Newsletter

Θέλω να συγχαρώ τους διοργανωτές του 11ου Ασφαλιστικού Συνεδρίου για την εξαιρετική διοργάνωσή του.

Και να τους ευχαριστήσω για την δυνατότητα που μου δίνουν να καταθέσω κάποιες σκέψεις για το ζήτημα της ασφάλισης.

Διαχρονικό και διατοπικό ζήτημα.

Ζήτημα με οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις.

Ζήτημα κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, την ευημερία της κοινωνίας και την κοινωνική αλληλεγγύη.

Κυρίες και Κύριοι,

Η ασφάλιση αποτελεί μέρος του οικονομικού συστήματος, όπου τα κράτος, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις επιλογές της κάθε χώρας, διαδραματίζει μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το σύστημα ασφάλισης στη χώρα μας, επί μακρόν, χαρακτηρίζονταν, από:

  • τον υποχρεωτικό και εκτεταμένο δημόσιο χαρακτήρα του,
  • την αναδιανεμητική λογική μεταξύ τόσο των εργαζομένων όσο και των γενεών,
  • τη συνταξιοδοτική φιλοσοφία των καθορισμένων παροχών,
  • τον υψηλό βαθμό εισοδηματικής αντικατάστασης,
  • τον κατακερματισμό του σε δεκάδες ασφαλιστικά ταμεία,
  • την έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των εργαζομένων αναφορικά με τις παροχές και τον απαιτούμενο χρόνο για τη συνταξιοδότηση,
  • την πολιτική εξάρτηση της διαχείρισης των ασφαλιστικών ταμείων, και
  • το ιδιαίτερα μικρό μέγεθος της ιδιωτικής ασφαλιστικής δραστηριότητας, ως αποτέλεσμα, κυρίως, της χαμηλής ασφαλιστικής συνείδησης και κουλτούρας των πολιτών.

Σ’ αυτά τα δομικά συστατικά του ασφαλιστικού συστήματος, ήρθαν να προστεθούν, στο πέρασμα των ετών, πρόσθετες, συγκυριακές ή μόνιμες προκλήσεις, όπως είναι:

  • οι δημογραφικές εξελίξεις και η γήρανση του πληθυσμού,
  • η μετακίνηση πληθυσμού από τον ανασφάλιστο γεωργικό τομέα προς τα αστικά κέντρα,
  • η αύξηση της συμμετοχής – με ευνοϊκότερες συνθήκες – των γυναικών στο εργατικό δυναμικό,
  • η είσοδος παλιννοστούντων ομογενών και ο επαναπατρισμός μεταναστών,
  • η αύξηση της ανεργίας και
  • η αύξηση της εισφοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας.

Έτσι, σε ένα περιβάλλον ωρίμανσης του ασφαλιστικού συστήματος και μείωσης της αναλογίας των οικονομικά ενεργών πολιτών προς τους συνταξιούχους, ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων διαμόρφωσε ιδιαίτερα αρνητικές συνθήκες για τη μακροχρόνια βιωσιμότητά του.

Αφού διαμορφώθηκε, µε συλλογικές διαχρονικές ευθύνες, ένα στρεβλό ασφαλιστικό σύστημα, με διαφοροποιήσεις, με εξαιρέσεις, με προνομιακές προβλέψεις.

Με χρονική μετάθεση της επίλυσης των προβλημάτων, ή, στην καλύτερη περίπτωση, με μερική, αποσπασματική και χαμηλής ισχύος προσπάθεια αντιμετώπισής τους.

Και σε αυτό έφεραν ευθύνη, διαχρονικά, τόσο Κυβερνήσεις όσο και Αντιπολιτεύσεις, που πολιτεύθηκαν με «αυταπάτες» και με τη λογική του «όχι σε όλα».

Όμως είναι αλήθεια ότι στο πέρασμα των ετών, αναλήφθηκαν και ορισμένες σοβαρές πρωτοβουλίες για την ουσιαστική ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, με σημαντικό τμήμα της αντιπολίτευσης να διαμαρτύρεται στις πλατείες.

Όπως έγινε, ενδεικτικά, το 2008, όταν ο αριθμός των ασφαλιστικών ταμείων στη χώρα μας μειώθηκε από τα 133 στα 13.

Ωστόσο, οι όποιες θετικές διαρθρωτικές πρωτοβουλίες δεν ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα το ασφαλιστικό σύστημα να βρεθεί στο επίκεντρο των προγραμμάτων προσαρμογής.

Επιβλήθηκαν επώδυνες περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων, κάποιες αναγκαίες και κάποιες αχρείαστες, όπως οι τελευταίες ή αυτές που επίκεινται.

Προωθήθηκαν όμως και διαρθρωτικές αλλαγές που συνέβαλλαν στην αντιμετώπιση προβλημάτων, υστερήσεων και αποκλίσεων προηγούμενων ετών.

Παρεμβάσεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων:

  • η ενοποίηση ταμείων κύριας ασφάλισης,
  • η δημιουργία ενός ενιαίου ταμείου επικουρικής ασφάλισης,
  • η ενοποίηση μίας σειράς κανόνων και διαδικασιών,
  • η θέσπιση ενός κέντρου είσπραξης ασφαλιστικών οφειλών,
  • ο διαχωρισμός των δύο βασικών κλάδων ασφάλισης,
  • η θέσπιση ενός ενιαίου συστήματος ελέγχου πληρωμών συντάξεων και
  • η εφαρμογή μίας ευρείας κλίμακας πληροφοριακών συστημάτων.

Παράλληλα, επί ημερών της προηγούμενης Κυβέρνησης:

  • Εκπονήθηκε και υλοποιήθηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, και στον χώρο της ασφάλισης.
  • Βελτιώθηκε η διαδικασία συνταξιοδότησης υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, με παρεμβάσεις εξορθολογισμού σε διάφορες πτυχές της.
  • Μειώθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, συμβάλλοντας στην τόνωση της απασχόλησης και στην ενίσχυση της τάσης αποκλιμάκωσης της ανεργίας.

Αυτές οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις συνεισέφεραν στη μείωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, στον περιορισμό του διοικητικού βάρους, στην εξοικονόμηση πόρων και στην αναβάθμιση των υπηρεσιών προς τον πολίτη, διαμορφώνοντας τις βάσεις για τη σύγκλιση του συστήματος με τα υπόλοιπα της Ευρώπης.

Έτσι, στο τέλος του 2014, δημιουργήθηκε τάση ισορροπίας στο ασφαλιστικό σύστημα, υποβοηθούμενη από την ευρύτερη δημοσιονομική και μακροοικονομική σταθεροποίηση και την καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, για πρώτη χρονιά μετά από πολλά χρόνια ύφεσης.

Αυτό αποτυπώθηκε και στην αναλογιστική μελέτη που διεξήχθη υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Δυστυχώς όμως μετά ακολούθησε η «δημιουργική ασάφεια» και οι «ηρωϊκές διαπραγματεύσεις».

Με αποτέλεσμα η οικονομία να επιστρέψει στην ύφεση το 2015 και το 2016, και έκτοτε, να αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς της στόχους.

Αυτή η δυσμενής εξέλιξη αποτυπώνεται στην αντίστοιχη αναλογιστική μελέτη του 2018.

Η διαφορά στην εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης μεταξύ των δύο μελετών προκύπτει από τις αλλαγές στις παραδοχές σχετικά με τη δημογραφική εξέλιξη, την απασχόληση, το ΑΕΠ και τη συνολική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Έτσι προέκυψαν νέες, επώδυνες παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.

Παρεμβάσεις που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2015, συνεχίστηκαν το Μάιο του 2016 και θα ολοκληρωθούν το 2019.

Παρεμβάσεις οι οποίες, κατά την εκτίμησή μας, καταλύουν την αλληλεγγύη των γενεών, στρεβλώνουν την ανταποδοτικότητα του ασφαλιστικού συστήματος και πολεμούν την παραγωγική Ελλάδα, με την μεγάλη και συνεχιζόμενη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να επιτύχει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια, να διασφαλισθεί η χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού και να ενισχυθεί, ουσιαστικά, η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η χώρα θα εξακολουθεί να λειτουργεί σε περιβάλλον αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών, ενώ θα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Συνεκτιμώντας ότι θα έχει να αντιμετωπίσει πρόσθετες προκλήσεις στο δημογραφικό πεδίο, από το χαμηλό ποσοστό γεννητικότητας και τον αυξημένο βαθμό γήρανσης και εξάρτησης του πληθυσμού.

Συνυπολογίζοντας το εξαιρετικά ανησυχητικό, διογκωμένο τα τελευταία χρόνια, φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» στο εξωτερικό.

Προσμετρώντας τις δυσοίωνες μακροοικονομικές προβλέψεις για τον μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης και αύξησης της απασχόλησης, τα οποία επενεργούν αρνητικά στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Τούτων δοθέντων, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα.

Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από τη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα διασφαλίζει τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, θα εμπεδώνει την ασφαλιστική συνείδηση, θα ενθαρρύνει την εργασία, θα διαχωρίζει την κοινωνική ασφάλιση από την πρόνοια και θα συμβάλλει στην ενδυνάμωση της αλληλεγγύης των γενεών.

Σε αυτό το πλαίσιο απαιτούνται:

1ον. Παρεμβάσεις μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να ανακάμψει, κατά διατηρήσιμο τρόπο, η ελληνική οικονομία, να περιορισθεί η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών και να βελτιωθεί το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

2ον. Διαμόρφωση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου, για την αντιμετώπιση των αρνητικών δημογραφικών τάσεων, δίνοντας κίνητρα σε νέους να μείνουν στη χώρα και να δημιουργήσουν οικογένεια.

3ον. Πολιτικές παροχής κινήτρων για την ενίσχυση και της ιδιωτικής ασφάλισης, διασφαλίζοντας όμως ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα, με καθολικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπή εθνική σύνταξη και ενεργοποιώντας το θεσμό των επαγγελματικών ταμείων.

Κυρίες και Κύριοι,

Ο ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης είναι σημαντικός.

Συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην προστασία των νοικοκυριών, στην αποκατάσταση πολύτιμων υλικών και οικονομικών πόρων, στη δημιουργία αποταμιευτικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων, στη στήριξη και ενθάρρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και στην τόνωση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου.

Η ελληνική αγορά όμως είναι ρηχή και μικρή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

  • Τα ασφάλιστρα ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχονται στο 2,2%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 7,2%.
  • Οι δαπάνες για ασφάλιση ζωής και υγείας ανέρχονται στα 190 ευρώ, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στα 1.370 ευρώ.
  • Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχονται στο 7,2%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 61,9%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του κλάδου, αν η ελληνική ασφαλιστική αγορά άγγιζε τα ευρωπαϊκά επίπεδα ανάπτυξης, οι επενδύσεις της από 13 δισ. ευρώ που είναι σήμερα, θα μπορούσαν να φτάσουν τα 110 δισ. ευρώ.

Είναι βέβαια γεγονός ότι κατά το παρελθόν, υπήρχαν προβλήματα στον κλάδο που έβλαψαν την εικόνα και τη φήμη της αγοράς, και υπονόμευσαν την ήδη χαμηλή ασφαλιστική συνείδηση των πολιτών.

Σήμερα όμως, ο κλάδος φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από τις αστοχίες του παρελθόντος.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την ενίσχυση της αξιοπιστίας του κλάδου, με την εφαρμογή του κανονιστικού πανευρωπαϊκού πλαισίου Solvency II και την αυστηρή εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το στοίχημα πλέον είναι η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς αυτή αποτελεί στοιχείο-κλειδί για να μπορέσει να αναπτυχθεί η ασφαλιστική αγορά, να διεισδύσει στην κοινωνία και να διαδραματίσει το ρόλο που πρέπει στην εθνική οικονομία.

Προς αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν προτάσεις του κλάδου για παροχή φορολογικών κινήτρων και για συμπράξεις σε πεδία, όπως είναι οι συντάξεις, η υγεία και οι φυσικές καταστροφές, με γνώμονα τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών και τον έλεγχο του κόστους.

Με αυτές τις σκέψεις θέλω να ευχηθώ καλή συνέχεια στις εργασίες του Συνεδρίου, οι οποίες είμαι βέβαιος ότι θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θα αποφέρουν χρήσιμα συμπεράσματα, τα οποία και θα ήθελα θα πληροφορηθώ.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Οι πολίτες της χώρας έχουν πληρώσει πολύ ακριβά τις θριαμβολογίες της Κυβέρνησης, οι οποίες τελικά, πολύ γρήγορα, αποδεικνύονται αυταπάτες, ψευδαισθήσεις και λάθος υπολογισμοί.

Αυτό θα επιβεβαιωθεί και με την τελευταία απόφαση του Eurogroup, που αφορά τη μετα-προγραμματική περίοδο της χώρας και τη ρύθμιση του δημοσίου χρέους.

Και αυτό γιατί:

1ον. Η Ελλάδα, μόνη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών-μελών που «βγήκαν» από προγράμματα προσαρμογής, «μπαίνει» σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας (Κανονισμός 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου).

Καθεστώς που εμπεριέχεται και στην προληπτική γραμμή πίστωσης (Άρθρο 5, “Enhanced surveillance”, Guideline on Precautionary Financial Assistance).

Η μετα-προγραμματική παρακολούθηση θα είναι ασφυκτική, ίδια με την μνημονιακή παρακολούθηση.

Οι θεσμοί, με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, θα συντάσσουν 4 εκθέσεις το έτος, ενώ η χώρα αναλαμβάνει αυστηρές πολυετείς δεσμεύσεις, μέσα σε συγκεκριμένα ασφυκτικά πλαίσια και χρονοδιαγράμματα.

2ον. Οι μετα-προγραμματικές δεσμεύσεις συνιστούν, επί της ουσίας, ένα 4ο Μνημόνιο.

Με νέα μέτρα λιτότητας για το 2019 και το 2020, όπως είναι η περικοπή των συντάξεων, η μείωση του αφορολόγητου και οι αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών, διαμορφώνοντας τον συνολικό – ιδιαίτερα επώδυνο για τους πολίτες – λογαριασμό της διακυβέρνησης του κ. Τσίπρα στα 14,5 δισ. ευρώ.

Και με ιδιαίτερα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία επεκτείνονται μέχρι το 2060.

Με την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

3ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους έρχονται να καλύψουν μέρος της επιβάρυνσης της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία.

Συγκεκριμένα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014. Εκτιμούσε ότι αυτό θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του ΑΕΠ.
Στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 195% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας στο 45% του ΑΕΠ! Και χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».
Είναι προφανές ότι η βιωσιμότητά του επιβαρύνθηκε την τελευταία τριετία, ιδιαίτερα με την «υπερήφανη διαπραγμάτευση» και τη «δημιουργική ασάφεια» του 1ου εξαμήνου του 2015. Διεθνείς παράγοντες και φορείς εκτιμούν το κόστος εκείνης της περιόδου κατ’ ελάχιστον στα 86 δισ. ευρώ.

4ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους απέχουν από τις δεσμεύσεις που είχε εξασφαλίσει η Ελλάδα ήδη από το 2012, και οι οποίες δυστυχώς – με ευθύνη των εταίρων – μέχρι σήμερα δεν υλοποιήθηκαν.

Συγκεκριμένα:

α) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες να γίνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις, αντιθέτως απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

β) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε τη μετάθεση της πληρωμής τόκων για τα δάνεια του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης (EFSF) κατά 10 χρόνια, δηλαδή ίση παράταση της περιόδου χάριτος με αυτή που προβλέπεται σήμερα, και την επιμήκυνση των ωριμάνσεων των δανείων για 15 χρόνια, δηλαδή περισσότερα απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

γ) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε μείωση του λόγου χρέος/ΑΕΠ, στο 124% το 2020 και «αισθητά πιο κάτω» από το 110% το 2022. Σχετικές προβλέψεις δεν υπάρχουν στην τελευταία απόφαση. Υπενθυμίζεται ότι η Κυβέρνηση, στο τελευταίο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, εκτιμά τον σχετικό λόγο στο 150% το 2022.

5ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους υπολείπονται ακόμη και των προβλέψεων των αποφάσεων του Eurogroup του 2017.

Συγκεκριμένα, με την τελευταία απόφαση:

α) Προβλέπεται η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 2,2% του ΑΕΠ από το 2023 μέχρι το 2060. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν για πρωτογενή πλεονάσματα «ίσα ή υψηλότερα αλλά κοντά στο 2% του ΑΕΠ» για την ίδια περίοδο. Αυτή η φαινομενικά μικρή διαφορά του 0,2% του ΑΕΠ, η οποία θα έπρεπε να διεκδικηθεί από την Κυβέρνηση, ισοδυναμεί, σε σημερινούς όρους ΑΕΠ, με περίπου 360 εκατ. ευρώ. Όσο η περικοπή του εισπραχθέντα ΕΝΦΙΑ κατά περίπου 15%.

β) Η 10ετής παράταση της περιόδου χάριτος και η 10ετής επιμήκυνση των ωριμάνσεων συνιστούν θετικές παρεμβάσεις, αλλά δεν είναι οι βέλτιστες που θα μπορούσαν να επιτευχθούν. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν μέχρι και 15 έτη.

γ) Η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες θα υλοποιηθεί σε εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι τον Ιούνιο του 2022, και θα συνδυάζεται με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Στην απόφαση του 2017, η επιστροφή προβλέπονταν να μην είναι τμηματική και να είναι και αυτόματη.

δ) Η γαλλική πρόταση για αυτόματη σύνδεση των παρεμβάσεων για το χρέος με το ρυθμό ανάπτυξης, όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017, για την οποία η Αξιωματική Αντιπολίτευση είχε εκφράσει προβληματισμούς και η Κυβέρνηση θριαμβολογούσε, εξαφανίστηκε.

ε) Υπάρχει η δέσμευση να επανεξεταστεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους το 2032, κάτι που δεν προβλέπονταν στην απόφαση του 2017.

6ον. Από την τελευταία δόση του δανείου, ύψους 15 δισ. ευρώ, ούτε 1 ευρώ δεν θα «πέσει» στην πραγματική οικονομία.

Ένα σημαντικό μέρος αυτής, ύψους 9,5 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος. Απόθεμα που μέχρι σήμερα δημιουργούσε η Κυβέρνηση «στραγγαλίζοντας» την οικονομία, υπερφορολογώντας τους πολίτες, κηρύσσοντας εσωτερική στάση πληρωμών και καταφεύγοντας σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

7ον. Ενώ σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων πόρων του δανείου, ύψους 24 δισ. ευρώ, θα παραμείνει αχρησιμοποίητο, στερώντας ρευστότητα από την οικονομία.

Η Κυβέρνηση θα έπρεπε να διασφαλίσει αυτούς τους πόρους, όταν μάλιστα ότι έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα ενός αιώνα.

Με δεδομένη συνεπώς την τελευταία απόφαση του Eurogroup, η οποία είναι κατώτερη των προσδοκιών και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης, να επιτύχει την επιθυμητή και πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα. Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, με πολιτική βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής. Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Αυτά, μόνο η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να τα διασφαλίσει.

Κύριε Σταϊκούρα, ας ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας με το πρόσφατο Eurogroup της Πέμπτης και τις σχετικές αποφάσεις για το χρέος. Θεωρείτε πώς κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση;

Η ρύθμιση του χρέους έρχεται να καλύψει την επιβάρυνση της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης. Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίζει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, καθιστώντας αναγκαίες τις σημερινές αποφάσεις.

Με αυτή την έννοια, όπως και κάθε απόφαση που οδηγεί σε ρύθμιση του χρέους, αντιμετωπίζονται θετικά. Δυστυχώς όμως, οι προτεινόμενες παρεμβάσεις είναι περιορισμένες, δεν είναι στο σύνολό τους αυτόματες όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017 και τελούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις, αφού η χώρα εισέρχεται σε μία κατάσταση ενισχυμένης εποπτείας.

Ειδικότερα μάλιστα, τα κέρδη από τη διακράτηση των ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες ήταν κεκτημένα της χώρας μέχρι την «υπερήφανη» διαπραγμάτευση του 2015, στη συνέχεια χάθηκαν και σήμερα επανακτούνται, όμως υπό όρους.

Η χώρα μετά τον Αύγουστο βγαίνει από το πρόγραμμα. Θα είναι στην ίδια θέση με άλλες χώρες που βγήκαν από Μνημόνια;

Όχι, δεν θα είναι. Και αυτό γιατί σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του προγράμματος, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, με ένα αυστηρό πλαίσιο επιτήρησης αντίστοιχου αυτού της μνημονιακής περιόδου, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, με πολύ βαριά μέτρα και με δέσμευση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060.

Ας αφήσει συνεπώς ο Πρωθυπουργός στην άκρη τις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις και τα ψέματα, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και τους πολίτες την τελευταία τριετία.

Η Κυβέρνηση σωστά πράττει που αρνήθηκε την πιστοληπτική γραμμή στήριξης; Εσείς θέλετε τη συνέχιση των μνημονίων όπως η Κυβέρνηση σας κατηγορεί;

Η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Όμως η καθαρή έξοδος, όπως ήδη σας ανέφερα, με ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι σήμερα εφικτή.

Αλλά δυστυχώς και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε Κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι αυτή να γίνει με το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία, αφού χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, υπερφορολογεί τους πολίτες, επιδίδεται σε εσωτερική στάση πληρωμών, καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

Αντιθέτως, θα μπορούσε να αξιοποιήσει τους αδιάθετους πόρους του δανείου, που αρχικά είχαν εκτιμηθεί στα 27 δισ. ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος. Ούτε αυτό όμως το πετυχαίνει, παρόλο που έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει και δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς τους λόγους υποστηρίζουμε ότι η χώρα, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» κατέληξε σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, το 4ο Μνημόνιο, χωρίς χρηματοδότηση».

Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται. Διαφωνείτε;

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει. Σε σχέση με το 2014, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται και το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

Παρ’ όλα αυτά, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική στη χώρα. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο;

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο της Κυβέρνησης, το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων. Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον. Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος» σέρνει την οικονομία σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Ας περάσουμε στα εθνικά θέματα και το Σκοπιανό. Τελικά μήπως είναι μια καλή συμφωνία, όπως υποστηρίζουν όλοι οι παίκτες στη διεθνή σκακιέρα;

Η στάση της Νέας Δημοκρατίας, διαχρονικά, δεν ετεροκαθορίζεται.

Να είστε σίγουρη ότι αν η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή στο Βουκουρέστι είχε αποδεχθεί την είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ, όλοι θα την χειροκροτούσαν.

Αλλά δεν το έπραξε, υπερασπιζόμενη το εθνικό συμφέρον.

Το ίδιο κάνουμε και σήμερα, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών.

Μελετήσαμε τη συμφωνία και τοποθετηθήκαμε με σαφήνεια επί αυτής. Πρόκειται για μία κακή, εθνικά επιζήμια συμφωνία.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008. Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής εθνότητας», διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα και δημιουργεί «γκρίζες ζώνες» για τα ελληνικά εμπορικά σήματα.

Με αυτά κυρίως τα κριτήρια, καταθέσαμε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης για να προλάβουμε τα αποτελέσματα τα οποία παράγει η υπογραφή της συμφωνίας.

Μήπως όμως, όπως ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, υπάρχουν τετελεσμένα από το παρελθόν; Υπάρχουν και σχετικά έγγραφα που κατέθεσε ο Υπουργός Εξωτερικών στη Βουλή.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, με αλαζονεία και αυταρέσκεια, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι. Δόθηκαν οι σχετικές απαντήσεις στη Βουλή.

Θα μπορούσαμε και εμείς να καταθέσουμε μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία, αλλά και από τις κυβερνητικές παλινδρομήσεις που έφτασαν μέχρι και στο σημείο της αποδοχής της «Μακεδονίας του Ίλιντεν».

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεπώς, δεν δικαιούται να μας κάνει μαθήματα πατριωτισμού!

Ειδικά όταν σήμερα, η Κυβέρνησή του προωθεί αυταρχικά ότι καμία άλλη Κυβέρνηση στο παρελθόν δεν είχε αποδεχθεί, μέσα σε συνθήκες εθνικής συνεννόησης που φρόντιζαν αυτές στο παρελθόν να δημιουργούν.

Η συμφωνία έφερε τριγμούς στο εσωτερικό των ΑΝΕΛ. Θεωρείτε ότι μπορεί να φέρει πολιτικές εξελίξεις για τη χώρα;

Το να «στρουθοκαμιλίζεις», να μην διαθέτεις «σπονδυλική στήλη», να ακροβατείς, να αγνοείς την γνήσια πατριωτική ευαισθησία των πολιτών και να κάνεις τα πάντα για να «ρουφήξεις και την τελευταία γουλιά εξουσίας», χωρίς ηθικές αναστολές, αξιακές σταθερές και ιδεολογικές συντεταγμένες, είναι κακοί σύμβουλοι στην πολιτική. Και οδηγούν, αργά ή γρήγορα, σε πολιτικές εξελίξεις.

Σε κάθε περίπτωση, με την πρόταση δυσπιστίας, οι βουλευτές τοποθετήθηκαν. Οι βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού υπέγραψαν χέρι-χέρι τη συμφωνία που δημιουργεί άμεσα και σταδιακά δυσμενή τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται, εφόσον στα Σκόπια το δημοψήφισμα είναι υπέρ της συμφωνίας και γίνει και η συνταγματική αναθεώρηση στη γειτονική χώρα, στην ελληνική Βουλή θα έρθει για επικύρωση τέλη του χρόνου. Αν στο μεταξύ έχουν γίνει εκλογές και Κυβέρνηση είναι η Νέα Δημοκρατία, και έρθει στην ελληνική Βουλή, θα την ψηφίσετε;

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρει ακέραιη την ευθύνη για τη συμφωνία, όχι η Νέα Δημοκρατία.

Η Κυβέρνηση προχώρησε σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Εκείνη είναι που παραχώρησε στους Σκοπιανούς τη δυνατότητα να δηλώνουν «Μακεδόνες» και να ισχυρίζονται ότι μιλούν τη «μακεδονική» γλώσσα.

Εκείνη δηλώνει, δια του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, ότι έχει βρει κάποιους πρόθυμους βουλευτές να επικυρώσουν τη συμφωνία.

Η Νέα Δημοκρατία, στο σύνολό της, δεν θα κυρώσει τη συμφωνία, συμφωνία που υποχρεούνται να φέρουν στη Βουλή οι κ. Τσίπρας και Καμμένος.

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Η απόφαση του Eurogroup είναι χειρότερη και από αυτή του 2017.
Νέες μειώσεις συντάξεων και αφορολόγητου έρχονται.
Εξοντωτικά πλεονάσματα επιβάλλονται μέχρι το 2060.
Οι θεσμοί θα εξακολουθούν να μας αξιολογούν κάθε τρεις μήνες.
Ακόμη και ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν για το χρέος, θα εξαρτώνται από την τήρηση του 4ου μνημονίου που υπέγραψε ο κ. Τσίπρας.
Η Ελλάδα χρειάζεται υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη. 
Και αυτό μόνο μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να το διασφαλίσει»

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Αξιωματική Αντιπολίτευση, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών, κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης.

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι η Νέα Δημοκρατία, διαχρονικά, στηρίζει την εύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης μεταξύ της Ελλάδας και των Σκοπίων.

Μια λύση που θα σέβεται όμως τα πραγματικά ιστορικά, εθνικά δεδομένα.

Σήμερα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρνει μια συμφωνία που τη διαμόρφωσε «εν κρυπτώ».

Συμφωνία που με στρεψοδικίες και επικοινωνιακά τερτίπια, αυταρχικά προωθεί.

Αδιαφορώντας για τις ευαισθησίες των πολιτών και τις θέσεις των κομμάτων.

Κυβέρνηση η οποία απέτυχε να αξιοποιήσει το κεκτημένο της εθνικής συνεννόησης επί του εθνικά κρίσιμου αυτού θέματος.

Κεκτημένο που σωρεύτηκε από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις, πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι.

Δεν θα ακολουθήσω αυτό το δρόμο, παρ’ ότι θα μπορούσα να καταθέσω μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», αλλά και την τελευταία έκφρασή του από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία.

Θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να ανοίξουμε αυτό το θέμα;

Δεν θα το κάνω γιατί δεν ωφελεί την εθνικά κρίσιμη προσπάθεια.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δικαιούται να μας κάνει μάθημα!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι, 

Η Κυβέρνηση περιφρονεί τον Ελληνικό λαό.

Λοιδορεί τις γνήσιες ευαισθησίες της πλειοψηφίας του.

Απαξιώνει το εθνικό κοινοβούλιο.

Επιδίδεται σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας και στρουθοκαμηλισμού.

Προχωρά σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Συμφωνία που παράγει διεθνή αποτελέσματα, κάποια από τα οποία θα αποκτήσουν τον χαρακτήρα του τετελεσμένου.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008.

Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Υποχωρήσεις αφού αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής ιθαγένειας», άρα και αντίστοιχης ταυτότητας.

Υποχωρήσεις αφού διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα, χωρίς κάποιον κοινά αποδεκτό όρο για όλες τις χρήσεις, κατοχυρώνοντας τον «μακεδονικό» εθνικισμό.

Πρόκειται συνεπώς για μία κακή συμφωνία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία, έχουμε χρέος από την ιστορία και ευθύνη για το μέλλον, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Να ενώσουμε και να μην διχάσουμε την κοινωνία.

Να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και τους κινδύνους με ενότητα, ευθύνη, ομοψυχία, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια.

Να εργαστούμε σκληρά, με αλληλεγγύη και συνοχή.

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών, όπως πράττει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις και με επικίνδυνους ακροβατισμούς, όπως κάνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων.

Πάνω από όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Όλα αυτά αποτελούν για τη σημερινή Κυβέρνηση, «αγαθά εν ανεπαρκεία».

Η «κατασκευή» των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δοκιμάσθηκε, «μετρήθηκε» με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης της χώρας.

Κυρίες και Κύριοι Οργανωτές του Συνεδρίου,

Αποτελεί για εμένα ιδιαίτερη ικανοποίηση να συμμετέχω στο Συνέδριό σας.

Είναι δε ιδιαίτερη τιμή και ευθύνη να συμμετέχω σε αυτό το στάδιο, εκπροσωπώντας τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος λόγω των πυκνών πολιτικών εξελίξεων, αν και θα το ήθελε πολύ, δεν μπορεί να απευθύνει την προγραμματισμένη ομιλία του.

Κυρίες και Κύριοι,

Το Συνέδριο πραγματοποιείται σε ένα ρευστό, αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον.

Εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αμηχανία απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις.

Από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Από ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα υποσυστήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από τάσεις περιχαράκωσης και προστατευτισμού, αρκετών εκ των εταίρων.

Από μεταβολές στην κατεύθυνση άσκησης της νομισματικής πολιτικής.

Και εσωτερικό, που χαρακτηρίζεται από μία οικονομία λιμνάζουσα, που συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της.

Και μια κοινωνία κουρασμένη, απαισιόδοξη και ανασφαλή.

Σε αυτό το περιβάλλον και με αυτά τα δεδομένα, η οικονομία της χώρας οδεύει, ασθμαίνουσα, προς την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος στο τέλος Αυγούστου.

Εστιάζοντας σε πτυχές της, παρατηρούμε τα εξής:

1ον. Η κατάσταση, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ βελτιώθηκε την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας σφαλμάτων του 1ου εξαμήνου του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Έκτοτε:

  • Η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει.

Η χώρα δεν έχει ακόμη επανέλθει στην κανονικότητα.

2ον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, τα τελευταία χρόνια, επιτυγχάνονται, και μάλιστα υπερκαλύπτονται.

Αντικείμενο όμως διερεύνησης πρέπει να είναι ο εντοπισμός και η αξιολόγηση των τρόπων επίτευξής τους, καθώς και τα παραγόμενα αποτελέσματά τους.

Η ανάλυση δείχνει ότι αυτό οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στη στέρηση πόρων από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Τα δε αποτελέσματα είναι η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους και η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.

3ον. Η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Κυβέρνηση, με ευθύνη της:

  • επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Μάλιστα το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Η ελληνική οικονομία, δυστυχώς, παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο.

Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μια γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

4ον. Στο δημοσιονομικό πεδίο, οι αντιφάσεις διαδέχονται η μία την άλλη.

Τώρα η Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Και μάλιστα με χαμηλές πτήσεις στην οικονομία, με ρυθμό μεγέθυνσης 1,8%!

Θυμίζω ότι ο κ. Τσίπρας, πριν από 2 χρόνια, τέτοιες ημέρες, στο Συνέδριό σας, υποστήριζε ότι «είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και μάλιστα για αρκετά χρόνια, εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας».

Τα συμπεράσματα δικά σας…

5ον. Η επόμενη ημέρα, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, δεν θα βρει τη χώρα στην ίδια κατάσταση με τα άλλα κράτη-μέλη που εξήλθαν από τα μνημόνια.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

6ον. Η χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού, μετά τη λήξη του προγράμματος, δεν είναι εξασφαλισμένη.

Δεν έχουν δημιουργηθεί οι αναγκαίες συνθήκες.

Εάν υπήρχε αξιοπιστία και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα μπορούσε βάσιμα να προσδοκάται ότι τα επιτόκια δανεισμού από τις αγορές θα ήταν ήδη σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα.

Συνεπώς, προς αποφυγή ενδεχομένου επικίνδυνης παλινδρόμησης, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας».

Επιλογή της Κυβέρνησης είναι το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία.

Χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιτυγχάνει πάνω από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

Η δική μας πρόταση προς αυτή την κατεύθυνση, είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, που εκτιμώνται σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να επιτύχει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλισθεί η χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα.

Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Να συμμετέχουμε ενεργά και ισότιμα στη συζήτηση που έχει ξεκινήσει για τη βελτίωση και την ενίσχυση της αρχιτεκτονικής της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Προς τούτο, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μία επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ την επόμενη πενταετία, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό που υπάρχει.

Όμως, για να φτάσουν οι ετήσιες επενδύσεις στο 21%-22% του ΑΕΠ, η οικονομία, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες και εκθέσεις, θα πρέπει να μεγεθύνεται με ετήσιους ρυθμούς της τάξεως του 4%.

Αυτός ο στόχος είναι εφικτός!

Η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της χώρας μας.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Ξεκινώντας από τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τις υπερ-αποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, την έκπτωση φόρου για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων, την ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων για την απόκτηση ακίνητης περιουσίας από πολίτες άλλων κρατών (πρόγραμμα golden visa).

2ος. Η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας.
  • Με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες, ξεκάθαρους κανόνες λειτουργίας και διαδικασίες αξιολόγησης, παντού.
  • Με την επιλογή να θέσουμε ως χώρα, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας και καινοτομίας.

3ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Αυτή η προτεραιότητα, αποτελεί ευθύνη τόσο της πολιτείας, όσο και των ίδιων των επιχειρήσεων.

Πολιτεία που πρέπει να δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, με τη Διοίκηση, το Κράτος και τη Δικαιοσύνη συμμάχους της επιχειρηματικότητας.

Πολιτεία που πρέπει να περιορίσει τη ρυθμιστική γραφειοκρατία, μεταθέτοντας μέρος της ευθύνης για τη συμμόρφωση στις επιταγές του νόμου στους επιχειρηματίες, θέτοντας όμως πολύ αυστηρές κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβάσεων.

Πολιτεία που πρέπει να εποπτεύει την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς, θεσπίζοντας κανόνες, υιοθετώντας εποπτικές πρακτικές, θωρακίζοντας τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Και από την άλλη πλευρά, επιχειρήσεις που πρέπει να λειτουργούν με υπευθυνότητα, στοχεύοντας στην αποτελεσματική διαχείριση και ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, των stakeholders.

Επιχειρήσεις που πρέπει να αποκτήσουν κουλτούρα εταιρικής διακυβέρνησης.

Επιχειρήσεις που οφείλουν να υλοποιούν λειτουργικούς εσωτερικούς ελέγχους, να προστατεύουν και να αναδεικνύουν το περιβάλλον, να επιδεικνύουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

4ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

  • Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων.
  • Με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας.
  • Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές.
  • Με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω, κυρίως, του τραπεζικού συστήματος.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

5ος. Η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Υπενθυμίζω ότι με τη διπλή αναδιάρθρωσή του το 2012, μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του χρέους.

Απόδειξη αυτού είναι οι τόκοι που σήμερα ως χώρα καταβάλλουμε να είναι περίπου οι μισοί αυτών που πληρώναμε μέχρι το 2011.

Με αποτέλεσμα, στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ να υποστηρίζει ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Όμως, στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Συνεπώς σήμερα, οι παρεμβάσεις στο χρέος, μετά την επιβάρυνσή του την τελευταία τριετία, είναι αναγκαίες, στηριζόμενες σε αποφάσεις του παρελθόντος οι οποίες με ευθύνη των εταίρων ακόμη δεν έχουν υλοποιηθεί.

Ζητούμε δε αυτές οι παρεμβάσεις να είναι καθαρές, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες.

Κυρίες και Κύριοι,

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει αποδειχθεί διαχρονικά ότι η Νέα Δημοκρατία δημιουργεί πληρέστερα τις συνθήκες και επιτυγχάνει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας.

Η επίτευξη αυτή με τη σειρά της, θα βελτιώσει πιο αποτελεσματικά τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, αφού, σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες και τη βιβλιογραφία, η αναλογία επίδρασης του ρυθμού ανάπτυξης και των πρωτογενών πλεονασμάτων στο χρέος είναι 1,8:1.

Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι πλέον θα επιτυγχάνονται μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Όλα αυτά προϋποθέτουν μια μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, η οποία θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στην ιστορία, στις δυνατότητες και στην προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο «κοπής» ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Αφορά την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του Μνημονίου των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Ενός αχρείαστου Μνημονίου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση της τελευταίας οκταετίας.

Κυβέρνηση η οποία, χωρίς καμία ηθική αναστολή, χωρίς αξιακές σταθερές, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, περιφρονώντας ευαισθησίες της κοινωνίας, υπογράφει τα πάντα για την εξουσία, προχωρώντας σε βαριές οικονομικές και εθνικές υποχωρήσεις και κακές συμφωνίες.

Ας περιοριστούμε όμως σήμερα στο πεδίο της οικονομίας.

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα οδηγείται στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Το μόνο όμως που ολοκληρώνεται είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Κυβέρνηση η οποία, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται.

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει.

Σε σχέση με το 2014:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών, η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος», αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

3ον. Το Πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει νέα μέτρα που δεν έχει βιώσει ακόμη η κοινωνία και τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο. Συνεπώς δεν έχει και την πολιτική νομιμοποίηση να τα εφαρμόσει!

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Θα αυξηθεί ο ΕΝΦΙΑ, που θα καταργούσατε σε 1εκατ. νοικοκυριά.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Αυτά τα νέα μέτρα οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της σημερινής Κυβέρνησης στα 14,5 δισ. ευρώ.

Ειδικά για τους συνταξιούχους το 2019, ακόμη και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα για κοινωνική προστασία, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συνεπώς, το διαθέσιμο εισόδημα των συνταξιούχων θα μειωθεί ακόμη περισσότερο το 2019.

Ευτυχώς όμως τότε, το αργότερο, τελειώνουν τα βάσανα των πολιτών με τη σημερινή ανερμάτιστη Κυβέρνηση!

Πάντως, λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Η Κυβέρνηση αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται και η κοινωνία να φτωχοποιείται.

  • Επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα κατά 55%, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Κατά τα άλλα υποστηρίζετε ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική!

Τελικά οι αυταπάτες δεν γιατρεύονται…

Και επειδή λέτε ότι δήθεν κινδυνολογούμε, να μια ακόμη απόδειξη της αποτυχίας σας:

Σε σχέση με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο που εσείς πέρυσι ψηφίσατε, ήδη σήμερα εκτιμάτε σωρευτική απώλεια πλούτου ύψους 26 δισ. ευρώ μέχρι το 2021!

Και μετά καυχιέστε για τις δήθεν επιτυχίες σας; Αιδώς Αργείοι…

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Αλήθεια όμως, τι υποστήριζε ο κ. Τσίπρας πριν από 2 χρόνια (23 Ιουνίου 2016), μετά τη λαϊκή νομιμοποίηση του 2015;

«Είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και, μάλιστα, για αρκετά χρόνια. Εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας.»

Συνεπώς μην υποστηρίζετε ότι η Αξιωματική Αντιπολίτευση κινδυνολογεί.

Μόνοι σας καρφώνεστε!

Είμαι όμως απολύτως βέβαιος ότι κατά την μεθαυριανή του ομιλία, στο ίδιο συνέδριο του Economist, ο κ. Τσίπρας θα κάνει άλλη μία κυβίστηση.

Ή να το πούμε πιο λαϊκά, μία ακόμη κωλοτούμπα!!!

Άλλωστε, το «χούι» δεν κόβεται…

6ον. Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται «αμετάκλητα» και «άνευ όρων» στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης Υπερταμείου.

Πράγματι, με αίσθημα ευθύνης, η Νέα Δημοκρατία ψήφισε τότε την παραμονή της χώρας στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης.

Το μνημόνιο όμως φέρει τις δικές σας υπογραφές!!!

Ένα χρόνο μετά, το 2016, ιδρύθηκε το Υπερταμείο και δεσμεύθηκε η δημόσια περιουσία της χώρας.

Η Νέα Δημοκρατία καταψήφισε την ίδρυσή του.

Κι αυτό διότι περιελάμβανε δυσμενέστερους όρους σε σχέση με το 2015, με πρωτοφανή εκχώρηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της χώρας, χωρίς ουσιαστικό εθνικό και δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία.

Με διάρκεια ζωής τα 99 έτη, όταν η μέση υπολειπόμενη διάρκεια του δανείου είναι τα 33 έτη.

Χωρίς «οροφή» στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται, έναντι πρόβλεψης για 50 δισ. ευρώ στο 3ο Μνημόνιο.

Με αποτέλεσμα, Συνάδελφος της Κυβερνητικής πλειοψηφίας να υποστηρίζει στην Επιτροπή ότι «αυτό συνιστά την επισφράγιση ότι η χώρα μας είναι αποικία χρέους.»

Και λέτε μετά ότι εμείς κινδυνολογούμε;

Τελικά, με εσάς στην Κυβέρνηση «πάτος στις υποχωρήσεις και τον κατήφορο» δεν υπάρχει!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία καταψηφίζει επί της αρχής το Πολυνομοσχέδιο.

Και αυτό γιατί λείπει από την Κυβέρνηση η βούληση, η αξιοπιστία και το σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Ένα σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Ένα σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξημένης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου.

Με βασικούς άξονες:

1ον. Την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και την άμεση και σταδιακή μείωση της υψηλής φορολόγησης των πολιτών.

Αντιθέτως, η σημερινή Κυβέρνηση, όπως περιγράφει και το δήθεν αναπτυξιακό της σχέδιο, πιστεύει ότι «ο συνολικός φορολογικός συντελεστής στην Ελλάδα δεν είναι υπερβολικά υψηλός σε ευρωπαϊκή κλίμακα».

2ον. Την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους.
  • Την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

3ον. Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει – διαχρονικά – αποδειχθεί ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να δημιουργήσει πληρέστερα τις συνθήκες υψηλότερης ανάπτυξης της οικονομίας.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, η οποία μαζί με τις αναγκαίες, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες παρεμβάσεις για τη ρύθμισή του, θα δώσουν τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Διαθέτει υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

Θέλω να ευχαριστήσω το Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο για την πρόσκλησή του να συμμετάσχω στο Συνέδριο και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για το κρίσιμης σημασίας, πολυδιάστατο πεδίο της Υγείας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η δομή και λειτουργία τόσο του συστήματος παροχής υγειονομικών υπηρεσιών, όσο και των υποσυστημάτων αυτού, όπως είναι ο κλάδος του φαρμάκου, συνιστά βασικό ζήτημα που απασχολεί, παγκοσμίως, τις σύγχρονες κοινωνίες.

Αυτό είναι λογικό αφού έχει αποδειχθεί, τόσο στο πεδίο της επιστήμης όσο και στο πεδίο του πραγματικού κόσμου, ότι επηρεάζει τα δημόσια οικονομικά, την απασχόληση, το ρυθμό παραγωγής πλούτου και την ευημερία των πολιτών.

Οι παράγοντες και οι μεταξύ τους αιτιώδεις σχέσεις που υπεισέρχονται στα εθνικά συστήματα υγείας είναι πολλοί και πολλές.

Είναι ενδογενείς και εξωγενείς και συναρτώνται με το πολιτισμικό, το αξιακό, το επιστημονικό, το κοινωνικό και το οικονομικό πλαίσιο.

Η ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ «εντολέα» και «εντολοδόχου», δηλαδή μεταξύ ιατρού και ασθενούς, τα προβλήματα προσφοράς και ζήτησης ιατρικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ακριβή ιατρική τεχνολογία, η ανάγκη αντιμετώπισης της εισοδηματικής ανισότητας, η ανάγκη παροχής κοινωνικών αγαθών υγειονομικής περίθαλψης στους ανασφάλιστους πολίτες, η αντιμετώπιση μαζικών και μεταδοτικών ασθενειών και η προληπτική αντιμετώπιση ασθενειών, είναι μερικές μόνο από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα τα συστήματα υγείας.

Εκτός όμως αυτών των – σε παγκόσμια κλίμακα – προκλήσεων, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στη χώρα μας ο τομέας της υγείας παρουσιάζει, διαχρονικά, σημαντικά προβλήματα.

Προβλήματα που συσσωρεύονταν.

Προβλήματα που επιβαρύνθηκαν από κοινωνικούς παράγοντες, όπως είναι η αύξηση των περιστατικών χρόνιων νοσημάτων, η εμφάνιση νέων ασθενειών, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, η  γήρανση του πληθυσμού και η αύξηση του ποσοστού των οικονομικών μεταναστών.

Τούτων δοθέντων, και μέσα σε πιεστικές δημοσιονομικές συνθήκες, ήταν αναγκαία η καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στο χώρο της υγείας, σε ένα πλαίσιο εξισορρόπησης μεταξύ των δύο βασικών αναγκών: της ανάγκης εξορθολογισμού των δημόσιων δαπανών υγείας και της ανάγκης πρόσβασης των πολιτών σε ποιοτικές παροχές υγείας.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γεγονός ότι τα προηγούμενα χρόνια αναλήφθηκαν σημαντικές πρωτοβουλίες για τη διαμόρφωση ενός συστήματος υγείας που θα εδράζεται στις αρχές της οικονομικής αποδοτικότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της διασφάλισης της ποιότητας και της εξασφάλισης ίσης και καθολικής πρόσβασης στις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Με διαρθρωτικές παρεμβάσεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων:

  • Η αναμόρφωση και ενίσχυση του πλαισίου των κανόνων δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας και η βελτίωση του συστήματος δημοσιονομικών ελέγχων, και στον χώρο της υγείας.
  • Η υποχρεωτική λειτουργία του Μητρώου Δεσμεύσεων, για το σύνολο των φορέων υγείας από το 2012, έτσι ώστε, πριν από την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης, να δεσμεύονται οι αναγκαίες πιστώσεις του Προϋπολογισμού του κάθε φορέα.
  • Η ενεργοποίηση μηχανισμών παρακολούθησης των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, και στον χώρο της υγείας.
  • Η εφαρμογή εσωτερικών ελέγχων στο σύνολο των δομών του Υπουργείου Υγείας.
  • Ο εκσυγχρονισμός και η υιοθέτηση αυστηρότερων διαδικασιών ελέγχου των οικονομικών δεδομένων των νοσοκομειακών μονάδων, με την προώθηση συστημάτων μηχανογράφησης και διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
  • Η αναμόρφωση του συστήματος προμηθειών στο υγειονομικό σύστημα, μέσω της θεσμοθέτησης της διενέργειας διαγωνισμών για την προμήθεια υγειονομικού υλικού σε κεντρικό επίπεδο.
  • Ο εξορθολογισμός της χρηματοδότησης των νοσοκομείων με την εισαγωγή κλειστών ενοποιημένων νοσηλίων.
  • Η θεσμική καθιέρωση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, σε όλο το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και στους δρώντες αυτού.
  • Η θέσπιση ορίων για τον περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης, μέσω της έκτακτης και προσωρινής εφαρμογής των μηχανισμών «clawback» και «rebate», η οποία βέβαια σήμερα έχει αποκτήσει μονιμότερα χαρακτηριστικά.
  • Η ενοποίηση των κλάδων υγείας των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης με τη θέσπιση του ΕΟΠΥΥ, ο οποίος, μετά από τις αρχικές οργανωτικές δυσκολίες και δυσλειτουργίες, μετατράπηκε από πάροχο σε αγοραστή υπηρεσιών και προϊόντων υγείας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην εναρμόνιση και στον καθορισμό ενιαίων εισφορών και παροχών.
  • Η εκπόνηση και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, και στον χώρο της υγείας.
  • Η διευκόλυνση της πρόσβασης των ανασφάλιστων πολιτών, από το 2014, στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια περίθαλψη, λαμβάνοντας μέριμνα και για την παροχή φαρμακευτικής κάλυψης.

Τα αποτελέσματα αυτών των παρεμβάσεων έγιναν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ορατά.

Η δημόσια δαπάνη για την υγεία περιορίστηκε σημαντικά, με τις μεγαλύτερες περικοπές να υφίστανται τα ιατρικά προϊόντα και τα φάρμακα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 2010-2016, η συνολική χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας μειώθηκε κατά 32% (όσο και η φαρμακευτική δαπάνη μέχρι το 2017), με τη δημόσια χρηματοδότηση να παρουσιάζει μείωση κατά 43%.

Όμως η πλήρης αλήθεια είναι ότι σημαντικό μέρος από τη μείωση της δημόσιας δαπάνης μετατοπίστηκε στους ιδιώτες, με την ιδιωτική δαπάνη να αποτελεί, το 2016, το 41% της συνολικής.

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτός ο περιορισμός της δημόσιας δαπάνης ήταν μεν απαραίτητος, διόγκωσε όμως θέματα ανεπάρκειας, ανισοκατανομής και ανισότητας υλικών, οικονομικών και ανθρώπινων πόρων.

Με την σημερινή Κυβέρνηση να συμβάλλει, με πράξεις και παραλείψεις της, εξαιτίας ανικανότητας και αβελτηρίας, προς αυτή την κατεύθυνση.

Κάποια από αυτά καλύπτονται από το υψηλό αίσθημα ευθύνης του ιατρικού, νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού του συστήματος υγείας της χώρας.

Ενώ και η συμμετοχή των ιδιωτών καθίσταται μη βιώσιμη σε ένα περιβάλλον μακροχρόνιας ανεργίας και υπερφορολόγησης, που έχει οδηγήσει στη δραματική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Συνεπώς, με δεδομένο ότι η χώρα μας θα εξακολουθεί να λειτουργεί σε περιβάλλον αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών και μεγάλων προκλήσεων και μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, θα πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος παροχής υπηρεσιών υγείας.

Ένα σύστημα υγείας που θα αξιοποιεί με ποιοτικό, αποδοτικό, παραγωγικό και αποτελεσματικό τρόπο τους διαθέσιμους πόρους και θα διασφαλίζει τόσο τη βιωσιμότητα του υγειονομικού συστήματος όσο και την καλύτερη πρόσβαση της κοινωνίας σε υπηρεσίες υγείας.

Ενώ παράλληλα θα πρέπει να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες του κλάδου, με στόχο τη διεύρυνση της αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, τις οποίες διαρκώς εμπλουτίζει και επικαιροποιεί, όπως είναι:

1ον. Η αναγκαιότητα λειτουργίας του συστήματος με συγκεκριμένους στόχους και αυστηρούς ελέγχους, προκειμένου η απόδοση και η αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών να είναι μετρήσιμες.

Απαιτείται η ενίσχυση της αξιολόγησης των μονάδων υγείας και η εισαγωγή κινήτρων και αντικινήτρων που θα εξασφαλιστούν καλύτερες υπηρεσίες για όλους του πολίτες.

2ον. Η ενδυνάμωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, συμβάλλοντας καθοριστικά τόσο στη βελτίωση της πρόσβασης των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας, όσο και στην αποσυμφόρηση της λειτουργίας της δευτεροβάθμιας και νοσοκομειακής φροντίδας υγείας.

3ον. Η εισαγωγή επαγγελματικού μάνατζμεντ στα νοσοκομεία με την προώθηση σύγχρονων διοικητικών μεθόδων, αξιοκρατικών διαδικασιών και συνθηκών διοικητικής ευελιξίας, με παράλληλο αυστηρό πλαίσιο λογοδοσίας, υποχρεώσεων και πρακτικών αξιολόγησης.

4ον. Η αξιοποίηση της σύγχρονης ιατρικής τεχνολογίας και των πληροφοριακών συστημάτων για τη βελτίωση και την επίσπευση των διαδικασιών διάγνωσης και περίθαλψης των ασθενών και τη διευκόλυνση της πρόσβασής τους σε υπηρεσίες υγείας.

5ον. Η θέσπιση ατομικού ηλεκτρονικού φακέλου ασθενούς, διασφαλίζοντας τη συνέχεια, τον συντονισμό και την αποτελεσματικότητα της υγειονομικής φροντίδας.

6ον. Η αξιοποίηση των υφιστάμενων εργαλείων για την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, τα οποία παραμένουν ανενεργά και η εισαγωγή δεσμευτικών θεραπευτικών πρωτοκόλλων με γνώμονα την ορθή ιατρική πρακτική προς όφελος τόσο του ασθενούς όσο και του Κράτους.

7ον. Η συστηματική έμφαση στην προληπτική ιατρική, εστιάζοντας στην ανάπτυξη προγραμμάτων προληπτικών εξετάσεων σε εθνικό επίπεδο, σε μία λογική προσυμπτωματικού ελέγχου βάσει των διεθνών επιστημονικών πρωτοκόλλων για την έγκαιρη διάγνωση ασθενειών, ώστε να συρρικνωθεί η ζήτηση για μία σειρά υπηρεσίες και προϊόντα υγειονομικής φροντίδας.

8ον. Η υλοποίηση του θεσμού του οικογενειακού γιατρού, τον οποίο θα επιλέγει ο κάθε πολίτης και ο οποίος θα βοηθάει αποφασιστικά στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση, στη θεραπεία και στην παραπομπή – όταν υπάρχει ανάγκη – σε εξειδικευμένους γιατρούς.

9ον. Η κατ’ οίκον διανομή φαρμάκων για συγκεκριμένες ομάδες ασθενών και η πραγματοποίηση ραντεβού με γιατρούς του ΕΟΠΥΥ εντός 24 ωρών για ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού μέσω της υιοθέτησης του βρετανικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο ένα ποσοστό των ημερήσιων ραντεβού κάθε γιατρού αφορά αυτές τις ομάδες πληθυσμού.

10ον. Η επέκταση της διάρκειας των επαναλαμβανόμενων συνταγών για τους χρονίως πάσχοντες, ώστε να μειώνεται η ταλαιπωρία τους για τη χορήγηση νέας συνταγής και να μην απασχολούνται οι γιατροί με κάτι που δεν χρειάζεται.

11ον. Η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους παρόχους υπηρεσιών υγείας, οι οποίες σήμερα υπερβαίνουν τα 1,75 δισ. ευρώ.

12ον. Η πραγματοποίηση προσλήψεων στο χώρο της υγείας, με προτεραιότητα στις προσλήψεις νοσηλευτών που θα καλύψουν τις μεγάλες σημερινές ελλείψεις.

13ον. Η αύξηση των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη και η επιτάχυνση των διαδικασιών για την έναρξη και υλοποίηση κλινικών μελετών στη χώρα μας.

Μελέτες που θα έχουν πολλαπλά οφέλη τόσο για την πρώϊμη πρόσβαση των ασθενών σε νέες καινοτόμες θεραπείες, όσο και για το ίδιο το Κράτος ως μια νέα πηγή εισροής κεφαλαίων και επενδύσεων, καθώς και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

Επίσης, η αύξηση των πατεντών και η δημιουργία δικτύων στενής συνεργασίας με ερευνητικά κέντρα των Πανεπιστημίων στις εταιρείες που σχετίζονται με τον χώρο της υγείας.

14ον.  Η χάραξη στρατηγικής που θα καταστήσει τη χώρα μας ελκυστικό διεθνή προορισμό ιατρικού τουρισμού.

Ιατρικός τουρισμός που μπορεί να παρέχει υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, να συμβάλλει στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και να προωθήσει την ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς ιατρικών υπηρεσιών.

Κυρίες και Κύριοι,

Κλείνοντας, θέλω  να καταθέσω την πεποίθησή μου ότι η χώρα μας διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις, ιστορικές, περιβαλλοντικές, γεωγραφικές και πρωτίστως επιστημονικές, για να καταστεί κέντρο παροχής υψηλής ποιότητας ιατρικών υπηρεσιών για την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, σε συνδυασμό βεβαίως με πανεπιστημιακά ιδρύματα, κρατικά και μη κρατικά, υψηλής ποιότητας.

Το ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από εμάς.

Ομιλία στη κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής κατά τη συζήτηση

του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα, και πάλι σε πιεστικές χρονικά συνθήκες, ένα ακόμη «αριστερό» Πολυνομοσχέδιο.

Αυτή τη φορά για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του αχρείαστου Μνημονίου που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, κυρίως για τα πιο αδύναμα εισοδηματικά στρώματα, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση.

Η παρούσα συζήτηση διεξάγεται σε ένα βεβαρημένο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον.

Εσωτερικό, που βρίσκει την οικονομία ασταθή, την κοινωνία ανασφαλή και τη χώρα εκτεθειμένη σε κινδύνους, με πιθανές βαριές εθνικές υποχωρήσεις.

Και εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και αβεβαιότητα σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση γράφει τον επίλογο της τελευταίας έκδοσης, αφού πλέον δεν «πουλάει», του περί πολιτικής υποκρισίας βιβλίου με τίτλο: «Πώς να διαλαλείς και να πράττεις τα πάντα, για να κερδίζεις λίγο χρόνο παραμονής στην εξουσία».

Ειδικότερα, στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου, ξεδιπλώνονται οι νέες κυβερνητικές δήθεν αυταπάτες, στην ουσία όμως τα νέα κυβερνητικά ψέματα.

Συγκεκριμένα:

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα, με την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης, θα οδηγηθεί στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που ολοκληρώνεται το καλοκαίρι είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν και θα επεκταθούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο συστηματικά αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό κοινοβούλιο.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα: Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με ευθύνη της Κυβέρνησης, σήμερα δεν είναι εφικτή.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία επιτυγχάνει τους στόχους που έχουν τεθεί.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, προσπαθεί να φτάσει το σημείο στο οποίο ήταν το 2014. Από τότε:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, εξαιτίας των διαδοχικών μέτρων λιτότητας την τελευταία τριετία, ύψους 9,5 δισ. ευρώ.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει αυξηθεί κατά 57% από το τέλος του 2014.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Η μακροχρόνια ανεργία ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας έχει διογκωθεί.
  • Οι ευέλικτες μορφές εργασίας έχουν διευρυνθεί.
  • Οι καταθέσεις των πολιτών έχουν μειωθεί.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.
  • Το χρέος ως απόλυτος αριθμός διογκώνεται.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Και η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει καταρρεύσει.

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα.

3ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι δεν υπάρχουν νέα μέτρα.

Η αλήθεια είναι ότι τα νέα μέτρα του κατ’ ουσίαν 4ου Μνημονίου, για την περίοδο μετά το 2018, επαναλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο.

Συγκεκριμένα:

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Διατηρείται ο συνολικός ΕΝΦΙΑ στα ίδια επίπεδα, αναμένεται όμως να υπάρξει αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας για τις λαϊκές συνοικίες, τα λαϊκά στρώματα και τα χαμηλά εισοδήματα.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για την 2η επί της σημερινής Κυβέρνησης μείωση του αφορολόγητου.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι πριν την 1η μείωση, ο Υπουργός Οικονομικών είχε απειλήσει με παραίτηση αν αυτή υλοποιείτο.

Και σήμερα, έχοντας πλέον εθιστεί στις περικοπές, προχωράει σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση.

Ευτυχώς τουλάχιστον που σταμάτησαν οι απειλές περί παραίτησης, διότι τότε δεν θα υπήρχε καν αφορολόγητο όριο!

Αυτά τα νέα μέτρα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων, μίας επικουρικής σύνταξης και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της στα 14,5 δισ. ευρώ.

Επιβεβαιώνεται μάλιστα ότι αυτά θα υλοποιηθούν ανεξάρτητα από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Αντιθέτως, τα όποια αντίμετρα, θα υλοποιηθούν εφόσον υπερκαλυφθούν οι υψηλοί στόχοι.

Ακόμη όμως και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις το 2019 υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συρρικνώνοντας, ακόμη περισσότερο, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών το 2019, ειδικά των συνταξιούχων.

Ευτυχώς όμως, το αργότερο τότε, τελειώνουν και τα βάσανα της κοινωνίας με τη σημερινή ιδεοληπτική και ανίκανη Κυβέρνηση!

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα: Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης. Από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα έχει ήδη μπει σε τροχιά υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει και αυτές τις ψευδαισθήσεις.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Το αποτέλεσμα είναι να έχει χαθεί δυνητικός πλούτος ύψους 34 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2018, ή 8.220 ευρώ από το κάθε Ελληνικό νοικοκυριό.

Ενώ η Κυβέρνηση προβλέπει χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης το 2022 από το 2018!

Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον.

Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Συνεπώς, 4ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, πολύ υψηλότερα από τους στόχους, μεγέθους 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Ξεχνώντας ότι, μέχρι πρόσφατα, η ίδια υποστήριζε ότι ούτε καν το 3,5% δεν είναι ανέφικτος στόχος.

Λησμονώντας ότι η ίδια υποστήριζε πως αυτά τα πρωτογενή πλεονάσματα «σκοτώνουν την κοινωνία» και «πνίγουν την οικονομία».

Αδιαφορώντας για την αρνητική επίδραση που αυτά έχουν στην πραγματική οικονομία.

Αγνοώντας ακόμη και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, το οποίο «εκφράζει την ανησυχία του για την επίμονη επιδίωξη υψηλότερων του στόχου πρωτογενών πλεονασμάτων, που συνεπάγονται υπερβολική λιτότητα και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη».

Σημειώνεται μάλιστα ότι οι σημερινοί υψηλοί δημοσιονομικοί στόχοι εκτιμάται ότι θα επιτευχθούν με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με αυτούς που προβλέπονταν και είχαν συμφωνηθεί με τους δανειστές στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα του 2014.

Επιβεβαιώνοντας ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση θα επιτύγχανε, για λίγα χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της ανάπτυξης.

Ενώ η σημερινή Κυβέρνηση προβλέπει ότι θα επιτύχει, για πολλά χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της αέναης λιτότητας.

Συνεπώς, 5ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, σε πλήρη ως συνήθως ασυνέπεια με όσα μέχρι πρόσφατα υποστήριζε, από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων σήμερα έγινε λάτρης και υπερασπιστής τους.

6ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι θα ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία.

Η αλήθεια είναι ότι και σε αυτό το πεδίο, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης είναι απογοητευτικές.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται υψηλές, σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με το 2014, παρά την εκταμίευση δανειακών πόρων ύψους 5 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή τους.

Ενώ οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι οποίες σύμφωνα με το Πολυνομοσχέδιο «θα χρηματοδοτήσουν την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας», παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, η οποία, από μήνα σε μήνα, διευρύνεται.

Σημειώνεται μάλιστα ότι αυτές, το 2017, διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας!

Συνεπώς, 6ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, λόγω ανικανότητας, αβελτηρίας και αναποτελεσματικότητας, αδυνατεί να «αιματοδοτήσει» την πραγματική οικονομία.

7ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η δημόσια περιουσία δεν ενεχυριάζεται.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση του 2015, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται αμετάκλητα και άνευ όρων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων τη χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης του Υπερταμείου.

Το Υπερταμείο προστέθηκε τότε ως συμβαλλόμενος στη δανειακή σύμβαση, με τη γενική αναφορά σε «Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων», δεδομένου ότι τότε δεν υφίστατο νομικά, αφού δεν το είχε αποδεχθεί οποιαδήποτε προηγούμενη Κυβέρνηση.

Το 2016, συστάθηκε, με αποτέλεσμα να δεσμευθεί η δημόσια περιουσία της χώρας για διάρκεια ενός αιώνα.

Σήμερα, ολοκληρώνεται το τυπικό νομικό μέρος της δέσμευσης της δημόσιας περιουσίας: το Υπερταμείο καθίσταται εγγυητής του δανείου του 3ου Μνημονίου και αναλαμβάνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Δημοσίου σε περίπτωση αθέτησης πληρωμής.

Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, 7ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση βάζει «υποθήκη το σπίτι» της, χωρίς καν να παίρνει το σύνολο του δανείου! Η ταπεινωτική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει ότι το «βαρέλι δεν έχει πάτο» για την σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συνοψίζοντας, όπως αποτυπώνεται στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου:

  • Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι εφικτή.
  • Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζονται και μετά το καλοκαίρι, με νέα μέτρα λιτότητας.
  • Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα, αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, αδυνατεί να ενισχύσει με ρευστότητα την οικονομία.
  • Η Κυβέρνηση, εις βάρος της κοινωνίας, μετατρέπεται από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, σε λάτρης και υπερασπιστής τους.
  • Ενώ βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η Νέα Δημοκρατία, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στη χώρα και τους πολίτες, καταψηφίζει επί της αρχής το κυβερνητικό Πολυνομοσχέδιο.