Newsletter

«Οι υψηλοί φόροι συρρικνώνουν τα εισοδήματα, μειώνουν τα έσοδα του Κράτους

και “σκοτώνουν” την ανάπτυξη»

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απώλεια εσόδων από την είσπραξη του Φ.Π.Α. είναι αποκαλυπτική της εσφαλμένης και αδιέξοδης πολιτικής, που ακολουθεί η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Κυβέρνηση η οποία, με τη λανθασμένη ανοχή των δανειστών, επέλεξε να αυξήσει τους φόρους, κυρίως τους έμμεσους φόρους.

Αποτέλεσμα; Μείωση των εσόδων και διόγκωση της φοροδιαφυγής.

Συγκεκριμένα, η απώλεια Φ.Π.Α., διογκώθηκε και ξεπέρασε τα 5 δις ευρώ το 2015.

Και ενώ προβλέπονταν πρόσθετα έσοδα ύψους 1 δις ευρώ, τελικά εισπράχθηκαν μόλις 200.000.000 ευρώ.

Αντιθέτως, το 2014, όταν η τότε Κυβέρνηση μείωσε φορολογικούς συντελεστές, τα έσοδα αυξήθηκαν και η φορολογική συμμόρφωση βελτιώθηκε.

Είναι πλέον ξεκάθαρο:

Οι υψηλοί φόροι συρρικνώνουν τα εισοδήματα των πολιτών, μειώνουν τα έσοδα του Κράτους και τελικά “σκοτώνουν” την ανάπτυξη.

Όπως έχει προτείνει ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης, απαιτείται, άμεσα, η εφαρμογή ενός άλλου μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με έμφαση στην μείωση των φορολογικών συντελεστών, στους αυστηρότερους φορολογικούς ελέγχους και στην προώθηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, ώστε να “αναπνεύσει” η οικονομία και να ενισχυθούν τα δημόσια έσοδα».

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.

Το μέγεθος όμως της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά τους.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και έχουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα όμως, η αναγκαία δημοσιονομική ισορροπία θα πρέπει να συνοδεύεται από την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να μειώνονται οι επιπτώσεις της προσαρμογής και να επιτυγχάνονται, σταδιακά, διατηρήσιμοι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης.

Οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βοηθήσουν, μέσω μιας αυτοτροφοδοτούμενης διαδικασίας, στην επίτευξη υψηλών, αλλά ρεαλιστικών, δημοσιονομικών στόχων, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δυστυχώς, τα 2,5 τελευταία χρόνια, δεν ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική.

Επιλογή της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είναι η δημοσιονομική προσαρμογή να γίνεται από το σκέλος των εσόδων, με την περαιτέρω αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των πολιτών.

Επιλογή οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη, την οποία κακώς αποδέχθηκαν οι εταίροι και δανειστές.

Επιλογή που έχει οδηγήσει τη χώρα να «σέρνεται» στο τέλμα, με αποτέλεσμα την υπογραφή νέων αχρείαστων μνημονίων, τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας που συρρικνώνουν σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, τη δέσμευση για υψηλά και για πολλά χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα και με μια «ρήτρα ανάπτυξης» που θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως αντικίνητρο ανάπτυξης.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κ. Μητσοτάκης, στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, κατέθεσε ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση, με στόχο τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Βασικός πυλώνας αυτού του σχεδίου είναι η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αρχικά, με τη μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις, τη μείωση του ΕΝΦΙΑ, τη μείωση του φόρου στα μερίσματα, την αύξηση του ορίου για υποβολή ΦΠΑ, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, τη μείωση της φορολογίας ανάλογα με τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται.

Αυτά θα γίνουν με ισοδύναμα που θα προκύψουν, μεταξύ άλλων, από την αξιολόγηση των δαπανών, τη δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, την αυστηρότερη αναλογία προσλήψεων/αποχωρήσεων στο Δημόσιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, την παραχώρηση ορισμένων λειτουργιών στον ιδιωτικό τομέα μέσω συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, την ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τους αυστηρότερους ελέγχους, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και την επέκταση της χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Στη συνέχεια, η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα προτείνει, θα διεκδικήσει και τελικά θα επιτύχει μια νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης.

Θα δεσμευθεί στην υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων – εντός και εκτός του Προγράμματος – για μετά το 2018. Σχέδιο που θα ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, με έμφαση στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, την πιο αποτελεσματική λειτουργία του Κράτους, την υλοποίηση αναπτυξιακών πολιτικών στον πρωτογενή τομέα, τον τουρισμό, τον ορυκτό πλούτο και τις υποδομές και, κυρίως, με την επένδυση στις νέες, ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

Η επιτυχής υλοποίηση αυτού του προγράμματος θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών (1%), που θα προσεγγίζουν ή/και θα υπερβαίνουν την αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν στις δικές τους εκθέσεις το 2014 (1,9%).

Κάτι που θεωρείται εφικτό αφού, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τα συμπληρωματικά οφέλη από τη ταυτόχρονη υλοποίηση δημοσιονομικής προσαρμογής και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μπορούν να οδηγήσουν σε επιπρόσθετη αύξηση του ΑΕΠ μεταξύ 0,5% και 4%, ανάλογα με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής.

Η αύξηση του πλούτου, και πάλι σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, αφού στα τρέχοντα επίπεδα χρέους, μία αύξηση του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού Α.Ε.Π. κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/Α.Ε.Π. κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, μια αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 1 ποσοστιαία μονάδα του Α.Ε.Π. οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/Α.Ε.Π., μόνο, κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, και αυτό στην καλύτερη περίπτωση, όταν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής ισούται με μηδέν, το οποίο είναι γνωστό πως δεν ισχύει.

Αυτό, με τη σειρά του, θα οδηγήσει στη σταδιακή μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος μέχρι το 2%. Ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά και σε βάθος τετραετίας, για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τη μείωση του κατώτατου φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα, την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και τη μείωση του ΦΠΑ.

Υπενθυμίζουμε ότι το 2014, με αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα, η τότε Κυβέρνηση επέτυχε τη μείωση φορολογικών συντελεστών, κάτι που δεν προβλέπονταν στο 2ο Μνημόνιο.

Αυτό το συνεκτικό σχέδιο μπορεί να σπάσει το καταστροφικό «καθοδικό σπιράλ» που οδηγεί, όλο και βαθύτερα, στο οικονομικό τέλμα, την κοινωνική μιζέρια και την εθνική παρακμή. Και να μας οδηγήσει σε «ανοδικό σπιράλ», με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίηση της χώρας. Διότι οι Έλληνες αξίζουμε και μπορούμε καλύτερα.

Η κεντρική διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης είναι, καταρχήν, επιθυμητή. Πρέπει όμως να γίνεται λελογισμένα, όταν κρίνεται απαραίτητο, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των φορέων και την καταθετική βάση των τραπεζών, με στόχο τον ορθολογικότερο ταμειακό προγραμματισμό και την ενίσχυση της ρευστότητας του Δημοσίου, και συνακόλουθα της πραγματικής οικονομίας.

Με βάση αυτή την αρχή, ξεκίνησε στις αρχές του 2014 η αξιοποίηση του εργαλείου της σύναψης ρέπος από την πλευρά του Δημοσίου. Έτσι, στο τέλος του 2014, τα ρέπος ανέρχονταν σε 8,6 δισ. ευρώ. Όμως, τότε, οι καταθέσεις στις εμπορικές τράπεζες ήταν 160 δισ. ευρώ και η εξάρτηση από τον έκτακτο μηχανισμό ενίσχυσης της ρευστότητας (ELA) μηδενική. Παράλληλα, η τότε Κυβέρνηση αποπλήρωνε μεθοδικά και σταθερά τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, μειώνοντας αυτές κατά 5,5 δισ. ευρώ ή 60% μέχρι το τέλος του 2014.

Αυτή η ορθολογική πρακτική, δυστυχώς, άλλαξε από τις αρχές του 2015. Και είναι το αποτέλεσμα της αναποτελεσματικότητας, της αναβλητικότητας και των παλινωδιών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση η οποία όχι μόνο δεν “ρίχνει” ρευστότητα στην αγορά, αλλά αντίθετα αντλεί ρευστότητα από αυτήν. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι αυτό συμβαίνει, κυρίως, κάθε φορά που η Κυβέρνηση δήθεν διαπραγματεύεται (βλέπετε διάγραμμα).

πιν

Όμως, η τακτική του εκτεταμένου, υποχρεωτικού εσωτερικού δανεισμού, μέσω του υποχρεωτικού “σκουπίσματος” των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και της εσωτερικής στάσης πληρωμών, έχει ως αποτέλεσμα να στερείται, άμεσα και έμμεσα, πολύτιμης ρευστότητας η πραγματική οικονομία.

Άμεσα, διότι διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, οι οποίες σήμερα είναι αυξημένες κατά 42% από το τέλος του 2014. Και έμμεσα, διότι δυσχεραίνεται ακόμη περισσότερο η πιστωτική επέκταση, αφού αφαιρούνται πόροι από το τραπεζικό σύστημα, με δεδομένη μάλιστα και τη συρρίκνωση των καταθέσεων κατά 40 δισ. ευρώ από το τέλος του 2014, αναγκάζοντας τις τράπεζες να αντλούν κεφάλαια – με υψηλότερο κόστος – από τον ELA.

Δυστυχώς, για την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αυτή η πρακτική έχει γίνει ο κανόνας. Έτσι σήμερα, τα ρέπος παραμένουν αυξημένα κατά περίπου 50% από το τέλος του 2014, και διαμορφώνονται στα 15 δισ. ευρώ. Ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξάνονται αντί να μειώνονται. Συνεπώς, οι διαθέσιμοι πόροι δεν χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα, αλλά για τη χρηματοδότηση του Κράτους.

Και αυτό γιατί η προβλεπόμενη δόση, που συνόδευε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, είναι πολύ χαμηλότερη τόσο των αναγκών της οικονομίας όσο και των προβλέψεων της συμφωνίας.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, το μικρότερο τμήμα της δόσης, και μάλιστα τμηματικά, μένει για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών και για την ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας.

Στον αντίποδα αυτής της ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της ΝΔ, όπως παρουσιάστηκε από τον Πρόεδρό της κ. Μητσοτάκη, στη ΔΕΘ, είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία. Αυτή μπορεί να γίνει με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτά η σημερινή Κυβέρνηση ούτε ξέρει, ούτε μπορεί, ούτε θέλει να τα κάνει.

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Το αφήγημα του κ. Τσίπρα κάθε μέρα καταρρέει.

Αρχικά, στο πεδίο της προσέλκυσης των επενδύσεων, στη συνέχεια στην δήθεν ευαισθησία στο περιβάλλον, σήμερα στην καλή εκτέλεση του προϋπολογισμού.

Οι κατασχέσεις ήδη σε 971.000 πολίτες αποτελούν τη “σανίδα σωτηρίας” των εσόδων, ώστε ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η μετάθεση της πληρωμής του ΕΝΦΙΑ, να μην υπάρξει σημαντική υστέρηση εσόδων.

Η εσωτερική στάση πληρωμών του Κράτους καλά κρατεί, σε ευαίσθητους τομείς, όπως είναι οι επιχορηγήσεις των νοσοκομείων, το κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης, τα επιδόματα πολυτέκνων.

Ενώ οι αναγκαίες για την ανάταξη της οικονομίας δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων διαμορφώνονται 25% χαμηλότερα από το στόχο.

Συμπέρασμα: Οι πρόσθετοι φόροι, η διόγκωση των κατασχέσεων, το “στέγνωμα” της αγοράς, η συρρίκνωση των δαπανών για επενδύσεις και ο περιορισμός των κοινωνικών δαπανών αποτελούν συνειδητές επιλογές του κ. Τσίπρα, προκειμένου να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, η αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής με σταδιακή μείωση της φορολόγησης των πολιτών και η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία είναι επιβεβλημένες πολιτικές.

Πολιτικές, που η παρούσα Κυβέρνηση αδυνατεί να υλοποιήσει».

Αγαπητές Κυρίες, Αγαπητές Φίλες, Αγαπητές Συναγωνίστριες,

Θέλω να ευχαριστήσω τη Γραμματεία Γυναικείων Θεμάτων για την πρόσκληση που μου απηύθυνε και να την συγχαρώ για την πραγματοποίηση αυτής της υπέροχης εκδήλωσης.

Θέλω όμως κυρίως να ευχαριστήσω όλες εσάς, τόσο για τη σημερινή συμμετοχή σας, όσο και για τους μεγάλους, καθημερινούς, δύσκολους αγώνες σας για την Παράταξη.

Και σήμερα, όταν κάποιοι άλλοι αρμενίζουν ιδεολογικά και πολιτικά με «βάρκα την ελπίδα», εσείς, εμείς, όλοι μας, αισθανόμαστε δικαιωμένοι για τα πιστεύω μας, για τις αξίες μας, και για την διαχρονική προσφορά της Παράταξης στον τόπο.

Παράταξη που έχει χαράξει τους άξονες της στρατηγικής της χώρας, υπηρετεί, αδιαλείπτως, το πατριωτικό καθήκον, έχει υπάρξει πρωτοπόρος και αυθεντικός εκφραστής του ευρωπαϊκού προσανατολισμού, έχει αποδείξει ότι μπορεί, σε κρίσιμες στιγμές για την πατρίδα, να εστιάζει στο σημαντικό και να υπηρετεί το πρωτεύον.

Αγαπητές Φίλες,

Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το 1974, η ελληνική κοινωνία εισήλθε σε μία περίοδο κατά την οποία ήταν αναγκαίες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές.

Αλλαγές προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού με κοινωνική ευαισθησία.

Ήταν ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής ο οποίος, με διορατικότητα, τόλμη και αποφασιστικότητα, σχεδίασε τη στρατηγική της χώρας και δρομολόγησε την εφαρμογή της.

Η χώρα μας απέκτησε δομές και θεσμούς μιας σύγχρονης Ευρωπαϊκής δημοκρατίας.

Διευθέτησε σημαντικές πολιτικές εκκρεμότητες και αντιμετώπισε με επιτυχία κοινωνικά αιτήματα εκείνης της εποχής.

Ένα από τα μεγάλα ζητούμενα ήταν και η θέση της Ελληνίδας στην κοινωνία.

Ήταν, επί της ουσίας, οι διεκδικήσεις της για ισότητα, για ισονομία, για συμμετοχή.

Η παράταξή μας, η Νέα Δημοκρατία, ανταποκρίθηκε στις ανάγκες μιας σύγχρονης κοινωνίας.

Απέδειξε την ικανότητά της να απαντά στις απαιτήσεις των καιρών.

Απέδειξε την πραγματικά προοδευτική της στάση.

Αναγνώρισε, με το Σύνταγμα του 1975, την ισοτιμία ανδρών και γυναικών.

Επέτυχε μία πραγματική κοινωνική κατάκτηση.

Από τότε, στα χρόνια που πέρασαν, καταφέραμε πολλά.

Η γυναίκα δεν περιορίζεται, πλέον, μόνο στην οικογένεια.

Παραμένει μεν το κεντρικό πρόσωπο, το θεμέλιο, η ψυχή της οικογένειας.

Και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Είναι σπουδαίο.

Γιατί η οικογένεια ήταν και είναι το βασικό κύτταρο της κοινωνίας.

Είναι θεσμός που αφορά την ίδια τη ζωή και την ποιότητά της.

Θεσμός, στον οποίο αναπτύσσονται θεμελιώδεις αξίες, όπως η συνεργασία, η κατανόηση, η αλληλεγγύη, η αγάπη.

Σήμερα όμως, η γυναίκα αποκτά ρόλους που παλιότερα φαίνονταν αδιανόητο να έχει.

Αναπτύσσει την προσωπικότητά της αυτόνομα.

Εργάζεται μέσα, αλλά και έξω από το σπίτι.

Αναλαμβάνει επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Διακρίνεται στο χώρο της επιστήμης, της έρευνας, της νέας γνώσης.

Συνεισφέρει στο οικογενειακό εισόδημα.

Αποκτά οικονομική αυτοτέλεια.

Μετέχει ενεργά στα κοινά.

Δυστυχώς όμως, παρά την μεγάλη πρόοδο που έχει συντελεστεί, η γυναίκα, στην πράξη, δεν έχει ακόμη κατακτήσει τη θέση που της αξίζει.

Η γυναικεία απασχόληση αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα: διαρκώς αυξανόμενη ανεργία, μισθολογικό χάσμα, «γυάλινο τοίχος», «γυάλινη οροφή».

Ενδεικτικά και μόνο, το ποσοστό ανεργίας στις γυναίκες είναι αρκετά υψηλότερο έναντι αυτού των αντρών, μάλιστα στις νέες γυναίκες αυτό το ποσοστό αγγίζει το 50%.

Οι μακροχρόνια άνεργες γυναίκες είναι πολύ περισσότερες από τους άντρες.

Συνεπώς, αν και τα δύο φύλα βιώνουν τις οδυνηρές συνέπειες της οικονομικής κρίσης, για τις γυναίκες οι επιπτώσεις είναι μεγαλύτερες και πιο οδυνηρές.

Η θέση όμως της γυναίκας στην οικονομία και στον επιχειρηματικό κόσμο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αντιμετώπιση της πολύχρονης και πολύπλευρης κρίσης.

Η Βίβιαν Ρέντινγκ, πρώην επίτροπος της ΕΕ, αρμόδια για θέματα Δικαιοσύνης, Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ιθαγένειας, έχει τονίσει ότι:

«Αν η Ευρώπη έχει πραγματικά την πρόθεση να βγει από την κρίση και να γίνει μια ανταγωνιστική οικονομία, τότε πρέπει να κάνει καλύτερη χρήση των ταλέντων και των ικανοτήτων των γυναικών».

Ενώ πολύ πρόσφατα, οι ηγέτες των 20 μεγαλυτέρων χωρών του κόσμου, στη διακήρυξη της Συνόδου τους ανέφεραν ότι η ισότητα των φύλων αποτελεί προϋπόθεση για την αειφόρο και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.

Όλα αυτά επιβεβαιώνονται και από την επιστήμη.

Όλο και περισσότερες έρευνες και μελέτες καταδεικνύουν ότι επιχειρήσεις με ισχυρή εκπροσώπηση γυναικών εμφανίζουν σημαντικά οφέλη, όπως αυξημένη αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα και ανταγωνιστικότητα, καθώς και καλύτερη εφαρμογή των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης.

Ενώ οι γυναίκες έχουν καλύτερη αίσθηση και πρόβλεψη του κινδύνου, αξιολογούν και αξιοποιούν καλύτερα το ανθρώπινο δυναμικό της επιχείρησης, γνωρίζουν καλύτερα τις καταναλωτικές συνήθειες της κοινωνίας, έχουν σφαιρική και σφιχτή διαχείριση κυρίως σε περιόδους κρίσεων.

Συνεπώς, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι οι γυναίκες πρέπει να μετέχουν ενεργά, ίσα και ισότιμα στην παραγωγική διαδικασία.

Και προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται διεθνείς οργανισμοί και μεμονωμένες χώρες.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι αυτό το ζήτημα έχει απασχολήσει έντονα και την προεκλογική περίοδο στη Γερμανία.

Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθούμε και εμείς, εφαρμόζοντας πολιτικές:

  • Για την εξάλειψη των εμποδίων εισόδου των γυναικών στην αγορά εργασίας, με σκοπό την ισότιμη πρόσβαση ανδρών και γυναικών στην ιδιοκτησία, στην ποιοτική απασχόληση και στις χρηματοδοτικές υπηρεσίες.
  • Για την εξάλειψη των διακρίσεων στην απασχόληση σε βάρος των γυναικών, όπως είναι οι διαφορές αμοιβών μεταξύ γυναικών και ανδρών για ίση εργασία και εργασία ίσης αξίας, καθώς και οι άνισες ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης.
  • Για την προστασία των γυναικών από όλες τις μορφές βίας.
  • Για την παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με σκοπό την αύξηση των ευκαιριών εισόδου στην αγορά εργασίας.
  • Για τη συνεχή κατάρτιση και ανάπτυξη του γυναικείου επιχειρείν.

 

Αγαπητές φίλες,

Για να ενισχυθεί όμως η γυναικεία απασχόληση, πρέπει να ενισχυθεί η ελληνική οικονομία.

Για να δημιουργηθούν νέες, ποιοτικότερες θέσεις απασχόλησης και για τις γυναίκες, πρέπει να υπάρχει βιώσιμη, διατηρήσιμη ανάπτυξη της οικονομίας.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν, όπως ορθώς είπε ο κ. Τσίπρας, «να μην κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα».

Και όμως, αυτή την πραγματικότητα ο ίδιος, εδώ, στη Θεσσαλονίκη, αγνόησε.

Δεν έδωσε καμία απάντηση στα πιεστικά ερωτήματα των πολιτών, που απορρέουν από αυτή τη δυσάρεστη πραγματικότητα.

Δεν είπε τίποτα για τα 100 δισ. ευρώ «εθνικό κόστος» που φόρτωσε στους πολίτες, για τους νέους φόρους, για τις περικοπές στις συντάξεις, για τη μείωση του αφορολόγητου, για τις εξοντωτικές ασφαλιστικές εισφορές, για τους πλειστηριασμούς και τις κατασχέσεις, για τα capital controls, για την πιστωτική ασφυξία, για τις ομαδικές απολύσεις, για τη γενιά των 360 ευρώ, για τα τεράστια χρέη του Κράτους προς τους ιδιώτες, για την κατάργηση κοινωνικών επιδομάτων, για την υστέρηση των κοινωνικών δαπανών.

Αυτή όμως την οδυνηρή πραγματικότητα βιώνουν οι πολίτες.

Πολίτες των οποίων το διαθέσιμο εισόδημα φθίνει. Και θα συνεχίσει να φθίνει.

Με αποτέλεσμα οι «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της οικονομίας να διογκώνονται.

Αυτό είναι το επώδυνο αποτέλεσμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Ο Πρωθυπουργός όμως, όχι μόνο αγνόησε την πραγματικότητα, αλλά προσπάθησε να παρουσιάσει μια άλλη, εικονική πραγματικότητα, ως γνήσιος και σταθερός οπαδός της ρήσης πως «όταν η πραγματικότητα δεν σέβεται τις επιθυμίες μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα».

1ον. Μίλησε για δείκτες της οικονομίας οι οποίοι βελτιώνονται.

Όταν, η οποία μικρή βελτίωση παρουσιάζεται σε κάποιους μακροοικονομικούς δείκτες, είναι σε σύγκριση με το χειρότερο σημείο στο οποίο η οικονομία κατρακύλησε επί ημερών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η χώρα, όμως, δυστυχώς, δεν έχει ακόμη φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

2ον. Μίλησε για υπερκάλυψη των στόχων.

Όταν οι κατασχέσεις «καλπάζουν», το ιδιωτικό ληξιπρόθεσμο χρέος προς τις εφορίες, τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και κρίσιμους δημόσιους φορείς διογκώνεται, ενώ η «εσωτερική στάση πληρωμών» διευρύνεται.

 

3ον. Μίλησε για βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και για μεγάλο αριθμό νέων επενδύσεων.

Όταν ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν μειωθεί, η φορολογία έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το κράτος δεν πληρώνει τις οφειλές του, η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές που βελτιώνουν το επιχειρηματικό κλίμα δεν υλοποιούνται, εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν, νέα εμπόδια ανακύπτουν στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων.

Η υπόθεση των Σκουριών είναι απόδειξη αυτών των συνεχών, συνεχιζόμενων κυβερνητικών εμποδίων.

Εμπόδια που τραυματίζουν την εικόνα της χώρας και δημιουργούν εξαιρετικά αρνητικό κλίμα στους επενδυτές.

Για το λόγο αυτό καλούμε την Κυβέρνηση να μεταβάλει τη στάση της.

Και να σταματήσει να μετακυλύει, συνεχώς, τις ευθύνες της στην Αξιωματική Αντιπολίτευση.

Γιατί αλήθεια, η Νέα Δημοκρατία φταίει για τις πολύχρονες καθυστερήσεις στις τεχνικές άδειες;

Η Νέα Δημοκρατία φταίει που η Κυβέρνηση αγνοεί τις συνεχείς, διαδοχικές επιστολές της εταιρείας;

Η Νέα Δημοκρατία φταίει που η Κυβέρνηση έχει απειλήσει, από το Δεκέμβριο, με προσφυγή στη διαιτησία, χωρίς να έχει αναφέρει το λόγο;

Η Νέα Δημοκρατία φταίει που δεν λαμβάνονται υπόψη οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης, αποφάσεις που πρέπει να γίνονται σεβαστές και νόμοι που πρέπει να τηρούνται, από όλους, πολιτεία και επιχειρήσεις;

Η Νέα Δημοκρατία φταίει για τις καθυστερήσεις και τα εμπόδια στο Ελληνικό, στην Κασσιόπη, στην Αφάντου, στον Καφηρέα;

Είναι προφανές ότι την αποκλειστική ευθύνη την φέρουν οι ιδεοληψίες, οι εσωκομματικές διευθετήσεις και η ανικανότητα της σημερινής Κυβέρνησης.

ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες.

Αγαπητές Φίλες,

Επομένως, όσο και να προσπαθεί ο κ. Τσίπρας να αγνοήσει την πραγματικότητα ή να παρουσιάσει μια άλλη, εικονική πραγματικότητα, η αλήθεια είναι μία:

Η Κυβέρνηση «σέρνει» την ελληνική οικονομία και δεν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Συνεπώς, στόχος της επόμενης Κυβέρνησης, της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, θα είναι η φυγή προς τα εμπρός, με την επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Και αναφερόμαστε στην οικονομική ανάπτυξη, όχι απλώς στη μεγέθυνση της οικονομίας.

Ανάπτυξη που περιλαμβάνει την οικονομική μεγέθυνση, έχει όμως και ποιοτικές διαστάσεις, με στόχο τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών, μέσω της ενίσχυσης των θεσμών, της συμμετοχής στην παραγωγή, της δικαιότερης διανομής του εισοδήματος.

Στην κατεύθυνση αυτή απαιτείται η υλοποίηση μιας συγκροτημένης, συνεκτικής στρατηγικής, που θα περικλείει πραγματικά προοδευτικές, ρεαλιστικές πολιτικές, βασισμένες σε 4 άξονες:

1ος Άξονας: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, μέσα από τη στοχευμένη  μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την χρήση ισοδυνάμων αξιολογώντας την αποτελεσματικότητα των δαπανών, με την ένταξη «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, με την συμφωνία σε πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Είναι εφικτό; Ναι, είναι. Το κάναμε και το 2014!

2ος Άξονας: Η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων, που θα βελτιώσουν τη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, θα ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις απασχόλησης.

3ος Άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

4ος Άξονας: Η υιοθέτηση ενός στρατηγικού σχεδίου για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Με την προώθηση της παραγωγικότητας και την αναβάθμιση της αλυσίδας αξίας.

Με στόχο μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων στην πρωτογενή παραγωγή, στη μεταποίηση και στις υπηρεσίες.

Βασικός πυλώνας του σχεδίου πρέπει να είναι η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο μέσω της διαμόρφωσης ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς, διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, το οποίο να είναι εναρμονισμένο με την καινοτομία, τις νέες τεχνολογίες και την επιχειρηματικότητα.

Αγαπητές Φίλες,

Η ανταπόκριση σ’ αυτές τις ανάγκες απαιτεί, πρωτίστως, στιβαρή και αποφασισμένη πολιτική ηγεσία, βούληση, σχέδιο, σοβαρότητα και αξιοπιστία.

Η Κυβέρνηση τα στοιχεία αυτά ούτε τα διαθέτει ούτε είναι ικανή να τα διαμορφώσει.

Για το λόγο αυτό απαιτείται πολιτική αλλαγή.

Η Νέα Δημοκρατία καλείται και πάλι να αναλάβει το βάρος.

Και θα το πράξει, όπως άλλωστε το έπραξε 6 φορές μεταπολιτευτικά, υπηρετώντας, αδιαλείπτως, το πατριωτικό της καθήκον.

Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία, η μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη, με Πρόεδρο τον Κυριάκο Μητσοτάκη, κάνοντας τις αναγκαίες θεσμικές, δομικές και λειτουργικές βελτιώσεις, θα ανταποκριθεί, και πάλι, στο χρέος της.

Γιατί οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα.

 

Ο κ. Τσίπρας, στην αρχή της συνέντευξης τύπου, είπε ότι «δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια σε μία πραγματικότητα».

Και όμως, αυτή την πραγματικότητα αγνόησε. Δεν έδωσε καμία απάντηση στα πιεστικά ερωτήματα των πολιτών, που απορρέουν από αυτή τη δυσάρεστη πραγματικότητα. Ειδικότερα, στο πεδίο της οικονομίας, δεν είπε τίποτα για τα 100 δισ. ευρώ «εθνικό κόστος» που φόρτωσε στους πολίτες, τους νέους φόρους και τις περικοπές των συντάξεων, τη μείωση του αφορολόγητου, τις εξοντωτικές ασφαλιστικές εισφορές, τους πλειστηριασμούς και τις κατασχέσεις, τα capital controls, την πιστωτική ασφυξία, τις ομαδικές απολύσεις, τη γενιά των 360 ευρώ, τα τεράστια χρέη του Κράτους προς τους ιδιώτες, την κατάργηση κοινωνικών επιδομάτων, την υστέρηση των κοινωνικών δαπανών.

Αυτή όμως η πραγματικότητα είναι οδυνηρή για τους πολίτες. Το διαθέσιμο εισόδημά τους φθίνει και θα συνεχίσει να φθίνει. Με αποτέλεσμα, το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες, τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και κρίσιμους δημόσιους φορείς, διαρκώς να αυξάνει. Οι «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της οικονομίας διογκώνονται. Αυτό είναι το οδυνηρό αποτέλεσμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Ο Πρωθυπουργός όμως, όχι μόνο αγνόησε αυτή την πραγματικότητα, αλλά προσπάθησε να παρουσιάσει μια άλλη, εικονική πραγματικότητα, ως γνήσιος και σταθερός οπαδός της ρήσης πως «όταν η πραγματικότητα δεν σέβεται τις επιθυμίες μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα».

Ενδεικτικά:

1ον. Είπε ότι η οικονομία βρίσκεται σε αναπτυξιακή τροχιά.

Όταν οι ρυθμοί οικονομικοί μεγέθυνσης είναι αναιμικοί, χαρακτηρίζονται από κυκλικότητα, έχουν αναθεωρηθεί προς το χειρότερο και το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες διευρύνεται. Όταν έχει χαθεί η υψηλή αναπτυξιακή δυναμική που είχε δημιουργηθεί το 2014, μαζί με 26 δισ. ευρώ δυνητικού πλούτου μέχρι σήμερα.

2ον. Μίλησε για βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και για μεγάλο αριθμό νέων επενδύσεων.

Όταν ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν μειωθεί, η φορολογία έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το κράτος έχει κηρύξει «εσωτερική στάση πληρωμών», η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές που βελτιώνουν το επιχειρηματικό κλίμα δεν υλοποιούνται, νέα εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ανακύπτουν, εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν. ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες. 

3ον. Μίλησε για «άλλο πρότυπο παραγωγής».

Όταν η κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου εκκρεμεί από το Μάρτιο του 2016, γιατί η Κυβέρνηση ούτε θέλει, ούτε ξέρει, ούτε μπορεί να βάλει μπρος την παραγωγική μηχανή της οικονομίας.

4ον. Μίλησε για δείκτες της οικονομίας οι οποίοι βελτιώνονται.

Όταν, η οποία μικρή βελτίωση παρουσιάζεται σε κάποιους μακροοικονομικούς δείκτες, είναι σε σύγκριση με το χειρότερο σημείο στο οποίο η οικονομία κατρακύλησε επί ημερών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Η χώρα, όμως, δυστυχώς, δεν έχει ακόμη φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

5ον. Μίλησε για επιτυχή έξοδο της χώρας στις αγορές.

Όταν αυτή έγινε μετά από 3ετές «εμπάργκο» από τις αγορές, εξαιτίας της ανικανότητας, της ανευθυνότητας και των ιδεοληψιών της σημερινής Κυβέρνησης, η οποία έπληξε την αξιοπιστία της χώρας και επιβάρυνε πολύ την οικονομία της.

Το αποτέλεσμα είναι, εκτός της καθυστέρησης εξόδου στις αγορές, το υψηλό κόστος δανεισμού, αφού παρά το ευνοϊκό – τα τελευταία χρόνια – διεθνές περιβάλλον, τα ελληνικά ομόλογα δεν ακολούθησαν τα ευρωπαϊκά στη μείωση των αποδόσεων.

Και φυσικά, ο Πρωθυπουργός δεν έκανε καμία αναφορά στην αποτυχία ένταξης των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, η οποία αποτελούσε υψίστη προτεραιότητα της οικονομικής του πολιτικής μέχρι πρόσφατα. Ένταξη που θα έπρεπε να έχει γίνει από τον Μάρτιο του 2015.

6ον. Υποσχέθηκε ότι η 3η αξιολόγηση θα κλείσει έγκαιρα.

Όταν, σύμφωνα με τις τοποθετήσεις των αρμόδιων Κυβερνητικών στελεχών, ο στόχος από Οκτώβριο μετατίθεται για Δεκέμβριο.

Και όταν η εκταμίευση της 2ης υποδόσης της 2ης αξιολόγησης, διαθέσιμη από 1η Σεπτεμβρίου, έχει μετατεθεί για το τέλος Οκτωβρίου, εξαιτίας της αδυναμίας της Κυβέρνησης να ενισχύσει με ρευστότητα την πραγματική οικονομία.

7ον. Υποσχέθηκε ότι θα μας βγάλει από τα μνημόνια και την επιτροπεία.

Όταν έχει δεσμεύσει τη χώρα σε επώδυνα μέτρα και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018.

8ον. Αναφέρθηκε, γενικά και αόριστα, στην «αναγκαία αποκλιμάκωση των φορολογικών συντελεστών».

Χωρίς χρονοδιάγραμμα, χωρίς προτεραιότητες, χωρίς σχεδιασμό. Και αφού πρώτα τους εκτόξευσε. Μόνο στον «μη αποδοτικό φόρο στο κρασί» αναφέρθηκε. Αλλά παρέλειψε να πει ότι και αυτόν, μαζί με την αύξηση του ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια, τον επέλεξε και τον επέβαλε ο ίδιος. Ευτυχώς, έστω και αργά, αναγνωρίζει αυτό που ο πρόεδρο της ΝΔ κ. Μητσοτάκης, είχε, από πέρυσι, αναφέρει στη ΔΕΘ: ότι ο φόρος αυτός είναι άδικος, αναποτελεσματικός, στρεβλώνει τον υγιή ανταγωνισμό και πλήττει την εξωστρέφεια της μικρής πρωτογενούς οινοποιητικής παραγωγής.

9ον. Μίλησε για την πάταξη του λαθρεμπορίου στα καπνικά και στα τσιγάρα και για τους φορολογικούς ελέγχους στις λίστες καταθετών εξωτερικού.

Πεδία στα οποία, τα αποτελέσματα που έχει να παρουσιάσει η Κυβέρνηση είναι από πενιχρά έως απογοητευτικά. Υποσχόταν έσοδα 3 δισ. ευρώ μέσα σε 6 μήνες από τη φοροδιαφυγή, αλλά τελικά μέσα σε 33 μήνες κατάφερε να εισπράξει λιγότερα από 100 εκ. ευρώ. Ενδεικτικά και μόνο, στον τομέα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου στα καύσιμα, τα εισπραχθέντα ποσά από υποθέσεις παραβάσεων καυσίμων ανέρχονταν στα 26 εκατ. ευρώ το 2013-2014, μειώθηκαν στα 8,8 εκατ. ευρώ το 2015-2016, ενώ έχουν εισπραχθεί μόλις 1,3 εκατ. ευρώ την εφετινή χρονιά.

Συμπερασματικά, ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνησή του δεν διαθέτουν το σχέδιο, την πολιτική βούληση και το όραμα για να οδηγήσουν τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

Για να γίνει αυτό απαιτείται μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση, η οποία θα πραγματοποιήσει διαρθρωτικές αλλαγές,  θα προσελκύσει επενδύσεις και θα διαπραγματευτεί μια άλλη δημοσιονομική πολιτική, με πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Αυτά, η σημερινή Κυβέρνηση δεν έχει ούτε την ικανότητα, ούτε τη γνώση, ούτε τη θέληση να τα υλοποιήσει.

Οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα.

Μια σειρά από οικονομικούς δείκτες (ΑΕΠ, επιχειρηματική εμπιστοσύνη, εξαγωγές, τουριστική κίνηση) σηματοδοτούν βελτίωση. Η έξοδος από τα μνημόνια που υπόσχεται ο κ. Τσίπρας το 2018 είναι εφικτή;  

Οι μακροοικονομικοί δείκτες, που επικαλείστε, παρουσιάζουν μικρή βελτίωση, σε σχέση με το χειρότερο σημείο στο οποίο η οικονομία κατρακύλησε επί ημερών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Η χώρα, όμως, δυστυχώς, δεν έχει ακόμη φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

Στο δε μικροοικονομικό επίπεδο, το διαθέσιμο, κατά μέσο όρο, εισόδημα των πολιτών συνεχίζει να φθίνει, αποτέλεσμα, κυρίως, της εντεινόμενης «φορολογικής καταιγίδας» και της συνεχούς μείωσης των συντάξεων.

Συνεπώς, ποια έξοδο από τα μνημόνια υπόσχεται ο κ. Τσίπρας όταν έχει δεσμεύσει τη χώρα σε επώδυνα μέτρα και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018;

Πρόκειται για ακόμη μία έωλη υπόσχεση του αυτοαποκαλούμενου Πρωθυπουργού της αυταπάτης και των μεγάλων σφαλμάτων.

Η έγκαιρη ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης αποτελεί εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για την επιτάχυνση της ανάπτυξης αλλά και για την έξοδο στις αγορές. Θεωρείτε ότι η κυβέρνηση θα την κλείσει έγκαιρα;

Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος, με βάση τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της Κυβέρνησης.

Μάλιστα, ήδη διαφαίνεται καθυστέρηση, αφού ο στόχος από Οκτώβριο μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για Δεκέμβριο.

Η όποια καθυστέρηση όμως, όπως έχει αποδειχθεί, είναι οδυνηρή για τους πολίτες.

Εύχομαι να μην βρεθούμε «στο ίδιο έργο θεατές».

Πριν από την τρίτη αξιολόγηση όμως υπάρχει ακόμη σε εκκρεμότητα η υποδόση της δεύτερης αξιολόγησης. Τι γίνεται με αυτό το θέμα;

Μέσα στην εβδομάδα, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος ανέφερε ότι «μέχρι το τέλος του μηνός, ελπίζουμε, να εκταμιευθούν τα χρήματα των 800 εκατομμυρίων ευρώ». Την ίδια ημέρα, το Υπουργείο Οικονομικών διέψευδε τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, υποστηρίζοντας ότι «η παραπάνω υποδόση δεν προβλεπόταν ευθύς εξαρχής να εκταμιευθεί πριν από το τέλος Οκτωβρίου». Υποδόση η οποία όμως είναι ήδη διαθέσιμη από 1η Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας.

Και την οποία η Κυβέρνηση δεν έχει αξιοποιήσει, επ’ ωφελεία της πραγματικής οικονομίας, εξοφλώντας ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου. Οφειλές οι οποίες ανέρχονται πλέον στα 5,4 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 42% από το τέλος του 2014.

Συνεπώς, και σε αυτό το πεδίο, η Κυβέρνηση καθυστερεί. Την ώρα που οι άνθρωποι της πραγματικής οικονομίας δίνουν μάχη επιβίωσης μέρα με τη μέρα, η Κυβέρνηση χάνει ολόκληρους μήνες και στερεί από την αγορά ακόμη και τη στοιχειώδη ρευστότητα.

Ο Πρωθυπουργός επισκέφτηκε μια σειρά από επιχειρήσεις και η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το πρώτο πεντάμηνο του 2015 ήρθαν περισσότερες επενδύσεις από ποτέ.  Τι ισχύει τελικά;

Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν μειωθεί, η φορολογία έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το κράτος έχει κηρύξει «εσωτερική στάση πληρωμών», η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές, που βελτιώνουν το επιχειρηματικό κλίμα, δεν υλοποιούνται, νέα εμπόδια στην υλοποίηση σχεδίων ανακύπτουν, εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν. Γι’ αυτούς τους λόγους υποστηρίζουμε ότι ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες.

Εκτός όμως όλων αυτών, η υλοποίηση επενδύσεων απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Προϋποθέσεις που δεν μπορεί να εξασφαλίσει η σημερινή Κυβέρνηση.

Στην προηγούμενη ΔΕΘ υποσχεθήκατε μείωση του ΕΝΦΙΑ και άλλων φόρων και είπατε ότι τα κονδύλια θα βρεθούν από ισοδύναμα. Η Κυβέρνηση σας κατηγορεί ότι θα κλείσετε νοσοκομεία και σχολεία. Τι απαντάτε;

Η Κυβέρνηση της αύξησης των φόρων, της μείωσης του αφορολόγητου, της αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών, της μείωσης των συντάξεων, της κατάργησης κοινωνικών παροχών, μας έχει συνηθίσει σε «λόγια του αέρα». Και αυτό γιατί οι «κυβερνητικές πομφόλυγες» για δήθεν κοινωνική ευαισθησία έχουν «πάει προ πολλού περίπατο».

Εμείς πράγματι, υπεύθυνα και τεκμηριωμένα, από πέρυσι στη ΔΕΘ, υποστηρίξαμε την ανάγκη σταδιακών, λελογισμένων μειώσεων φορολογικών συντελεστών με χρήση και ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών. Ενδεικτικά αναφέρω τον εξορθολογισμό των λειτουργικών δαπανών του Κράτους, την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, τη διαμόρφωση ενιαίου συστήματος προμηθειών, τη μη διόγκωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου και τον αυστηρότερο έλεγχο των επιχορηγήσεων.

Περιθώρια για μεγαλύτερη δημοσιονομική ελάφρυνση από αυτή που έχετε υποσχεθεί υπάρχουν κ. Σταϊκούρα;

Μπορούν να υπάρξουν, με την ένταξη «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, με την επίτευξη υψηλότερου ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, με την διαμόρφωση πιο ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων.

Υπενθυμίζω ότι το 2014, για πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα φορά, μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτό να προβλέπεται στο Μνημόνιο.

Η εκλογή νέου αρχηγού στη δημοκρατική συμπαράταξη έχει δημιουργήσει κινητικότητα στο χώρο της Κεντροαριστεράς που θα μπορούσε να μεταφραστεί σε εκλογικό όφελος. Ανησυχείτε για την αυτοδυναμία;

Η Νέα Δημοκρατία παρακολουθεί, χωρίς να παρεμβαίνει, τις εσωκομματικές διεργασίες άλλων πολιτικών χώρων.

Αισθάνεται ιδεολογικά ισχυρή και εδώ και χρόνια δικαιωμένη από τις παγκόσμιες εξελίξεις. Άλλες δυνάμεις αρμενίζουν ιδεολογικοπολιτικά με βάρκα την ελπίδα.

Στόχος της Νέας Δημοκρατίας είναι, ξεδιπλώνοντας, σταδιακά, ένα ρεαλιστικό, τεκμηριωμένο και ολοκληρωμένο σχέδιο εξόδου από την πολύχρονη και πολύπλευρη κρίση, να αποτελέσει την ορθολογική επιλογή μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας.

Όσο πλατύτερη και ισχυρότερη αυτή είναι, τόσο το καλύτερο.

Ακόμη όμως και με αυτοδυναμία, η οποία είναι απολύτως εφικτή, θα επιδιωχθούν οι μέγιστες δυνατές πολιτικές και κοινωνικές συνεννοήσεις, οι οποίες θα χαρακτηρίζονται από όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης.

Πιστεύετε ότι η Κυβέρνηση θα εξαντλήσει τον πολιτικό χρόνο ή υπάρχει ενδεχόμενο ενός εκλογικού αιφνιδιασμού;        

Η Κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, προκειμένου να «κρατηθεί», όσο μπορεί περισσότερο, στην εξουσία.

Όμως οι «ωρολογιακές βόμβες» στην οικονομία διογκώνονται και η κυβερνητική ανεπάρκεια είναι όλο και πιο εμφανής, σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας.

Ως εκ τούτου, ενδέχεται ο κ. Πρωθυπουργός να «μετακυλίσει» τα προβλήματα, που η Κυβέρνησή του δημιουργεί, διά εκλογών στους πολίτες.

Σε κάθε περίπτωση, αν αυτό γίνει δεν θα πρόκειται για αιφνιδιασμό, αφού οι εκλογές αποτελούν σταθερό αίτημα της Νέας Δημοκρατίας.

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, για την καθυστέρηση στην εκταμίευση της υποδόσης των 800.000.000 ευρώ, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Κυβέρνηση είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την καθυστέρηση της εκταμίευσης 800.000.000 ευρώ, που είναι διαθέσιμα, ήδη, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.

Χρήματα που θα αξιοποιούνταν για να εξοφληθεί μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, που έχουν “εκτοξευτεί” στα 5,4 δις ευρώ.

Την ώρα που οι άνθρωποι της πραγματικής οικονομίας δίνουν μάχη επιβίωσης μέρα με τη μέρα, η Κυβέρνηση χάνει ολόκληρους μήνες και στερεί από την αγορά ακόμη και τη στοιχειώδη ρευστότητα».

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, σχετικά με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της Γενικής Κυβέρνησης, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Τα στοιχεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού για το επτάμηνο του έτους εντείνουν τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς.

Τα έσοδα από τους φόρους, παρά τη “φορολογική καταιγίδα”, είναι χαμηλότερα κατά 600.000.000 ευρώ. 

Η υπερφορολόγηση εξάντλησε τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών.

Το μισθολογικό κόστος του Δημοσίου διογκώθηκε, αλλά οι κοινωνικές παροχές μειώθηκαν.

Οι κυβερνητικές πομφόλυγες για δήθεν κοινωνική ευαισθησία “πήγαν περίπατο”.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν σημαντικά, απόδειξη της κυβερνητικής ανικανότητας να ενισχύσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Οφειλές οι οποίες ανέρχονται πλέον στα 5,4 δις ευρώ, αυξημένες κατά 42% από το τέλος του 2014.

Χωρίς σε αυτές να συμπεριλαμβάνονται πολλές εκκρεμείς υποχρεώσεις, όπως είναι η έκδοση νέων συντάξεων.

Αποδεικνύεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ πολύ εύκολα επιβάλλει φόρους και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, αλλά είναι ασυνεπής στις υποχρεώσεις της, στεγνώνοντας την αγορά.

Χρειάζεται, άμεσα, αλλαγή της οικονομικής πολιτικής.

Και η αλλαγή αυτή μπορεί να γίνει μέσα από ένα ρεαλιστικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, με βασικούς άξονες τη μείωση της φορολόγησης των πολιτών, την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία.

Σχέδιο το οποίο ξεκίνησε να ξεδιπλώνει ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, από πέρυσι, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης».

        Αθήνα, 1 Σεπτεμβρίου 2017

«Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν μπορεί 

να σχεδιάσει και να εφαρμόσει πολιτικές ανάπτυξης»

 

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, για τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ του δεύτερου τριμήνου του 2017 έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Με βάση τα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ, η ελληνική οικονομία εμφανίζει αναιμικό ρυθμό μεγέθυνσης.

Και τούτο, παρά το γεγονός ότι το διεθνές οικονομικό περιβάλλον ευνοεί την αναπτυξιακή διαδικασία, με αποτέλεσμα το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη να διευρύνεται.

Χάθηκε, τα 2 προηγούμενα χρόνια, η αναπτυξιακή δυναμική που η χώρα είχε αποκτήσει το 2014.

Την ίδια περίοδο, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε σημαντικά, ως αποτέλεσμα της «φορολογικής καταιγίδας», που επέβαλε η σημερινή Κυβέρνηση. Διαθέσιμο εισόδημα που θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο μετά το 2018, με την περαιτέρω μείωση των συντάξεων και του αφορολόγητου ορίου.

Παράλληλα, οι επενδύσεις, όπως αποτυπώνονται μέσα από τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, συρρικνώνονται. 

Συμπερασματικά, η όποια κυκλική ανάταξη δεν πρέπει να συγχέεται με τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας, που αποτελεί και το τελικό ζητούμενο.

Βιώσιμη ανάπτυξη που μπορεί να προκύψει μέσα από διαρθρωτικές αλλαγές, αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής με μείωση των φόρων,  ενίσχυση της ρευστότητας της πραγματικής οικονομίας και ενός ολοκληρωμένου σχεδίου προσέλκυσης επενδύσεων.

Πολιτικές που η παρούσα Κυβέρνηση έχει δείξει ότι δεν μπορεί να σχεδιάσει και να εφαρμόσει».