Άρθρα
Διαβάστε τα άρθρα μου

Οι πολίτες της χώρας έχουν πληρώσει πολύ ακριβά τις θριαμβολογίες της Κυβέρνησης, οι οποίες τελικά, πολύ γρήγορα, αποδεικνύονται αυταπάτες, ψευδαισθήσεις και λάθος υπολογισμοί.

Αυτό θα επιβεβαιωθεί και με την τελευταία απόφαση του Eurogroup, που αφορά τη μετα-προγραμματική περίοδο της χώρας και τη ρύθμιση του δημοσίου χρέους.

Και αυτό γιατί:

1ον. Η Ελλάδα, μόνη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών-μελών που «βγήκαν» από προγράμματα προσαρμογής, «μπαίνει» σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας (Κανονισμός 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου).

Καθεστώς που εμπεριέχεται και στην προληπτική γραμμή πίστωσης (Άρθρο 5, “Enhanced surveillance”, Guideline on Precautionary Financial Assistance).

Η μετα-προγραμματική παρακολούθηση θα είναι ασφυκτική, ίδια με την μνημονιακή παρακολούθηση.

Οι θεσμοί, με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, θα συντάσσουν 4 εκθέσεις το έτος, ενώ η χώρα αναλαμβάνει αυστηρές πολυετείς δεσμεύσεις, μέσα σε συγκεκριμένα ασφυκτικά πλαίσια και χρονοδιαγράμματα.

2ον. Οι μετα-προγραμματικές δεσμεύσεις συνιστούν, επί της ουσίας, ένα 4ο Μνημόνιο.

Με νέα μέτρα λιτότητας για το 2019 και το 2020, όπως είναι η περικοπή των συντάξεων, η μείωση του αφορολόγητου και οι αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών, διαμορφώνοντας τον συνολικό – ιδιαίτερα επώδυνο για τους πολίτες – λογαριασμό της διακυβέρνησης του κ. Τσίπρα στα 14,5 δισ. ευρώ.

Και με ιδιαίτερα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία επεκτείνονται μέχρι το 2060.

Με την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

3ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους έρχονται να καλύψουν μέρος της επιβάρυνσης της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία.

Συγκεκριμένα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014. Εκτιμούσε ότι αυτό θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του ΑΕΠ.
Στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 195% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας στο 45% του ΑΕΠ! Και χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».
Είναι προφανές ότι η βιωσιμότητά του επιβαρύνθηκε την τελευταία τριετία, ιδιαίτερα με την «υπερήφανη διαπραγμάτευση» και τη «δημιουργική ασάφεια» του 1ου εξαμήνου του 2015. Διεθνείς παράγοντες και φορείς εκτιμούν το κόστος εκείνης της περιόδου κατ’ ελάχιστον στα 86 δισ. ευρώ.

4ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους απέχουν από τις δεσμεύσεις που είχε εξασφαλίσει η Ελλάδα ήδη από το 2012, και οι οποίες δυστυχώς – με ευθύνη των εταίρων – μέχρι σήμερα δεν υλοποιήθηκαν.

Συγκεκριμένα:

α) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες να γίνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις, αντιθέτως απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

β) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε τη μετάθεση της πληρωμής τόκων για τα δάνεια του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης (EFSF) κατά 10 χρόνια, δηλαδή ίση παράταση της περιόδου χάριτος με αυτή που προβλέπεται σήμερα, και την επιμήκυνση των ωριμάνσεων των δανείων για 15 χρόνια, δηλαδή περισσότερα απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

γ) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε μείωση του λόγου χρέος/ΑΕΠ, στο 124% το 2020 και «αισθητά πιο κάτω» από το 110% το 2022. Σχετικές προβλέψεις δεν υπάρχουν στην τελευταία απόφαση. Υπενθυμίζεται ότι η Κυβέρνηση, στο τελευταίο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, εκτιμά τον σχετικό λόγο στο 150% το 2022.

5ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους υπολείπονται ακόμη και των προβλέψεων των αποφάσεων του Eurogroup του 2017.

Συγκεκριμένα, με την τελευταία απόφαση:

α) Προβλέπεται η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 2,2% του ΑΕΠ από το 2023 μέχρι το 2060. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν για πρωτογενή πλεονάσματα «ίσα ή υψηλότερα αλλά κοντά στο 2% του ΑΕΠ» για την ίδια περίοδο. Αυτή η φαινομενικά μικρή διαφορά του 0,2% του ΑΕΠ, η οποία θα έπρεπε να διεκδικηθεί από την Κυβέρνηση, ισοδυναμεί, σε σημερινούς όρους ΑΕΠ, με περίπου 360 εκατ. ευρώ. Όσο η περικοπή του εισπραχθέντα ΕΝΦΙΑ κατά περίπου 15%.

β) Η 10ετής παράταση της περιόδου χάριτος και η 10ετής επιμήκυνση των ωριμάνσεων συνιστούν θετικές παρεμβάσεις, αλλά δεν είναι οι βέλτιστες που θα μπορούσαν να επιτευχθούν. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν μέχρι και 15 έτη.

γ) Η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες θα υλοποιηθεί σε εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι τον Ιούνιο του 2022, και θα συνδυάζεται με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Στην απόφαση του 2017, η επιστροφή προβλέπονταν να μην είναι τμηματική και να είναι και αυτόματη.

δ) Η γαλλική πρόταση για αυτόματη σύνδεση των παρεμβάσεων για το χρέος με το ρυθμό ανάπτυξης, όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017, για την οποία η Αξιωματική Αντιπολίτευση είχε εκφράσει προβληματισμούς και η Κυβέρνηση θριαμβολογούσε, εξαφανίστηκε.

ε) Υπάρχει η δέσμευση να επανεξεταστεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους το 2032, κάτι που δεν προβλέπονταν στην απόφαση του 2017.

6ον. Από την τελευταία δόση του δανείου, ύψους 15 δισ. ευρώ, ούτε 1 ευρώ δεν θα «πέσει» στην πραγματική οικονομία.

Ένα σημαντικό μέρος αυτής, ύψους 9,5 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος. Απόθεμα που μέχρι σήμερα δημιουργούσε η Κυβέρνηση «στραγγαλίζοντας» την οικονομία, υπερφορολογώντας τους πολίτες, κηρύσσοντας εσωτερική στάση πληρωμών και καταφεύγοντας σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

7ον. Ενώ σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων πόρων του δανείου, ύψους 24 δισ. ευρώ, θα παραμείνει αχρησιμοποίητο, στερώντας ρευστότητα από την οικονομία.

Η Κυβέρνηση θα έπρεπε να διασφαλίσει αυτούς τους πόρους, όταν μάλιστα ότι έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα ενός αιώνα.

Με δεδομένη συνεπώς την τελευταία απόφαση του Eurogroup, η οποία είναι κατώτερη των προσδοκιών και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης, να επιτύχει την επιθυμητή και πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα. Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, με πολιτική βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής. Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Αυτά, μόνο η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να τα διασφαλίσει.

Η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.
Όμως η καθαρή έξοδος, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι εφικτή. Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, που συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.
Αλλά δυστυχώς, και το χαμηλό κόστος δανεισμού, κυρίως με κυβερνητική ευθύνη, δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.
Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι αυτή να γίνει με το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία.
Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

1ον. Αντλεί χαμηλότερους πόρους από τη δανειακή σύμβαση.
Ο αρχικός χρηματοδοτικός προγραμματισμός έχει πλήρως ανατραπεί. Συγκεκριμένα, το τρέχον πρόγραμμα θα ολοκληρωθεί με 4 αντί για 12 αξιολογήσεις. Ως αποτέλεσμα, οι δόσεις που εκταμιεύονται είναι χαμηλότερες τόσο των προβλέψεων της συμφωνίας όσο και των αναγκών της οικονομίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του επικαιροποιημένου μνημονίου, δεν θα αξιοποιηθούν 27,4 δισ. ευρώ από τον προβλεπόμενο «χρηματοδοτικό φάκελο» του δανείου, οι οποίοι προσφέρονται με χαμηλό επιτόκιο.
Αντί αυτού, η Κυβέρνηση προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους για να δημιουργήσει ταμειακό απόθεμα.
Με τα επιτόκια των αγορών και τις επιτοκιακές διαφορές (spreads) να είναι υψηλότερα και πιο ευμετάβλητα άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Με τη χώρα να απέχει ακόμη αρκετά από την απόκτηση επενδυτικής πιστοληπτικής διαβάθμισης.
Και με την διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, με συμβατικά και μη συμβατικά μέτρα, να εκτιμάται ότι δεν θα συνεχιστεί επί μακρόν, γεγονός που θα σημάνει άνοδο των επιτοκίων.

2ον. Χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου για δημιουργία ταμειακού αποθέματος, στερώντας πόρους από την πραγματική οικονομία.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην τελευταία εκταμίευση του δανείου, το Μάρτιο του 2018, η δόση ανήλθε στα 5,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 3,3 δισ. ευρώ «κατευθύνθηκαν» για δανειακές ανάγκες, μόλις 500 εκατ. ευρώ για εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και 1,9 δισ. ευρώ «πήγαν» για δημιουργία ταμειακού αποθέματος.

3ον. Επιτυγχάνει υπερ-πλεονάσματα, υπερ-φορολογώντας τους πολίτες, προβαίνοντας σε κατασχέσεις και σε αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και επιβάλλοντας εσωτερική στάση πληρωμών.
Ενδεικτικά, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) υπο-εκτελείται. Συγκεκριμένα, οι δαπάνες του Προγράμματος έκλεισαν, το 2017, στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, πολύ χαμηλότερα από τον στόχο. Με αυτό τον τρόπο η Κυβέρνηση, τη διετία 2016-2017, στέρησε, σωρευτικά, 1,3 δισ. ευρώ από την πραγματική οικονομία, προκειμένου να εμφανίσει ένα ακόμη υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα. Ενώ το 2018, οι σχετικές δαπάνες συνεχίζουν να παρουσιάζουν υστέρηση έναντι του στόχου, με αυξητική μάλιστα τάση κάθε μήνα, η οποία ξεπερνάει τα 550 εκατ. ευρώ στο 1ο τρίμηνο.

4ον. Καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό.
Η Κυβέρνηση έχει μετατρέψει τo εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας υπό τη μορφή σύναψης συμφωνιών repos με τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, σε εργαλείο αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.
Ειδικότερα, τα repos ανέρχονταν στα 8,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014. Το Μάρτιο του 2018, ανέρχονταν στα 22,5 δισ. ευρώ (+14 δισ. ευρώ ή +165% από το 2014, +7,5 δισ. ευρώ ή +50% από το 2017), αντιστοιχώντας στο 6,5% του συνολικού χρέους της Κεντρικής Διοίκησης.
Επιβαρύνοντας το επιτοκιακό προφίλ και – ελαφρώς – τη μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους.

Η λύση συνεπώς θα έπρεπε να είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, με δεδομένο μάλιστα ότι η Κυβέρνηση έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος.
Επιπρόσθετα, η επίτευξη πρόσθετων εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις (οι εκτιμήσεις για τα προσδοκώμενα έσοδα – σε σχέση με τον Αύγουστο του 2015 – έχουν συρρικνωθεί κατά 50%), καθώς και η είσπραξη εσόδων από την επιστροφή κερδών της ΕΚΤ και των κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης από τη διακράτηση χρεογράφων του Ελληνικού Δημοσίου (ANFAs και SMPs), τα οποία είχαμε εξασφαλίσει το 2014 και πλέον, μετά το 2015, επαναδιαπραγματευόμαστε την είσπραξή τους στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους.
Και βέβαια, η δημιουργία των προϋποθέσεων για την διατηρήσιμη και μεθοδική έξοδο στις αγορές. Κάτι που η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να πράξει.

Η χώρα οδεύει προς την ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, χωρίς όμως να μπορεί να πετύχει την καθαρή έξοδό της από αυτά. Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,2 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, που συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.
Και όλα αυτά όταν η οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, με υποβαθμισμένους θεσμούς διακυβέρνησης, συρρικνωμένη ανταγωνιστικότητα, διογκωμένο και διαρκώς αυξανόμενο ιδιωτικό χρέος, χωρίς αναπτυξιακή δυναμική, με το ΑΕΠ της χώρας να μην έχει ακόμη φτάσει, σε ονομαστικούς όρους, το επίπεδο που ήταν το 2014.
Συνεπώς, αυτό που επιβάλλεται να εξασφαλιστεί για την ελληνική οικονομία, με δεδομένη την επιλογή της Κυβέρνησης να «χτίσει» ταμειακό απόθεμα εις βάρος της πραγματικής οικονομίας, είναι η συστηματική χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές με χαμηλό κόστος δανεισμού, κάτι που με τα σημερινά δεδομένα, δεν είναι εξασφαλισμένο.
Και αυτό γιατί λείπει από την Κυβέρνηση, λόγω ανικανότητας, αβελτηρίας και ιδεοληψιών, το σχέδιο, η βούληση, η σοβαρότητα και η αποφασιστικότητα να υλοποιηθεί ένα ολοκληρωμένο, εξωστρεφές και ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξανόμενης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.
Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων και τη σταδιακή υποκατάσταση των εισαγωγών από προϊόντα που παράγονται εγχώρια, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, νέων και παραδοσιακών.
Αυτό προϋποθέτει μεταβολές στη σύνθεση της οικονομικής δραστηριότητας, με έμφαση στις εξαγωγές διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και με ενίσχυση βασικών μεγεθών ποιότητας των θεσμών και επίδοσης της οικονομίας, όπως είναι η ευκολία άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, η αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, του εκπαιδευτικού συστήματος και του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, οι επενδύσεις στην καινοτομία και στην έρευνα και ανάπτυξη.
Η Νέα Δημοκρατία, σε αυτό το πλαίσιο, έχει ήδη καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές και τις αξίες της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου, με βασικούς άξονες:

1ον. Την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.
Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας που θα ενισχύει τη φορολογική συνείδηση και θα προωθεί την κοινωνική ανταποδοτικότητα, και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ον. Την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και την επενδυτική ελκυστικότητα της οικονομίας, με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης ενεργειακής στρατηγικής, τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους.

3ον. Την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, την πλήρη εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.
Κυβέρνηση η οποία θα συμμετέχει ισότιμα και ενεργά στον πυρήνα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, συμβάλλοντας στην αναγκαία εμβάθυνση και ενδυνάμωσή του, με ενισχυμένη τη δημιουργική αλληλεγγύη.
Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, είναι ζητούμενα για τη χώρα.

Οι υστερήσεις στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων πλήττουν την ανάπτυξη

Η χώρα οδεύει προς την ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, σε κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας. Χωρίς αναπτυξιακή δυναμική, με υποβαθμισμένους θεσμούς διακυβέρνησης, με συρρικνωμένη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με διογκωμένο και διαρκώς αυξανόμενο ιδιωτικό χρέος.

Απαιτείται συνεπώς η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού, συνεκτικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, το οποίο θα υλοποιηθεί με συνέπεια και αποφασιστικότητα και θα έχει ως στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Πυλώνας αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Δυστυχώς, και σε αυτό το πεδίο, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης είναι πενιχρές. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν αρκετά υψηλές, το σκούπισμα των ταμειακών διαθεσίμων σε φορείς του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) υποεκτελείται.

Όταν μάλιστα είναι επιστημονικά επιβεβαιωμένο και εμπειρικά αποτυπωμένο ότι οι δαπάνες του ΠΔΕ έχουν υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, συμβάλλουν στην αύξηση του ιδιωτικού και δημόσιου κεφαλαίου, στηρίζουν την αναπτυξιακή διαδικασία και τον εκσυγχρονισμό της χώρας σε μακροχρόνια βάση.

Ειδικότερα:

  • Το 2017, οι δαπάνες του ΠΔΕ έκλεισαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, πολύ χαμηλότερα από τον στόχο. Με αυτό τον τρόπο η Κυβέρνηση, τη διετία 2016-2017, στέρησε, σωρευτικά, 1,3 δισ. ευρώ από την πραγματική οικονομία, προκειμένου να εμφανίσει ένα ακόμη υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα.
  • Το 2018, οι δαπάνες του ΠΔΕ παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, με αυξητική μάλιστα τάση κάθε μήνα. Ήδη η απόκλιση ξεπερνά τα 550 εκατ. ευρώ.

Αποδεικνύεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε τροχιά ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Η χώρα οδεύει στην ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, και το ερώτημα που τίθεται στο δημόσιο διάλογο είναι αν θα υπάρξει καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, όπως συνέβη στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Δυστυχώς, με τα δεδομένα που δημιούργησε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αυτός ο επιθυμητός στόχος δεν είναι και εφικτός.

Και αυτό γιατί σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια:

1ον. Η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος.
Μέτρα όπως είναι οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και η μεγάλη μείωση του αφορολόγητου ορίου, συνολικού ύψους 5,2 δισ. ευρώ, για την περίοδο 2019-2020. Μέτρα που ανεβάζουν το συνολικό λογαριασμό της Κυβέρνησης του κ. Τσίπρα στα 14,5 δισ. ευρώ.

2ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018.
Πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ από εφέτος μέχρι και το 2022, και αρκετά υψηλά μεταγενέστερα, έως το 2060.

3ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει, με τη θέσπιση του υπερταμείου αποκρατικοποιήσεων, τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα περίπου ενός αιώνα.
Χωρίς «οροφή» στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που το ταμείο θα αξιοποιεί και θα ρευστοποιεί.

4ον. Η Κυβέρνηση έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους να μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι.
Μάλιστα αυτή θα γίνει στο βαθμό που κριθεί τότε – το καλοκαίρι – αναγκαίο από τους θεσμούς, και πιθανόν θα συνοδευτεί από πρόσθετους όρους και προϋποθέσεις.
Δεν φαίνεται συνεπώς η λύση για το χρέος να είναι οριστική, καθαρή και αυτόματη, όπως θα έπρεπε.

5ον. Η Κυβέρνηση έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η ενισχυμένη εποπτεία (enhanced surveillance) είναι πιο αυστηρή από την μετα-προγραμματική εποπτεία (post-programme surveillance).

Η ενισχυμένη εποπτεία θεωρεί το κράτος-μέλος δυνητική εστία κινδύνου για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εμπλέκει το ΔΝΤ, περικλείει 4 εκθέσεις παρακολούθησης ανά έτος και περιλαμβάνει πιθανές μελλοντικές παρεμβάσεις στις περιπτώσεις αποκλίσεων. Μάλιστα η ίδια ενισχυμένη εποπτεία προβλέπεται και στην περίπτωση προληπτικής γραμμής πίστωσης.

Αντιθέτως, η μετα-προγραμματική εποπτεία απλώς δίνει βαρύτητα στη διασφάλιση της οικονομικής και δημοσιονομικής βιωσιμότητας του κράτους-μέλους.

Είναι συνεπώς σαφές ότι το κυβερνητικό αφήγημα της καθαρής εξόδου από τα μνημόνια, αποτελεί τη νέα αυταπάτη.
Και είναι γνωστό ότι οι αυταπάτες έχουν κοστίσει πολύ ακριβά στη χώρα, πάνω από 86 δισ. ευρώ σύμφωνα με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις. Αυταπάτες οι οποίες οδήγησαν την οικονομία αρχικά στην ύφεση και στη συνέχεια στην υστέρηση έναντι των αναπτυξιακών στόχων, στη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, στην απώλεια της δημόσιας περιουσίας και ιδιοκτησίας στο τραπεζικό σύστημα με την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση, στη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, στη διατήρηση της εσωτερικής στάσης πληρωμών, στην υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στην υποβάθμιση της ποιότητας των θεσμών διακυβέρνησης.

Η χώρα πρέπει να σχεδιάσει, άμεσα και σοβαρά, το επόμενο βήμα ώστε να πετύχει το βέλτιστο συνδυασμό μεγιστοποίησης των βαθμών ελευθερίας από τους δανειστές και ελαχιστοποίησης του κόστους χρηματοδότησης της χώρας, χωρίς να επιβαρύνεται – όπως γίνεται σήμερα – η πραγματική οικονομία.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει ένα ρεαλιστικό, συνεκτικό και τεκμηριωμένο οικονομικό σχέδιο, το οποίο διαρκώς εμπλουτίζει. Σχέδιο που στηρίζεται στην αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και την επενδυτική ελκυστικότητα της οικονομίας, και στην ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Σχέδιο με στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη βελτίωση της παραγωγικότητας παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Την περασμένη Δευτέρα, το Eurogroup αποφάσισε τη χορήγηση της επόμενης δόσης του δανείου, με βάση την ολοκλήρωση της 3ης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Μπορούμε να πιστώσουμε στην τυχοδιωκτική Κυβέρνηση του «ναι σε όλα», την μικρότερη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση αξιολόγησης.

Η απόφαση όμως αυτή, εκτός του ότι εδράζεται στην υλοποίηση νέων δημοσιονομικών μέτρων ύψους 1,9 δισ. ευρώ για το 2018, δεν προσφέρεται για θριαμβολογίες.

1ον. Η εκταμίευση της δόσης, ύψους 6,7 δισ. ευρώ, θα γίνει και πάλι τμηματικά, υπό την προϋπόθεση υλοποίησης προαπαιτούμενων που ακόμη η Κυβέρνηση δεν έχει υλοποιήσει, μεταξύ των οποίων η ανεμπόδιστη εφαρμογή ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και η προώθηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων. Υπενθυμίζεται ότι η Κυβέρνηση του «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», έχει δεσμευθεί στην υλοποίηση 130.000 πλειστηριασμών μέχρι το 2022, όπως αποτυπώνεται στο «κείμενο συμμόρφωσης» που επισημαίνεται στο ανακοινωθέν του Eurogroup.

2ον. Από την 1η υποδόση, ύψους 5,7 δισ. ευρώ, ένα μικρό μόνο τμήμα της θα κατευθυνθεί προς την πραγματική οικονομία, ύψους μόλις 500 εκατ. ευρώ, στερώντας πολύτιμους πόρους από την πραγματική οικονομία.

3ον. Ένα σημαντικότερο τμήμα της υποδόσης, ύψους 1,9 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, το οποίο διαρκώς «αυγατίζει» εξαιτίας των επιδεινούμενων εκτιμήσεων για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

4ον. Ο τρόπος δημιουργίας του ταμειακού αποθέματος δεν είναι ορθολογικός. Το «χτίσιμό» του γίνεται με τη χρήση δανειακών πόρων που δεν κατευθύνονται για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την ακριβή έξοδο στις αγορές, με τα υπερπλεονάσματα μέσω της υπερφορολόγησης των πολιτών, με το υποχρεωτικό «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων όλων των φορέων του Δημοσίου και με την εσωτερική στάση πληρωμών. Δηλαδή γίνεται εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.

Επισημαίνεται ότι αν ο χρηματοδοτικός προγραμματισμός του 3ου Μνημονίου εξελισσόταν ομαλά και είχαμε λάβει το ύψος των δόσεων που προέβλεπε το Πρόγραμμα, τότε και σημαντικό ταμειακό απόθεμα θα είχε δημιουργηθεί και η πραγματική οικονομία θα είχε τονωθεί.

5ον. Η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει και δεν μπορεί να διοχετεύσει ρευστότητα στην αγορά. Αυτό αποτυπώνεται στο ύψος και στη διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Οφειλές που παραμένουν υψηλές, λίγο υψηλότερες από το 2014, παρά την εκταμίευση από το 3ο Μνημόνιο ποσού ύψους 5 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή τους.

Αυτό οφείλεται τόσο στην ανικανότητα της Κυβέρνησης να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, όσο και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας – συνεχώς – νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές. Επιπλέον, εφεξής, το Δημόσιο, μέσω της υπερφορολόγησης των πολιτών, θα πρέπει να συμμετέχει στη διαδικασία αποπληρωμής τους σε αναλογία 1:1 με την δόση, ενώ μέχρι πρότινος αυτή ήταν 1:2.

Ενώ το 1,5 δισ. ευρώ που θα χορηγηθεί τους προσεχείς μήνες, είναι το τελευταίο ποσό από τους πόρους του δανείου που θα κατευθυνθεί για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών. Όσες οφειλές δεν εξοφληθούν, θα αποπληρώνονται με ίδιους πόρους, από τους φορολογούμενους, μέχρι να μηδενιστούν.

Παράλληλα, η πλήρης εκκαθάρισή τους ακόμη «αναζητείται». Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο (Αύγουστος 2015), η αποπληρωμή τους θα γινόταν έως το τέλος του 2016. Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο (Ιούνιος 2016), αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017. Σήμερα, με βάση τα κείμενα της 3ης αξιολόγησης, θα πρέπει να έχουν μηδενιστεί μέχρι το καλοκαίρι του 2018. Και ενώ ο Προϋπολογισμός αναφέρεται – απλώς – σε μείωσή τους το 2018.

Όλα αυτά αναδεικνύουν – για ακόμη μία φορά – την αδιέξοδη και τυχοδιωκτική οικονομική πολιτική της σημερινής Κυβέρνησης και επιβεβαιώνουν την ανικανότητα και αναποτελεσματικότητά της.

6ον. Η επιθυμητή επί τα βελτίω αναθεώρηση των προβλέψεων για το ρυθμό ανάπτυξης, υπό την υφιστάμενη «ρήτρα ανάπτυξης» που έχει συμφωνήσει η Κυβέρνηση, δεν αναμένεται να αποβεί επ’ ωφελεία της χώρας και των πολιτών. Κι αυτό γιατί όσο καλύτερα θα πηγαίνει η οικονομία, τόσο μικρότερη ελάφρυνση χρέους θα απαιτείται από τους εταίρους.

Η αναθεώρηση των ρυθμών ανάπτυξης έχει νόημα με τη «ρήτρα μεταρρυθμίσεων» που έχει προτείνει η Νέα Δημοκρατία, με βάση την οποία η αύξηση του πλούτου – μέσω της υλοποίησης ενός συνεκτικού, δικής μας ιδιοκτησίας προγράμματος μεταρρυθμίσεων – θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της στη σταδιακή μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η επίτευξη αυτών θα επιτυγχάνεται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας. Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

Συμπερασματικά, πλήρης και καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, κάτι που θα ήταν και το επιθυμητό, δεν είναι σήμερα εφικτή. Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018, ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί και από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Επιπρόσθετα, εάν η Κυβέρνηση ήταν αξιόπιστη, σοβαρή και υπεύθυνη, εάν είχε υλοποιήσει ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Δυστυχώς, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, αυτά μέχρι σήμερα δεν έχουν γίνει. Τα πεπραγμένα της, δεν μας κάνουν αισιόδοξους και για το μέλλον.

Στην πρόσφατη συζήτηση και ψήφιση του Πολυνομοσχεδίου είμασταν και πάλι «θεατές στην ίδια θεατρική παράσταση». Για πολλοστή φορά σε ασφυκτικές προθεσμίες, με σχετική χρονική καθυστέρηση, με τον καθιερωμένο πια υποκριτικό «αριστερό πόνο ψυχής» και με αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον, ψηφίστηκαν από την Κυβερνητική πλειοψηφία προαπαιτούμενα για την ολοκλήρωση της 3ης αξιολόγησης.

Κάποιες, λίγες διατάξεις του Πολυνομοσχεδίου κινούνταν προς τη σωστή κατεύθυνση, αν και περιείχαν ασάφειες. Οι περισσότερες όμως διατάξεις επιβεβαιώνουν την αστοχία προηγούμενων ρυθμίσεων της σημερινής Κυβέρνησης, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό, «καζινοποιούν» τη χώρα, δημιουργούν νέες διοικητικές δομές με πρόσθετο κόστος και εγγενείς αδυναμίες, ανοίγουν «παράθυρα» εξαιρέσεων από το δημόσιο λογιστικό, είναι άτολμες, ημιτελείς και αποσπασματικές. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι οι δήθεν «κόκκινες γραμμές» έχουν καταπατηθεί και η τυχοδιωκτική Κυβέρνηση του «ναι σε όλα» πουλάει «φύκια και μεταξωτές κορδέλες».

Όμως, για να δικαιολογήσει τη διγλωσσία και τις συνεχείς και ολοκληρωτικές υποχωρήσεις της, η Κυβέρνηση καταφεύγει σε νέο αφήγημα: ισχυρίζεται ότι με την ψήφιση του Πολυνομοσχεδίου ολοκληρώθηκε η αξιολόγηση «χωρίς ένα ευρώ νέα μέτρα», ότι η κατάσταση στην οικονομία βελτιώνεται και ότι ανοίγει ο δρόμος για «καθαρή έξοδο» από τα Μνημόνια.

Και πάλι όμως, δεν λέει την αλήθεια στους πολίτες.

1ον. Οι πολίτες ήδη βιώνουν τα νέα μέτρα για το 2018, ύψους 1,9 δισ. ευρώ.

Μέτρα όπως είναι οι πρόσθετες μειώσεις στα μισθολόγια, οι μειώσεις στις συντάξεις, η κατάργηση σειράς φοροαπαλλαγών, η αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης, ο φόρος διαμονής, οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές. Και ακολουθούν και άλλα μέτρα, για μετά το 2018. Μέτρα που μειώνουν το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών, αλλά επιβαρύνουν περισσότερο τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα.

2ον. Αφού χάθηκαν 3 χρόνια, η οικονομία, σε μακροοικονομικό επίπεδο, φτάνει στο επίπεδο που ήταν στο τέλος του 2014. Συνεπώς, η βελτίωση των περισσότερων δεικτών προκύπτει συγκριτικά με το χειρότερο σημείο στο οποίο η οικονομία «κατρακύλησε» επί ημερών της σημερινής Κυβέρνησης.

Όμως, σε μικροοικονομικό επίπεδο, η κατάσταση είναι χειρότερη. Οι πολίτες είναι σε πολύ δυσμενέστερη θέση σε σχέση με το 2014. Τρεις αριθμοί συμπυκνώνουν την οδυνηρή πραγματικότητα: έχουν ψηφιστεί 14,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών προς την εφορία ξεπέρασαν – για πρώτη φορά – τα 100 δισ. ευρώ και έχουν επιβληθεί κατασχέσεις σε 1 εκατομμύριο πολίτες. Οι δε μαζικοί ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί περιουσιών είναι «προ των πυλών».

3ον. Πλήρης και καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, κάτι που θα ήταν και το επιθυμητό, σήμερα δεν είναι εφικτή.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018, ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί και από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Και φυσικά τα όποια ταμειακά αποθέματα δημιουργούνται με τη χρήση δανειακών πόρων, με την ακριβή έξοδο στις αγορές, με την υπερφορολόγηση των πολιτών, με το υποχρεωτικό «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων φορέων του Δημοσίου και με την εσωτερική στάση πληρωμών. Δηλαδή, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.

Και ενώ αυτή είναι η πραγματικότητα, ο Πρωθυπουργός, κατά την προσφιλή τακτική του, σχετικοποιεί τη σημασία των λέξεων, προσπαθώντας να διαμορφώσει κλίμα αισιοδοξίας, για κάθε χρήση. Αισιοδοξία η οποία, όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, διαψεύδεται από την ζωή. Αυτό έγινε πριν τις πρώτες εκλογές του 2015, κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης του 1ου εξαμήνου του 2015, πριν το δημοψήφισμα του 2015, πριν την ολοκλήρωση των δύο πρώτων αξιολογήσεων.

Αυτό θα γίνει και τώρα. Οι λεκτικές ακροβασίες και τα επικοινωνιακά περιτυλίγματα δεν αναιρούν την οδυνηρή πρόσκρουση με την πραγματικότητα. Πραγματικότητα που βιώνουν, επώδυνα, οι πολίτες. Και θα συνεχίσουν να τη βιώνουν όσο παραμένει η σημερινή Κυβέρνηση.

Τα 3 τελευταία χρόνια, η δημιουργική ασάφεια, οι αυταπάτες και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης, επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στους πολίτες.
Νέα αχρείαστα μνημόνια ψηφίστηκαν και πολλά δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετα μέτρα λιτότητας ελήφθησαν, που συρρίκνωσαν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και διόγκωσαν το ιδιωτικό χρέος.
Η χώρα «σέρνεται» εξαιτίας της συνειδητής επιλογής της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους πολίτες, της αδυναμίας υλοποίησης αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης επενδύσεων και της συρρίκνωσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία με τη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.
Το αποτέλεσμα αυτής της ανερμάτιστης και αδιέξοδης πολιτικής είναι η οικονομία να «κατρακυλήσει» και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016 και να παρουσιάζει ασθενική – πολύ χαμηλότερη από τις προβλέψεις – μεγέθυνση το 2017, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ενώ η χώρα προσπαθεί να επανέλθει στην κανονικότητα, να καλύψει το χαμένο έδαφος των τριών τελευταίων ετών και να ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής πολιτικής.
Κανονικότητα όμως δεν έχει επιτευχθεί, αφού κεφαλαιακοί περιορισμοί συνεχίζουν να υφίστανται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί, νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις επιβάλλονται, οι ευέλικτες μορφές εργασίας έχουν εκτοξευθεί, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώνονται, οι καταθέσεις δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα και η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Ουσιαστική δε και άμεση έξοδος από τα μνημόνια δεν μπορεί να υπάρξει αφού η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας, ύψους 5,1 δισ. ευρώ, για μετά το 2018, και έχει δεσμεύσει τη χώρα σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για μακρά περίοδο.
Ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους, η οποία έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι του 2018, εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί από έναν αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας, απλώς με διαφορετικό «τίτλο».
Σε κάθε περίπτωση, μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, η χώρα θα πρέπει να δανείζεται από τις αγορές με λογικά επιτόκια, κάτι το οποίο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συμβεί, με αποτέλεσμα την ανάγκη δημιουργίας σήμερα σημαντικού ταμειακού αποθέματος, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.
Το ζητούμενο συνεπώς είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με ρεαλισμό και αυτοπεποίθηση, την επόμενη μέρα για τη χώρα, με στόχο τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι:

  • Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
    Για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, εκτός της χρήσεως ισοδυνάμων, θα επιδιωχθεί και θα επιτευχθεί μια νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων, με σκοπό την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών (1%), που θα προσεγγίζουν ή/και θα υπερβαίνουν την αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν στις δικές τους εκθέσεις το 2014 (1,9%).
    Η αύξηση του πλούτου θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της, στη σταδιακή μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η επίτευξη των νέων, πιο ρεαλιστικών πλεονασμάτων θα επιτυγχάνεται μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας. Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.
  • Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές, την ταχύτατη υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων, την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τον εκσυγχρονισμό της δομής και λειτουργίας του Κράτους, τη μείωση των διοικητικών βαρών κ.α.
  • Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των διογκούμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και θα οδηγήσει στην κατάργηση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, η βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας η οποία θα μειώσει το κόστος δανεισμού των τραπεζών, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας. Στόχος αυτής πρέπει να είναι η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου (με έμφαση στον τουρισμό, στον πρωτογενή τομέα, στις υποδομές, στον ορυκτό πλούτο της χώρας κ.α.). Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Η υλοποίηση αυτών των πολιτικών απαιτεί μία σοβαρή, υπεύθυνη, αξιόπιστη και φιλελεύθερη με κοινωνικό πρόσωπο Κυβέρνηση.
Αυτά η σημερινή Κυβέρνηση ούτε τα διαθέτει, ούτε μπορεί να τα αποκτήσει.

Τα 3 τελευταία χρόνια, η δημιουργική ασάφεια, οι αυταπάτες, οι παλινδρομήσεις και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης, επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στους πολίτες.

Νέα αχρείαστα μνημόνια ψηφίστηκαν και πολλά δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετα μέτρα λιτότητας ελήφθησαν, που συρρίκνωσαν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και διόγκωσαν το ιδιωτικό χρέος.

Το αποτέλεσμα είναι, αφού η οικονομία «κατρακύλησε» και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, να παρουσιάζει ασθενική μεγέθυνση το 2017, πολύ χαμηλότερη από την πρόβλεψη, διευρύνοντας το χάσμα από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Είναι συνεπώς σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να οδηγήσει την οικονομία σε δυναμική και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Και αναφερόμαστε στην ανάπτυξη και όχι απλώς στη μεγέθυνση της οικονομίας, η οποία πέραν της μεγεθυντικής διαδικασίας, έχει και ποιοτικές διαστάσεις με στόχο τη βελτίωση της ευημερίας όλων των πολιτών (βελτίωση θεσμών, συμμετοχή στην παραγωγή, δικαιότερη διανομή εισοδήματος).

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης.

Η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα, και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν. Και η Νέα Δημοκρατία τις διαθέτει. Έχει ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής. Με βασικούς άξονες την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη σταδιακή μείωση της φορολογίας, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων δίνοντας έμφαση στην συνταγματική αναθεώρηση, τη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας διοίκησης, την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με έμφαση στην περιφερειακή ανάπτυξη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Φθιώτιδα πρέπει και μπορεί να έχει δημιουργική συμμετοχή και να συμμετέχει ενεργά, ισότιμα και ισοβαρώς. Για το λόγο αυτό είναι κρίσιμης σημασίας η ανάληψη πρωτοβουλίας για τη συγκρότηση στρατηγικού σχεδίου για το μέλλον της περιοχής, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της.

Ενδεικτικά:

1ον. Στο πεδίο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, της Έρευνας και της Καινοτομίας:

Η Λαμία να καταστεί κέντρο θετικών επιστημών, υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας στον ελληνικό και τον ευρύτερο χώρο. Έχει τις γενικές προϋποθέσεις προς τούτο (Πανεπιστημιακή Σχολή, Σχολή ΤΕΙ). Η δυναμική που προ ετών δόθηκε, δεν πρέπει να ανακοπεί. Η Κυβέρνηση οφείλει να επανεντάξει την περιοχή στον εθνικό χάρτη έρευνας και καινοτομίας. Χάρτη στον οποίο είχε ενταχθεί νομοθετικά το 2014. Οι τοπικοί αρμόδιοι οφείλουν, άμεσα, να αντιμετωπίσουν την ποιοτική λειτουργία, από πλευράς υποδομών, της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στη Λαμία.

2ον. Στο πεδίο της Υγείας:

Το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας να αποτελεί σύγχρονο, λειτουργικό, ποιοτικό και αποτελεσματικό Περιφερειακό Νοσοκομείο της χώρας. Το Νοσοκομείο, μαζί με τις άλλες δομές υγείας της ΠΕ Φθιώτιδας, θα πρέπει να αναβαθμίζουν συνεχώς τις υπηρεσίες υγείας που παρέχονται στους πολίτες. Ο Οργανισμός του Νοσοκομείου, που θεσμοθετήθηκε το 2014, μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά προς αυτή την κατεύθυνση.

3ον. Στο πεδίο του Πρωτογενούς Τομέα:

Στροφή της παραγωγής σε προϊόντα ποιότητας που συσχετίζονται με τη διατροφή και την υγεία, διεθνώς ζητούμενα, καθώς και ανάπτυξη της μεταποίησης των προϊόντων του πρωτογενούς τομέα.

4ον. Στα πεδία του Τουρισμού, του Πολιτισμού και του Αθλητισμού:

  • Η δημιουργία ανταγωνιστικού τουριστικού προϊόντος υψηλής ποιότητας, οργανωμένου σύμφωνα με σύγχρονα επιχειρηματικά πρότυπα.
  • Η ανάδειξη και αξιοποίηση, ως προτεραιότητα, του ιστορικού τριγώνου Θερμοπύλες – Αλαμάνα – Γοργοπόταμος.
  • Η προώθηση σε κατάλληλο κοινό, με βάση το φυσικό περιβάλλον, θέσεων ιστορικού ή/και θρησκευτικού ενδιαφέροντος πανελλαδικής ή/και παγκόσμιας αναγνωρισιμότητας.
  • Η συνεχής συμπλήρωση και βελτίωση των υποδομών τόσο στη Λαμία, όσο και στην ευρύτερη περιοχή.
  • Η ολοκλήρωση των αθλητικών υποδομών που είναι σε εκκρεμότητα.
  • Η παροχή κινήτρων για την αξιοποίηση ημιορεινών περιοχών για ανάπτυξη αθλητικών εγκαταστάσεων καλοκαιρινής αθλητικής προετοιμασίας.

5ον. Στις Υποδομές, στα Δίκτυα, στις Μεταφορές, στην Ενέργεια και στον Χωροταξικό Σχεδιασμό:

Η ολοκλήρωση των οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων. Στόχος πρέπει να είναι η επιχειρηματική αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων για συνδυασμένες μεταφορές προϊόντων, στον ελλαδικό και διεθνή χώρο.

Επίσης, η προώθηση της υλοποίησης ενεργειακών δικτύων, η ενεργειακή αξιοποίηση των ευρύτερων γεωθερμικών περιοχών, ο περαιτέρω εκσυγχρονισμός και η βελτίωση των λιμενικών υποδομών για επιχειρηματικές και τουριστικές δραστηριότητες, η αναβάθμιση της Βιομηχανικής Περιοχής της Λαμίας για προσέλκυση επιχειρήσεων που θα αξιοποιούν την εγγύτητα με το δίκτυο μεταφορών.

Τέλος, στόχος πρέπει να είναι η αξιοποίηση των διευρυμένων δυνατοτήτων ανάπτυξης εκθεσιακών δραστηριοτήτων, μετά την τροποποίηση του ιδρυτικού Νόμου της Πανελλήνιας Έκθεσης Λαμίας το 2014.

Για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου οφείλουμε να εργαστούμε σκληρά και συντεταγμένα, με βούληση και αποφασιστικότητα, με σοβαρότητα και αξιοπιστία, με ποιότητα και αποτελεσματικότητα.

Τα τρία τελευταία χρόνια η χώρα πλήρωσε πολύ ακριβά την ανερμάτιστη και ιδεοληπτική διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Νέα αχρείαστα μνημόνια ψηφίστηκαν και πολλά δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετα μέτρα λιτότητας ελήφθησαν, κυρίως μέσω της διόγκωσης της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, που συρρίκνωσαν σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και διόγκωσαν το ιδιωτικό χρέος.

Το αποτέλεσμα είναι, αφού η οικονομία «κατρακύλησε» και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, να παρουσιάζει ασθενική μεγέθυνση το 2017, πολύ χαμηλότερη από την πρόβλεψη, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Δυστυχώς, η ίδια συνταγή της ακόμη μεγαλύτερης φορολογικής επιβάρυνσης, των κατασχέσεων των περιουσιών και των πλειστηριασμών των ακινήτων των πολιτών, της αδυναμίας υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών και προσέλκυσης επενδύσεων, καθώς και της συρρίκνωσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία προβλέπεται και για το 2018, καθιστώντας και πάλι τις μακροοικονομικές προβλέψεις της Κυβέρνησης αισιόδοξες.

Το ζητούμενο συνεπώς σήμερα, λίγους μήνες πριν το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, και με δεδομένο ότι «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια δεν μπορεί να υπάρξει αφού η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα με 5,1 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας μετά το 2018 και με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για μακρά περίοδο, είναι να σχεδιάσουμε την επόμενη μέρα της χώρας, με στόχο τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει ένα συνεκτικό και ρεαλιστικό σχέδιο, με βασικούς άξονες:

  • Την αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
  • Την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και τη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας διοίκησης, που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και θα ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα.
  • Την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την εμπροσθοβαρή αξιοποίηση των Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσα από τη διαχείριση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη σταδιακή επιστροφή καταθέσεων εξαιτίας της αποκατάστασης κλίματος εμπιστοσύνης.
  • Την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με τη μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

Η υλοποίηση αυτών των πολιτικών απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Και αυτά η σημερινή Κυβέρνηση ούτε τα διαθέτει, ούτε μπορεί να τα αποκτήσει.