτιμο χρόνο, με αποτέλεσμα να προσθέτει βάρη στην κοινωνία και ταπεινωτικές δεσμεύσεις στη χώρα.

Αυτό συνέβη με την “ηρωική διαπραγμάτευση” του πρώτου εξαμήνου του 2015, η οποία κατέληξε στους κεφαλαιακούς περιορισμούς και στο τρίτο, αχρείαστο Μνημόνιο.

Αυτό επιβεβαιώθηκε με την πολύμηνη καθυστέρηση της πρώτης αξιολόγησης, η οποία κατέληξε σε νέα μέτρα λιτότητας, ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό στα 9 δις ευρώ, στο αιώνιο υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και στον οριζόντιο και αυτόματο “κόφτη” δαπανών.

Αυτό αποδεικνύεται και σήμερα, με την καθυστέρηση ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης.

Καθυστέρηση η οποία προσέθεσε νέα μέτρα για το 2018 προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση, σύμφωνα και με την απόφαση του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου 2016, την οποία συνυπέγραψε και ο Υπουργός Οικονομικών κ. Τσακαλώτος.

Καθυστέρηση η οποία στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (Q.E.) που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Μάρτιο του 2015, και μεταθέτει τη συζήτηση για τα ουσιαστικά μέτρα ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους.

Η Κυβέρνηση παραμένει εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα που η ίδια δημιούργησε.

Το ζήτημα είναι να μην συνεχίσει να εγκλωβίζει τη χώρα.

Η αξιολόγηση πρέπει να κλείσει το συντομότερο, με τον καλύτερο όμως, για τα ελληνικά συμφέροντα, τρόπο.

Και η αναγκαία πολιτική αλλαγή να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση».

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Κυβέρνηση αποτυγχάνει και στο πεδίο των αποκρατικοποιήσεων.

Τα αποτελέσματά της πενιχρά.

Ελάχιστες αποκρατικοποιήσεις προχωρούν.

Άλλες ακυρώνονται, άλλες καθυστερούν, άλλες καρκινοβατούν, άλλες αναβάλλονται.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση, εγκλωβισμένη στις ιδεοληψίες της, παρά τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει, παλινωδεί και κωλυσιεργεί.

Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί σημαντική την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Και αυτό γιατί αυτές μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας».

Τελικά η ΝΔ έπραξε σωστά ψηφίζοντας παρών στη διάταξη για το επίδομα στους συνταξιούχους;

Η ΝΔ είναι σταθερά υπέρ της στήριξης των αδυνάμων κοινωνικών ομάδων. Δεν τοποθετείται όμως ψηφοθηρικά, όπως πράττει ο κ. Πρωθυπουργός. Θυμίζω, σε όσους «διαθέτουν αδύναμη μνήμη», ότι σχετική πρωτοβουλία της προηγούμενης Κυβέρνησης για τη διανομή κοινωνικού μερίσματος, ο κ. Πρωθυπουργός την χαρακτήριζε τότε «πράξη ντροπής, πράξη ταπείνωσης του κάθε πολίτη». Και την καταψήφιζε. Άρα, δεν δικαιούται να «κουνά το δάκτυλο» στη ΝΔ και να «κατασκευάζει δράκους».

Η Κυβέρνηση ας σοβαρευτεί. Ποιόν νομίζει ότι μπορεί διαρκώς να κοροϊδεύει;

Αφού επέβαλλε τη μόνιμη περικοπή κύριων και επικουρικών συντάξεων, τη μόνιμη κατάργηση κοινωνικών επιδομάτων και τη μόνιμη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, προχώρησε στη χορήγηση, εφάπαξ, υποπολλαπλάσιου βοηθήματος.

Και όλα αυτά την ίδια στιγμή που αγνοεί αυτούς που έχουν ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη από την κρατική στήριξη, όπως είναι οι μακροχρόνια άνεργοι.

Την ίδια στιγμή που στερεί πόρους από την πραγματική οικονομία, με τη στάση πληρωμών που έχει κηρύξει.

Την ίδια στιγμή που επιβάλλει νέους φόρους εφέτος, ίσους με έναν επιπλέον ΕΝΦΙΑ, κυρίως μάλιστα έμμεσους φόρους, οι οποίοι πλήττουν ιδιαίτερα τα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Την ίδια στιγμή που αναλαμβάνει δεσμεύσεις για πρόσθετα μέτρα λιτότητας τόσο για το 2018, όσο και για τα επόμενα, αρκετά χρόνια, που θα επιβαρύνουν το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών.

Η μεταγενέστερη ταπεινωτική επιστολή του κ. Τσακαλώτου δικαιώνει τη στάση της ΝΔ.

Εμείς, σε «παίγνια μηδενικού αθροίσματος» με την Κυβέρνηση δεν συμμετέχουμε.

Προτιμούμε τα «παίγνια θετικού αθροίσματος».

Το κόμμα σας σχολίασε αρνητικά την επιστολή Τσακαλώτου προς τους θεσμούς. Στη συνέχεια ήρθε το δημοσίευμα των FT….

Πρόκειται για μια επιστολή μετάνοιας και υποτέλειας, που αποκαλύπτει την κυβερνητική διγλωσσία.

Αφού εντός της χώρας διακηρύσσει πομπωδώς ότι «δεν θα ρωτήσουμε κανέναν πού θα μοιράσουμε τα πλεονάσματα», γράφει προς τους Θεσμούς ότι αυτά «θα πρέπει να συζητούνται και να συμφωνούνται με τους Θεσμούς».

Αφού εντός της χώρας πετάει τη «φούσκα» ότι «έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε πράξη μια παλαιότερη δέσμευσή μας για 13η σύνταξη», γράφει προς τους Θεσμούς ότι «είναι μια εφάπαξ πληρωμή», η οποία μάλιστα, ακόμη και αν υπάρξει δυνατότητα στο μέλλον, δεν θα επαναληφθεί, ούτε καν ως εφάπαξ.

Αφού εντός της χώρας μηρυκάζει το παραμύθι ότι «θα βγούμε από το Μνημόνιο», δεσμεύεται προς τους Θεσμούς για «διαρκή αφοσίωση στο Μνημόνιο».

Τα παραπάνω αποτελούν τον ορισμό της αναξιοπιστίας και του τυχοδιωκτισμού.

Ως προς το δημοσίευμα στο οποίο αναφέρεστε, παρά το γεγονός ότι έχω ασκήσει πολλές φορές κριτική σε απόψεις που κατά καιρούς διατυπώνονται από εξωγενείς «παράγοντες», στην προκειμένη περίπτωση γενικά συμμερίζομαι τον πυρήνα του  άρθρου. Η Ελληνική Κυβέρνηση οφείλει να σέβεται την ανεξαρτησία των θεσμών.

Είστε υπεύθυνος της οικονομικής πολιτικής της ΝΔ. Πόσα περιθώρια υπάρχουν να ξεφύγει μια κυβέρνηση από τις επιταγές των μνημονίων; Θεωρείτε ότι εσείς θα μπορέσετε να “επιβάλλετε” στους εταίρους μια άλλη οικονομική πολιτική;

Από παλαιότερα έχω τονίσει ότι κανένα Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν είναι εντελώς άκαμπτο και ανελαστικό.

Εμπεριέχει δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, η χρήση των οποίων εξαρτάται από την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της εκάστοτε Κυβέρνησης.

Απαντώντας στον πυρήνα του ερωτήματός σας, σημειώνω ότι η ΝΔ, φέροντας το κεφάλαιο από την ιστορική της διαδρομή και την αξιοπιστία που κέρδισε από τη σταθεροποίηση της οικονομίας το 2014, μπορεί να διεκδικήσει αλλαγή του μίγματος της ακολουθούμενης δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης, με τη χρήση ισοδυνάμων από το σκέλος των δαπανών.

Μπορεί να δημιουργήσει πληρέστερα τις συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης της οικονομίας, να αξιοποιήσει καλύτερα τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, να προχωρήσει – όπως με επιτυχία έκανε – στην αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, να υλοποιήσει ταχύτερα τις διαρθρωτικές αλλαγές και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων.

Η επίτευξη, συνεπώς, των ίδιων στόχων ενός Προγράμματος, μπορεί να γίνει και με άλλους τρόπους, ιεραρχήσεις και πολιτικές.

Καθημερινά σχεδόν η ΝΔ αιτείται εκλογές. Είναι σκόπιμο αυτή τη στιγμή για τη χώρα να γίνουν πρόωρες εκλογές;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία ζητά επίμονα εκλογές.

Και τούτο όχι για να επανέλθει μια ώρα αρχύτερα στην διακυβέρνηση, αλλά γιατί πιστεύει ότι το κόστος από τη συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης είναι πολύ μεγαλύτερο από το εκλογικό κόστος.

Και αυτό γιατί έχει διαπιστωθεί ότι τα κόμματα που απαρτίζουν τη σημερινή Κυβέρνηση αδυνατούν να οδηγήσουν τη χώρα στην ιστορική της πορεία. Αυτό επιβεβαιώνεται καθημερινά, όλο και πιο έντονα και εμφατικά, σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας.

Ενώ παράλληλα, αντί να υπηρετούν, χρησιμοποιούν τη χώρα και τους πολίτες. Τους χρησιμοποιούν προκειμένου να πετύχουν τον πολιτικό στόχο τους, που δεν είναι άλλος από την παραμονή τους στην διακυβέρνηση για όσο μπορούν περισσότερο χρόνο, ή τη δημιουργία προϋποθέσεων, όπως οι ίδιοι νομίζουν, ώστε μετά την αποδρομή τους να συντηρηθούν ως ισχυροί παίκτες στο πολιτικό σύστημα.

Εμείς, από την δική μας πλευρά, ξεδιπλώνοντας, σταδιακά, ένα ρεαλιστικό και τεκμηριωμένο πρόγραμμα, επιδιώκουμε να αποτελέσουμε την ορθολογική επιλογή μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας.

Λένε πολλοί ότι η πολιτική αντιπαράθεση έχει πέσει σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο. Ποια η συμβολή της ΝΔ σε αυτό;

Όλοι μας, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο, οφείλουμε να κρατήσουμε σε υψηλό επίπεδο τον πολιτικό ανταγωνισμό.

Θυμίζω βέβαια ότι επί πολλά χρόνια, κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ ως «περιφερειακοί πολιτικοί παίκτες», και στη συνέχεια ο ΣΥΡΙΖΑ ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, «τα έκαναν όλα λίμπα» και δεν έβρισκαν τίποτα θετικό στις πολιτικές θέσεις και πράξεις των πολιτικών αντιπάλων τους.

Έτσι σήμερα που έχουν αποτύχει στη διακυβέρνηση της χώρας, καθημερινά αυτοσχεδιάζουν, χωρίς στρατηγική.

Από τη μία αναζητούν, δήθεν, συναινέσεις με την Αντιπολίτευση, ταυτόχρονα όμως την κατηγορούν ως «πέμπτη φάλαγγα».

Η ΝΔ είναι παρούσα για τη χώρα αλλά δεν μπορεί να παρακολουθήσει την ασυνάρτητη Κυβέρνηση που ρέπει σε ύβρεις.

Ο Υπουργός Οικονομικών έβαλε, πρόσφατα, την υπογραφή του σε τρία κείμενα.

Το πρώτο, ο Κρατικός Προϋπολογισμός, εμπεριέχει νέα μέτρα, ύψους όσο ένας επιπλέον ΕΝΦΙΑ, τα οποία από προχθές υλοποιούνται, με βαρύ κόστος για την κοινωνία.

Το δεύτερο, η απόφαση του Eurogroup, προβλέπει νέα μέτρα για το 2018, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για την επόμενη δεκαετία και μονιμοποίηση του “κόφτη” μισθών και συντάξεων.

Και το τρίτο, η ταπεινωτική επιστολή προς τους θεσμούς, με την οποία δεσμεύεται για τη “διαρκή αφοσίωση στο Μνημόνιο”.

Αυτό είναι το τίμημα της διγλωσσίας, της ανευθυνότητας και του τυχοδιωκτισμού της “Κυβέρνησης των προθύμων”.

Η αλλαγή πολιτικής έχει καταστεί επιβεβλημένη.

Υπάρχει εναλλακτική πρόταση. Την έχει προτείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία.

Με την εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, με την αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών, με την υιοθέτηση ενός στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας που θα στοχεύει σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία.

Οι Έλληνες μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά με μια άλλη Κυβέρνηση, με εθνικό σχέδιο και σκληρή δουλειά, στηριγμένοι στην αλήθεια, τη συνεννόηση και την ενότητά μας.