Newsletter

Η χώρα μας ολοκληρώνει τη χρηματοδότησή της μέσω των προγραμμάτων οικονομικής στήριξης και στρέφεται αποκλειστικά στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της, μέσα όμως σε ένα αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον.

Εξωτερικό περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αμηχανία απέναντι στις προκλήσεις της διαχείρισης του Brexit, της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας, των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων και της κλιματικής αλλαγής, από ανακατατάξεις εμπορικών και γεωπολιτικών συσχετισμών, από ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα ευρωπαϊκά υποσυστήματα, από τάσεις περιχαράκωσης και προστατευτισμού, από αναμενόμενες – νωρίτερα ή αργότερα – μεταβολές στην κατεύθυνση άσκησης νομισματικής πολιτικής.

Και εσωτερικό περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από μια κοινωνία κουρασμένη, απαισιόδοξη και ανασφαλή, η οποία βιώνει διαρκείς μειώσεις του διαθέσιμου εισοδήματός της, συνεχείς εθνικές υποχωρήσεις και πρωτόγνωρες εθνικές τραγωδίες, εξαιτίας μιας ανίκανης, ανεύθυνης και τυχοδιωκτικής διακυβέρνησης.

Και με τη χώρα, στο πεδίο της οικονομίας, να εισέρχεται σε ένα καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, με την Κυβέρνηση να έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, να έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, να έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα και να έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό όρους και προϋποθέσεις.

Σ’ αυτό το ασταθές περιβάλλον, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση και στο τέλμα, υπηρετώντας δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται αποφασιστικότητα, υπευθυνότητα και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, στο οποίο θα συντονίζονται οι αναπτυξιακές προτεραιότητες σε κλαδικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, με τους πόρους, τα κίνητρα και τα διαθέσιμα εργαλεία.

Σχέδιο που θα μετατοπίσει την οικονομία σε ένα υψηλότερο σημείο ισορροπίας, με σημαντική επιτάχυνση των ιδιωτικών επενδύσεων, κυρίως σε κλάδους που επιδεικνύουν δυναμική αύξηση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας.

Σχέδιο ώστε να ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών και να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.

Σχέδιο με στόχο μία επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ την επόμενη πενταετία, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό που υπάρχει και να επιστρέψουν οι επενδύσεις στον μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα τέτοιο συνεκτικό και τεκμηριωμένο οικονομικό σχέδιο, με βασικούς πυλώνες:

1ος: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με την υλοποίηση πολιτικών που θα στοχεύουν στη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τη δημιουργία ενός απλοποιημένου και σταθερού φορολογικού συστήματος και την καθολική χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών.

2ος: Η υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου μεταρρυθμίσεων, με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, την ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και την επιτάχυνση των διαδικασιών στο δικαστικό σύστημα, την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

3ος: Η ενίσχυση της ρευστότητας, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσα και από την ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους – σε σχέση με τους σημερινά εξαιρετικά χαμηλούς και μελλοντικά συρρικνωμένους – ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας.

Αυτή, με τη σειρά της, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές. Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η χώρα διαθέτει όμως αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία και ένα καλά εκπαιδευμένο και οξυδερκές ανθρώπινο δυναμικό, ώστε να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της, ώστε να δημιουργήσουμε την Ελλάδα της αυτοπεποίθησης. Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Τελικά ο κ. Τσίπρας τα κατάφερε. Και γραβάτα έβαλε και διάγγελμα έκανε. Εσείς τι λέτε;

Ο κ. Τσίπρας προσπαθεί, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, με συνεχείς πολιτικές μεταμφιέσεις και επικοινωνιακές φιέστες, καλλιεργώντας πολιτικό περιβάλλον τοξικότητας, αναπτύσσοντας διχαστικό λόγο, χωρίς όραμα για τη χώρα, να «γαντζωθεί» όσο μπορεί περισσότερο στην εξουσία. Στο διάγγελμά του, όμως, ο πρωθυπουργός «ξέχασε» να πει ότι παρέλαβε τη χώρα λίγο πριν την καθαρή έξοδο από τα προγράμματα, όπως επιβεβαιώνουν πλέον και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, και μετά την καταστροφική διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015, με τις «αυταπάτες», τη «δημιουργική ασάφεια», τους τυχοδιωκτισμούς και τις ιδεοληψίες, τη φόρτωσε με ένα αχρείαστο, βαρύ 3ο μνημόνιο. Το αποτέλεσμα ήταν η «γραβάτα» του κ. Τσίπρα να έχει κοστίσει στους πολίτες 14,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας. Ο πρωθυπουργός διακατέχεται από «πολιτική αμνησία», οι πολίτες όμως δεν είναι αμνήμονες.

Θεωρείτε, δηλαδή, ότι στο δρόμο προς τις επόμενες εκλογές θα υπάρχει κλίμα σύγκρουσης;

Η Νέα Δημοκρατία, όπως έχει τονίσει και ο πρόεδρός της κ. Μητσοτάκης, δεν πρόκειται να ακολουθήσει το δρόμο της συκοφαντίας και του διχασμού. Δεν πρόκειται να είναι επισπεύδουσα, αλλά θα απαντά με στιβαρότητα και στοιχεία σε κάθε επίθεση. Εξάλλου, όπως το πρόσφατο παρελθόν απέδειξε, αυτοί που επικαλέστηκαν «ηθικά πλεονεκτήματα» βρέθηκαν από κατήγοροι, απολογούμενοι. Γενικότερα, θεωρώ ότι η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή πορεία της χώρας. Αυτή όμως πρέπει να χτίζεται με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης και απαιτεί αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων και σαφήνεια θέσεων, αξιοπιστία και εμπιστοσύνη. Όλα αυτά αποτελούν για τη σημερινή κυβέρνηση «αγαθά εν ανεπαρκεία».

Για τον κ. Τσίπρα η «Ιθάκη» αποτελεί τον «πολυπόθητο προορισμό» της χώρας. Εσείς πώς θα τη χαρακτηρίζατε;

Η «Ιθάκη» του κ. Τσίπρα είναι ψεύτικη, ακριβή και αβέβαιη.

Είναι ψεύτικη, αφού δεν έχουμε καθαρή έξοδο από τα μνημόνια. Σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που εξήλθαν με ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο από τα προγράμματα, η κυβέρνηση έχει προ-νομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο για πρώτη φορά ενεργοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Είναι ακριβή, γιατί όπως οι Ευρωπαίοι εταίροι έχουν αναφέρει, κόστισε στη χώρα έως 200 δισ. ευρώ.

Και είναι και αβέβαιη, διότι η χώρα, με ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης, δεν έχει δημιουργήσει τις αναγκαίες συνθήκες για την επαρκή, σταθερή και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές.

Επομένως η χώρα όχι μόνο δεν έχει φτάσει στην πραγματική της «Ιθάκη» αλλά συνεχίζει να ζει στα χέρια του κ. Τσίπρα τη δική της «Οδύσσεια».

Η κυβέρνηση όμως απαντά ότι για τις δανειακές ανάγκες του Δημοσίου έχει δημιουργήσει ένα «μαξιλάρι ασφαλείας» το οποίο θα χρησιμοποιήσει για να τις καλύψει αν χρειαστεί. Δεν το θεωρείτε αυτό σωστό;

Εμείς υποστηρίξαμε ότι αυτό θα μπορούσε να δημιουργηθεί, κυρίως, από τους αναξιοποίητους πόρους της δανειακής σύμβασης, χαμηλού κόστους δανεισμού, ύψους 24 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση αυτό δεν το επιδίωξε. Αντιθέτως, επέλεξε να δημιουργήσει ταμειακό απόθεμα χρησιμοποιώντας εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλοντας εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογώντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προσφεύγοντας σε εκτεταμένο εσωτερικό δανεισμό και προχωρώντας σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους. Με λίγα λόγια, επέλεξε να χτίσει το «μαξιλάρι ασφαλείας» «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία.

Και κάτι ακόμη: το υψηλό κόστος δανεισμού της χώρας μπορεί τους επόμενους μήνες να καλύπτεται από το ταμειακό απόθεμα, αλλά αυτό συμπαρασύρει τα επιτόκια δανεισμού επιχειρήσεων και τραπεζών, με τις τελευταίες να μην έχουν πλέον και τη διακριτική μεταχείριση του προγράμματος (waiver), με κόστος για την ελληνική οικονομία.

Η χώρα, με την έξοδο από το πρόγραμμα, επέστρεψε στην κανονικότητα;

Κύριε Κοτταρίδη, η κατάσταση σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, παρά την βελτίωση της τελευταίας διετίας, μετά βίας προσεγγίζει το επίπεδο του 2014. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί συνεχίζουν να υφίστανται, καταθέσεις δεν έχουν επιστρέψει με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα, το ιδιωτικό χρέος των πολιτών προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία έχει διογκωθεί, και η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Υπενθυμίζεται ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε -και μάλιστα σημαντικά- στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Όλα αυτά δεν συνάδουν με μία κατάσταση επιστροφής στην κανονικότητα, αλλά μάλλον με μία κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας».

Με αυτά τα δεδομένα, πώς εσείς θα προχωρήσετε στην μείωση της υπερφορολόγησης που έχετε υποσχεθεί;

Αρχικά, μεταξύ άλλων, επιτυγχάνοντας τις δεσμευτικές οροφές δαπανών, μη διογκώνοντας το δημόσιο τομέα και διευρύνοντας τη φορολογική βάση, με την καθολική χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών. Και μεταγενέστερα, με την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου αύξησης της ποσότητας και βελτίωσης της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, το οποίο θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας. Αυτή, με τη σειρά της, θα ενισχύσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Γενικά όμως, για να μειώσει μία κυβέρνηση τους φόρους, θα πρέπει και να το πιστεύει. Η σημερινή κυβέρνηση, ακόμη και στο δήθεν ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης το οποίο είναι πρόχειρο και φτωχό, υποστηρίζει ότι η φορολογία των πολιτών δεν είναι υψηλή.

Εμείς έχουμε διαφορετική ιδεολογική προσέγγιση. Και ξεκινήσαμε να το αποδεικνύουμε το 2014, όταν μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, ασφαλιστικές εισφορές κ.ά.), χωρίς να προβλέπεται κάτι τέτοιο στο 2ο Μνημόνιο.

«Η Οδύσσεια της ενίσχυσης της ρευστότητας

 στην οικονομία συνεχίζεται»

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Με ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες  αναβάλλεται για άλλη μία φορά»

Πλήρης Δήλωση

«Με ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες  παραμένει εκκρεμής.

 

Οι οφειλές αυτές διατηρούνται μέχρι και σήμερα υψηλές, στα 2,7 δισ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί, για την αποπληρωμή τους, δανειακοί πόροι 7 δισ. ευρώ. Αποδεικνύεται έτσι ότι, εξαιτίας της κυβερνητικής ανικανότητας, δημιουργούνται συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις και η ημερομηνία πλήρους εκκαθάρισής τους όλο και μετατίθεται.

 

Υπενθυμίζεται ότι αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016. Στη συνέχεια, με βάση τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017 και κατόπιν για το τέλος του προγράμματος, στις 20 Αυγούστου 2018.  Ούτε όμως αυτή η δέσμευση υλοποιήθηκε. Αποτέλεσμα, η πλήρης εκκαθάρισή τους να μετατίθεται για το τέλος του έτους και να βασίζεται αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα και στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών. Επιβεβαιώνεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και ρευστότητα στην πραγματική οικονομία είναι έννοιες ασύμβατες.

 

Η Νέα Δημοκρατία έχει προτείνει και θα εφαρμόσει ένα σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, με πλήρη εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων -οι δαπάνες του οποίου έχουν κατρακυλήσει στο χαμηλότερο σημείο της τελευταίας δεκαετίας- με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσω του τραπεζικού συστήματος».

 

Η χώρα ολοκλήρωσε το 3ο, αχρείαστο πρόγραμμα προσαρμογής, που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν δεν υπήρχαν οι «αυταπάτες», η «δημιουργική ασάφεια», ο τυχοδιωκτισμός και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, κυρίως του 1ου εξαμήνου του 2015, τα οποία και κόστισαν στην χώρα, σύμφωνα με εκτιμήσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, έως 200 δισ. ευρώ και επιβάρυναν τους πολίτες με επιπλέον μέτρα λιτότητας ύψους 14,5 δισ. ευρώ.

Η ολοκλήρωση του προγράμματος όμως δεν έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την «καθαρή έξοδο» από τις μνημονιακές πολιτικές, ούτε έχει διασφαλίσει τη χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές με ασφάλεια, σταθερότητα και χαμηλό κόστος δανεισμού. Πιο αναλυτικά:

1ον. Η χώρα δεν εξήλθε από το πρόγραμμα στην ίδια κατάσταση με τα άλλα κράτη-μέλη. Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση:

  • Έχει ήδη προ-νομοθετήσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας,  ύψους 5,1 δισ. ευρώ, για τα επόμενα έτη, όπως είναι η περαιτέρω περικοπή των συντάξεων, η μεγάλη μείωση του αφορολόγητου ορίου (2η επί αριστερής Κυβέρνησης) και η νέα αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.
  • Έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060.
  • Έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, με τη σύσταση του υπερταμείου, ενός φορέα χωρίς ουσιαστικό εθνικό έλεγχο και δημοκρατική λογοδοσία.
  • Έχει συμφωνήσει οι όποιες, περιορισμένες σε σχέση με προγενέστερες δεσμεύσεις των εταίρων, ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό προϋποθέσεις.
  • Έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, που ενεργοποιείται για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό κράτος-μέλος, και το οποίο εμπεριέχει βαριές δεσμεύσεις, αυστηρούς όρους και τακτικούς ελέγχους, με τη συμμετοχή όλων των θεσμών.

2ον. Η χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένη, αφού δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί οι αναγκαίες προς τούτο συνθήκες, όπως επιβεβαιώνει ο ιδιαίτερα υψηλός συντελεστής ευαισθησίας των ελληνικών ομολόγων σε εξωτερικές αναταράξεις.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Η Κυβέρνηση μάλιστα δεν διεκδίκησε ούτε τους αναξιοποίητους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ, χαμηλού κόστους δανεισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για το «χτίσιμο» του ταμειακού αποθέματος.

3ον. Η κατάσταση, σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ έχει βελτιωθεί την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας χειρισμών και σφαλμάτων κυρίως του 2015, μετά βίας προσεγγίζει το επίπεδο του 2014.

Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί συνεχίζουν να υφίστανται, καταθέσεις δεν έχουν επιστρέψει με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα, το ιδιωτικό χρέος των πολιτών προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία έχει διογκωθεί, και η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Με λίγα λόγια, η χώρα δεν έχει ακόμη επιστρέψει στην κανονικότητα.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, οφείλουμε με αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση και σχέδιο, να εργαστούμε για την πραγματικά «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Σχέδιο ενίσχυσης της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα τέτοιο συνεκτικό σχέδιο που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου, με βασικούς άξονες τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση. Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό. Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της. Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας. Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

Η χώρα στρέφεται πλέον στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της, μετά την ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω του τρίτου προγράμματος οικονομικής στήριξης.

Το πλέον αχρείαστο και βαρύ πρόγραμμα, αποτέλεσμα της «δημιουργικής ασάφειας», της «αυταπάτης» και των ιδεοληψιών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, που κόστισε στη χώρα από 86 έως 200 δισ. ευρώ, και επιβάρυνε τους πολίτες της με 14,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας.

Πρόγραμμα, η ολοκλήρωση του οποίου, αφήνει την οικονομία σε κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, με την ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης να έχει χειροτερεύσει, την ανταγωνιστικότητα να έχει υποχωρήσει, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών να έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό τους χρέος προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να έχει διογκωθεί, με τους κεφαλαιακούς περιορισμούς ακόμα σε ισχύ, και τη χώρα να αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Πρόγραμμα, η ολοκλήρωση του οποίου, δεν έχει διασφαλίσει τη συστηματική και βιώσιμη χρηματοδότηση της χώρας, αφού η Κυβέρνηση δεν δημιούργησε τις αναγκαίες προς τούτο συνθήκες. Κυβέρνηση η οποία μάλιστα δεν διεκδίκησε τους αναξιοποίητους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ, χαμηλού κόστους δανεισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για το «χτίσιμο» του ταμειακού αποθέματος.

Πρόγραμμα, η ολοκλήρωση του οποίου, δεν οδηγεί την οικονομία στην κανονικότητα και τη χώρα στην έξοδο από το μνημόνιο. Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που βγήκαν με «καθαρό» τρόπο από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη προ-νομοθετήσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν μελλοντικά υπό όρους και προϋποθέσεις, και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Καθεστώς πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, το οποίο ενεργοποιείται για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό κράτος-μέλος, με βάση τον Κανονισμό 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και το οποίο περιλαμβάνει τριμηνιαίους ελέγχους, συμμετοχή όλων των θεσμών, αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Τούτων δοθέντων, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει σήμερα, μέσα και σε ένα αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον και με πιθανή την σχετικά άμεσα ολοκλήρωση της χαλαρής νομισματικής πολιτικής, ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης, να υλοποιήσει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές με χαμηλό κόστος δανεισμού, δεδομένου μάλιστα ότι ο συντελεστής ευαισθησίας των ελληνικών ομολόγων παραμένει ακόμη ιδιαίτερα υψηλός και η πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας μακριά από την επενδυτική διαβάθμιση.

Για να επιτευχθούν αυτά, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο. Σχέδιο επίτευξης υψηλής, διατηρήσιμης και έξυπνης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων, θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα τέτοιο συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, με βασικούς άξονες την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας. Αυτή, με τη σειρά της, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές. Προϋποθέτουν, πολιτική αλλαγή!

 

 

Σε λίγες ώρες, μετά από 8 χρόνια ολοκληρώνεται και τυπικά το ελληνικό μνημονιακό πρόγραμμα. Γιατί επιμένετε να υποστηρίζετε ότι η έξοδος δεν είναι καθαρή; 
Γιατί ολοκληρώνεται το πρόγραμμα με χρηματοδότηση, και εισερχόμαστε σε ένα νέο χωρίς χρηματοδότηση, με πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, με υψηλούς δημοσιονομικούς στόχους για πολλά χρόνια, με ρυθμίσεις για το χρέος που τελούν υπό όρους και προϋποθέσεις, με ενισχυμένη εποπτεία, πρωτόγνωρα αυστηρή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Συνεπώς, όσο και να προσπαθούν να το «καμουφλάρουν», η αλήθεια είναι ότι οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ είναι βαριές και πολύχρονες, πολύ πιο ασφυκτικές από αυτές των άλλων κρατών-μελών που βγήκαν από τα μνημόνια.

Η Κυβέρνηση μπορεί να καταφέρει να μην μειωθούν οι συντάξεις από τις αρχές του 2019; Εσείς θα την στηρίξετε; 

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους.

Και προβλέπονται νέες για το 2019, ψηφισμένες μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία. Αχρείαστες μειώσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, ως αποτέλεσμα της ανικανότητας και της ανευθυνότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Η Νέα Δημοκρατία αυτές δεν τις ψήφισε.

Ας σταματήσει συνεπώς η Κυβέρνηση την πολιτική υποκρισία και ας έκανε πράξη την πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της Νέας Δημοκρατίας να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Όμως δεν το έπραξε.

Σε κάθε περίπτωση, αναμένουμε. Η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί.

 

Κύριε Σταϊκούρα, υποστηρίζετε πως θα μειώσετε την υπερφορολόγηση. Πως θα τα καταφέρετε; Γιατί η σημερινή Κυβέρνηση δεν μειώνει τους φόρους; 

Πράγματι, το υποστηρίζουμε και θα το πράξουμε. Όπως κάναμε και το 2014, όταν μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς να προβλέπεται στο 2ο Μνημόνιο.

Συνεπώς, κάτι αντίστοιχο σήμερα, με τεκμηριωμένο τρόπο, είναι εφικτό. Αρχικά, μεταξύ άλλων, επιτυγχάνοντας τις δεσμευμένες οροφές πρωτογενών δαπανών, μη διογκώνοντας το δημόσιο τομέα και διευρύνοντας τη φορολογική βάση, με την καθολική χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών. Και μεταγενέστερα, με την επιδίωξη μείωσης των υψηλών δημοσιονομικών στόχων.

Για να μειώσεις όμως τους φόρους, θα πρέπει και να το πιστεύεις. Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, ο αρμόδιος Υπουργός όχι μόνο ιδεολογικά δεν το πιστεύει, αλλά και αιθεροβατεί υποστηρίζοντας ότι η φορολογία των πολιτών δεν είναι υψηλή.

Γιατί εσείς να πετύχετε μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων; 

Εμείς πιστεύουμε ότι υλοποιώντας ένα συνεκτικό σχέδιο μείωσης της φορολόγησης των πολιτών, υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυσης της ρευστότητας στην οικονομία, θα μπορέσουμε να αυξήσουμε την ποσότητα και να βελτιώσουμε τη σύνθεση του πλούτου της χώρας.

Η επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας με τη σειρά της, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Η οικονομική κατάσταση της Τουρκίας επηρεάζει τη χώρα μας;

Η χώρα, με ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν έχει δημιουργήσει τις αναγκαίες συνθήκες για τη συστηματική χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές με χαμηλό κόστος δανεισμού, με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν δεν υπήρχαν κεφαλαιακοί περιορισμοί, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Όλα αυτά όμως, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής διακυβέρνησης, δεν έγιναν.

Γιατί προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική και αξιόπιστη Κυβέρνηση, με βούληση και σχέδιο, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές πολιτικές.

Αυτά, μόνο η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να τα διασφαλίσει.

Ο ανασχηματισμός μπορεί να αλλάξει το κλίμα και να δώσει μήνυμα επανεκκίνησης στην Κυβέρνηση;

Η κοινωνία είναι απαισιόδοξη και νιώθει ανασφαλής, βιώνει διαρκείς μειώσεις του διαθέσιμου εισοδήματός της, συνεχείς εθνικές υποχωρήσεις και πρωτόγνωρες εθνικές τραγωδίες, εξαιτίας μιας ανίκανης, ανεύθυνης και τυχοδιωκτικής Κυβέρνησης.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, η χώρα έχει μπει σε μία άτυπη προεκλογική περίοδο. Όσο πιο σύντομα αυτή ολοκληρωθεί, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η Κυβέρνηση θα προσπαθήσει, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, με συνεχείς πολιτικές μεταμφιέσεις, επιδεικνύοντας καιροσκοπική εσωτερική συνοχή, εργαλειοποιώντας θεσμούς, καλλιεργώντας πολιτικό περιβάλλον τοξικότητας και αβεβαιότητας, υλοποιώντας πολιτικούς ακροβατισμούς, όπως είναι ο ανασχηματισμός και οι μετακινήσεις ημερομηνιών διεξαγωγής εκλογικών αναμετρήσεων, να «γαντζωθεί» όσο περισσότερο μπορεί στην εξουσία.

Μάταιος ο κόπος, το κλίμα δεν αλλάζει. Η Κυβέρνηση ζυγίστηκε με τα προβλήματα της χώρας, μετρήθηκε και βρέθηκε ελλιποβαρής.

Επιμένετε ότι θα αποδοθούν οι ευθύνες για την πυρκαγιά στο Μάτι. Να περιμένουμε άμεσα συγκεκριμένες πρωτοβουλίες;

Η συγκάλυψη, η μετάθεση και η διάχυση ευθυνών, η ρητορική υπεκφυγή μέσω της ανάληψης αφηρημένης «πολιτικής ευθύνης», ο κυνισμός και η άθλια απόπειρα επικοινωνιακής διαχείρισης της τραγωδίας, έκαναν πιο εμφανή την ανεπάρκεια και την ανικανότητα της σημερινής Κυβέρνησης.

Τα γεγονότα, η έρευνα και οι μαρτυρίες αναδεικνύουν αντιφάσεις και μοιραία σφάλματα, με εμφανή την έλλειψη προετοιμασίας, τον ανύπαρκτο συντονισμό, την τραγική διαχείριση της κρίσης.

Η Νέα Δημοκρατία έθεσε, με υπευθυνότητα, κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν τόσο την πρόληψη όσο και τη διαχείριση της πυρκαγιάς. Αναμένουμε, το συντομότερο δυνατόν, απαντήσεις από τους αρμοδίους, καθώς και την ολοκλήρωση της δικαστικής έρευνας. Στη βάση αυτών, θα αξιολογήσουμε τα επόμενα βήματά μας.

Μετά από 167 ημέρες στη φυλακή της Ανδριανούπολης, οι δύο Έλληνες αξιωματικοί αφέθηκαν ελεύθεροι. Φαίνεται πως οι προσπάθειες της Κυβέρνησης απέδωσαν. Τι λέτε; 

Αδιαμφισβήτητα, το γεγονός αυτό αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα ευχάριστο νέο, που συνοδεύτηκε από αισθήματα ικανοποίησης και συγκίνησης.

Το γεγονός όμως ότι οι αξιωματικοί, οι οποίοι – μαζί με τις οικογένειές τους – επέδειξαν γενναιότητα και αξιοπρέπεια, ταλαιπωρήθηκαν επί 5 και πλέον μήνες για ένα «σύνηθες μεθοριακό επεισόδιο» όπως είχε αναφέρει ο Πρωθυπουργός στη Βουλή, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πανηγυρισμών.

Ελάχιστα 24ωρα πριν την έξοδο από το 3ο πρόγραμμα, σας δίνει η Ελλάδα την εντύπωση οικονομίας που βγαίνει από το έπος των μνημονίων; 

Έξοδος από τα μνημόνια δεν υφίσταται, αφού οι πολιτικές λιτότητας συνεχίζουν και «αυγατίζουν» τα επόμενα έτη, οι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν ιδιαίτερα υψηλοί για πολλά χρόνια, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για πολλές δεκαετίες, η ρύθμιση του χρέους τελεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις και η χώρα εισέρχεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Έξοδος από το πρόγραμμα υφίσταται, θα πρέπει όμως να είχε διασφαλισθεί η επαρκής, φθηνή και διαρκής χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Και δυστυχώς, κάτι τέτοιο σήμερα δεν υφίσταται.

Κοιτάζοντας τη πορεία του ελληνικού 10ετούς ομολόγου τον τελευταίο μήνα, είναι η 2η χειρότερη στην Ευρωζώνη, μετά το Ιταλικό. To ρωτώ με αφορμή και τον προ ημερών ισχυρισμό του κ. Τσακαλώτου ότι «τα προβλήματα της Τουρκίας δεν επηρεάζουν την καθαρή έξοδο». Τι βλέπουν οι αγορές και δεν μας εμπιστεύονται;

Το κόστος δανεισμού της χώρας, και ιδιαίτερα οι επιτοκιακές διαφορές από τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες (spreads), ήταν, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, ιδιαίτερα υψηλά και ευμετάβλητα και πριν τα προβλήματα στην Τουρκία.

Η άμεση όμως επίδραση της οικονομικής κρίσης στη γείτονα χώρα, στον τρόπο που αντιμετωπίζουν την Ελλάδα οι διεθνείς αγορές, επιβεβαιώνει ότι δεν έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για τη διασφάλιση χαμηλού κόστους δανεισμού.

Με αποτέλεσμα η χώρα μας να αποδεικνύεται εξαιρετικά ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Εάν η Κυβέρνηση είχε υλοποιήσει ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχε εξαλείψει τους κεφαλαιακούς περιορισμούς, εάν είχαν ληφθεί έγκαιρα γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχε ενταχθεί η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε, με δεδομένη και την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Η χώρα χρειάζεται μια σοβαρή και αξιόπιστη Κυβέρνηση, με βούληση και σχέδιο, που θα υλοποιήσει με αποφασιστικότητα όλες τις μεταρρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την ανάταξη της χώρας. Με απλά λόγια, χρειάζεται επειγόντως πολιτική αλλαγή.

Βλέπετε εμπάσει περιπτώσει, κάποιες έστω ενδείξεις δυναμισμού της ελληνικής οικονομίας, όπως είχε συμβεί σε Πορτογαλία, Κύπρο, Ιρλανδία, κατά τη χρονιά εξόδου από τα δικά τους μνημόνια ;

Δυναμισμός σημαίνει υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Όμως, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, με ευθύνη της, επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Η ελληνική οικονομία, δυστυχώς, παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο. Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

Συνεπώς η χώρα βρίσκεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας και η οικονομία της λιμνάζουσα, συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της.

Ενόψει ΔΕΘ υπάρχει ο φόβος ενός μπαράζ παροχολογίας από πλευράς Κυβέρνησης. Το φοβάστε, και τι επίπτωση θα έχει για τους επενδυτές, στους οποίους ποντάρει τόσο πολλά η Κυβέρνηση;

Οι επενδυτές ζητούν σταθερότητα, αξιοπιστία, εμπιστοσύνη, σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Και χωρίς τις παροχολογίες, τα spreads παραμένουν υψηλά, διότι αυτά τα συστατικά αποτελούν «είδη εν ανεπαρκεία» για τη σημερινή Κυβέρνηση.

Σε ότι αφορά το τι θα πράξει η Κυβέρνηση, δεν θα με εκπλήξει το οτιδήποτε, προκειμένου να «γαντζωθεί» για λίγο ακόμη στην εξουσία.

Οι πολίτες όμως δεν «τσιμπούν» και δεν είναι «εξαγοράσιμοι», αφού βιώνουν στην καθημερινότητά τους τη μεγάλη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματός του επί της σημερινής διακυβέρνησης.

Που απέτυχαν τελικά τα μνημόνια; Τι φταίει και σήμερα, τουλάχιστον σε επίπεδο παραγωγής, βρισκόμαστε εκεί που ήμασταν το 2014 ;

Από την εφαρμογή των μνημονίων μπορούμε να εξάγουμε ορισμένα πολύ βασικά συμπεράσματα. Ενδεικτικά:

  • Η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί βασικό πυλώνα βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών και προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.
  • Η δημοσιονομική πειθαρχία θα πρέπει να συμβαδίζει με την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις όμως, για να είναι οικονομικά αποτελεσματικές και κοινωνικά αποδεκτές, θα πρέπει να διακρίνονται από συνοχή και να έχουν αλληλουχία.
  • Το μείγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής που στηρίζεται, κυρίως, στο σκέλος των δαπανών, είναι καθοριστικό για τη διατηρησιμότητά της.
  • Κανένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής δεν είναι άκαμπτο και ανελαστικό. Όλα τα προγράμματα εμπεριέχουν δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, το πόσοι όμως αυτοί είναι και το πώς θα χρησιμοποιηθούν εξαρτάται από την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της εκάστοτε Κυβέρνησης.

Σήμερα, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στο 2ο Πρόγραμμα, το 2012, διορθώθηκαν πολλά από τα λάθη του 1ου Μνημονίου. Επιμηκύνθηκε η περίοδος προσαρμογής, τροποποιήθηκε το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του δημοσίου χρέους, αποπληρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του Δημοσίου, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, υλοποιήθηκαν οι πρώτες, και μοναδικές μέχρι σήμερα, μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

Το αποτέλεσμα ήταν τελικά η κατάσταση, το 2014, να έχει σταθεροποιηθεί. Και η χώρα να παρουσιάζει, μετά από 6 συνεχή έτη ύφεσης, θετικό και με δυναμική ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης.

Δυστυχώς όμως, αντί η χώρα να επιταχύνει στηριζόμενη στις ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές που είχαν τότε δημιουργηθεί, οπισθοχώρησε. Αποτέλεσε, τα τελευταία 3,5 χρόνια, τη μοναδική, παγκοσμίως, «αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη». Μπήκε στη δίνη νέων, αχρείαστων μνημονίων, πολλά δισεκατομμύρια ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, κυρίως νέοι φόροι, ελήφθησαν, το κατά μέσο όρο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε σημαντικά, το ληξιπρόθεσμο χρέος τους σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία διογκώθηκε, ενώ οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση, μετά την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια.

Συνεπώς, σήμερα, είναι καλό να αφήσουμε στην άκρη τις «αυταπάτες» που τόσο κόστισαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια, και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις «φυγής προς τα εμπρός».

Η Νέα Δημοκρατία, σε αυτή την κατεύθυνση, έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, με βασικούς άξονες την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και τη ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

«Η άμεση επίδραση της οικονομικής κρίσης της Τουρκίας στον τρόπο που αντιμετωπίζουν την Ελλάδα οι διεθνείς αγορές, επιβεβαιώνει, δυστυχώς, ότι με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για τη διασφάλιση χαμηλού κόστους δανεισμού. Με αποτέλεσμα η χώρα μας να αποδεικνύεται εξαιρετικά ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.

Εάν η Κυβέρνηση είχε υλοποιήσει ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχε εξαλείψει τους κεφαλαιακούς περιορισμούς, εάν είχαν ληφθεί έγκαιρα γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχε ενταχθεί η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε, με δεδομένη και την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα. Όπως ακριβώς συνέβη με την Πορτογαλία και την Κύπρο που βγήκαν εγκαίρως και οριστικά από τα μνημόνια. 

Τα τελευταία γεγονότα, που απέδειξαν δυστυχώς πόσο ανοχύρωτη παραμένει η ελληνική οικονομία, επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζουν πια όλοι οι πολίτες: Η Ελλάδα χρειάζεται μια σοβαρή και αξιόπιστη Κυβέρνηση, με βούληση και σχέδιο, που θα υλοποιήσει με αποφασιστικότητα όλες τις μεταρρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την ανάταξη της χώρας. Με απλά λόγια, χρειάζεται επειγόντως πολιτική αλλαγή».

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

 «Η συρρίκνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία αποτελεί μία ακόμη απόδειξη ότι η επιστροφή στην κανονικότητα είναι και αυτή μια αυταπάτη του κ. Τσίπρα.

Συγκεκριμένα:

  • Διαφαίνεται ήδη η φορολογική κόπωση των πολιτών, πριν καν αρχίσουν οι μεγάλες φορολογικές επιβαρύνσεις του 2ου εξαμήνου.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται υψηλές, παρά τη σημαντική εκταμίευση πόρων από τη δανειακή σύμβαση για την αποπληρωμή τους, με αποτέλεσμα η εκκαθάρισή τους, σύμφωνα με το επικαιροποιημένο μνημόνιο, συνεχώς να μετατίθεται χρονικά.
  • Το σκούπισμα των ταμειακών διαθεσίμων φορέων του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται.
  • Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων δαπάνες με υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, παρουσιάζουν σημαντική αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου -ήδη κατά 680 εκατ. ευρώ το 1ο εξάμηνο του 2018- προκειμένου η Κυβέρνηση να δείξει υψηλότερα πλεονάσματα.
  • Την ίδια στιγμή, από την τελευταία δόση του δανείου, ύψους 15 δισ. ευρώ, ούτε 1 ευρώ δεν θα πέσει στην πραγματική οικονομία.

Επιβεβαιώνεται έτσι, με μονότονο τρόπο, ότι η ανικανότητα και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης οδηγούν στο στέγνωμα της οικονομίας.

Η επόμενη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα έχει ως προτεραιότητα την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης -που θα επαναφέρει με ουσιαστικό τρόπο καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα- και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία».

Ερώτηση προς

το Υπουργείο Οικονομικών,

το Υπουργείο Εσωτερικών,

το Υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας,

και το Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης

Αθήνα, 3 Αυγούστου 2018

Θέμα: Αγορά ακινήτων, κατασχέσεις, πλειστηριασμοί, αποποιήσεις κληρονομιών και στεγαστική πολιτική.

Τα τελευταία χρόνια, η αγορά ακίνητης περιουσίας, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, έχει δεχθεί πολύ ισχυρό πλήγμα.

Η σταθεροποίηση στην πτώση των τιμών που επιτεύχθηκε το 2014, δεν ακολουθήθηκε από ανάκαμψη, αλλά αντίθετα η πτώση συνεχίστηκε και η αγορά τοποθετήθηκε σε χαμηλότερη βάση, επί της οποίας επήλθε μια νέα εύθραυστη ισορροπία.

Επί της ουσίας όμως, από το 2015 μέχρι και σήμερα, η κατάσταση στην αγορά ακίνητης περιουσίας ποιοτικά επιβαρύνθηκε σε πολύ σημαντικό βαθμό.

Δεδομένης της εξ ορισμού αργής προσαρμογής της αγοράς ακινήτων σε νέα δεδομένα, περαιτέρω αρνητικές εξελίξεις προμηνύονται, καθώς μια σειρά γεγονότων δύναται να λειτουργήσει σωρευτικά προκαλώντας νέες αναταράξεις.

Συγκεκριμένα, οι κατασχέσεις ακινήτων ιδιωτών από το Δημόσιο και οι σχετικοί πλειστηριασμοί που διενεργούνται, καθώς και οι αποποιήσεις κληρονομιών, δημιουργούν ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο ακινήτων το οποίο, σε μια ρηχή αγορά όπως είναι η ελληνική, καθιστά το Δημόσιο ουσιαστικό ρυθμιστή της πορείας εξέλιξής της και της βιωσιμότητάς της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο για το 2017, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αποποιήσεις κληρονομιών ανήλθαν σε 130.000, σχεδόν τριπλάσιες συγκριτικά με το 2016.

Επιπρόσθετα, η κατάσταση στην αγορά περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς υπολογίζεται ότι άνω των 150.000 ακινήτων ιδιωτών (κυρίως κατοικίες) στην Αθήνα είναι μεγάλης παλαιότητας, μη συντηρημένα και έχουν τεθεί ουσιαστικά εκτός διαπραγμάτευσης και αγοράς.

Επίσης, οι νέες κατασκευές είναι ελάχιστες (όπως προκύπτει από τα στοιχεία έκδοσης νέων οικοδομικών αδειών), νέες εντάξεις στα σχέδια πόλεως δεν προγραμματίζονται, ενώ η παροχή πιστώσεων από το τραπεζικό σύστημα για στεγαστικά δάνεια βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά και δεν προβλέπεται σημαντική ανάκαμψη μεσοπρόθεσμα.

Τέλος, ένα πολύ σημαντικό τμήμα του οικιστικού αποθέματος μισθώνεται βραχυχρόνια αποκλειστικά στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού, ενώ άγνωστη παράμετρος παραμένει η μεσοπρόθεσμη πολιτική των τραπεζών (και των funds) σχετικά με τα ακίνητα ιδιωτών που έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν στην κατοχή τους αλλά και η σχετική επίπτωση αυτής της εξέλιξης στην κτηματαγορά.

Συμπερασματικά, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω δεδομένα, προκύπτουν δύο σημαντικές παρατηρήσεις:

  • Πρώτον, το Δημόσιο καθίσταται ρυθμιστής και διαχειριστής ενός νέου πολύ μεγάλου τμήματος της αγοράς ακίνητης περιουσίας, γεγονός το οποίο προκαλεί από μόνο του προβληματισμό δεδομένων των χαμηλών επιδόσεων στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας που διαχρονικά έχουν επιδείξει οι αρμόδιοι διαχειριστικοί φορείς.
  • Δεύτερον, εάν το Δημόσιο δεν καταφέρει τάχιστα να προσφέρει προς διάθεση στην αγορά τα ακίνητα που διαχειρίζεται ή θα κληθεί να διαχειριστεί, και εάν η Πολιτεία δεν δώσει σημαντικά κίνητρα σε ιδιώτες για τη ριζική ανακαίνιση ακινήτων παλαιότητας και την επανείσοδό τους στην αγορά, μια νέα ανισορροπία είναι προ των πυλών. Η μεγάλη ζήτηση για κατοικίες προς μίσθωση (και όχι για αγορά όπως συνέβαινε προ κρίσης) και η μικρή προσφορά ακινήτων προς μίσθωση, σε συνδυασμό με την υψηλή ανεργία και το συνεχώς συρρικνούμενο διαθέσιμο εισόδημα λόγω της υπερ-φορολόγησης, οδηγούν σε μια στεγαστική κρίση η οποία θα επηρεάσει κυρίως τους πολίτες των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων.

Για τους παραπάνω λόγους,

ΕΡΩΤΩΝΤΑΙ

οι κ.κ. Υπουργοί:

  1. Πόσα ακίνητα ιδιωτών έχουν κατασχεθεί από το Δημόσιο από το 2015 έως και σήμερα, τι ποσοστό εξ αυτών έχει πλειστηριαστεί και τι ποσοστό έχει πλειστηριαστεί αλλά κηρύχθηκε άγονη η διαδικασία; Ποια η τομεακή και η χωρική κατανομή των εν λόγω ακινήτων;
  2. Πόσα ακίνητα έχουν περιέλθει στο Δημόσιο από το 2015 έως και σήμερα λόγω αποποιήσεων κληρονομιών; Ποια η τομεακή και η χωρική κατανομή των εν λόγω ακινήτων;
  3. Ποια είναι η πολιτική της Κυβέρνησης σχετικά με τη διαχείριση των χιλιάδων ακινήτων που ήδη έχουν τεθεί ή θα τεθούν μελλοντικά υπό τη διαχείριση του Δημοσίου;
  4. Πώς σκοπεύει η Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη κρίση στην αγορά μισθώσεων κατοικιών; Υπάρχει επικαιροποιημένο εθνικό σχέδιο στεγαστικής πολιτικής;
  5. Η Κυβέρνηση εμφανίζεται να «κόπτεται» για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων. Τι θεσμικές πρωτοβουλίες και ενέργειες έχουν αναληφθεί και υλοποιηθεί από το 2015 έως και σήμερα ώστε να εισέλθουν ιδιωτικά κεφάλαια στον τομέα των αστικών αναπλάσεων, ιδιαίτερα στην περιοχή του κέντρου των Αθηνών, διευκολύνοντας την αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως είναι οι ΣΔΙΤ και το πακέτο Γιούνκερ;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας