Ομιλίες
Παρακολουθείστε τις δραστηριότητες μου εκτός βουλής

Κυρίες και Κύριοι,

Αρχικά, θα κάνω ορισμένες επισημάνσεις για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Ελληνική οικονομία και στη συνέχεια θα καταθέσω τους βασικούς άξονες του σχεδίου της Νέας Δημοκρατίας.

1η Επισήμανση. Η χώρα βγήκε, τυπικά, από το 3ο, αχρείαστο Πρόγραμμα, το οποίο ήταν το αποτέλεσμα της αυταπάτης, της δημιουργικής ασάφειας και των ιδεοληψιών της σημερινής Κυβέρνησης, αλλά, κατ’ ουσία, δεν βγήκε από τα Μνημόνια.

Και αυτό γιατί οι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν – για πολλά χρόνια – υψηλοί, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και η χώρα έχει ενταχθεί σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Επίσης, οι τελευταίες αποφάσεις για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους είναι περιορισμένες, τελούν υπό την προϋπόθεση υλοποίησης αυστηρών προϋποθέσεων και υπολείπονται των δεσμεύσεων των εταίρων, τόσο του 2012 όσο και του 2017.

Γι’ αυτό άλλωστε και θα επαναξιολογηθεί η βιωσιμότητά του το 2032.

Απορώ συνεπώς πως ο Πρωθυπουργός, τελευταία, αυτοθαυμάζεται γιατί, όπως υποστηρίζει, πήρε τη σωστή απόφαση επί ενός διλήμματος που ο ίδιος όμως δημιούργησε.

2η Επισήμανση. Το Πρόγραμμα απέτυχε.

Δεν κατάφερε να πετύχει το βασικό του στόχο, που ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε ήδη υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί, πλήρως, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν σήμερα χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Πρόγραμμα όμως που επίσης απέτυχε και σε άλλους στόχους του:

  • Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των προβλέψεων ρυθμούς.
  • Το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.
  • Οι επιστροφές φόρων προς ιδιώτες λιμνάζουν.
  • Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.
  • Η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται.
  • Οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται.
  • Οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, ενώ η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.

Συνεπώς, η κανονικότητα δεν έχει επιστρέψει στη χώρα.

3η Επισήμανση. Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει διότι δεν θα περικοπούν, για μία ακόμη φορά επί ημερών της, οι συντάξεις.

Περικοπή που μόνη της ψήφισε και δεν περιλαμβανόταν στο 3ο πρόγραμμα.

Και αφού ήδη έχει προχωρήσει σε μεγάλες περικοπές συντάξεων, ιδίως για τους νέους συνταξιούχους.

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει που θα μειωθούν οι ασφαλιστικές εισφορές, για κάποιους αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες, αφού πρώτα, μόνη της, τις αύξησε και, σήμερα, στον Προϋπολογισμό ομολογεί ότι το μέτρο απέτυχε γιατί μειώθηκε ο αριθμός των ασφαλισμένων και τα δηλωθέντα εισοδήματα.

Συνεπώς, όλα αυτά δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο πανηγυρισμών, αλλά στοιχεία προβληματισμού, για οικονομικά αναποτελεσματικές και κοινωνικά άδικες πολιτικές.

Ειδικά για μία Κυβέρνηση που προτείνει αποσπασματικά, με μεγάλη καθυστέρηση και ατολμία, σε βάθος χρόνου, μειώσεις κάποιων φορολογικών συντελεστών αφού πρώτα προχώρησε σε 29 αυξήσεις φόρων, σε δραστική περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και έχει κηρύξει εσωτερική στάση πληρωμών, οδηγώντας σε φτωχοποίηση την κοινωνία και σε διόγκωση το ιδιωτικό χρέος.

Χωρίς μάλιστα οι προτάσεις αυτές να εντάσσονται σε μία συνεκτική, συνολική πρόταση οικονομικής πολιτικής.

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτές οι επισημάνσεις δείχνουν ότι κυνηγάμε την ουρά μας.

Σερνόμαστε στο οικονομικό τέλμα, σε περιβάλλον παρακμής, κοινωνικής μιζέριας και βιασμού των θεσμών.

Δεν έχουμε σπάσει τους φαύλους κύκλους.

Δεν έχουμε ακόμη μπει σε ανοδικό σπιράλ.

Δεν έχει υπάρξει ρεαλιστικό σχέδιο, πολιτική βούληση και αποφασιστικότητα, για επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας και την ποιότητά του, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ουσιαστική προώθηση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα βοηθήσει να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη τα τελευταία χρόνια «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.

Βασικοί άξονες ενός τέτοιου σχεδίου πρέπει να είναι:

1ος άξονας. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος άξονας. Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Μεταξύ άλλων:

  • Με τη δημιουργία ενός σταθερού και απλού ρυθμιστικού πλαισίου.
  • Με την απλοποίηση των διαδικασιών έναρξης επιχειρήσεων, με κεντρικό χαρακτηριστικό τη «δήλωση συμμόρφωσης» και τις πρότυπες προδιαγραφές.
  • Με την ασφάλεια δικαίου, μέσα από σταθερούς κανόνες λειτουργίας, επιτάχυνση στην απονομή δικαιοσύνης και κωδικοποίηση της νομοθεσίας.
  • Με την υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων, την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων και την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.
  • Με την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας.
  • Με τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του Κράτους, ώστε να δημιουργηθεί ένα καλύτερο και όχι ένα μεγαλύτερο κράτος, ένας δημόσιος τομέας αποτελεσματικός, ευέλικτος, σύγχρονος και παραγωγικός.
  • Mε τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την ανάπτυξη ενός ποιοτικού και εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας και καινοτομίας.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία και τολμηρή πρόταση για την αλλαγή του συνταγματικού χάρτη της χώρας, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα.

Και όχι μία συρρικνωμένη πρόταση, όπως αυτή της Κυβέρνησης, που θα ενσωματώνει επικίνδυνες, διαλυτικές και ατελέσφορες προτάσεις, παρωχημένες ιδεοληπτικές αγκυλώσεις και κουτοπόνηρες κομματικές μεθοδεύσεις.

3ος άξονας. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

  • Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων.
  • Με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας.
  • Με την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου.
  • Με την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.
  • Με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων.

4ος  άξονας. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Η πολιτεία θα δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις.

Και οι επιχειρήσεις θα λειτουργούν με υπευθυνότητα, υιοθετώντας κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας.

Αυτή, με τη σειρά της, θα βελτιώσει, ακόμη περισσότερο, τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων.

Στόχοι οι οποίοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν Κυβέρνηση που θα είναι επί της ουσίας μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη.

Που θα υλοποιεί, χωρίς να σέρνεται, πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Όλα αυτά, και δυστυχώς ιδιαιτέρως σημαντικά εθνικά ζητήματα, όπως είναι η συμφωνία των Πρεσπών, με τη σημερινή «βολική» και πρόθυμη διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Είναι στη λογική, στο συναίσθημα και στα χέρια της κάθε μιας και του καθένα μας να αλλάξουμε πορεία.

Να μπούμε και να κινηθούμε γρήγορα στο ανοδικό σπιράλ.

Οι καιροί ου μενετοί.

 

H αξία του κλάδου των ακινήτων είναι ιδαίτερα σημαντική γι αυτό απαιτείται η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου ώστε να καταφέρει ο κλάδος να εξέλθει από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια.

Με αυτό τον τρόπο θα αποδώσει ένα «τριπλό μέρισμα» καθώς θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα τονώσει τις ιδιωτικές επενδύσεις στην αγορά κατοικίας και θα αυξήσει την αξία των ακινήτων.


Τοποθέτηση

Η αγορά ακινήτων συνέβαλε καθοριστικά στους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που παρουσίασε, για πολλά χρόνια, η ελληνική οικονομία.

Είναι όμως και αγορά που δοκιμάστηκε και συνεχίζει να δοκιμάζεται σκληρά από την κρίση, με τη μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας, τη συρρίκνωση της ποσοστιαίας συμβολής του κλάδου των κατασκευών στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, τη «συμπίεση» της αποτίμησης των ακινήτων στα χαμηλότερα όριά της, το «γκρέμισμα» του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου στις κατοικίες, την εκτόξευση της αποποίησης κληρονομιών, την υπερφορολόγηση εταιρικών επενδυτικών σχημάτων, όπως είναι οι ΑΕΕΑΠ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας).

Αυτή η κατάσταση οφείλει να μας προβληματίσει.

Και αυτό διότι η αξία του ευρύτερου κλάδου είναι σημαντική, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία πολλών θέσεων απασχόλησης, εισοδημάτων, τζίρων και φορολογικών εσόδων, διασυνδέεται με δομικούς βιομηχανικούς τομείς, σχετίζεται με πολλά επαγγέλματα, συνεισφέρει στον εκσυγχρονισμό των υποδομών και στην ενδυνάμωση της επενδυτικής ελκυστικότητας και προσελκύει θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με μακροχρόνιο ορίζοντα επένδυσης.

Συνεπώς, είναι σημαντικό ο κλάδος, με την υλοποίηση κατάλληλων πολιτικών, να εξέλθει από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια.

Μεταξύ άλλων, η πιο χαμηλή, ορθολογική, δίκαιη και σταθερή φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, θα αποδώσει «τριπλό μέρισμα», καθώς θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα τονώσει τις ιδιωτικές επενδύσεις στην αγορά κατοικίας και θα αυξήσει την αξία των ακινήτων.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου, με βασικούς άξονες:

  • Τη μείωση του ΕΝΦΙΑ – μεσοσταθμικά – κατά 30% μέσα στα δύο πρώτα χρόνια με στόχο τον εξορθολογισμό της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας, στο ύψος περίπου του μέσου όρου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ.
  • Την μελλοντική απόδοση του φόρου ακίνητης περιουσίας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, με μηχανισμούς δημοσιονομικής εξισορρόπησης, λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή εμπειρία, ώστε να επιτευχθεί πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία των δήμων, ουσιαστική λογοδοσία των Δημάρχων, συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές αποφάσεις, αξιολόγηση της ανταποδοτικότητας του φόρου, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από την κεντρική διοίκηση και αναβάθμιση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών.
  • Την αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες για τρία χρόνια.
  • Την αναστολή του φόρου υπεραξίας για τρία χρόνια και την επανεξέτασή του από μηδενικής βάσης τον τέταρτο χρόνο.
  • Την παροχή έκπτωσης φόρου ίση με το 40% της δαπάνης που νόμιμα κατέβαλλε ο ιδιοκτήτης για λειτουργική, αισθητική και κυρίως ενεργειακή αναβάθμιση, συντήρηση και αξιοποίηση υφιστάμενων κατοικιών.
  • Την ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων – με διαφάνεια, έλεγχο για την πρόληψη του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, παρακολούθηση και τήρηση υποχρεώσεων – σε όσους ξένους επιλέξουν την Ελλάδα ως τόπο φορολογικής κατοικίας.
  • Τον επανασχεδιασμό της φορολογικής αντιμετώπισης των ΑΕΕΑΠ, υπό όρους συγκρίσιμους με το αντίστοιχο πλαίσιο των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών, παράλληλα με την επαναξιολόγηση του θεσμικού πλαισίου που τις διέπει και την ενεργοποίηση των αμοιβαίων κεφαλαίων ακινήτων, με στόχο τη ροή νέων επενδυτικών κεφαλαίων στη αγορά.

Αυτό το ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο, μαζί με άλλες πολιτικές στην κατεύθυνση στοχευμένων μειώσεων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους και να μας βγάλει από τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής μιζέριας.

Απαιτείται πολιτική βούληση, σοβαρότητα και αποφασιστικότητα.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε, και θα τα καταφέρουμε!

Το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς προκλήσεις. Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο σε σχέση με το παρελθόν εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων και την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών, την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους.

Είναι γεγονός ότι μετά την εμφάνιση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, ο δεύτερος ψηφιακός μετασχηματισμός, με την ταχεία ανάπτυξη των τεχνολογικών καινοτομιών, της τεχνητής νοημοσύνης και των εφαρμογών της, θα μεταβάλλει διαδικασίες παραγωγής, δίκτυα διανομής, τρόπους οργάνωσης αγορών και επιχειρήσεων, απαιτούμενες δεξιότητες, διάρθρωση και καταμερισμό της εργασίας.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, οι τράπεζες επιδιώκουν να καταστούν ψηφιακά ώριμες. Με σύγχρονα κανάλια διάθεσης τραπεζικών προϊόντων, με «έξυπνες συσκευές», με τάσεις εξωτερίκευσης εργασιών, με νέες πηγές αξίας, με πρωτοβουλίες όπως είναι ενδεικτικά, ο βιομετρικός έλεγχος ταυτότητας με αναγνώριση δακτυλικών αποτυπωμάτων, η χρήση robo-συμβούλων για επενδυτικές συμβουλές, η χρήση μεγάλων δεδομένων (big data) και μηχανικής μάθησης (machine learning) για βαθμολόγηση πιστώσεων, καθώς και με ενέργειες ενίσχυσης της ασφάλειας τόσο στα δεδομένα όσο και στον κυβερνοχώρο.

Το μέλλον όμως το κατακτούν οι κοινωνίες που το σχεδιάζουν. Και προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθούμε όλοι μας, με υπευθυνότητα, συνέπεια και διορατικότητα, με συνεκτικές και ολοκληρωμένες παρεμβάσεις και όχι με αποσπασματικές πολιτικές.

«Κλειδί» για όλα αυτά είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Και αυτά, επειδή αποτελούν σήμερα «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

 

 

Ομιλία στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο με Διεθνή Συμμετοχή

 “Ελλάδα-Ευρώπη 2020: Εκπαίδευση, Δία Βίου Μάθηση, Έρευνα, Νέες Τεχνολογίες, Καινοτομία και Οικονομία”

Θέλω να ευχαριστήσω το Ελληνικό Ινστιτούτο Οικονομικών της Εκπαίδευσης και Δια Βίου Μάθησης, της Έρευνας και Καινοτομίας και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας για την ευγενική τους πρόσκληση να συμμετάσχω στο διεθνές Συνέδριο που οργανώνεται εδώ, στη Λαμία.

Με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα να καλωσορίσω στην πόλη μας, πολιτικούς και πανεπιστημιακούς συναδέλφους, ερευνητές και φοιτητές, να τους συγχαρώ και να τους ευχαριστήσω που με τις εισηγήσεις τους έδωσαν ουσιαστικό περιεχόμενο στα πεδία της «οικονομίας της γνώσης».

 

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γνωστό ότι ο βασικός μηχανισμός παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου είναι το σύστημα εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης.

Ισχυρή δε είναι η σχέση της εκπαίδευσης με την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα.

Πλήθος διεθνών μελετών, κάποιες από τις οποίες παρουσιάστηκαν χθες και στο Συνέδριο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η επένδυση σε αυτές, τις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, συμβάλλει σημαντικά στη επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Παράλληλα, στην πράξη, χώρες οι οποίες έλαβαν σοβαρά υπόψη, σε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής, τις υποδείξεις της επιστήμης, ενισχύουν διαρκώς τη θέση τους στο όλο και πιο ανταγωνιστικό παγκόσμιο στερέωμα.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Με βάση αυτές τις εμπειρικά επιβεβαιωμένες θεωρητικές προσεγγίσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε ως στόχο να καταστεί η ανταγωνιστικότερη «οικονομία της γνώσης».

Αυτή η στρατηγική κατεύθυνση «μεταφράστηκε» σε επιμέρους στρατηγικές, σε σχέδια δράσης, σε δείκτες παρακολούθησης.

Δυστυχώς σήμερα διαπιστώνουμε ότι παρά τις όποιες προσπάθειες και βελτιώσεις, υπάρχει ένα ισχυρό έλλειμμα υλοποίησης του στόχου.

Αποτέλεσμα; Η Ευρώπη υστερεί στην ανταγωνιστικότητα των οικονομιών της και εμφανίζει «διαρροή» πολύτιμου επιστημονικού δυναμικού προς άλλες ανεπτυγμένες και ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες του πλανήτη.

Σε ότι αφορά ειδικότερα τη χώρα μας, παρά τις υπαρκτές νησίδες ποιότητας και αριστείας, καθώς και τα κατά περιόδους βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, στα κρίσιμης σημασίας πεδία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας παρατηρείται χάσμα υστέρησης με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη.

Και αυτό γιατί υπήρξε, διαχρονικά, λιγότερο ή περισσότερο κατά περιόδους, έλλειμμα δημιουργικής κουλτούρας και πλεόνασμα ιδεοληψιών και αγκυλώσεων.

Με συνέπεια, ελλείμματα σε σύγχρονους θεσμούς συστηματικής παρακολούθησης, αξιολόγησης και ελέγχου, σε ύψος και πηγές χρηματοδότησης, σε κίνητρα και σε υποδομές.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Μια χώρα όμως, για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο ανταγωνιστικό περιβάλλον, οφείλει να μαθαίνει εγκαίρως από την επιστήμη και τη ζωή.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται ο σχεδιασμός και η υιοθέτηση μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής και η υλοποίηση ενός πλέγματος συγκεκριμένων πολιτικών, με ιεράρχηση αναγκών και καθορισμό προτεραιοτήτων, που θα την υπηρετούν.

Έτσι, στα πεδία που διαπραγματεύεται το συνέδριο απαιτούνται:

 

1ον. Η παροχή υψηλής ποιότητας γνώσεων και δεξιοτήτων σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης, με διεύρυνση των επιλογών και ίσες ευκαιρίες για όλους τους πολίτες.

Οφείλουμε, όπως είχα υποστηρίξει και στη Βουλή, να διατυπώσουμε έναν εθνικό στρατηγικό στόχο:

Μέχρι το 2025, τουλάχιστον 2 Ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια να είναι στα 100 καλύτερα και τουλάχιστον 10 στα 1.000 καλύτερα του κόσμου.

Με βάση τις κατατάξεις διεθνών φορέων, γνωρίζοντας βεβαίως τη σχετική αξία αυτών των κατατάξεων.

 

2ον. Η προώθηση ενός σύγχρονου συστήματος αυτοδιοίκησης και αυτονομίας των πανεπιστημίων και των κέντρων έρευνας και καινοτομίας, με ισοβαρή συμμετοχή των περιφερειών της χώρας, και με συνοδό την αξιολόγηση, ώστε να βελτιωθεί η αποδοτικότητα, η παραγωγικότητα και η αποτελεσματικότητα των δομών.

Με αυτά τα κριτήρια, η Λαμία πρέπει να επανενταχθεί, οργανικά, στον εθνικό χάρτη Έρευνας και Καινοτομίας, αφού ιδρύθηκε το 2014 αλλά στη συνέχεια καταργήθηκε, «Κέντρο Έρευνας, Τεχνολογικής και Επιχειρηματικής Καινοτομίας» στην Κεντρική Ελλάδα, με το «Δίκτυο Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας» και τρία τμήματα έρευνας να προβλέπονταν στην έδρα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας.

Όπως επίσης ενδείκνυται, ως πρώτη επιλογή, η επανίδρυση του Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας, με βάση τις πιο στέρεες βάσεις που μπήκαν τα προηγούμενα χρόνια, ή, ως δεύτερη επιλογή, η ουσιαστική ενίσχυση των δομών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στη περιοχή.

 

3ον. Η αλλαγή του δόγματος ως προς την δημόσια χρηματοδότηση.

Και αυτό γιατί σε κάθε οικονομία οι πόροι είναι περιορισμένοι, και όταν αυτοί επενδύονται, πρέπει να έχουν υψηλή αποδοτικότητα.

Έτσι, πρέπει να περάσουμε από το «περισσότερα χρήματα», συνειδητά, στο δόγμα: «περισσότερα χρήματα ναι, αλλά με πολύ περισσότερο και αξιολογούμενο έργο», συνδέοντας την αξιολόγηση ιδρυμάτων και των συνιστωσών τους με ένα επιπλέον ποσό δημόσιας χρηματοδότησης.

Μόνο τότε οι κρίσιμοι αυτοί τομείς θα αποδώσουν περισσότερο ως επενδύσεις και θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη βιώσιμη ανάπτυξη και την ευημερία.

 

4ον. Η ενεργητική συμμετοχή της χώρας και η μεγαλύτερη και καλύτερη αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων στους τομείς της «οικονομίας της γνώσης».

Είναι θετικό το γεγονός ότι στο νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027 καθορίζονται νέες προτεραιότητες και ενισχύονται σημαντικά οι πιστώσεις στα πεδία της έρευνας και της καινοτομίας, σε δράσεις ανταγωνιστικότητας και επιχειρηματικότητας, και σε τομείς όπως είναι η στήριξη της κινητικότητας των νέων και η προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού.

Εμείς, ως χώρα, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτούς τους πόρους.

 

5ον. Η ανάπτυξη ενός εξωστρεφούς και διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης.

Πρέπει να σπάσουμε τις αγκυλώσεις και τις ιδεοληψίες, όπως, για παράδειγμα, να επιτρέψουμε τη λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, να προάγουμε τη συνεργασία των Ελλήνων επιστημόνων με συναδέλφους τους σε αντίστοιχους φορείς των γειτονικών χωρών και να στηρίξουμε την προώθηση πρωτοβουλιών, που περιλαμβάνουν τη δημιουργία ξενόγλωσσων προγραμμάτων σπουδών και δια-τμηματικών μεταπτυχιακών προγραμμάτων μεταξύ ακαδημαϊκών ιδρυμάτων της χώρας και αντίστοιχων σε Βαλκανικές και Μεσογειακές χώρες.

 

6ον. Η διευκόλυνση στην ανεύρεση κεφαλαίων.

Απαιτείται διυπουργικός συντονισμός και εθνικό πλάνο.

Στην κατεύθυνση αυτή θα μπορούσε να βοηθήσει ένας σωστά δομημένος και λειτουργικός Αναπτυξιακός Οργανισμός, ο οποίος:

  • Θα δρα συμπληρωματικά προς τις τράπεζες.
  • Θα προσομοιάζει της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων, με ισχυρή διοίκηση αλλά πιο απλή και ευέλικτη δομή.
  • Θα μεγιστοποιεί την απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων αλλά συνάμα θα μπορεί να έλκει χρηματοδοτήσεις και από διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η Παγκόσμια Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης.
  • Θα βοηθά στην πρόσβαση των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση με σωστά δανειακά και εγγυοδοτικά εργαλεία, αλλά και με κεφάλαια επιχειρηματικού ρίσκου και μικρό-πιστώσεις.
  • Θα αναλάβει, εξ’ ολοκλήρου, τον εθνικό συντονισμό για την υλοποίηση του δευτέρου πακέτου Γιούνκερ, γνωστού ως Invest EU.

 

7ον. Η έμπρακτη απόδειξη ότι η εκπαιδευτική διαδικασία είναι λειτουργία που διαρκεί «δια βίου».

Στην κατεύθυνση αυτή απαιτείται η πρόσβαση των ενηλίκων σε προγράμματα κατάρτισης, ειδικά για άτομα με χαμηλή ειδίκευση, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο διαρθρωτικός μετασχηματισμός της απασχόλησης που θα επέλθει λόγω της τεχνολογικής επανάστασης.

Και αυτό δεν πρέπει να μας φοβίζει, αρκεί έγκαιρα να προετοιμαστούμε.

Η μηχανή εσωτερικής καύσης, ο σιδηρόδρομος και η ηλεκτρική ενέργεια προκάλεσαν τη δημιουργία θέσεων εργασίας πολύ περισσότερων από εκείνες που κατήργησαν.

Με την τεχνητή νοημοσύνη, θα δημιουργηθούν νέες εταιρείες τεχνολογίας, νέα πεδία εργασίας στις ήδη υπάρχουσες εταιρείες, αλλά και νέες θέσεις εργασίας σε άλλους τομείς της οικονομίας, όπως στη δια βίου εκπαίδευση και στην υγεία, η οποία, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, θα γνωρίσει εκρηκτική ανάπτυξη.

 

8ον. Η διαρκής σύζευξη έρευνας, εκπαίδευσης και περιεχομένου σπουδών με την παραγωγική διαδικασία και την αγορά εργασίας, μέσω της συνεργασίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των ερευνητικών κέντρων με τις επιχειρήσεις, με την εφαρμογή των αρχών της μεταφοράς τεχνολογίας (technology transfer).

 

9ον. Η ενίσχυση, με κεφάλαια σποράς, νέων επιστημόνων, με ελπιδοφόρες και καινοτόμες ιδέες, με προοπτικές μετουσίωσης σε νέες τεχνολογίες και προϊόντα για την αγορά.

Και αυτό γιατί οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες που βρίσκονται στα πρώτα στάδια ανάπτυξής τους έχουν άμεση ανάγκη από κεφάλαια για να καλύψουν τα κόστη ίδρυσης, εγκατάστασης και έναρξης λειτουργίας.

Στην κατεύθυνση αυτή, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν:

α) Η θέσπιση ειδικών φορολογικών κινήτρων που θα κινητοποιήσουν ιδιωτικά κεφάλαια για τη χρηματοδοτική υποστήριξη των νεοφυών επιχειρήσεων, όπως φορολογική έκπτωση έως και 75% στο κεφάλαιο που επενδύεται.

β) Η θέσπιση αφορολόγητου για τα κέρδη από πώληση μετοχών σε νεοφυείς επιχειρήσεις και για τα διανεμηθέντα κέρδη αυτών.

Αυτές οι προτάσεις εδράζονται στα πρότυπα χωρών, όπως η Κύπρος, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία, που έχουν με επιτυχία εισάγει αντίστοιχα κίνητρα.

Επισημαίνεται ότι αυτά δεν δημιουργούν πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος, αφού ενεργοποιούνται εφ’ όσον έχει πραγματοποιηθεί ιδιωτική επένδυση σε μια νεοφυή επιχείρηση και η τελευταία έχει ξεκινήσει τη λειτουργία της, δημιουργώντας εισόδημα και αντίστοιχα φορολογικά έσοδα.

 

10ον. Η δημιουργία φορολογικών κινήτρων για την έρευνα και την καινοτομία.

Παγκοσμίως, σημαντικός αριθμός χωρών παρέχει υπερ-εκπτώσεις δαπανών έρευνας.

Η Ελλάδα ως προς το ποσοστό υπερ-έκπτωσης κατατάσσεται τελευταία, ενώ ως προς το φορολογικό όφελος (ισοδύναμο της επιχορήγησης) ως ποσοστό επί των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης είναι προτελευταία.

Απαιτείται έτσι η υιοθέτηση μιας ενεργητικής φορολογικής λογικής ισχυρών κινήτρων που ευθυγραμμίζουν την Ελλάδα με επιτυχημένες ευρωπαϊκές πρακτικές.

Ενδεικτικές προτάσεις θα μπορούσαν να είναι:

  • Να ενισχυθεί το κίνητρο και αντί για μετατιθέμενη φορολογία να γίνει συγκεκριμένη φορολογική έκπτωση, με τη μορφή φορολογικής πίστωσης (tax credit), χωρίς χρονική διάρκεια και περιορισμούς.
  • Το effective tax rate των εσόδων από καινοτομία να διαμορφωθεί κάτω από το 10%, ώστε να καταστεί η Ελλάδα ανταγωνιστική με τις άλλες χώρες.
  • Να διευρυνθεί το αντικείμενο και να ενταχθούν καινοτομίες, συμπεριλαμβανομένης και της πνευματικής ιδιοκτησίας, οι οποίες δεν προστατεύονται με τυπικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας.
  • Η φορολογική ωφέλεια να ισχύει για όλο το διάστημα κατά το οποίο η καινοτομία/ευρεσιτεχνία παράγει έσοδα. Ως αρμόδιος φοράς, η ΓΓΕΤ έχει τη δυνατότητα να παρέχει σχετική βεβαίωση προς τις φορολογικές αρχές.

 

11ον. Η διευκόλυνση των συνεργασιών δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (PPPs – Public Private Partnerships), καθώς και η ανάληψη επενδύσεων από ιδιώτες αντί κρατικών φορέων (PFIs – Private Finance Initiatives).

Τα έργα αυτά ξεκίνησαν στην Ελλάδα από Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με τη δημιουργία 7 πυροσβεστικών σταθμών, τον Απρίλιο του 2009.

Προχώρησαν και πάλι επί άλλης Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, με 13 έργα, συνολικού ύψους 733 εκατ. ευρώ την περίοδο 2012-2014, όπως είναι τα 24 σχολεία στην Αττική, η τηλεματική και το ηλεκτρονικό εισιτήριο, τα ευρυζωνικά δίκτυα απομακρυσμένων περιοχών (το οποίο αξιολογήθηκε ως το καλύτερο έργο σε όλη την Ευρώπη) και 3 έργα διαχείρισης απορριμμάτων (τα οποία είναι τα μόνα που γίνονται σήμερα στην Ελλάδα).

Αυτά τα έργα δεν εμφάνισαν υπέρβαση κόστους, ολοκληρώθηκαν εντός χρονοδιαγραμμάτων, υπήρξε αυξημένος ανταγωνισμός, τηρήθηκαν απόλυτα οι συμβάσεις, υπήρξε διεθνής αναγνώριση, και δεν ενσωματώθηκε το κόστος τους στο έλλειμμα και το χρέος, λόγω εκτέλεσης της σύμβασης και κατανομής του ρίσκου σε αυτή.

Θα μπορούσαν να υλοποιηθούν πολλά νέα έργα με αυτόν τον τρόπο, όπως είναι φοιτητικές εστίες, σχολικές υποδομές και έργα πληροφορικής.

 

12ον. Η αξιοποίηση ενός ποσοστού των κερδών του Υπερταμείου αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης περιουσίας.

Στον αρχικό νόμο του Υπερταμείου, υπήρχε σχετική νομοθετική πρόβλεψη, αλλά ήταν αόριστη και ασαφής.

Πλέον, με την αναθεώρηση του Νόμου, δεν υπάρχει καν σχετική, ρητή πρόβλεψη.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Με αυτές τις σκέψεις και τις 12 συγκεκριμένες προτάσεις, θα ήθελα και πάλι να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την πρόσκληση και εσάς για την παρουσία, και να ευχηθώ τα πρακτικά του Συνεδρίου που θα περικλείουν τις εξαιρετικές παρεμβάσεις αυτού του διημέρου στα πεδία της εκπαίδευσης, της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας, να διαβαστούν από πολλούς, όσο γίνεται περισσότερους, και τα συμπεράσματά του να γίνουν εφαρμόσιμες πολιτικές, με στόχο την υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, τη δημιουργία καλών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

 

Θέλω να συγχαρώ τους διοργανωτές του 11ου Ασφαλιστικού Συνεδρίου για την εξαιρετική διοργάνωσή του.

Και να τους ευχαριστήσω για την δυνατότητα που μου δίνουν να καταθέσω κάποιες σκέψεις για το ζήτημα της ασφάλισης.

Διαχρονικό και διατοπικό ζήτημα.

Ζήτημα με οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις.

Ζήτημα κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, την ευημερία της κοινωνίας και την κοινωνική αλληλεγγύη.

Κυρίες και Κύριοι,

Η ασφάλιση αποτελεί μέρος του οικονομικού συστήματος, όπου τα κράτος, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις επιλογές της κάθε χώρας, διαδραματίζει μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το σύστημα ασφάλισης στη χώρα μας, επί μακρόν, χαρακτηρίζονταν, από:

  • τον υποχρεωτικό και εκτεταμένο δημόσιο χαρακτήρα του,
  • την αναδιανεμητική λογική μεταξύ τόσο των εργαζομένων όσο και των γενεών,
  • τη συνταξιοδοτική φιλοσοφία των καθορισμένων παροχών,
  • τον υψηλό βαθμό εισοδηματικής αντικατάστασης,
  • τον κατακερματισμό του σε δεκάδες ασφαλιστικά ταμεία,
  • την έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των εργαζομένων αναφορικά με τις παροχές και τον απαιτούμενο χρόνο για τη συνταξιοδότηση,
  • την πολιτική εξάρτηση της διαχείρισης των ασφαλιστικών ταμείων, και
  • το ιδιαίτερα μικρό μέγεθος της ιδιωτικής ασφαλιστικής δραστηριότητας, ως αποτέλεσμα, κυρίως, της χαμηλής ασφαλιστικής συνείδησης και κουλτούρας των πολιτών.

Σ’ αυτά τα δομικά συστατικά του ασφαλιστικού συστήματος, ήρθαν να προστεθούν, στο πέρασμα των ετών, πρόσθετες, συγκυριακές ή μόνιμες προκλήσεις, όπως είναι:

  • οι δημογραφικές εξελίξεις και η γήρανση του πληθυσμού,
  • η μετακίνηση πληθυσμού από τον ανασφάλιστο γεωργικό τομέα προς τα αστικά κέντρα,
  • η αύξηση της συμμετοχής – με ευνοϊκότερες συνθήκες – των γυναικών στο εργατικό δυναμικό,
  • η είσοδος παλιννοστούντων ομογενών και ο επαναπατρισμός μεταναστών,
  • η αύξηση της ανεργίας και
  • η αύξηση της εισφοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας.

Έτσι, σε ένα περιβάλλον ωρίμανσης του ασφαλιστικού συστήματος και μείωσης της αναλογίας των οικονομικά ενεργών πολιτών προς τους συνταξιούχους, ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων διαμόρφωσε ιδιαίτερα αρνητικές συνθήκες για τη μακροχρόνια βιωσιμότητά του.

Αφού διαμορφώθηκε, µε συλλογικές διαχρονικές ευθύνες, ένα στρεβλό ασφαλιστικό σύστημα, με διαφοροποιήσεις, με εξαιρέσεις, με προνομιακές προβλέψεις.

Με χρονική μετάθεση της επίλυσης των προβλημάτων, ή, στην καλύτερη περίπτωση, με μερική, αποσπασματική και χαμηλής ισχύος προσπάθεια αντιμετώπισής τους.

Και σε αυτό έφεραν ευθύνη, διαχρονικά, τόσο Κυβερνήσεις όσο και Αντιπολιτεύσεις, που πολιτεύθηκαν με «αυταπάτες» και με τη λογική του «όχι σε όλα».

Όμως είναι αλήθεια ότι στο πέρασμα των ετών, αναλήφθηκαν και ορισμένες σοβαρές πρωτοβουλίες για την ουσιαστική ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, με σημαντικό τμήμα της αντιπολίτευσης να διαμαρτύρεται στις πλατείες.

Όπως έγινε, ενδεικτικά, το 2008, όταν ο αριθμός των ασφαλιστικών ταμείων στη χώρα μας μειώθηκε από τα 133 στα 13.

Ωστόσο, οι όποιες θετικές διαρθρωτικές πρωτοβουλίες δεν ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα το ασφαλιστικό σύστημα να βρεθεί στο επίκεντρο των προγραμμάτων προσαρμογής.

Επιβλήθηκαν επώδυνες περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων, κάποιες αναγκαίες και κάποιες αχρείαστες, όπως οι τελευταίες ή αυτές που επίκεινται.

Προωθήθηκαν όμως και διαρθρωτικές αλλαγές που συνέβαλλαν στην αντιμετώπιση προβλημάτων, υστερήσεων και αποκλίσεων προηγούμενων ετών.

Παρεμβάσεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων:

  • η ενοποίηση ταμείων κύριας ασφάλισης,
  • η δημιουργία ενός ενιαίου ταμείου επικουρικής ασφάλισης,
  • η ενοποίηση μίας σειράς κανόνων και διαδικασιών,
  • η θέσπιση ενός κέντρου είσπραξης ασφαλιστικών οφειλών,
  • ο διαχωρισμός των δύο βασικών κλάδων ασφάλισης,
  • η θέσπιση ενός ενιαίου συστήματος ελέγχου πληρωμών συντάξεων και
  • η εφαρμογή μίας ευρείας κλίμακας πληροφοριακών συστημάτων.

Παράλληλα, επί ημερών της προηγούμενης Κυβέρνησης:

  • Εκπονήθηκε και υλοποιήθηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, και στον χώρο της ασφάλισης.
  • Βελτιώθηκε η διαδικασία συνταξιοδότησης υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, με παρεμβάσεις εξορθολογισμού σε διάφορες πτυχές της.
  • Μειώθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, συμβάλλοντας στην τόνωση της απασχόλησης και στην ενίσχυση της τάσης αποκλιμάκωσης της ανεργίας.

Αυτές οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις συνεισέφεραν στη μείωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, στον περιορισμό του διοικητικού βάρους, στην εξοικονόμηση πόρων και στην αναβάθμιση των υπηρεσιών προς τον πολίτη, διαμορφώνοντας τις βάσεις για τη σύγκλιση του συστήματος με τα υπόλοιπα της Ευρώπης.

Έτσι, στο τέλος του 2014, δημιουργήθηκε τάση ισορροπίας στο ασφαλιστικό σύστημα, υποβοηθούμενη από την ευρύτερη δημοσιονομική και μακροοικονομική σταθεροποίηση και την καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, για πρώτη χρονιά μετά από πολλά χρόνια ύφεσης.

Αυτό αποτυπώθηκε και στην αναλογιστική μελέτη που διεξήχθη υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Δυστυχώς όμως μετά ακολούθησε η «δημιουργική ασάφεια» και οι «ηρωϊκές διαπραγματεύσεις».

Με αποτέλεσμα η οικονομία να επιστρέψει στην ύφεση το 2015 και το 2016, και έκτοτε, να αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς της στόχους.

Αυτή η δυσμενής εξέλιξη αποτυπώνεται στην αντίστοιχη αναλογιστική μελέτη του 2018.

Η διαφορά στην εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης μεταξύ των δύο μελετών προκύπτει από τις αλλαγές στις παραδοχές σχετικά με τη δημογραφική εξέλιξη, την απασχόληση, το ΑΕΠ και τη συνολική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Έτσι προέκυψαν νέες, επώδυνες παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.

Παρεμβάσεις που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2015, συνεχίστηκαν το Μάιο του 2016 και θα ολοκληρωθούν το 2019.

Παρεμβάσεις οι οποίες, κατά την εκτίμησή μας, καταλύουν την αλληλεγγύη των γενεών, στρεβλώνουν την ανταποδοτικότητα του ασφαλιστικού συστήματος και πολεμούν την παραγωγική Ελλάδα, με την μεγάλη και συνεχιζόμενη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να επιτύχει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια, να διασφαλισθεί η χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού και να ενισχυθεί, ουσιαστικά, η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η χώρα θα εξακολουθεί να λειτουργεί σε περιβάλλον αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών, ενώ θα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Συνεκτιμώντας ότι θα έχει να αντιμετωπίσει πρόσθετες προκλήσεις στο δημογραφικό πεδίο, από το χαμηλό ποσοστό γεννητικότητας και τον αυξημένο βαθμό γήρανσης και εξάρτησης του πληθυσμού.

Συνυπολογίζοντας το εξαιρετικά ανησυχητικό, διογκωμένο τα τελευταία χρόνια, φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» στο εξωτερικό.

Προσμετρώντας τις δυσοίωνες μακροοικονομικές προβλέψεις για τον μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης και αύξησης της απασχόλησης, τα οποία επενεργούν αρνητικά στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Τούτων δοθέντων, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα.

Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από τη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα διασφαλίζει τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, θα εμπεδώνει την ασφαλιστική συνείδηση, θα ενθαρρύνει την εργασία, θα διαχωρίζει την κοινωνική ασφάλιση από την πρόνοια και θα συμβάλλει στην ενδυνάμωση της αλληλεγγύης των γενεών.

Σε αυτό το πλαίσιο απαιτούνται:

1ον. Παρεμβάσεις μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να ανακάμψει, κατά διατηρήσιμο τρόπο, η ελληνική οικονομία, να περιορισθεί η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών και να βελτιωθεί το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

2ον. Διαμόρφωση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου, για την αντιμετώπιση των αρνητικών δημογραφικών τάσεων, δίνοντας κίνητρα σε νέους να μείνουν στη χώρα και να δημιουργήσουν οικογένεια.

3ον. Πολιτικές παροχής κινήτρων για την ενίσχυση και της ιδιωτικής ασφάλισης, διασφαλίζοντας όμως ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα, με καθολικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπή εθνική σύνταξη και ενεργοποιώντας το θεσμό των επαγγελματικών ταμείων.

Κυρίες και Κύριοι,

Ο ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης είναι σημαντικός.

Συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην προστασία των νοικοκυριών, στην αποκατάσταση πολύτιμων υλικών και οικονομικών πόρων, στη δημιουργία αποταμιευτικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων, στη στήριξη και ενθάρρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και στην τόνωση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου.

Η ελληνική αγορά όμως είναι ρηχή και μικρή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

  • Τα ασφάλιστρα ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχονται στο 2,2%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 7,2%.
  • Οι δαπάνες για ασφάλιση ζωής και υγείας ανέρχονται στα 190 ευρώ, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στα 1.370 ευρώ.
  • Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχονται στο 7,2%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 61,9%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του κλάδου, αν η ελληνική ασφαλιστική αγορά άγγιζε τα ευρωπαϊκά επίπεδα ανάπτυξης, οι επενδύσεις της από 13 δισ. ευρώ που είναι σήμερα, θα μπορούσαν να φτάσουν τα 110 δισ. ευρώ.

Είναι βέβαια γεγονός ότι κατά το παρελθόν, υπήρχαν προβλήματα στον κλάδο που έβλαψαν την εικόνα και τη φήμη της αγοράς, και υπονόμευσαν την ήδη χαμηλή ασφαλιστική συνείδηση των πολιτών.

Σήμερα όμως, ο κλάδος φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από τις αστοχίες του παρελθόντος.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την ενίσχυση της αξιοπιστίας του κλάδου, με την εφαρμογή του κανονιστικού πανευρωπαϊκού πλαισίου Solvency II και την αυστηρή εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το στοίχημα πλέον είναι η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς αυτή αποτελεί στοιχείο-κλειδί για να μπορέσει να αναπτυχθεί η ασφαλιστική αγορά, να διεισδύσει στην κοινωνία και να διαδραματίσει το ρόλο που πρέπει στην εθνική οικονομία.

Προς αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν προτάσεις του κλάδου για παροχή φορολογικών κινήτρων και για συμπράξεις σε πεδία, όπως είναι οι συντάξεις, η υγεία και οι φυσικές καταστροφές, με γνώμονα τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών και τον έλεγχο του κόστους.

Με αυτές τις σκέψεις θέλω να ευχηθώ καλή συνέχεια στις εργασίες του Συνεδρίου, οι οποίες είμαι βέβαιος ότι θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θα αποφέρουν χρήσιμα συμπεράσματα, τα οποία και θα ήθελα θα πληροφορηθώ.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Θέλω να ευχαριστήσω τις Γραμματείες Γυναικείων Θεμάτων και Σχέσεων Κοινωνίας – Κόμματος για την πρόσκλησή τους.

Να τις συγχαρώ που, μαζί με τη ΝΟ.Δ.Ε. Φθιώτιδας, ανέλαβαν μια εξαιρετική πρωτοβουλία για ένα ζήτημα κρίσιμης σημασίας για τη χώρα και την ομαλή πορεία της.

Αγαπητές Φίλες, Αγαπητοί Φίλοι,

Η οικογένεια είναι το βασικό κύτταρο της κοινωνίας. Είναι θεσμός που αφορά την ίδια τη ζωή και την ποιότητά της. Θεσμός στον οποίο αναπτύσσονται θεμελιώδεις αξίες, όπως η συνεργασία, η κατανόηση, η αλληλεγγύη, η αγάπη. Βέβαια, στη σημερινή εποχή των ραγδαίων εξελίξεων και των δομικών ανακατατάξεων, είναι γεγονός ότι ο θεσμός της οικογένειας δεν έμεινε τελείως ανεπηρέαστος. Δεν κατάφεραν, ωστόσο, να αλλοιώσουν τις αξίες του. Η φυσιογνωμία της οικογένειας μπορεί να άλλαξε. Οι δυσκολίες λειτουργίας της να διογκώθηκαν. Ο ρόλος της όμως παραμένει αναντικατάστατος. Αποτελεί το «αποκούμπι» για όλους όσους βιώνουν τις τραγικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Παραμένει ο πυρήνας της κοινωνίας.

Φίλες και Φίλοι,

Σήμερα, ο θεσμός της οικογένειας εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με δημογραφικές, οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις. Στο δημογραφικό πεδίο, η τάση είναι αρνητική. Ασκούνται πιέσεις από το χαμηλό ποσοστό γεννητικότητας και τον αυξημένο βαθμό γήρανσης και εξάρτησης του πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην Ελλάδα, την περίοδο 2016-2070:

  • Ο ρυθμός γεννητικότητας αναμένεται να αυξηθεί μόνο κατά 0,3%. Ως αποτέλεσμα, ο πληθυσμός της χώρας εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 3,1 εκατ.
  • Παράλληλα, ο δείκτης γήρανσης, δηλαδή η αναλογία του γεροντικού πληθυσμού προς τον ηλικιακά νεότερο, είχε ήδη διαμορφωθεί στο 148% το 2016.
  • Ενώ, ο δείκτης εξάρτησης, δηλαδή η αναλογία του μη οικονομικά ενεργού πληθυσμού προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, αναμένεται να αυξηθεί κατά 30%.

Επιπρόσθετα, πρέπει να συνυπολογιστεί το εξαιρετικά ανησυχητικό φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» στο εξωτερικό, καθώς περίπου 400.000 νέοι άνθρωποι έφυγαν από την Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης. Αλλά και η αύξηση των διαζυγίων και ο σύγχρονος τρόπος ζωής, που επιφέρουν σημαντικές μεταβολές στη δομή, στον τρόπο λειτουργίας και στη μορφή της οικογένειας. Και προφανώς, οι δυσοίωνες μακροοικονομικές προβλέψεις για τον μακροπρόθεσμο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης και το ρυθμό αύξησης της απασχόλησης, που επίσης επενεργούν αρνητικά στο δημογραφικό πρόβλημα.

Φίλες και Φίλοι,

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, η Κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στην απαίτηση στήριξης της οικογένειας. Δεν συνέχισε το έργο της προηγούμενης Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η οποία είχε αναπτύξει και θεσμοθετήσει συγκροτημένες κοινωνικές πολιτικές.

Επιδείνωσε τη θέση της οικογένειας.

Με μια σειρά οικονομικών και θεσμικών παρεμβάσεων αφαίρεσε, σταδιακά, κάθε κίνητρο από τους νέους ανθρώπους για δημιουργία οικογένειας, ενώ, παράλληλα, «τιμώρησε» όσες οικογένειες απέκτησαν παιδιά.

  • Σήμερα, ακόμη και η απόκτηση ενός παιδιού αποτελεί τεκμήριο.
  • Έγιναν πιο αυστηρά τα κριτήρια για το επίδομα 1ου και 2ου παιδιού.
  • Περικόπηκαν τα επιδόματα για τους τρίτεκνους και τους πολύτεκνους.
  • Μειώνεται το αφορολόγητο όριο, τόσο για τους πολύτεκνους όσο και για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά, από το 2020 έως και 3.000 ευρώ.

Αποτέλεσμα;

Η αποθάρρυνση όσων μένουν τελικά στην Ελλάδα να κάνουν οικογένεια, λόγω της δυσκολίας ανταπόκρισης στα πρόσθετα έξοδα.

Και, συνεπώς, η διόγκωση του δημογραφικού προβλήματος.

Φίλες και Φίλοι,

Η στήριξη του θεσμού της οικογένειας αποτελεί για τη Νέα Δημοκρατία βασικό πυλώνα της προσπάθειας εξόδου από την κρίση.

Μέσα στις πιεστικές δημοσιονομικές συνθήκες, είναι αναγκαία η καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας προς αυτή την κατεύθυνση.

Όχι με περιστασιακά επιδόματα, αλλά με μια ολοκληρωμένη πολιτική που θα διασφαλίζει τις προϋποθέσεις και θα δίνει κίνητρα για τη δημιουργία οικογένειας.

Σε αυτό το πλαίσιο έχουμε προτείνει και θα εφαρμόσουμε σειρά μέτρων και κινήτρων, όπως είναι ενδεικτικά:

  • Η μείωση της φορολόγησης των νοικοκυριών.
  • Η αύξηση του αφορολόγητου ορίου κατά 1.000 ευρώ για κάθε παιδί.
  • Η πρόσβαση όλων των παιδιών σε παιδικούς σταθμούς.
  • Τα ολοήμερα σχολεία παντού, με εξασφαλισμένα σχολικά γεύματα.

Φίλες και Φίλοι,

Έχουμε χρέος να προβάλλουμε και να δυναμώνουμε θεσμούς, αξίες και πρότυπα, που συμβάλλουν αποτελεσματικά στην κοινωνική συνοχή και την κοινωνική αλληλεγγύη, όπως είναι η οικογένεια.

Αυτή την απαίτηση, θα την κάνουμε πράξη.

Συγχαρητήρια και πάλι για την εξαιρετική πρωτοβουλία!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Αξιωματική Αντιπολίτευση, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών, κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης.

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι η Νέα Δημοκρατία, διαχρονικά, στηρίζει την εύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης μεταξύ της Ελλάδας και των Σκοπίων.

Μια λύση που θα σέβεται όμως τα πραγματικά ιστορικά, εθνικά δεδομένα.

Σήμερα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρνει μια συμφωνία που τη διαμόρφωσε «εν κρυπτώ».

Συμφωνία που με στρεψοδικίες και επικοινωνιακά τερτίπια, αυταρχικά προωθεί.

Αδιαφορώντας για τις ευαισθησίες των πολιτών και τις θέσεις των κομμάτων.

Κυβέρνηση η οποία απέτυχε να αξιοποιήσει το κεκτημένο της εθνικής συνεννόησης επί του εθνικά κρίσιμου αυτού θέματος.

Κεκτημένο που σωρεύτηκε από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις, πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι.

Δεν θα ακολουθήσω αυτό το δρόμο, παρ’ ότι θα μπορούσα να καταθέσω μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», αλλά και την τελευταία έκφρασή του από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία.

Θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να ανοίξουμε αυτό το θέμα;

Δεν θα το κάνω γιατί δεν ωφελεί την εθνικά κρίσιμη προσπάθεια.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δικαιούται να μας κάνει μάθημα!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι, 

Η Κυβέρνηση περιφρονεί τον Ελληνικό λαό.

Λοιδορεί τις γνήσιες ευαισθησίες της πλειοψηφίας του.

Απαξιώνει το εθνικό κοινοβούλιο.

Επιδίδεται σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας και στρουθοκαμηλισμού.

Προχωρά σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Συμφωνία που παράγει διεθνή αποτελέσματα, κάποια από τα οποία θα αποκτήσουν τον χαρακτήρα του τετελεσμένου.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008.

Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Υποχωρήσεις αφού αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής ιθαγένειας», άρα και αντίστοιχης ταυτότητας.

Υποχωρήσεις αφού διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα, χωρίς κάποιον κοινά αποδεκτό όρο για όλες τις χρήσεις, κατοχυρώνοντας τον «μακεδονικό» εθνικισμό.

Πρόκειται συνεπώς για μία κακή συμφωνία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία, έχουμε χρέος από την ιστορία και ευθύνη για το μέλλον, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Να ενώσουμε και να μην διχάσουμε την κοινωνία.

Να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και τους κινδύνους με ενότητα, ευθύνη, ομοψυχία, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια.

Να εργαστούμε σκληρά, με αλληλεγγύη και συνοχή.

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών, όπως πράττει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις και με επικίνδυνους ακροβατισμούς, όπως κάνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων.

Πάνω από όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Όλα αυτά αποτελούν για τη σημερινή Κυβέρνηση, «αγαθά εν ανεπαρκεία».

Η «κατασκευή» των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δοκιμάσθηκε, «μετρήθηκε» με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης της χώρας.

Κυρίες και Κύριοι Οργανωτές του Συνεδρίου,

Αποτελεί για εμένα ιδιαίτερη ικανοποίηση να συμμετέχω στο Συνέδριό σας.

Είναι δε ιδιαίτερη τιμή και ευθύνη να συμμετέχω σε αυτό το στάδιο, εκπροσωπώντας τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος λόγω των πυκνών πολιτικών εξελίξεων, αν και θα το ήθελε πολύ, δεν μπορεί να απευθύνει την προγραμματισμένη ομιλία του.

Κυρίες και Κύριοι,

Το Συνέδριο πραγματοποιείται σε ένα ρευστό, αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον.

Εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αμηχανία απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις.

Από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Από ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα υποσυστήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από τάσεις περιχαράκωσης και προστατευτισμού, αρκετών εκ των εταίρων.

Από μεταβολές στην κατεύθυνση άσκησης της νομισματικής πολιτικής.

Και εσωτερικό, που χαρακτηρίζεται από μία οικονομία λιμνάζουσα, που συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της.

Και μια κοινωνία κουρασμένη, απαισιόδοξη και ανασφαλή.

Σε αυτό το περιβάλλον και με αυτά τα δεδομένα, η οικονομία της χώρας οδεύει, ασθμαίνουσα, προς την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος στο τέλος Αυγούστου.

Εστιάζοντας σε πτυχές της, παρατηρούμε τα εξής:

1ον. Η κατάσταση, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ βελτιώθηκε την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας σφαλμάτων του 1ου εξαμήνου του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Έκτοτε:

  • Η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει.

Η χώρα δεν έχει ακόμη επανέλθει στην κανονικότητα.

2ον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, τα τελευταία χρόνια, επιτυγχάνονται, και μάλιστα υπερκαλύπτονται.

Αντικείμενο όμως διερεύνησης πρέπει να είναι ο εντοπισμός και η αξιολόγηση των τρόπων επίτευξής τους, καθώς και τα παραγόμενα αποτελέσματά τους.

Η ανάλυση δείχνει ότι αυτό οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στη στέρηση πόρων από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Τα δε αποτελέσματα είναι η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους και η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.

3ον. Η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Κυβέρνηση, με ευθύνη της:

  • επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Μάλιστα το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Η ελληνική οικονομία, δυστυχώς, παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο.

Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μια γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

4ον. Στο δημοσιονομικό πεδίο, οι αντιφάσεις διαδέχονται η μία την άλλη.

Τώρα η Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Και μάλιστα με χαμηλές πτήσεις στην οικονομία, με ρυθμό μεγέθυνσης 1,8%!

Θυμίζω ότι ο κ. Τσίπρας, πριν από 2 χρόνια, τέτοιες ημέρες, στο Συνέδριό σας, υποστήριζε ότι «είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και μάλιστα για αρκετά χρόνια, εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας».

Τα συμπεράσματα δικά σας…

5ον. Η επόμενη ημέρα, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, δεν θα βρει τη χώρα στην ίδια κατάσταση με τα άλλα κράτη-μέλη που εξήλθαν από τα μνημόνια.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

6ον. Η χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού, μετά τη λήξη του προγράμματος, δεν είναι εξασφαλισμένη.

Δεν έχουν δημιουργηθεί οι αναγκαίες συνθήκες.

Εάν υπήρχε αξιοπιστία και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα μπορούσε βάσιμα να προσδοκάται ότι τα επιτόκια δανεισμού από τις αγορές θα ήταν ήδη σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα.

Συνεπώς, προς αποφυγή ενδεχομένου επικίνδυνης παλινδρόμησης, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας».

Επιλογή της Κυβέρνησης είναι το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία.

Χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιτυγχάνει πάνω από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

Η δική μας πρόταση προς αυτή την κατεύθυνση, είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, που εκτιμώνται σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να επιτύχει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλισθεί η χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα.

Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Να συμμετέχουμε ενεργά και ισότιμα στη συζήτηση που έχει ξεκινήσει για τη βελτίωση και την ενίσχυση της αρχιτεκτονικής της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Προς τούτο, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μία επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ την επόμενη πενταετία, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό που υπάρχει.

Όμως, για να φτάσουν οι ετήσιες επενδύσεις στο 21%-22% του ΑΕΠ, η οικονομία, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες και εκθέσεις, θα πρέπει να μεγεθύνεται με ετήσιους ρυθμούς της τάξεως του 4%.

Αυτός ο στόχος είναι εφικτός!

Η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της χώρας μας.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Ξεκινώντας από τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τις υπερ-αποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, την έκπτωση φόρου για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων, την ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων για την απόκτηση ακίνητης περιουσίας από πολίτες άλλων κρατών (πρόγραμμα golden visa).

2ος. Η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας.
  • Με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες, ξεκάθαρους κανόνες λειτουργίας και διαδικασίες αξιολόγησης, παντού.
  • Με την επιλογή να θέσουμε ως χώρα, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας και καινοτομίας.

3ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Αυτή η προτεραιότητα, αποτελεί ευθύνη τόσο της πολιτείας, όσο και των ίδιων των επιχειρήσεων.

Πολιτεία που πρέπει να δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, με τη Διοίκηση, το Κράτος και τη Δικαιοσύνη συμμάχους της επιχειρηματικότητας.

Πολιτεία που πρέπει να περιορίσει τη ρυθμιστική γραφειοκρατία, μεταθέτοντας μέρος της ευθύνης για τη συμμόρφωση στις επιταγές του νόμου στους επιχειρηματίες, θέτοντας όμως πολύ αυστηρές κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβάσεων.

Πολιτεία που πρέπει να εποπτεύει την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς, θεσπίζοντας κανόνες, υιοθετώντας εποπτικές πρακτικές, θωρακίζοντας τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Και από την άλλη πλευρά, επιχειρήσεις που πρέπει να λειτουργούν με υπευθυνότητα, στοχεύοντας στην αποτελεσματική διαχείριση και ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, των stakeholders.

Επιχειρήσεις που πρέπει να αποκτήσουν κουλτούρα εταιρικής διακυβέρνησης.

Επιχειρήσεις που οφείλουν να υλοποιούν λειτουργικούς εσωτερικούς ελέγχους, να προστατεύουν και να αναδεικνύουν το περιβάλλον, να επιδεικνύουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

4ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

  • Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων.
  • Με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας.
  • Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές.
  • Με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω, κυρίως, του τραπεζικού συστήματος.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

5ος. Η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Υπενθυμίζω ότι με τη διπλή αναδιάρθρωσή του το 2012, μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του χρέους.

Απόδειξη αυτού είναι οι τόκοι που σήμερα ως χώρα καταβάλλουμε να είναι περίπου οι μισοί αυτών που πληρώναμε μέχρι το 2011.

Με αποτέλεσμα, στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ να υποστηρίζει ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Όμως, στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Συνεπώς σήμερα, οι παρεμβάσεις στο χρέος, μετά την επιβάρυνσή του την τελευταία τριετία, είναι αναγκαίες, στηριζόμενες σε αποφάσεις του παρελθόντος οι οποίες με ευθύνη των εταίρων ακόμη δεν έχουν υλοποιηθεί.

Ζητούμε δε αυτές οι παρεμβάσεις να είναι καθαρές, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες.

Κυρίες και Κύριοι,

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει αποδειχθεί διαχρονικά ότι η Νέα Δημοκρατία δημιουργεί πληρέστερα τις συνθήκες και επιτυγχάνει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας.

Η επίτευξη αυτή με τη σειρά της, θα βελτιώσει πιο αποτελεσματικά τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, αφού, σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες και τη βιβλιογραφία, η αναλογία επίδρασης του ρυθμού ανάπτυξης και των πρωτογενών πλεονασμάτων στο χρέος είναι 1,8:1.

Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι πλέον θα επιτυγχάνονται μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Όλα αυτά προϋποθέτουν μια μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, η οποία θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στην ιστορία, στις δυνατότητες και στην προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο «κοπής» ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Αφορά την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του Μνημονίου των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Ενός αχρείαστου Μνημονίου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση της τελευταίας οκταετίας.

Κυβέρνηση η οποία, χωρίς καμία ηθική αναστολή, χωρίς αξιακές σταθερές, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, περιφρονώντας ευαισθησίες της κοινωνίας, υπογράφει τα πάντα για την εξουσία, προχωρώντας σε βαριές οικονομικές και εθνικές υποχωρήσεις και κακές συμφωνίες.

Ας περιοριστούμε όμως σήμερα στο πεδίο της οικονομίας.

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα οδηγείται στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Το μόνο όμως που ολοκληρώνεται είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Κυβέρνηση η οποία, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται.

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει.

Σε σχέση με το 2014:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών, η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος», αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

3ον. Το Πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει νέα μέτρα που δεν έχει βιώσει ακόμη η κοινωνία και τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο. Συνεπώς δεν έχει και την πολιτική νομιμοποίηση να τα εφαρμόσει!

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Θα αυξηθεί ο ΕΝΦΙΑ, που θα καταργούσατε σε 1εκατ. νοικοκυριά.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Αυτά τα νέα μέτρα οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της σημερινής Κυβέρνησης στα 14,5 δισ. ευρώ.

Ειδικά για τους συνταξιούχους το 2019, ακόμη και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα για κοινωνική προστασία, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συνεπώς, το διαθέσιμο εισόδημα των συνταξιούχων θα μειωθεί ακόμη περισσότερο το 2019.

Ευτυχώς όμως τότε, το αργότερο, τελειώνουν τα βάσανα των πολιτών με τη σημερινή ανερμάτιστη Κυβέρνηση!

Πάντως, λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Η Κυβέρνηση αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται και η κοινωνία να φτωχοποιείται.

  • Επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα κατά 55%, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Κατά τα άλλα υποστηρίζετε ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική!

Τελικά οι αυταπάτες δεν γιατρεύονται…

Και επειδή λέτε ότι δήθεν κινδυνολογούμε, να μια ακόμη απόδειξη της αποτυχίας σας:

Σε σχέση με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο που εσείς πέρυσι ψηφίσατε, ήδη σήμερα εκτιμάτε σωρευτική απώλεια πλούτου ύψους 26 δισ. ευρώ μέχρι το 2021!

Και μετά καυχιέστε για τις δήθεν επιτυχίες σας; Αιδώς Αργείοι…

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Αλήθεια όμως, τι υποστήριζε ο κ. Τσίπρας πριν από 2 χρόνια (23 Ιουνίου 2016), μετά τη λαϊκή νομιμοποίηση του 2015;

«Είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και, μάλιστα, για αρκετά χρόνια. Εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας.»

Συνεπώς μην υποστηρίζετε ότι η Αξιωματική Αντιπολίτευση κινδυνολογεί.

Μόνοι σας καρφώνεστε!

Είμαι όμως απολύτως βέβαιος ότι κατά την μεθαυριανή του ομιλία, στο ίδιο συνέδριο του Economist, ο κ. Τσίπρας θα κάνει άλλη μία κυβίστηση.

Ή να το πούμε πιο λαϊκά, μία ακόμη κωλοτούμπα!!!

Άλλωστε, το «χούι» δεν κόβεται…

6ον. Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται «αμετάκλητα» και «άνευ όρων» στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης Υπερταμείου.

Πράγματι, με αίσθημα ευθύνης, η Νέα Δημοκρατία ψήφισε τότε την παραμονή της χώρας στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης.

Το μνημόνιο όμως φέρει τις δικές σας υπογραφές!!!

Ένα χρόνο μετά, το 2016, ιδρύθηκε το Υπερταμείο και δεσμεύθηκε η δημόσια περιουσία της χώρας.

Η Νέα Δημοκρατία καταψήφισε την ίδρυσή του.

Κι αυτό διότι περιελάμβανε δυσμενέστερους όρους σε σχέση με το 2015, με πρωτοφανή εκχώρηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της χώρας, χωρίς ουσιαστικό εθνικό και δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία.

Με διάρκεια ζωής τα 99 έτη, όταν η μέση υπολειπόμενη διάρκεια του δανείου είναι τα 33 έτη.

Χωρίς «οροφή» στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται, έναντι πρόβλεψης για 50 δισ. ευρώ στο 3ο Μνημόνιο.

Με αποτέλεσμα, Συνάδελφος της Κυβερνητικής πλειοψηφίας να υποστηρίζει στην Επιτροπή ότι «αυτό συνιστά την επισφράγιση ότι η χώρα μας είναι αποικία χρέους.»

Και λέτε μετά ότι εμείς κινδυνολογούμε;

Τελικά, με εσάς στην Κυβέρνηση «πάτος στις υποχωρήσεις και τον κατήφορο» δεν υπάρχει!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία καταψηφίζει επί της αρχής το Πολυνομοσχέδιο.

Και αυτό γιατί λείπει από την Κυβέρνηση η βούληση, η αξιοπιστία και το σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Ένα σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Ένα σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξημένης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου.

Με βασικούς άξονες:

1ον. Την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και την άμεση και σταδιακή μείωση της υψηλής φορολόγησης των πολιτών.

Αντιθέτως, η σημερινή Κυβέρνηση, όπως περιγράφει και το δήθεν αναπτυξιακό της σχέδιο, πιστεύει ότι «ο συνολικός φορολογικός συντελεστής στην Ελλάδα δεν είναι υπερβολικά υψηλός σε ευρωπαϊκή κλίμακα».

2ον. Την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους.
  • Την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

3ον. Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει – διαχρονικά – αποδειχθεί ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να δημιουργήσει πληρέστερα τις συνθήκες υψηλότερης ανάπτυξης της οικονομίας.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, η οποία μαζί με τις αναγκαίες, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες παρεμβάσεις για τη ρύθμισή του, θα δώσουν τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Διαθέτει υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

Θέλω να ευχαριστήσω το Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο για την πρόσκλησή του να συμμετάσχω στο Συνέδριο και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για το κρίσιμης σημασίας, πολυδιάστατο πεδίο της Υγείας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η δομή και λειτουργία τόσο του συστήματος παροχής υγειονομικών υπηρεσιών, όσο και των υποσυστημάτων αυτού, όπως είναι ο κλάδος του φαρμάκου, συνιστά βασικό ζήτημα που απασχολεί, παγκοσμίως, τις σύγχρονες κοινωνίες.

Αυτό είναι λογικό αφού έχει αποδειχθεί, τόσο στο πεδίο της επιστήμης όσο και στο πεδίο του πραγματικού κόσμου, ότι επηρεάζει τα δημόσια οικονομικά, την απασχόληση, το ρυθμό παραγωγής πλούτου και την ευημερία των πολιτών.

Οι παράγοντες και οι μεταξύ τους αιτιώδεις σχέσεις που υπεισέρχονται στα εθνικά συστήματα υγείας είναι πολλοί και πολλές.

Είναι ενδογενείς και εξωγενείς και συναρτώνται με το πολιτισμικό, το αξιακό, το επιστημονικό, το κοινωνικό και το οικονομικό πλαίσιο.

Η ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ «εντολέα» και «εντολοδόχου», δηλαδή μεταξύ ιατρού και ασθενούς, τα προβλήματα προσφοράς και ζήτησης ιατρικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ακριβή ιατρική τεχνολογία, η ανάγκη αντιμετώπισης της εισοδηματικής ανισότητας, η ανάγκη παροχής κοινωνικών αγαθών υγειονομικής περίθαλψης στους ανασφάλιστους πολίτες, η αντιμετώπιση μαζικών και μεταδοτικών ασθενειών και η προληπτική αντιμετώπιση ασθενειών, είναι μερικές μόνο από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα τα συστήματα υγείας.

Εκτός όμως αυτών των – σε παγκόσμια κλίμακα – προκλήσεων, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στη χώρα μας ο τομέας της υγείας παρουσιάζει, διαχρονικά, σημαντικά προβλήματα.

Προβλήματα που συσσωρεύονταν.

Προβλήματα που επιβαρύνθηκαν από κοινωνικούς παράγοντες, όπως είναι η αύξηση των περιστατικών χρόνιων νοσημάτων, η εμφάνιση νέων ασθενειών, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, η  γήρανση του πληθυσμού και η αύξηση του ποσοστού των οικονομικών μεταναστών.

Τούτων δοθέντων, και μέσα σε πιεστικές δημοσιονομικές συνθήκες, ήταν αναγκαία η καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στο χώρο της υγείας, σε ένα πλαίσιο εξισορρόπησης μεταξύ των δύο βασικών αναγκών: της ανάγκης εξορθολογισμού των δημόσιων δαπανών υγείας και της ανάγκης πρόσβασης των πολιτών σε ποιοτικές παροχές υγείας.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γεγονός ότι τα προηγούμενα χρόνια αναλήφθηκαν σημαντικές πρωτοβουλίες για τη διαμόρφωση ενός συστήματος υγείας που θα εδράζεται στις αρχές της οικονομικής αποδοτικότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της διασφάλισης της ποιότητας και της εξασφάλισης ίσης και καθολικής πρόσβασης στις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Με διαρθρωτικές παρεμβάσεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων:

  • Η αναμόρφωση και ενίσχυση του πλαισίου των κανόνων δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας και η βελτίωση του συστήματος δημοσιονομικών ελέγχων, και στον χώρο της υγείας.
  • Η υποχρεωτική λειτουργία του Μητρώου Δεσμεύσεων, για το σύνολο των φορέων υγείας από το 2012, έτσι ώστε, πριν από την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης, να δεσμεύονται οι αναγκαίες πιστώσεις του Προϋπολογισμού του κάθε φορέα.
  • Η ενεργοποίηση μηχανισμών παρακολούθησης των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, και στον χώρο της υγείας.
  • Η εφαρμογή εσωτερικών ελέγχων στο σύνολο των δομών του Υπουργείου Υγείας.
  • Ο εκσυγχρονισμός και η υιοθέτηση αυστηρότερων διαδικασιών ελέγχου των οικονομικών δεδομένων των νοσοκομειακών μονάδων, με την προώθηση συστημάτων μηχανογράφησης και διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
  • Η αναμόρφωση του συστήματος προμηθειών στο υγειονομικό σύστημα, μέσω της θεσμοθέτησης της διενέργειας διαγωνισμών για την προμήθεια υγειονομικού υλικού σε κεντρικό επίπεδο.
  • Ο εξορθολογισμός της χρηματοδότησης των νοσοκομείων με την εισαγωγή κλειστών ενοποιημένων νοσηλίων.
  • Η θεσμική καθιέρωση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, σε όλο το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και στους δρώντες αυτού.
  • Η θέσπιση ορίων για τον περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης, μέσω της έκτακτης και προσωρινής εφαρμογής των μηχανισμών «clawback» και «rebate», η οποία βέβαια σήμερα έχει αποκτήσει μονιμότερα χαρακτηριστικά.
  • Η ενοποίηση των κλάδων υγείας των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης με τη θέσπιση του ΕΟΠΥΥ, ο οποίος, μετά από τις αρχικές οργανωτικές δυσκολίες και δυσλειτουργίες, μετατράπηκε από πάροχο σε αγοραστή υπηρεσιών και προϊόντων υγείας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην εναρμόνιση και στον καθορισμό ενιαίων εισφορών και παροχών.
  • Η εκπόνηση και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, και στον χώρο της υγείας.
  • Η διευκόλυνση της πρόσβασης των ανασφάλιστων πολιτών, από το 2014, στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια περίθαλψη, λαμβάνοντας μέριμνα και για την παροχή φαρμακευτικής κάλυψης.

Τα αποτελέσματα αυτών των παρεμβάσεων έγιναν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ορατά.

Η δημόσια δαπάνη για την υγεία περιορίστηκε σημαντικά, με τις μεγαλύτερες περικοπές να υφίστανται τα ιατρικά προϊόντα και τα φάρμακα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 2010-2016, η συνολική χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας μειώθηκε κατά 32% (όσο και η φαρμακευτική δαπάνη μέχρι το 2017), με τη δημόσια χρηματοδότηση να παρουσιάζει μείωση κατά 43%.

Όμως η πλήρης αλήθεια είναι ότι σημαντικό μέρος από τη μείωση της δημόσιας δαπάνης μετατοπίστηκε στους ιδιώτες, με την ιδιωτική δαπάνη να αποτελεί, το 2016, το 41% της συνολικής.

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτός ο περιορισμός της δημόσιας δαπάνης ήταν μεν απαραίτητος, διόγκωσε όμως θέματα ανεπάρκειας, ανισοκατανομής και ανισότητας υλικών, οικονομικών και ανθρώπινων πόρων.

Με την σημερινή Κυβέρνηση να συμβάλλει, με πράξεις και παραλείψεις της, εξαιτίας ανικανότητας και αβελτηρίας, προς αυτή την κατεύθυνση.

Κάποια από αυτά καλύπτονται από το υψηλό αίσθημα ευθύνης του ιατρικού, νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού του συστήματος υγείας της χώρας.

Ενώ και η συμμετοχή των ιδιωτών καθίσταται μη βιώσιμη σε ένα περιβάλλον μακροχρόνιας ανεργίας και υπερφορολόγησης, που έχει οδηγήσει στη δραματική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Συνεπώς, με δεδομένο ότι η χώρα μας θα εξακολουθεί να λειτουργεί σε περιβάλλον αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών και μεγάλων προκλήσεων και μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, θα πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος παροχής υπηρεσιών υγείας.

Ένα σύστημα υγείας που θα αξιοποιεί με ποιοτικό, αποδοτικό, παραγωγικό και αποτελεσματικό τρόπο τους διαθέσιμους πόρους και θα διασφαλίζει τόσο τη βιωσιμότητα του υγειονομικού συστήματος όσο και την καλύτερη πρόσβαση της κοινωνίας σε υπηρεσίες υγείας.

Ενώ παράλληλα θα πρέπει να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες του κλάδου, με στόχο τη διεύρυνση της αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, τις οποίες διαρκώς εμπλουτίζει και επικαιροποιεί, όπως είναι:

1ον. Η αναγκαιότητα λειτουργίας του συστήματος με συγκεκριμένους στόχους και αυστηρούς ελέγχους, προκειμένου η απόδοση και η αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών να είναι μετρήσιμες.

Απαιτείται η ενίσχυση της αξιολόγησης των μονάδων υγείας και η εισαγωγή κινήτρων και αντικινήτρων που θα εξασφαλιστούν καλύτερες υπηρεσίες για όλους του πολίτες.

2ον. Η ενδυνάμωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, συμβάλλοντας καθοριστικά τόσο στη βελτίωση της πρόσβασης των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας, όσο και στην αποσυμφόρηση της λειτουργίας της δευτεροβάθμιας και νοσοκομειακής φροντίδας υγείας.

3ον. Η εισαγωγή επαγγελματικού μάνατζμεντ στα νοσοκομεία με την προώθηση σύγχρονων διοικητικών μεθόδων, αξιοκρατικών διαδικασιών και συνθηκών διοικητικής ευελιξίας, με παράλληλο αυστηρό πλαίσιο λογοδοσίας, υποχρεώσεων και πρακτικών αξιολόγησης.

4ον. Η αξιοποίηση της σύγχρονης ιατρικής τεχνολογίας και των πληροφοριακών συστημάτων για τη βελτίωση και την επίσπευση των διαδικασιών διάγνωσης και περίθαλψης των ασθενών και τη διευκόλυνση της πρόσβασής τους σε υπηρεσίες υγείας.

5ον. Η θέσπιση ατομικού ηλεκτρονικού φακέλου ασθενούς, διασφαλίζοντας τη συνέχεια, τον συντονισμό και την αποτελεσματικότητα της υγειονομικής φροντίδας.

6ον. Η αξιοποίηση των υφιστάμενων εργαλείων για την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, τα οποία παραμένουν ανενεργά και η εισαγωγή δεσμευτικών θεραπευτικών πρωτοκόλλων με γνώμονα την ορθή ιατρική πρακτική προς όφελος τόσο του ασθενούς όσο και του Κράτους.

7ον. Η συστηματική έμφαση στην προληπτική ιατρική, εστιάζοντας στην ανάπτυξη προγραμμάτων προληπτικών εξετάσεων σε εθνικό επίπεδο, σε μία λογική προσυμπτωματικού ελέγχου βάσει των διεθνών επιστημονικών πρωτοκόλλων για την έγκαιρη διάγνωση ασθενειών, ώστε να συρρικνωθεί η ζήτηση για μία σειρά υπηρεσίες και προϊόντα υγειονομικής φροντίδας.

8ον. Η υλοποίηση του θεσμού του οικογενειακού γιατρού, τον οποίο θα επιλέγει ο κάθε πολίτης και ο οποίος θα βοηθάει αποφασιστικά στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση, στη θεραπεία και στην παραπομπή – όταν υπάρχει ανάγκη – σε εξειδικευμένους γιατρούς.

9ον. Η κατ’ οίκον διανομή φαρμάκων για συγκεκριμένες ομάδες ασθενών και η πραγματοποίηση ραντεβού με γιατρούς του ΕΟΠΥΥ εντός 24 ωρών για ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού μέσω της υιοθέτησης του βρετανικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο ένα ποσοστό των ημερήσιων ραντεβού κάθε γιατρού αφορά αυτές τις ομάδες πληθυσμού.

10ον. Η επέκταση της διάρκειας των επαναλαμβανόμενων συνταγών για τους χρονίως πάσχοντες, ώστε να μειώνεται η ταλαιπωρία τους για τη χορήγηση νέας συνταγής και να μην απασχολούνται οι γιατροί με κάτι που δεν χρειάζεται.

11ον. Η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους παρόχους υπηρεσιών υγείας, οι οποίες σήμερα υπερβαίνουν τα 1,75 δισ. ευρώ.

12ον. Η πραγματοποίηση προσλήψεων στο χώρο της υγείας, με προτεραιότητα στις προσλήψεις νοσηλευτών που θα καλύψουν τις μεγάλες σημερινές ελλείψεις.

13ον. Η αύξηση των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη και η επιτάχυνση των διαδικασιών για την έναρξη και υλοποίηση κλινικών μελετών στη χώρα μας.

Μελέτες που θα έχουν πολλαπλά οφέλη τόσο για την πρώϊμη πρόσβαση των ασθενών σε νέες καινοτόμες θεραπείες, όσο και για το ίδιο το Κράτος ως μια νέα πηγή εισροής κεφαλαίων και επενδύσεων, καθώς και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

Επίσης, η αύξηση των πατεντών και η δημιουργία δικτύων στενής συνεργασίας με ερευνητικά κέντρα των Πανεπιστημίων στις εταιρείες που σχετίζονται με τον χώρο της υγείας.

14ον.  Η χάραξη στρατηγικής που θα καταστήσει τη χώρα μας ελκυστικό διεθνή προορισμό ιατρικού τουρισμού.

Ιατρικός τουρισμός που μπορεί να παρέχει υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, να συμβάλλει στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και να προωθήσει την ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς ιατρικών υπηρεσιών.

Κυρίες και Κύριοι,

Κλείνοντας, θέλω  να καταθέσω την πεποίθησή μου ότι η χώρα μας διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις, ιστορικές, περιβαλλοντικές, γεωγραφικές και πρωτίστως επιστημονικές, για να καταστεί κέντρο παροχής υψηλής ποιότητας ιατρικών υπηρεσιών για την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, σε συνδυασμό βεβαίως με πανεπιστημιακά ιδρύματα, κρατικά και μη κρατικά, υψηλής ποιότητας.

Το ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από εμάς.