Newsletter

Αποσπάσματα τοποθέτησης στην κοινή συνεδρίαση

των Επιτροπών Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής

με θέμα την Έκθεση Ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις


Είναι γνωστό ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τους ιδιώτες συμβάλλει στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, ενισχύει την αξιοπιστία του Δημοσίου και συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

Άλλωστε και το Ελεγκτικό Συνέδριο, στην Έκθεση που συζητάμε σήμερα, επισημαίνει ότι «η σώρευση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων μπορεί να έχει αρνητικές επιδράσεις στην εγχώρια οικονομία και αποτελεί μείζον πρόβλημα του δημοσιονομικού συστήματος της χώρας».

Σε αυτό το πλαίσιο, αντιθέτως απ’ ότι έπραξε η προηγούμενη Κυβέρνηση, η σημερινή Κυβέρνηση έχει αποτύχει στο στόχο εκκαθάρισης αυτών των οφειλών.

Συγκεκριμένα, όπως τα στοιχεία αποτυπώνουν:

1ον: Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου παραμένουν σταθερά υψηλές.

Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2012, η προηγούμενη Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους.

Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται, με προσαρμογές, μέχρι και σήμερα.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, στα 3,6 δισ. ευρώ, τονώνοντας τη ρευστότητα της οικονομίας και βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα».

Έτσι, παρά το γεγονός ότι εκταμιεύθηκαν περισσότερα από 7 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ (σχεδόν στο ύψος του 2014).

Αυτό οφείλεται κατά βάση, πέρα από εγγενείς διαρθρωτικές αδυναμίες στη δημοσιονομική διαχείριση, στην επιλογή της Κυβέρνησης να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και στην ανικανότητά της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση απέτυχε να μειώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.

2ον: Η πλήρης εκκαθάρισή τους έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017, κατόπιν για το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, και στη συνέχεια για το τέλος του 2018.

Μάλιστα ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, στις 19 Μαρτίου, «δεσμευόταν ότι το υπόλοιπο των ληξιπροθέσμων θα έχει μηδενιστεί μέχρι το τέλος του προγράμματος».

Ενώ, παρόμοιες, επαναλαμβανόμενες και ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις είχε αναλάβει και η Υπουργός Εργασίας, η οποία δήλωνε ότι «ο σχεδιασμός της Κυβέρνησης για την εκκαθάριση σχεδόν όλου του όγκου των εκκρεμών αιτήσεων συνταξιοδότησης ληξιπρόθεσμων είναι για τον Αύγουστο του 2018».

Τελικά τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει.

Τουναντίον, το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού απλά προβλέπει την περαιτέρω μείωσή τους μέχρι το τέλος του έτους, και φυσικά όχι την πλήρη εκκαθάρισή τους.

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση απέτυχε να υλοποιήσει τις χρονικές δεσμεύσεις της για πλήρη εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.

3ον: Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών βασίζεται πλέον αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα και στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών.

Υπενθυμίζεται ότι για πρώτη φόρα κατά τη διάρκεια κάποιου προγράμματος, και συγκεκριμένα μετά την 2η αξιολόγηση τον Ιούνιο του 2017, καταγράφηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Αρχικά με αναλογία 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου, και στη συνέχεια με αναλογία 1/1, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.

Αντίστοιχη πρόβλεψη δεν υπήρχε σε προηγούμενο Πρόγραμμα.

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση απέτυχε να απορροφήσει έγκαιρα και στο σύνολο τους πόρους του Προγράμματος για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την Κυβερνητική ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα σε ένα ακόμη πεδίο άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Η Τομεάρχης Οικονομίας και Ανάπτυξης της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Α’ Αθηνών, κυρία Ντόρα Μπακογιάννη και ο Τομεάρχης Οικονομικών, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, αναφορικά με τις σημαντικές αποκλίσεις στην επίτευξη στόχων εκτέλεσης προϋπολογισμού φορέων Γενικής Κυβέρνησης, κατέθεσαν σήμερα ερώτηση προς τον Υπουργό Οικονομικών, έκαναν την ακόλουθη κοινή δήλωση:

«Σημαντικές αποκλίσεις στην εκτέλεση του προϋπολογισμού τους παρουσιάζουν ΔΕΚΟ και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Συγκεκριμένα, για το πρώτο εξάμηνο του 2018, 25 από τους 119 φορείς -ποσοστό 21%- που καταθέτουν στοιχεία παρουσιάζουν απόκλιση άνω του 10% σε σχέση με τον στόχο του εξαμήνου. Μεταξύ αυτών είναι Πανεπιστήμια, το ΚΕΕΛΠΝΟ, ο ΕΟΤ, ο ΟΑΣΘ, τα ΕΑΣ ΑΕ και το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας.

Είναι, δε, εξόχως ανησυχητικό το γεγονός ο εκτροχιασμός που παρατηρείται αποδίδεται σε γενικές και ασαφείς αιτίες αναιρώντας έτσι  το νόημα που έχει η παρακολούθηση εκτέλεσης των προϋπολογισμών τους. Με αυτά ως δεδομένα αλλά και λόγω της σημασίας που έχει η πιστή τήρηση του προϋπολογισμού για να αποφευχθεί η εφαρμογή επιπλέον μέτρων λιτότητας, η Νέα Δημοκρατία θέτει πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα σχετικά με τις αποκλίσεις που καταγράφονται:

  1. Ποια είναι αναλυτικά, ανά αποκλίνοντα φορέα, η αιτιολόγηση των παρατηρούμενων αποκλίσεων και ποιες οι παρεμβάσεις/ενέργειες που έχουν αναληφθεί από αυτόν για τη διόρθωσή τους, όπως προβλέπει η νομοθεσία;
  1. Υπάρχουν φορείς που, παρά το γεγονός ότι αποκλίνουν από τη στοχοθεσία, δεν αιτιολογούν επαρκώς τις αποκλίσεις ή/και δεν αναλαμβάνουν την υλοποίηση διορθωτικών παρεμβάσεων;
  2. Ποιες είναι οι ενέργειες του Υπουργείου Οικονομικών για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας σε φορείς που παρουσιάζουν μη επαρκώς αιτιολογημένες αποκλίσεις από τη στοχοθεσία ή/και δεν αναλαμβάνουν την υλοποίηση διορθωτικών παρεμβάσεων, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία;» 

Μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο της Ερώτησης.

Στον δημόσιο πολιτικό διάλογο ένα ερώτημα που συχνά τίθεται είναι εάν το 3ο, αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο οδήγησαν τη χώρα η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, πέτυχε ή απέτυχε.

Η Κυβέρνηση διατείνεται ότι πέτυχε, ισχυριζόμενη, κυρίως, ότι υπερκαλύπτονται οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Η πραγματικότητα όμως, για ακόμη μία φορά, διαψεύδει τις επιθυμίες της.

Για μια σειρά από λόγους:

1ον. Δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές, κάτι που αποτελεί βασικό στόχο του προγράμματος.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί, πλήρως, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

2ον. Δεν επιτεύχθηκαν οι αναπτυξιακοί στόχοι του προγράμματος.

Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς.

Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Με λίγα λόγια, η χώρα βρίσκεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

3ον. Το ιδιωτικό χρέος διογκώθηκε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 60% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητάς τους.

4ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές που ξεπερνούν ακόμα τα 3 δισ. ευρώ, παρά την πρόβλεψη του προγράμματος ότι αυτές θα εκκαθαρίζονταν πλήρως μέχρι τις 20 Αυγούστου.

5ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Οι δαπάνες του, σε αντίθεση με την πρόβλεψη του προγράμματος, παρουσίασαν υστέρηση κατά 1,3 δισ. ευρώ έναντι του στόχου τη διετία 2016-2017, και επιπρόσθετα διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας.

Ενώ μέχρι σήμερα το 2018, η σωρευτική απόκλιση έναντι του στόχου ανέρχεται ήδη στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση στερεί πολύτιμη ρευστότητα από την οικονομία, προκειμένου να επιτύχει υπερπλεονάσματα.

6ον. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.

Σύμφωνα με τις διεθνείς εκθέσεις, όπως η πιο πρόσφατη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, η χώρα διαρκώς υποχωρεί την τελευταία τριετία στους παγκόσμιους δείκτες ανταγωνιστικότητας.

7ον. Το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων, την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, την παροχή πιστώσεων και τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας του, την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι το πρόγραμμα απέτυχε στους βασικούς του στόχους.

Και σε αυτούς που πέτυχε, το κόστος και οι επιπτώσεις για την οικονομία και την κοινωνία είναι τεράστια.

Ευτυχώς όμως για τη χώρα, μαζί με το πρόγραμμα κλείνει και ένας κύκλος αποτυχημένης διακυβέρνησης, που χαρακτηρίστηκε από αυταπάτες, ανευθυνότητα, τυχοδιωκτισμό, αναποτελεσματικότητα και ιδεοληψίες.

Και οι πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας.

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Τον Δεκέμβριο του 2013, με απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, άνοιξε ειδικός λογαριασμός στην Τράπεζα της Ελλάδος με σκοπό να συγκεντρώνονται σε αυτόν χρηματικά ποσά τα οποία προέρχονταν από εγκληματικές δραστηριότητες κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Κίνητρο για τους δυνάμει καταθέτες ήταν να διεκδικήσουν από τη Δικαιοσύνη καλύτερη αντιμετώπιση στις υποθέσεις που εκκρεμούσαν σε βάρος τους από την παράνομη δραστηριότητά τους. Τον Ιούνιο του 2014, μάλιστα, η τότε Κυβέρνηση, με το Ν. 4270/2014, προέβλεψε τα ανωτέρω ποσά να κατευθύνονται για τη χρηματοδότηση δράσεων που αφορούν την εκπαίδευση, την έρευνα, την υγεία ή την κοινωνική αλληλεγγύη. Αποτέλεσμα αυτής της πρωτοβουλίας, η οποία σημειώνεται ότι ακολουθείται ως συνήθης πρακτική σε πολλές χώρες της Ευρώπης, ήταν, μέχρι το τέλος του 2014, να συγκεντρωθούν 34,3 εκατ. ευρώ (7,5 εκατ. ευρώ το 2013 και 26,8 εκατ. ευρώ το 2014).

Από την ανάληψη της διακυβέρνησης από τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και παρά τις συνεχείς κοινοβουλευτικές ερωτήσεις μας (25.10.2016, 15.02.2017, 08.05.2018, 23.07.2018) δεν έχει δοθεί καμία απάντηση από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών για τα ποσά που ετησίως συγκεντρώνονται στον εν λόγω λογαριασμό. Ούτε πώς αυτά αξιοποιούνται.

Πριν από λίγες μέρες, στη Διαύγεια δημοσιεύθηκε ξαφνικά μια απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία τα εισπραχθέντα ποσά στο συγκεκριμένο λογαριασμό ανέρχονται σε μόλις 24.000 ευρώ για ολόκληρο το 2018!

Και μόνο η σύγκριση των δύο περιόδων αποκαλύπτει τη διαφορά της πολιτικής βούλησης, του σχεδίου και της αποτελεσματικότητας των δύο Κυβερνήσεων στο πεδίο της αξιοποίησης πόρων από την καταπολέμηση της διαφθοράς.

Στον συνεχή αυτό αγώνα, εμείς μέχρι στιγμής έχουμε κερδίσει στη βούληση, το σχέδιο και την αποτελεσματικότητα. Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ κέρδισε μόνο στα λόγια».

Συζητούμε τον τελευταίο Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Μία Κυβέρνηση της αυτοαποκαλούμενης αριστεράς, η οποία, μετά τους Προϋπολογισμούς της αυταπάτης, των ιδεοληψιών και της σκληρής λιτότητας, τερματίζει με έναν Προϋπολογισμό της καινοτομίας. Και καινοτομεί αφού καταφέρνει και παρουσιάζει δύο σενάρια στη συσκευασία του ενός. Όποιο σενάριο θέλει ο καθένας μπορεί να πάρει. Ο «μπαχτσές» έχει από όλα.

Τα βασικά συμπεράσματα του προσχεδίου είναι:

1ο. Η χώρα βγήκε τυπικά από το 3ο αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο την οδήγησαν η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, αλλά δεν έχει βγει ουσιαστικά από το μνημόνιο. Η Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με τις Κυβερνήσεις άλλων χωρών που βγήκαν από τα μνημόνια, τελεί υπό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

2ο. Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

3ο. Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών, και έχει οδηγήσει στην αποτυχία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και στη διόγκωση των οφειλών των πολιτών προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία. Η Κυβέρνηση των λαϊκιστικών, πελατειακών και παρασιτικών πρακτικών «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

4ο. Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε. Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

5ο. Το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί, η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο. Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της. Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται.

6ο. Η Κυβέρνηση, για να «κρύψει» τη δική της ανευθυνότητα, «κατασκευάζει» διαρκώς εχθρούς. Κυβέρνηση η οποία παραμένει οπαδός της ρήσης πως «όταν η πραγματικότητα δεν σέβεται τις επιθυμίες μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα». Συνεπώς, αντί η Κυβέρνηση να επαίρεται, ας αντιληφθεί, έστω και την ύστατη ώρα της αποσύνθεσης του κυνικού θιάσου, ότι ο γιαλός δεν είναι στραβός, αλλά αυτή στραβά αρμενίζει. Θα μου πείτε όμως ότι πολλά πράγματα ζητάμε από μία Κυβέρνηση χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες…

7ο. Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και για την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων, υφίστανται εναλλακτικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων πολιτικής. Έχει καταρτίσει ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής που οδηγεί σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, σε δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και σε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Σχέδιο με βασικούς άξονες τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα της οικονομίας και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Τις προτεραιότητες τις έχουμε θέσει πρόσφατα στη ΔΕΘ, και είναι γνωστές.

Απλά να επισημάνω επιπρόσθετα, επειδή ξεκίνησε προχθές η νέα θερμαντική περίοδος και το κόστος του πετρελαίου θέρμανσης είναι ιδιαίτερα αυξημένο, ότι απαιτείται η Κυβέρνηση να αποδεχθεί άμεσα την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, τουλάχιστον να διπλασιαστεί το επίδομα θέρμανσης. Θυμίζω ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση το παρέδωσε στα 210 εκατ. ευρώ, και η σημερινή αυτοαποκαλούμενη αριστερή Κυβέρνηση το έριξε στα 60 εκατ. ευρώ.

Συμπερασματικά, το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού συνιστά το κύκνειο άσμα της σημερινής διακυβέρνησης. Σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Ευτυχώς, αυτός ο κύκλος κλείνει. Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας. Έναν κύκλο ανόρθωσης της χώρας και της οικονομίας της. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Εμείς, μαζί με όλους τους πολίτες, θα τα καταφέρουμε.

Οκτώ χρόνια μετά το Καστελόριζο του Γ. Παπανδρέου, έχει γίνει πλέον κοινά αποδεκτό ότι η κρίση έφερε τα Μνημόνια και όχι το αντίθετο. Έτσι, σας ρωτάω ευθέως εάν η Κυβέρνηση Καραμανλή είχε και ποια ευθύνη; Τι δεν είχε κάνει σωστά η Κυβέρνηση Καραμανλή μέχρι τότε;

Η Ελλάδα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, αντιμετώπιζε επιδεινούμενα προβλήματα υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και καθαρών εξαγωγών, αυξητικής δυναμικής του δημοσίου χρέους και χαμηλής ανταγωνιστικότητας. Από τότε, η Ελληνική οικονομία είχε μπει σε τροχιά υποβόσκουσας κρίσης. Οι χρονολογικές σειρές των σχετικών δεικτών της Eurostat, βεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

Η πληθώρα των παθογενειών, αξιακών, θεσμικών, δομικών και λειτουργικών, της ελληνικής οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής, έθεσαν τη χώρα σε διαχρονική «επί ξηρού ακμής» πορεία. Οι επόμενες Κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν – παρά τις προσπάθειες – να την αλλάξουν ριζικά. Σημειώνω ότι η χώρα, και σήμερα, δεν πληροί όλα τα κριτήρια του Μάαστριχτ, ενώ το 1980 τα πληρούσε.

Ειδικότερα την περίοδο 2008-2009, εν μέσω της πρωτοφανούς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα αντιμετώπισε πρόβλημα όξυνσης των δημοσιονομικών μεγεθών, όπως άλλωστε και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Σημειώνω ότι εκείνη την περίοδο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση ελλείμματος και χρέους ως ποσοστά του ΑΕΠ ήταν, κατά μέσο όρο, μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ελλάδα, με συνεχείς και συχνές αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών μεγεθών.

Σε ότι αφορά το 2009, η Νέα Δημοκρατία, κατά τα 2/3 του δημοσιονομικού έτους που κυβέρνησε, έκανε προσπάθειες στο πολιτικό και το οικονομικό πεδίο να «φρενάρει» την κατάσταση. Όμως, πολιτικές, συνδικαλιστικές, κοινωνικές και δημοσιογραφικές δυνάμεις είχαν ακροβολισθεί «στα κεραμίδια» και αρνούνταν την εθνικά αναγκαία συναίνεση.

Συγκεκριμένα, ο κ. Καραμανλής, στις αρχές του 2009, κάλεσε σε συνεννόηση τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά όλοι τους, με πρωταγωνιστή την ηγεσία της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη της παγκόσμιας κρίσης, τορπίλισαν τη συνεννόηση και πολέμησαν λυσσαλέα, εντός και εκτός Βουλής, τα μέτρα που ελήφθησαν για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Αντί συνεννόησης, έσυραν τη χώρα σε εκλογές και μάλιστα με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να υπόσχεται ότι θα μοιράσει τα «λεφτά» που δήθεν «υπήρχαν». Μάλιστα πρότειναν ως θεραπεία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.

Στη συνέχεια ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ, που στο 1/3 του δημοσιονομικού έτους που κυβέρνησε, με πράξεις και παραλείψεις του, μετέτρεψε το υπαρκτό δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας σε κρίση δανεισμού.

Το 2010, όταν ο Γ. Παπανδρέου μας έφερε το πρώτο Μνημόνιο και το ΔΝΤ, πιστεύετε ότι υπήρχε άλλος δρόμος; Πως θα μπορούσαν να μειωθούν τα δανεικά και το πρωτογενές έλλειμμα που το 2009 ήταν 24 δισ. ευρώ το οποίο κατευθυνόταν σε μισθούς και συντάξεις;

Πιστεύω ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά.

Θυμίζω ότι η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υπό τον κ. Γ. Παπανδρέου, παρέλαβε τα spreads στις 132 μονάδες βάσης και την πιστοληπτική θέση της χώρας στο Α-.

Και από τις αρχές Οκτωβρίου του 2009 διόγκωσε το πρόβλημα της χώρας, αφού, μεταξύ άλλων, ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις εκείνης της χρονιάς, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009, προχώρησε στην καταβολή επιδόματος αλληλεγγύης, σε αύξηση των δαπανών για οδοιπορικά, λειτουργικές δαπάνες και προμήθειες του Δημοσίου και άφησε στην τύχη τους τα δημόσια έσοδα.

Η αναποφασιστικότητά της στη λήψη μέτρων, τα λανθασμένα μηνύματα στις αγορές, οι παλινωδίες, οι αντιφατικές δηλώσεις, οι ανεύθυνες διαρροές και οι χειρισμοί μέσω της ΕΛΣΤΑΤ (αναταξινομήσεις λογαριασμών κα.) οδήγησαν τη χώρα σε αποσταθεροποίηση, εν μέσω παγκόσμιας θύελλας.

Συνεπώς, ναι, υπήρχε και άλλος δρόμος, που αν είχε ακολουθηθεί έγκαιρα και είχε υπηρετηθεί με συνέπεια θα οδηγούσε τη χώρα στη χειρότερη περίπτωση π.χ. στο «νοσοκομείο» με πυρετό 39 και σχετικά ήπιες «θεραπείες» και όχι κατ’ ευθείαν στην «εντατική» με πυρετό 42 και σε σκληρές «θεραπείες».

Σήμερα λέτε (και σωστά) ότι η χώρα δεν έχει βγει από τα μνημόνια, παρά τους πανηγυρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ. Αύριο, όταν θα είστε Κυβέρνηση εσείς, τι μπορείτε να κάνετε; Πως θα βγούμε από το μνημόνιο; Θα ανατρέψετε π.χ. τη συμφωνία δέσμευσης της περιουσίας της χώρας για 99 χρόνια;

Πράγματι, η χώρα σήμερα έχει βγει από το πρόγραμμα, αλλά δεν έχει βγει από τα μνημόνια.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια, έχει προνομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία – μέχρι και αρχαιολογικούς χώρους – για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν μελλοντικά και υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας στο πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας.

Η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον κ. Μητσοτάκη θα εργαστεί, με αποφασιστικότητα, για την πραγματικά «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν φαίνεται εφικτό.

Σε ότι αφορά συγκεκριμένες βαριές και πολύχρονες δεσμεύσεις που ανέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση, όπως αυτές που κατέγραψα προηγουμένως, θα επιδιώξουμε το καλύτερο για τη χώρα.

Πάγια επωδός της Νέας Δημοκρατίας είναι ότι θα μειώσει τους φόρους. Πως και πότε όμως θα συμβεί; Διότι, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, μείωση φόρων σημαίνει μείωση δημοσίων εσόδων.

Κάποιες από τις παρεμβάσεις μας είναι εμπροσθοβαρείς και κάποιες ξεδιπλώνονται σε βάθος τετραετίας. Για παράδειγμα, η μείωση του ΕΝΦΙΑ θα γίνει εντός διετίας, ενώ η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, σταδιακά, εντός τετραετίας.

Αυτές και οι υπόλοιπες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που έχουμε προτείνει, μπορούν να υλοποιηθούν μέσα από ένα πλέγμα πολιτικών που δεν θα θέτουν σε κίνδυνο την αναγκαία δημοσιονομική πειθαρχία της χώρας.

Καταρχήν, οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές θα βελτιώσουν τη φορολογική συμμόρφωση και θα μειώσουν τα κίνητρα για φοροδιαφυγή. Σχετική μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα, το επιβεβαιώνει.

Επιπλέον, αν όπως προβλέπει η Κυβέρνηση υπάρχουν μελλοντικά δημοσιονομικά περιθώρια, τότε αυτά θα χρησιμοποιηθούν πιο αποτελεσματικά στην κατεύθυνση των προτεραιοτήτων της δικής μας οικονομικής πρότασης.

Επίσης, οι στόχοι που θέτουμε για την ανάπτυξη, θα αποφέρουν περισσότερα δημόσια έσοδα, άρα θα δημιουργήσουν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο.

Τέλος, θα υπάρξει ένα πρόγραμμα περιορισμού των κρατικών δαπανών, το οποίο θα στηρίζεται στην αξιολόγηση των δαπανών στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης, στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, στην ενδυνάμωση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, στην ενίσχυση των συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα και στην επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επαίρεται ότι καταφέρνει να έχει πρωτογενές πλεόνασμα και με αυτό ασκεί κοινωνική πολιτική. Η Νέα Δημοκρατία καταγγέλλει ότι είναι πλασματικό. Γιατί το πιστεύετε αυτό;

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει, και τα στοιχεία την επιβεβαιώνουν, ότι η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων για την άσκηση δήθεν κοινωνικής πολιτικής, οφείλεται στην υπερφορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών σε αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Το αποτέλεσμα είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες περίπου κατά 60% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Για παράδειγμα, δείτε την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού κατά το 1ο οκτάμηνο του 2018.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και οι επιστροφές φόρων, πολιτικές που ενισχύουν τη ρευστότητα στην οικονομία, παρουσιάζουν σημαντική αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, ήδη κατά περίπου 1,4 δισ. ευρώ.

Οι πρωτογενείς δαπάνες, και στον τομέα της υγείας, υστερούν κατά 400 εκατ. ευρώ από το στόχο, ενώ υπάρχει μεγάλος αριθμός εκκρεμών συντάξεων.

Όλα αυτά μόνο επιστροφή στην κανονικότητα δεν συνιστούν.

Όταν αναλάβετε την εξουσία και υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα, θα το αξιοποιείτε παρόμοια; Πού θα το κατευθύνετε; Μήπως θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στην αποπληρωμή του χρέους, ώστε να βγούμε γρηγορότερα από την επιτήρηση και να ανακτήσουμε την εθνική μας κυριαρχία;

Δεν υπάρχει λόγος να υφίσταται υπερπλεόνασμα.

Αντιθέτως, θα πρέπει να επιδιωχθεί να μειωθούν τα υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα. Πως; Με την επίτευξη υψηλότερων – σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις – ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

Να θυμίσω μάλιστα ότι είχαμε συμφωνήσει με τους θεσμούς το 2014, σε διπλάσιους – μακροχρονίως – ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά δυστυχώς μετά, ακολούθησε η σημερινή καταστροφική διακυβέρνηση.

Συνεπώς, ο στόχος αυτός δεν είναι εύκολος, είναι όμως εφικτός. Απαιτείται πολιτική βούληση, ολοκληρωμένο σχέδιο, αποφασιστικότητα και σοβαρότητα.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα συνεκτικό σχέδιο που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση. Οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Το κόμμα σας και εσείς προσωπικά μιλάτε συνεχώς για την ανάγκη ανάπτυξης και επενδύσεων. Το ίδιο όμως λένε, όλοι. Πως εσείς θα το κάνετε πράξη;

Ας αφήσουμε τις προθέσεις και ας αξιολογήσουμε τα πεπραγμένα.

Η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Συνεπώς, η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού αφηγήματος, «σέρνει» την οικονομία σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Διότι ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί και κινείται σε χαμηλά επίπεδα, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, η φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η εγχώρια αποταμίευση είναι αρνητική, η πιστωτική συρρίκνωση διευρύνεται, η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιούνται, ενώ διαρκώς νέα εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ανακύπτουν και εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν.

Το σχέδιο του κ. Μητσοτάκη εδράζεται πάνω σε 4 άξονες.

Ο πρώτος άξονας αφορά την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής. Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Ξεκινώντας από τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, την έκπτωση φόρου για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων κ.α.

Ο δεύτερος άξονας αφορά την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα. Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, με την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Ο τρίτος άξονας αφορά την ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας. Με μία Πολιτεία που θα δημιουργεί ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, και με επιχειρήσεις οι οποίες θα στοχεύουν στην ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, των stakeholders, επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Και ο τέταρτος άξονας αφορά την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Για να επιτευχθούν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα. Μπορούμε να τα καταφέρουμε, και θα τα καταφέρουμε!

Με δεδομένο ότι κατά τη διακυβέρνηση Σαμαρά ο Έλληνας δεν είδε τρομακτικές αλλαγές στη ζωή του, δεν βγήκε η χώρα από τα Μνημόνια, δεν έγιναν μεγάλες επενδύσεις, γιατί να σας πιστέψει τώρα; Πως θα τον πείσετε;

Πραγματικά, τρομακτικές αλλαγές δεν επήλθαν, ούτε θα ήταν άλλωστε εφικτό να αποτυπωθούν μέσα σε 2,5 χρόνια.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Κυβέρνηση του κ. Σαμαρά παρέλαβε την οικονομία σε βαθιά ύφεση και με σημαντικό πρωτογενές έλλειμμα, και την παρέδωσε με θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και με πρωτογενή – επί δύο χρόνια – πλεονάσματα.

Πλήρωσε μεγάλο μέρος των οφειλών του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, προχώρησε στις πρώτες και μοναδικές μέχρι σήμερα μειώσεις φορολογικών συντελεστών (ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.) και διένειμε κοινωνικό μέρισμα, με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.

Συνεπώς, η κατάσταση της οικονομίας είχε σταθεροποιηθεί και οι πολίτες άρχιζαν να βλέπουν μικρές, αλλά συνεχείς βελτιώσεις στην καθημερινότητά τους.

Και τα καλύτερα θα έρχονταν, αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές και στην καταστροφική διαπραγμάτευση του 1ου εξαμήνου του 2015.

Ο κ. Μητσοτάκης λέει πως θα περάσει τον ΕΝΦΙΑ στους Δήμους, αυτό όμως γεννάει ερωτήματα. Πως και από πού θα αντικατασταθούν τα έσοδα στον Προϋπολογισμό; Πως με τη μεταβίβαση θα προκύψει μείωση; Και μήπως όχι μόνο αποτελεί υπεκφυγή, αλλά προδικάζει νέα επιβάρυνση – αφού στο παρελθόν είχαμε «δει το έργο» τον ΦΜΑΠ, που έγινε ΤΑΠ, ο οποίος έμεινε στους Δήμους και στην συνέχεια επανήλθε ο ΦΜΑΠ, που μετά από πολλά «βαφτίσια» έγινε ΕΝΦΙΑ;

Καταρχήν ο ΕΝΦΙΑ, και πριν μεταφερθεί στους δήμους, θα μειωθεί κατά 30% στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Στη συνέχεια, από το 2021, η επιβολή του φόρου θα γίνεται από το Υπουργείο Οικονομικών, αυτός θα συνεχίζει να εισπράττεται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, θα πιστώνεται όμως κατευθείαν σε κάθε δήμο.

Οι δήμοι θα μπορούν να καθορίζουν τον ΕΝΦΙΑ, μέσα σε ένα εύρος που θα ορίζει το κράτος, ενώ θα υπάρχει ένας μηχανισμός δημοσιονομικής εξισορρόπησης που θα μεταφέρει πόρους προς τους φτωχότερους δήμους, ώστε κανένας δήμος να μην λαμβάνει τελικά λιγότερους πόρους απ’ όσους σήμερα παίρνει.

Με τη μεγάλη αυτή μεταρρύθμιση, η οποία εφαρμόζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες – όπως είναι η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Εσθονία, η Πολωνία και όλες τις σκανδιναβικές χώρες, επιτυγχάνεται πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία των δήμων, ουσιαστική λογοδοσία των Δημάρχων, συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές αποφάσεις, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από την κεντρική διοίκηση και αναβάθμιση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών, ενώ ικανοποιείται και ένα πάγιο αίτημα της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ως Αντιπολίτευση, διατείνεσθε ότι δεν χρειάζεται νέα μείωση των συντάξεων. Αύριο όμως, ως Κυβέρνηση, τι θα κάνετε όταν το προτείνει – επιβάλλει – και η Τρόικα;

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους.

Και προβλέπονται νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, ψηφισμένες μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, ως αποτέλεσμα της ανικανότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η Νέα Δημοκρατία αυτές δεν τις ψήφισε. Μάλιστα ανέλαβε νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Έκτοτε, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Με βάση τον προβλεπόμενο δημοσιονομικό χώρο και την προτεινόμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, θα επιδιώξουμε ο νόμος της Κυβέρνησης να μην υλοποιηθεί.

Η Νέα Δημοκρατία είναι υπέρ της αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος, με βάση τους τρεις πυλώνες. Ωστόσο, στο παρελθόν, είδαμε ασφαλιστικά ταμεία να «κουρεύονται» τα αποθεματικά τους, να χάνουν λεφτά στο χρηματιστήριο, να κατηγορούνται διοικήσεις για καταχρήσεις. Όσο για τις ιδιωτικές ασφαλιστικές, κάποιες άφησαν χιλιάδες ασφαλισμένους στα …κρύα του λουτρού, γιατί χρεοκόπησαν. Πως μπορεί λοιπόν ο σημερινός εργαζόμενος να είναι σίγουρος ότι αύριο θα πάρει σύνταξη;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία προτείνει ένα ολοκληρωμένο σύστημα τριών πυλώνων, με κεντρική στόχευση τη σταδιακή και σε βάθος χρόνου μείωση κατά 25% των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών, αυξάνοντας έτσι το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, μειώνοντας το κόστος των επιχειρήσεων και οδηγώντας στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.

Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται, με διάφορες παραλλαγές, σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, από την Σουηδία και την Ολλανδία, μέχρι το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ αποτελεί και θεμελιώδη επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο πρώτος και βασικός πυλώνας του συστήματος θα εδράζεται στον ΕΦΚΑ και θα είναι, όπως και σήμερα, υποχρεωτικός, δημόσιος, καθολικός και αναδιανεμητικός.

Ο δεύτερος πυλώνας, θα αφορά τους νέους ασφαλισμένους και μόνο το μέρος της σημερινής επικουρικής σύνταξης, με το δικαίωμα σε αυτούς να επιλέξουν μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού συνταξιοδοτικού ταμείου, το οποίο βέβαια θα τελεί υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο και εποπτεία, όπως γίνεται πλέον, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν στο οποίο αναφερθήκατε, από την Τράπεζα της Ελλάδας.

Ο δε τρίτος πυλώνας θα είναι συμπληρωματικός και θα αφορά, όπως και σήμερα, την ιδιωτική ασφάλιση.

Με την εφαρμογή αυτού του συστήματος θα διασφαλίζεται, για μεν του σημερινούς συνταξιούχους ότι δεν θα υπάρξει καμία μείωση στο μέλλον, δείχνοντας το επιβαλλόμενο σεβασμό – σε αντιδιαστολή με την Κυβέρνηση – και στους συνταξιούχους άνω των 70 ετών, ενώ για τους σημερινούς εργαζόμενους ότι θα λάβουν σύνταξη, μειώνοντας παράλληλα το δυσβάσταχτο βάρος των ασφαλιστικών εισφορών.

Να σας επαναλάβω και το παράδειγμα του κ. Μητσοτάκη: ένας νέος με μηνιαίο μισθό περίπου 1.200 ευρώ στον εργασιακό βίο των 40 ετών, με μια συντηρητική απόδοση 3%, θα έχει σωρεύσει στον «κουμπαρά» του περίπου 84.000 ευρώ. Το ποσό αυτό αρκεί για να του αποδώσει μηνιαία σύνταξη περίπου 500 ευρώ, μόνο από τον δεύτερο πυλώνα. Σ’ αυτόν προστίθεται τόσο η εθνική σύνταξη (384 ευρώ/μήνα) όσο και το αναλογικό μέρος των εισφορών του στον πρώτο πυλώνα.

Αντιλαμβάνεστε συνεπώς ότι ο νέος εργαζόμενος θα είναι σε πολύ καλύτερη θέση απ’ ότι σήμερα.

Η Νέα Δημοκρατία διαφωνεί με την συμφωνία των Πρεσπών διότι μένει το αγκάθι της γλώσσας και της ταυτότητας. Εάν οι Σκοπιανοί είχαν αποδεχτεί ως γλώσσα τη «Βορειομακεδονική» και ως ταυτότητα την «Βορειομακεδονική», η Νέα Δημοκρατία θα συμφωνούσε; Πιστεύετε ότι αυτό θα ήταν προς το συμφέρον της χώρας μας ή όχι;

Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι η συμφωνία των Πρεσπών είναι ετεροβαρής.

Είναι εθνικά επιζήμια, αφού αναγνωρίζει «μακεδονική» ταυτότητα και «μακεδονική» γλώσσα στους Σκοπιανούς.

Με τη συμφωνία αυτή, οι γείτονες, αυτοαποκαλούνται, προκλητικά «Μακεδόνες». Είναι κάτι που ζητούσαν από το 2008, αλλά καμιά Ελληνική Κυβέρνηση δεν το δεχόταν.

Ο κ. Τσίπρας, εδώ και καιρό, στοχεύει στο μεσαίο χώρο, και με τον τελευταίο ανασχηματισμό προσπαθεί να το αναδείξει με συγκεκριμένα πρόσωπα. Φοβάστε στη Νέα Δημοκρατία ότι αυτό μπορεί να έχει εκλογικό αντίκτυπο, στοιχίζοντας στο κόμμα σας ακόμη και την αυτοδυναμία;

Ο κ. Τσίπρας δεν μπορεί να υπηρετήσει τον μεσαίο χώρο, ούτε με τις πολιτικές του, ούτε με τις βουτιές στο παρελθόν, ούτε με τη συκοφαντία, την όξυνση και τον διχαστικό λόγο.

Και προφανώς ούτε με έναν ανασχηματισμό στον οποίο ανασύρονται κάποια πρόσωπα από το παρελθόν, από αυτό που ο κ. Τσίπρας, κατά τα άλλα, υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί το «παλαιό πολιτικό σύστημα» της χώρας.

Συνεπώς, δεν υφίσταται εκλογικός αντίκτυπος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί τη Νέα Δημοκρατία ότι σήμερα έχει κάνει στροφή προς την ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό. Κάποιοι μάλιστα στις τάξεις της Κυβέρνησης θεωρούν ότι είναι διάδοχοι του Καραμανλισμού. Εσείς αισθάνεστε ακροδεξιός και νεοφιλελεύθερος;

Ο ΣΥΡΙΖΑ «βαπτίζει» τα πράγματα αυθαίρετα και κατά το συμφέρον του. Λέει δε όλα όσα αναφέρατε αφού εφαρμόζει τις πιο ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

Η Νέα Δημοκρατία έχει ιστορία και πεπραγμένα τα οποία τιμούμε.

Αποτελεί την παράταξη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι συνεργάτες του και είναι, έως και σήμερα, η μεγάλη πατριωτική, λαϊκή, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας.

Είναι διαχρονικά βαθιά δημοκρατική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Όλα τα άλλα που διαχέονται περί διαδόχων του Καραμανλισμού στις τάξεις της Κυβέρνησης, στερούνται παντελώς ίχνους σοβαρότητας.

Υπογραμμίζω ότι το φορτίο του Καραμανλισμού είναι πολύ βαρύ για να το σηκώσει και να το περιφέρει ο οιοσδήποτε κατά βούληση.

Δεξιά της Νέας Δημοκρατίας δημιουργούνται τελευταία διάφοροι πολιτικοί σχηματισμοί. Σας ανησυχεί αυτό το φαινόμενο, καθώς μια μερίδα ψηφοφόρων θα απευθυνθεί και σε αυτά τα κόμματα;

Με τα χαρακτηριστικά της παράταξης που σας ανέπτυξα, ουσιαστικός χώρος για τέτοιους πολιτικούς σχηματισμούς δεν υφίσταται.

Πολλοί πιστεύουν ότι η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ, επί Σαμαρά, κόστισε στη Νέα Δημοκρατία. Τώρα που ο κ. Μητσοτάκης λέει ότι θα βάλει στα ψηφοδέλτια και στη συνέχεια στην Κυβέρνηση αριστερούς, δεν ανησυχείτε πως θα το υποδεχθεί η βάση του κόμματος;

Η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ ήταν συνέπεια του εκλογικού αποτελέσματος.

Η χώρα έπρεπε να κυβερνηθεί και να μην σέρνεται σε συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις. Και αυτό έγινε, και μάλιστα θα έλεγα με σχετική επιτυχία.

Προφανώς, κατά τη διάρκεια αυτής της συνεργασίας, οι ιδεολογικοπολιτικές συντεταγμένες της παράταξής μας δεν άλλαξαν.

Σε ότι αφορά το σήμερα, οποιοσδήποτε πολίτης ή πολιτικός αποδέχεται το ιδεολογικό πλαίσιο και σέβεται την ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, μπορεί να ενταχθεί και να συνεχίσει την πολιτική δράση του μέσα από τις τάξεις της.

Οι πολίτες μας αξιολογούν διαρκώς όλες και όλους. Έχουν το τελικό λόγο.

 

Μετά τις προσεχείς εκλογές, εάν η Νέας Δημοκρατίας δεν έχει αυτοδυναμία θα μπορούσε να συνεργαστεί με τους ΑΝΕΛ;

Επί αυτού του θέματος έχει τοποθετηθεί με ξεκάθαρο τρόπο, αρνητικά, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκης.

Πάντως δεν βλέπω να έχει βάση το ερώτημά σας.

Τόσο γιατί η αυτοδυναμία είναι ένας απολύτως εφικτός στόχος, όσο και γιατί οι «πολιτικές ακροβασίες» των ΑΝΕΛ δεν φαίνεται να τους καθιστούν, μελλοντικά, κοινοβουλευτικό κόμμα.

Πολλοί πιστεύουν ότι το 2015 η Νέα Δημοκρατία έχασε τις εκλογές λόγω ΕΝΦΙΑ καθώς  «χτυπήθηκε» περαιτέρω η μεσαία τάξη, που είναι η βάση της. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;

Καταρχήν σας θυμίζω ότι η Νέα Δημοκρατία, τότε, πήρε ένα αρκετά υψηλό ποσοστό για κόμμα που στην κυβερνητική θητεία του είχε εφαρμόσει μνημονιακές πολιτικές.

Πράγματι όμως έχασε τις εκλογές, και αυτό μπορεί να αποδοθεί σε πολλούς παράγοντες.

Ο βασικότερος είναι η ανεύθυνη και λαϊκιστική Αξιωματική Αντιπολίτευση εκείνης της περιόδου, που έταζε τα πάντα στους πάντες (θυμίζω ενδεικτικά τις δηλώσεις του κ. Τσίπρα ότι «ο ΕΝΦΙΑ δεν διορθώνεται αλλά καταργείται»).

Καθώς επίσης και στο γεγονός ότι την περίοδο 2012-2014 υλοποιήθηκε μία κρίσιμη μάζα αναγκαίων για τη χώρα μεταρρυθμίσεων, που όμως «ξεβόλεψε» κατεστημένα συμφέροντα.

Ένας ακόμη λόγος, ήταν και ο ΕΝΦΙΑ. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας, με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και μείωση του συνολικού ύψους κατά 500 εκατ. ευρώ σε σχέση με το «χαράτσι» της ΔΕΗ που παραλάβαμε από την προηγούμενη Κυβέρνηση, υπήρξαν τελικά αστοχίες και ατέλειες, παρατηρήθηκαν αδυναμίες, εμφανίστηκαν στρεβλώσεις και αποκλίσεις από την πραγματικότητα στην εφαρμογή του.

Πρόσφατα, ο γερμανικός τύπος, αναφερόμενος στις Ελληνικές τράπεζες και στα προβλήματά τους, ευθέως έκανε λόγο για το φόβο bail in, δηλαδή για κούρεμα καταθέσεων και την πιθανότητα κρατικοποίησής τους. Φοβάστε ότι αυτή είναι μια πιθανή εξέλιξη;

Η κατάσταση στο τραπεζικό σύστημα σταθεροποιήθηκε σταδιακά και, μέχρι  το 2014, αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη σε αυτό.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε το 2015. Η «υπερήφανη διαπραγμάτευση» του 1ου εξαμήνου του 2015, με τους λανθασμένους και ανερμάτιστους χειρισμούς της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με μεγάλους κινδύνους, οδήγησε σε μεγάλη εκροή καταθέσεων και σε ραγδαία αύξηση των «κόκκινων δανείων», δηλαδή σε διόγκωση του ιδιωτικού χρέους των πολιτών και προς τις τράπεζες. Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς. Και κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου, την τρίτη κατά σειρά, ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Μια αχρείαστη ανακεφαλαιοποίηση η οποία προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο, στους παλαιούς επενδυτές και μετόχους, μικρούς και μεγάλους, Έλληνες και ξένους, άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των τραπεζών, συρρίκνωσε την ελληνική ιδιωτική συμμετοχή και σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Σήμερα, απαιτείται να επιστρέψουν με συστηματικό τρόπο καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, να ενισχυθεί ουσιαστικά η οργανική κερδοφορία των τραπεζών, να συρρικνωθούν με ικανοποιητικό ρυθμό τα «κόκκινα δάνεια», να αρθούν πλήρως οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και να αποκλιμακωθεί το κόστος δανεισμού της χώρας, άρα και των τραπεζών, προκειμένου το τραπεζικό σύστημα να επιτελέσει το ρόλο του με επάρκεια και ασφάλεια.

Όλα αυτά συνιστούν προτεραιότητες για την επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

«Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης εξαιτίας και της πολιτικής των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εντείνει τις δυσκολίες για τα νοικοκυριά. Ο διπλασιασμός του επιδόματος θέρμανσης που προτείνει η Νέα Δημοκρατία ανακουφίζει τους πολίτες ενόψει των δυσκολιών που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν».


Πλήρης Δήλωση

«Αυξημένη αναμένεται φέτος η τιμή διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης εξαιτίας αφενός της φορολογικής επιβάρυνσης που έχει φέρει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και αφετέρου της διεθνώς υψηλότερης τιμής του πετρελαίου. Η εξέλιξη αυτή θα εντείνει τις μεγάλες δυσκολίες που ήδη αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά.

Η κατάσταση οξύνεται ακόμη περισσότερο από την επιλογή της Κυβέρνησης να περικόψει δραστικά το κονδύλι για το επίδομα του πετρελαίου θέρμανσης, στο 1/4 σχεδόν αυτού που ήταν το 2014 -από 210 εκατ. ευρώ στα 60 εκατ. ευρώ- και να αυστηροποιήσει τα κριτήρια χορήγησής του που οδήγησαν σε περιορισμό των δικαιούχων, κατάργηση της προκαταβολής και μείωση της επιδότησης ανά λίτρο.

Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση της Νέα Δημοκρατίας μείωσε τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στο πετρέλαιο θέρμανσης, αύξησε το αντίστοιχο επίδομα και διεύρυνε τα κριτήρια χορήγησής του.

Έτσι όπως διαμορφώνεται η κατάσταση, είναι αναγκαίος τουλάχιστον ο διπλασιασμός του επιδόματος πετρελαίου θέρμανσης, στα 120 εκατ. ευρώ, επαναφέροντας παράλληλα τα διευρυμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια χορήγησης του 2014. Το επιπλέον ποσό των 60 εκατ. ευρώ μπορεί να ενταχθεί στη διανομή κοινωνικού μερίσματος και να αντληθεί από τον δημοσιονομικό χώρο που υποστηρίζει η Κυβέρνηση ότι υφίσταται. Εναλλακτικά, μπορεί να χορηγηθεί από το αποθεματικό του κρατικού προϋπολογισμού, με την αιτιολογία ότι πρόκειται για έκτακτη ανάγκη που οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες.

Σε κάθε περίπτωση, η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας είναι ένα αυτονόητο μέτρο δικαιοσύνης και γι’ αυτό θα πρέπει να γίνει αποδεκτή».

Το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς προκλήσεις. Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο σε σχέση με το παρελθόν εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων και την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών, την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους.

Είναι γεγονός ότι μετά την εμφάνιση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, ο δεύτερος ψηφιακός μετασχηματισμός, με την ταχεία ανάπτυξη των τεχνολογικών καινοτομιών, της τεχνητής νοημοσύνης και των εφαρμογών της, θα μεταβάλλει διαδικασίες παραγωγής, δίκτυα διανομής, τρόπους οργάνωσης αγορών και επιχειρήσεων, απαιτούμενες δεξιότητες, διάρθρωση και καταμερισμό της εργασίας.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, οι τράπεζες επιδιώκουν να καταστούν ψηφιακά ώριμες. Με σύγχρονα κανάλια διάθεσης τραπεζικών προϊόντων, με «έξυπνες συσκευές», με τάσεις εξωτερίκευσης εργασιών, με νέες πηγές αξίας, με πρωτοβουλίες όπως είναι ενδεικτικά, ο βιομετρικός έλεγχος ταυτότητας με αναγνώριση δακτυλικών αποτυπωμάτων, η χρήση robo-συμβούλων για επενδυτικές συμβουλές, η χρήση μεγάλων δεδομένων (big data) και μηχανικής μάθησης (machine learning) για βαθμολόγηση πιστώσεων, καθώς και με ενέργειες ενίσχυσης της ασφάλειας τόσο στα δεδομένα όσο και στον κυβερνοχώρο.

Το μέλλον όμως το κατακτούν οι κοινωνίες που το σχεδιάζουν. Και προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθούμε όλοι μας, με υπευθυνότητα, συνέπεια και διορατικότητα, με συνεκτικές και ολοκληρωμένες παρεμβάσεις και όχι με αποσπασματικές πολιτικές.

«Κλειδί» για όλα αυτά είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Και αυτά, επειδή αποτελούν σήμερα «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

 

 

Χρήστος Σταϊκούρας1 και Παναγιώτης Μπαλωμένος2

1 Βουλευτής Φθιώτιδας ΝΔ, πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, Επίκουρος Καθηγητής ΟΠΑ

2 Τοπογράφος Μηχανικός ΕΜΠ, MSc και PhD στην Ακίνητη Περιουσία

Τα τελευταία χρόνια, η αγορά ακίνητης περιουσίας δοκιμάστηκε σκληρά, εξαιτίας κυρίως της οικονομικής κρίσης, ενώ ποιοτικοί παράγοντες και νέα δεδομένα της τελευταίας τετραετίας δημιουργούν ανησυχίες για την προοπτική ανάκαμψής της σε στέρεες βάσεις.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της αγοράς ακίνητης περιουσίας, με έντονο κοινωνικό αντίκτυπο, αποτελούν οι κατασχέσεις ακινήτων ιδιωτών από το δημόσιο, οι πλειστηριασμοί και οι αποποιήσεις κληρονομιών. Αυτά δημιουργούν έναν τεράστιο όγκο ακινήτων, όπου σε μια ρηχή αγορά όπως είναι η ελληνική, καθιστούν το δημόσιο τομέα ρυθμιστή της πορείας και της βιωσιμότητάς της. Ενδεικτικά, μόνο για το 2017, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αποποιήσεις κληρονομιών ανήλθαν στις 130.000, σχεδόν τριπλάσιες συγκριτικά με το 2016, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις, μέσα στην επόμενη τετραετία, μόνο το Ελληνικό Δημόσιο αναμένεται να βγάλει «στο σφυρί» τουλάχιστον 500.000 ακίνητα. Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες προγραμματίζουν περίπου 140.000 πλειστηριασμούς έως το τέλος του 2021.

Η κατάσταση στην ελληνική αγορά ακινήτων περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς υπολογίζεται ότι άνω των 150.000 ακινήτων (κυρίως κατοικίες) ιδιωτών στην Αθήνα είναι υψηλής παλαιότητας, τα οποία είναι μη επαρκώς συντηρημένα και έχουν τεθεί ουσιαστικά εκτός διαπραγμάτευσης και αγοράς. Πράγματι, άνω του 60% των κτιρίων του κέντρου της Αθήνας είναι κατασκευασμένα πριν από το 1960, ενώ πλέον του 85% αυτών χρήζουν παρεμβάσεων αποκατάστασης, εκσυγχρονισμού και βελτίωσης της λειτουργικότητας και της ενεργειακής τους απόδοσης. Κενές κατοικίες, κυρίως εγκαταλελειμμένα και σε κακή κατάσταση κτίρια και ανοίκιαστα διαμερίσματα, αποτελούν μια πραγματικότητα. Η πολυιδιοκτησία, η μέτρια ή κακή κατάσταση των κτιρίων, το μεγάλο κόστος αποκατάστασης και συντήρησης για τα διατηρητέα και η διαχρονική γραφειοκρατία σε θέματα αδειοδοτήσεων επιβαρύνουν την κατάσταση.

Επιπρόσθετα, οι νέες κατασκευές είναι ελάχιστες, νέες εντάξεις στα σχέδια πόλεως δεν προγραμματίζονται, ενώ οι χρηματοδοτήσεις τραπεζών για στεγαστικά δάνεια βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά και δεν προβλέπεται σημαντική διαφοροποίηση μεσοπρόθεσμα. Επιπλέον, ένα πολύ σημαντικό τμήμα του οικιστικού αποθέματος μισθώνεται βραχυχρόνια, αποκλειστικά στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού, ενώ άγνωστη παράμετρος παραμένει η μεσοπρόθεσμη πολιτική των τραπεζών (και των funds) σχετικά με τα ακίνητα ιδιωτών που έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν στην κατοχή τους, αλλά και η σχετική επίπτωση στην κτηματαγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, προκύπτει το συμπέρασμα ότι εάν ο δημόσιος τομέας δεν καταφέρει τάχιστα να προσφέρει προς διάθεση στην αγορά τα ακίνητα που διαχειρίζεται ή θα κληθεί να διαχειριστεί και εάν η πολιτεία δεν δώσει σημαντικά κίνητρα σε ιδιώτες για τη ριζική ανακαίνιση ακινήτων παλαιότητας και την επανείσοδό τους στην αγορά, θα υπάρξει ανισορροπία και αδυναμία ύπαρξης ποιοτικής κατοικίας, κυρίως για τους πολίτες των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων.

Με αυτά τα δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγορά ακινήτων στη χώρα μας αποτελεί συνδεδεμένο μέρος της διεθνούς αγοράς, η πολιτεία οφείλει να σχεδιάσει μια νέα εθνική στεγαστική πολιτική η οποία θα βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες που θα αναλάβουν από κοινού ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας. Πράγματι, στις ανοικτές οικονομίες, η πολιτεία παρεμβαίνει με τη δημιουργία κρίσιμων δημόσιων έργων και με την αναγκαία προληπτική και κατασταλτική εποπτεία, ενώ διαμορφώνει και ένα στρατηγικό σχέδιο – υποστηριζόμενο από κατάλληλες θεσμικές, πολεοδομικές και φορολογικές παρεμβάσεις – που θα επιτρέψουν στον ιδιωτικό τομέα να ενεργοποιηθεί, δημιουργώντας έτσι προσδοκίες για βιώσιμες επενδύσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία και κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Στην κατεύθυνση αυτή, αναγκαίες δράσεις που θα μπορούσαν να αναληφθούν είναι η έκπτωση φόρου 40% για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων, με ειδική μέριμνα για τα φτωχότερα νοικοκυριά και για όσους αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, η θεσμική αντιμετώπιση του ζητήματος της πολυιδιοκτησίας και των εγκαταλελειμμένων κτιρίων, η απλοποίηση των μεταβιβάσεων και η μείωση των δικαιολογητικών για τη μεταβίβαση ακινήτων (έχει ήδη ανακοινωθεί αυτό ως δέσμευση από τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκη).

Το επόμενο μεγάλο πρόβλημα που βιώνει η αγορά, είναι η υψηλή φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, πολύ υψηλότερη του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Η Νέα Δημοκρατία έχει ήδη προτείνει τη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% μέσα στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησής της, καθώς και την αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες και του φόρου υπεραξίας στις αγοραπωλησίες ακινήτων για τρία χρόνια, προκειμένου να στηριχθεί η αγορά ακινήτων.

Η υπερφορολόγηση όμως βρήκε εφαρμογή και σε επενδυτικά σχήματα, όπως είναι οι ΑΕΕΑΠ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας). Από το 1999, όταν και εισήχθη το σχετικό θεσμικό πλαίσιο, οι εν λόγω εταιρείες απέδειξαν ότι είναι σε θέση να προσελκύσουν θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με σκοπό τις επενδύσεις στην ελληνική αγορά ακινήτων. Παρ’ όλα αυτά, τον Ιούνιο του 2016, η Κυβέρνηση επταπλασίασε τον συντελεστή του φόρου που επιβάλλεται στο σύνολο του ενεργητικού τους. Οφείλει συνεπώς να λάβει χώρα ο επανασχεδιασμός του σχετικού φορολογικού πλαισίου, υπό όρους συγκρίσιμους με το αντίστοιχο πλαίσιο των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών.

Ο τρίτος και εξίσου σημαντικός πυλώνας παρέμβασης αφορά τη δημόσια ακίνητη περιουσία. Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας (ΓΓΔΠ) οφείλει να αναλάβει ένα εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, αυτόν της χάραξης της στρατηγικής της χώρας αναφορικά με την αγορά ακίνητης περιουσίας. Η δημιουργία ενός θεσμικού αντίβαρου έναντι του Υπερταμείου, ειδικά όταν σε αυτό αποδεικνύεται καθημερινά ότι έχει μεταβιβαστεί πλήθος κρατικών περιουσιακών στοιχείων, ώστε να διασφαλιστεί ο θεσμικός ρόλος του Δημοσίου, αποτελεί μια αναγκαιότητα. Οι δράσεις τις οποίες μπορεί, ενδεικτικά, να αναλάβει η ΓΓΔΠ είναι:

  • Συντονισμός για τη διαχείριση των χιλιάδων ακινήτων που θα προέλθουν από κατασχέσεις και από αποποιήσεις κληρονομιών αλλά και από τα αδήλωτα ακίνητα ιδιωτών στο κτηματολόγιο, και κατάστρωση μιας νέας εθνικής στεγαστικής πολιτικής.
  • Εμπέδωση της συνεργασίας μεταξύ του Δημοσίου και του Υπερταμείου, προκειμένου να επιτευχθεί η ταχύτερη προώθηση της υλοποίησης επενδύσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.
  • Πρωτοβουλίες για στρατηγική συνεργασία όλων των φορέων της πολιτείας που ενεργοποιούνται στην αγορά ακίνητης περιουσίας (κεντρικής κυβέρνησης, οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισµών κοινωνικής ασφάλισης, άλλων ΝΠ∆∆, κληροδοτηµάτων, δηµόσιων επιχειρήσεων κ.α.).
  • Πρωτοβουλίες για μείωση των φορέων αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, επιχειρησιακή ενοποίηση του μητρώου ακινήτων – που δημιουργήθηκε το 2013 – και αύξηση της ταχύτητας ωρίμανσης ακινήτων και επενδυτικών σχεδίων.
  • Διερεύνηση του επενδυτικού κλίματος και των προϋποθέσεων για ΣΔΙΤ, αναφορικά με την αστική ανάπλαση χωρικών ενοτήτων ή λοιπών – μεγάλης κλίμακας – αστικών παρεμβάσεων.
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων στεγαστικών ακινήτων (ή αλλαγή χρήσης λοιπών ακινήτων) ιδιοκτησίας δημοσίου προς πώληση, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο χορήγησης άδειας διαμονής σε αλλοδαπούς (πρόγραμμα Golden Visa).
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων επαγγελματικών ακινήτων δημοσίων ακινήτων και αξιοποίησή τους μέσω του συνδυασμού των θεσμικών πλαισίων περί ΑΕΕΑΠ, Αμοιβαίων Κεφαλαίων Ακίνητης Περιουσίας και ΣΔΙΤ.
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων ενιαίων αγροτικών εκτάσεων για μακροχρόνια μίσθωση (συνεργασία Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, OTA και Εκκλησίας), για την προσέλκυση στρατηγικών επενδυτών στον πρωτογενή τομέα.
  • Πρωτοβουλίες για την ενιαία λειτουργική διαχείριση όλων των κτιριακών εγκαταστάσεων του δημοσίου τομέα (facilities management).
  • Πρωτοβουλίες ώστε το μητρώο αξιών μεταβιβάσεων ακινήτων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων να αξιοποιηθεί στατιστικά και μαζί με τους δείκτες της Τράπεζας της Ελλάδος να ποσοτικοποιηθεί περαιτέρω η αγορά ακίνητης περιουσίας, με την ανάπτυξη δεικτών ζητούμενων τιμών. Τα θεσμικά κεφάλαια άλλωστε τα οποία είναι απαραίτητα για την ωρίμανση της αγοράς απαιτούν πλήρη διαφάνεια.
  • Πρωτοβουλίες για συνεργασία με Πανεπιστήμια και ερευνητικούς φορείς για την εκπαίδευση των συμμετεχόντων στην αγορά, την ενίσχυση της εφαρμοσμένης έρευνας και τη διάχυση των αποτελεσμάτων της.
  • Πρωτοβουλίες για δημιουργία μόνιμης επιτροπής φορέων της αγοράς ακινήτων, με στόχο τη συνεχή διαβούλευση και με επιδιωκόμενο αποτέλεσμα τη θεσμική θωράκιση και τον εκσυγχρονισμό της αγοράς.

Η καθοριστική συμβολή της αγοράς ακινήτων στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής επιβάλουν αναγνώριση των προβλημάτων, συντονισμό, ρεαλιστικές πολιτικές και τολμηρές δράσεις και εμπέδωση κουλτούρας συνεργασίας μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα με γνώμονα την κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Η επέτειος 44 χρόνων από την ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας λαμβάνει χώρα σε ένα βεβαρημένο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον.

Αυτές οι προβληματικές και ταχύτατα μεταβαλλόμενες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, καθιστούν μεγαλύτερες τις απαιτήσεις των πολιτών από τη Νέα Δημοκρατία.

Οι εξελίξεις την φέρνουν και πάλι, με τη βούληση της πλειονότητας των πολιτών, στη διακυβέρνηση της χώρας.

Πάντα όμως στα δύσκολα, η πολιτική λύση αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία.

Την παράταξη που «γεννήθηκε» σε κρίσιμες συνθήκες από τον Εθνάρχη Κωνσταντίνο Καραμανλή και τους άξιους συνεργάτες του.

Και η οποία έκτοτε, ανταποκρίθηκε με επιτυχία, ουσιαστικά και πρωταγωνιστικά, στην ιστορική πρόσκληση και αποστολή.

Οικοδόμησε τη σύγχρονη δημοκρατία.

Σχεδίασε, υλοποίησε και εδραίωσε την ευρωπαϊκή θέση της χώρας.

Αύξησε τον πλούτο της, βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο και την ευημερία των πολιτών.

Γι’ αυτό οι πολίτες με την εμπιστοσύνη τους, αθροιστικά, την έχουν αναδείξει ως την πρώτη, ως την πιο ισχυρή πολιτική δύναμη της χώρας.

Ως τον μεγάλο, μόνιμο και σταθερό πυλώνα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Ως τη μεγάλη, πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας.

Με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις.

Βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Σήμερα η Νέα Δημοκρατία, υπό την στιβαρή ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, ορθολογικά προσαρμοσμένη στα δεδομένα των καιρών, με δικαιωμένο ιδεολογικό και πολιτικό πυρήνα, με πολιτική βούληση και σοβαρότητα, με γνώση και εμπειρία, με ρεαλισμό και σχέδιο, έχει χρέος έναντι της ιστορίας του έθνους και της παράταξης, του παρόντος και του μέλλοντος της πατρίδας και των πολιτών, να ανταποκριθεί με επάρκεια και επιτυχία στη μεγάλη ευθύνη.

Και θα τα καταφέρουμε. Γιατί, όλοι μαζί, μπορούμε!!!.