Άρθρα
Διαβάστε τα άρθρα μου

Στον δημόσιο πολιτικό διάλογο ένα ερώτημα που συχνά τίθεται είναι εάν το 3ο, αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο οδήγησαν τη χώρα η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, πέτυχε ή απέτυχε.

Η Κυβέρνηση διατείνεται ότι πέτυχε, ισχυριζόμενη, κυρίως, ότι υπερκαλύπτονται οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Η πραγματικότητα όμως, για ακόμη μία φορά, διαψεύδει τις επιθυμίες της.

Για μια σειρά από λόγους:

1ον. Δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές, κάτι που αποτελεί βασικό στόχο του προγράμματος.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί, πλήρως, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

2ον. Δεν επιτεύχθηκαν οι αναπτυξιακοί στόχοι του προγράμματος.

Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς.

Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Με λίγα λόγια, η χώρα βρίσκεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

3ον. Το ιδιωτικό χρέος διογκώθηκε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 60% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητάς τους.

4ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές που ξεπερνούν ακόμα τα 3 δισ. ευρώ, παρά την πρόβλεψη του προγράμματος ότι αυτές θα εκκαθαρίζονταν πλήρως μέχρι τις 20 Αυγούστου.

5ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Οι δαπάνες του, σε αντίθεση με την πρόβλεψη του προγράμματος, παρουσίασαν υστέρηση κατά 1,3 δισ. ευρώ έναντι του στόχου τη διετία 2016-2017, και επιπρόσθετα διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας.

Ενώ μέχρι σήμερα το 2018, η σωρευτική απόκλιση έναντι του στόχου ανέρχεται ήδη στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση στερεί πολύτιμη ρευστότητα από την οικονομία, προκειμένου να επιτύχει υπερπλεονάσματα.

6ον. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.

Σύμφωνα με τις διεθνείς εκθέσεις, όπως η πιο πρόσφατη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, η χώρα διαρκώς υποχωρεί την τελευταία τριετία στους παγκόσμιους δείκτες ανταγωνιστικότητας.

7ον. Το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων, την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, την παροχή πιστώσεων και τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας του, την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι το πρόγραμμα απέτυχε στους βασικούς του στόχους.

Και σε αυτούς που πέτυχε, το κόστος και οι επιπτώσεις για την οικονομία και την κοινωνία είναι τεράστια.

Ευτυχώς όμως για τη χώρα, μαζί με το πρόγραμμα κλείνει και ένας κύκλος αποτυχημένης διακυβέρνησης, που χαρακτηρίστηκε από αυταπάτες, ανευθυνότητα, τυχοδιωκτισμό, αναποτελεσματικότητα και ιδεοληψίες.

Και οι πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας.

Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού αποτυπώνει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, τα αδιέξοδα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Τα μέτρα λιτότητας εξακολουθούν να υφίστανται, οι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν υψηλοί, η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνεχίζεται, το Κράτος διογκώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται και υποεκτελείται.

Το αποτέλεσμα αυτής της αδιέξοδης πολιτικής είναι η οικονομία να αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, οι επενδύσεις να συρρικνώνονται και το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται. Ενδεικτικά και μόνο, να υπενθυμίσουμε ότι η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 59% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Αποδεικνύεται έτσι ότι η «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα πίσω στην κανονικότητα.

Ταυτόχρονα, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, το οικονομικό κλίμα – τους τελευταίους μήνες – επιδεινώνεται, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Επιπρόσθετα, η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο για πρώτη φορά ενεργοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά βρίσκεται και εκτός αγορών, με υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο κόστος δανεισμού, συμπαρασύροντας ανοδικά και το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και τραπεζών.

Η χρήση δε του ταμειακού αποθέματος, πέραν του ότι αυτό δημιουργήθηκε με λανθασμένο τρόπο, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και αφήνοντας αναξιοποίητους χαμηλού κόστους πόρους ύψους 24 δισ. ευρώ από τη δανειακή σύμβαση, θα στείλει ανησυχητικό μήνυμα στις αγορές.

Τέλος, οι όποιες  Κυβερνητικές επεκτατικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις είναι – όπως αναφέρει και το Προσχέδιο – «προτιθέμενες» και αποσπασματικές, αφού δεν εντάσσονται σε μία συνολική οικονομική πρόταση, όπως αυτή που έχει καταθέσει η Νέα Δημοκρατία και η οποία στοχεύει σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, στη δημιουργία πολλών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με έμφαση στην εξωστρέφεια και τις επενδύσεις, μέσα από τη μείωση της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Συμπερασματικά, το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, το τελευταίο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, σφραγίζει το τέλος του τετραετούς κύκλου της αυταπάτης, της δημιουργικής ασάφειας, των ιδεοληψιών, της ανευθυνότητας, του τυχοδιωκτισμού και της αναποτελεσματικότητας, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και στους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Συγχρόνως, όμως, σημάνει και την απαρχή ενός νέου κύκλου ευθύνης, ρεαλισμού, υπευθυνότητας και σοβαρότητας, με διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

H αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και η υλοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αποτελούν βασικά εργαλεία και σημαντικές πηγές τόνωσης της ρευστότητας της οικονομίας.

Δυστυχώς, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει αποτύχει και στα δύο αυτά πεδία, στερώντας ρευστότητα από την αγορά, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και υπονομεύοντας την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ειδικότερα:

1ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές.

Η Κυβέρνηση, στο Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, αναφέρει ότι “Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης προς τρίτους…αποτελεί μία από τις προτεραιότητες του Υπουργείου Οικονομικών».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει.

Και αυτό γιατί οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 11% τον Αύγουστο, ξεπερνώντας πλέον τα 3 δισ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι είχαν εκταμιευθεί – για την αποπληρωμή τους – δανειακοί πόροι 7 δισ. ευρώ.

Αυτό οφείλεται στην ανικανότητα της Κυβέρνησης να αντλήσει και να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, αλλά και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους, με αποτέλεσμα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου από 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης το 2014.

Επιπλέον, η ημερομηνία πλήρους εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών όλο και μετατίθεται.

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017, κατόπιν για το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, και στη συνέχεια για το τέλος του 2018.

Ούτε αυτή όμως η δέσμευση δεν θα υλοποιηθεί αφού, στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, γίνεται αναφορά στην περαιτέρω μείωσή τους μέχρι το τέλος του έτους και όχι στην πλήρη εκκαθάρισή τους.

Και το χειρότερο όλων είναι ότι σήμερα, που η χρηματοδότηση της χώρας από το πρόγραμμα έχει λήξει, η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών θα βασιστεί αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα και στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών.

2ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Η Κυβέρνηση, στο δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της, τονίζει τη σημασία του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι το κύριο χρηματοδοτικό εργαλείο για την Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει και εδώ.

Συγκεκριμένα, οι δαπάνες του Προγράμματος, το 2017, έκλεισαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, εμφανίζοντας σωρευτική υστέρηση ύψους 1,3 δισ. ευρώ την περίοδο 2016-2017.

Ενώ το 2018, συνεχίζουν να παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, σχεδόν κατά 1 δισ. ευρώ το οκτάμηνο του έτους.

Μάλιστα ο στόχος, για το 2018, έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω, και περιορίζεται στα 6,63 δισ. ευρώ, καθιστώντας αισιόδοξη την κυβερνητική πρόβλεψη για αυξημένες δημόσιες επενδυτικές δαπάνες το 2019.

Συμπερασματικά, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ σε δύο κομβικά για την οικονομία πεδία, επιβεβαιώνουν, για ακόμη μία φορά, την ανικανότητα και την αναποτελεσματικότητά της.

Η επόμενη Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας θα εφαρμόσει ένα σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, μέσα από την ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Στην εφετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, αποτυπώθηκαν, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, οι μεγάλες διαφορές των κ. Τσίπρα και Μητσοτάκη στο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και αξιακό επίπεδο.

Από τη μία πλευρά, είχαμε το «κύκνειο άσμα» ενός – χωρίς όραμα και σχέδιο – απερχόμενου Πρωθυπουργού, ο οποίος, αφού απέτυχε σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας (π.χ. διαχείριση προσφυγικού/μεταναστευτικού προβλήματος, διασφάλιση της ασφάλειας του πολίτη, εθνικά επιζήμια διαχείριση θεμάτων όπως είναι το Σκοπιανό, τραγική αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων όπως είναι η καταστροφή στο Μάτι), αφού οδήγησε τη χώρα σε ένα αχρείαστο 3ο πρόγραμμα, αφού επέβαλε πρόσθετα μέτρα λιτότητας στους πολίτες ύψους 14,5 δισ. ευρώ, αφού φτωχοποίησε την κοινωνία και ισοπέδωσε τη μεσαία τάξη, αφού συμφώνησε σε υψηλούς δημοσιονομικούς στόχους για πολλά χρόνια, αφού δέσμευσε τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, αφού απαξίωσε την αξία του τραπεζικού συστήματος, αφού αποδέχθηκε το πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας, ακολουθεί το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας, της συνειδητής όξυνσης και του διχασμού, προσπαθώντας να «κρατηθεί», για λίγο ακόμη, στην εξουσία.

Και από την άλλη πλευρά, έχουμε τον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος μίλησε ειλικρινά, υπεύθυνα και ενωτικά, συγκροτημένα και τεκμηριωμένα, με μέτρο και μετριοπάθεια, αποφεύγοντας έωλες υποσχέσεις και ανεδαφικές δεσμεύσεις, αποδεικνύοντας ότι έχει όραμα για τη χώρα, το οποίο και θα υλοποιήσει, γιατί διαθέτει πολιτική βούληση και ρεαλιστικό σχέδιο.

Σχέδιο με βασικούς στόχους την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και την ασφαλή πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, με μία κοινωνία που θα δίνει ευκαιρίες προόδου και ευημερίας σε όλους, με μία οικονομία παραγωγική, ψηφιακή, καινοτόμο που θα προσελκύει επενδύσεις σε υγιείς βάσεις, με ένα κράτος λειτουργικό και αποτελεσματικό, με μία παιδεία που θα προετοιμάζει το μέλλον και θα παρακολουθεί την οικονομία, με μία Κυβέρνηση που θα αντιμετωπίζει το κράτος δικαίου και την ασφάλεια ως προϋποθέσεις της Δημοκρατίας και με μία χώρα που θα μετέχει στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Ευρώπης, συνδυάζοντας εθνικές προτεραιότητες, κοινοτικές ευθύνες και συμμαχικές αναγκαιότητες.

Σχέδιο με προτεραιότητες την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, την αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που εδράζεται στην αύξηση της ποσότητας και τη βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, με βασικούς άξονες την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση στοχευμένων μειώσεων άμεσων και έμμεσων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, την υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία (με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης).

Για να επιτευχθούν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Και θα τα καταφέρουμε!

 

 

 

Η χώρα ολοκληρώνει τη χρηματοδότησή της μέσω των προγραμμάτων στήριξης και στρέφεται αποκλειστικά στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της, μέσα όμως σε ένα αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον, με μία οικονομία «λιμνάζουσα», η οποία συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της. Συγκεκριμένα:

1ον. Η κατάσταση, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ έχει βελτιωθεί την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας σφαλμάτων κυρίως του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – εξακολουθούν να υφίστανται. Με λίγα λόγια, η χώρα δεν έχει ακόμη επανέλθει στην κανονικότητα.

2ον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, τα τελευταία χρόνια, επιτυγχάνονται, και μάλιστα υπερκαλύπτονται.

Αυτό όμως οφείλεται, κυρίως, στην υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στη στέρηση πόρων από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Με αποτέλεσμα, τη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους και την αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.

3ον. Η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Κυβέρνηση, με ευθύνη της, επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε – και μάλιστα σημαντικά – στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο. Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

4ον. Η χώρα εισέρχεται σε ένα καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, με την Κυβέρνηση να έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, να έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, να έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα και να έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό όρους και προϋποθέσεις.

5ον. Η χρηματοδότηση με χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένη, αφού δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί οι αναγκαίες προς τούτο συνθήκες.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα.

Η Κυβέρνηση μάλιστα δεν διεκδίκησε τους αναξιοποίητους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ, χαμηλού κόστους δανεισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για το «χτίσιμο» του ταμειακού αποθέματος.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις παρατηρήσεις, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να υλοποιήσει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να επιτευχθούν αυτά, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής, διατηρήσιμης και έξυπνης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα τέτοιο συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος Άξονας. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος Άξονας. Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, με την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, με τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και την επιτάχυνση των διαδικασιών στο δικαστικό σύστημα, με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την ανάπτυξη ενός ποιοτικού και εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας.

3ος Άξονας. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές, με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων.

4ος Άξονας. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Με μία πολιτεία που πρέπει να δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, με τη Διοίκηση, το Κράτος και τη Δικαιοσύνη συμμάχους της επιχειρηματικότητας.

Και με επιχειρήσεις που πρέπει να λειτουργούν με υπευθυνότητα, να αποκτήσουν κουλτούρα εταιρικής διακυβέρνησης, να επιδείξουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας.

Αυτή, με τη σειρά της, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στην ιστορία, στις δυνατότητες και στην προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Προϋπόθεση, η αναγκαία πολιτική αλλαγή, ώστε να χτίσουμε, όλοι μαζί, την Ελλάδα της αυτοπεποίθησης.

TECHNOPOLIS Innovathens

Είναι γνωστό ότι ο βασικός θεσμικός μηχανισμός παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρωπίνου κεφαλαίου είναι το σύστημα εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης, με ισχυρή τη σχέση του με την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία. Οι διαχρονικές εξελίξεις βεβαιώνουν ότι χώρες οι οποίες έλαβαν σοβαρά υπόψη, σε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής, τις υποδείξεις της επιστήμης, ενισχύουν διαρκώς τη θέση τους στο όλο και πιο ανταγωνιστικό παγκόσμιο στερέωμα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η δυνητική θετική συμβολή της εκπαίδευσης, της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας στην ολιστική και βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής της Λαμίας, είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη. Προς αυτή την κατεύθυνση, η Πολιτεία, το 2003, προέβη στην ίδρυση του Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας, με έδρα τη Λαμία, παρέχοντας έτσι ένα δυνητικό συντελεστή προώθησης της ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής στην ευρύτερη περιοχή.

Όμως, η συγκρότηση ενός Πανεπιστημίου, η εύρυθμη, ποιοτική και αποτελεσματική λειτουργία του, απαιτεί, πέραν της ακαδημαϊκής συγκρότησης, και τη συνέργεια και άλλων θεσμικών παραγόντων για τη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων, όπως είναι, για παράδειγμα, οι κατάλληλες κτιριακές και υλικοτεχνικές υποδομές. Σε άλλες περιοχές της χώρας, όλοι οι δρώντες κινήθηκαν με ταχύτητα προς αυτή την κατεύθυνση, και πέτυχαν. Δυστυχώς στην περιοχή μας, επί μία δεκαετία, δεν καταφέραμε, διοίκηση του Πανεπιστημίου, Αυτοδιοίκηση και φορείς, να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις, ούτε καν να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες που μας έδωσε η Κεντρική Κυβέρνηση (π.χ. το 2007-2008) και να δώσουμε την αναγκαία δυναμική στη συγκρότηση του Πανεπιστημίου. Το αφήσαμε επί χρόνια να αποτελεί το πιο ισχνό Πανεπιστήμιο της χώρας, γεγονός το οποίο, μοιραία, οδήγησε, το 2013, σε συνθήκες πολλαπλών πιέσεων, στην κατάργησή του.

Ταυτόχρονα όμως, την ίδια περίοδο, αναλήφθηκαν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και έγιναν βήματα στην κατεύθυνση ενίσχυσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας στη Λαμία και την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας.

Συγκεκριμένα τη διετία 2013-2014:

1ον. Ιδρύθηκε Σχολή Θετικών Επιστημών στη Λαμία, με δύο τμήματα: το υφιστάμενο – από το 2004 – Τμήμα Πληροφορικής με εφαρμογές στη Βιοϊατρική, και το νέο Τμήμα Πληροφορικής (το μόνο που τότε ιδρύθηκε πανελλαδικά), με αποτέλεσμα να υπερδιπλασιαστεί – σε σχέση με το πρώην Πανεπιστήμιο Στερεάς Ελλάδας – ο αριθμός των φοιτητών στη Λαμία.

2ον. Ενισχύθηκε η Σχολή με νέα μέλη ΔΕΠ και τεχνολογικό εξοπλισμό.

3ον. Ιδρύθηκε και λειτουργεί με επιτυχία, Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών.

4ον. Επελέγη, με τη βοήθεια συμπατριωτών, έκταση γης, στην περιοχή της πρώην ΠΑΒΥΠ, για την εγκατάσταση του Πανεπιστημίου και τη λειτουργία δομής έρευνας και καινοτομίας.

5ον. Εξασφαλίστηκαν οι σχετικές πιστώσεις, ύψους 950.000 ευρώ, για την μετεγκατάσταση του Στρατοπέδου, οι οποίες και παρέμειναν διαθέσιμες μέχρι και το τέλος του 2015 (βλέπετε «Χορήγηση Πιστώσεων από το Αποθεματικό», Υπουργείο Οικονομικών, 24 Ιουλίου 2015).

6ον. Εξασφαλίστηκε, μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, ποσό ύψους 3 εκατ. ευρώ για την έναρξη κατασκευής κτιριακών υποδομών.

7ον.  Εξασφαλίστηκε η έδρα του ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας να βρίσκεται στη Λαμία.

8ον. Εντάχθηκε η Λαμία, οργανικά, στον εθνικό χάρτη Έρευνας και Καινοτομίας, αφού ιδρύθηκε, το 2014, «Κέντρο Έρευνας, Τεχνολογικής και Επιχειρηματικής Καινοτομίας» στην Κεντρική Ελλάδα, με το «Δίκτυο Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας» και τριών τμημάτων έρευνας να προβλέπονται στην έδρα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας.

Συμπερασματικά, παρά την κατάργηση του ισχνού Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας, στο τέλος του 2014, η Λαμία και η Περιφέρεια είχαν τελικά ενισχύσει τη θέση τους στο χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας.

Βέβαια, οι εξελίξεις αυτές δεν ήταν αρεστές σε όλους. Αρχηγός πολιτικού κόμματος της τότε αντιπολίτευσης μιλούσε για «τμήματα φαντάσματα στη Λαμία», ΜΜΕ αναφέρονταν σε «προσωπικά ρουσφέτια στην εκλογική μου περιφέρεια», ενώ δυνάμεις του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας επεδίωκαν την πλήρη απορρόφηση του τότε Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας. Ντόπιες δυνάμεις, στην καλύτερη περίπτωση, δεν είχαν κατανοήσει τις θετικές εξελίξεις στο στενό πεδίο των εφικτών λύσεων. Βέβαια τουλάχιστον κάποιοι εξ αυτών, σήμερα, με δημόσιες τοποθετήσεις τους, αναγνωρίζουν, έστω και καθυστερημένα, τα θετικά βήματα εκείνης της περιόδου.

Είναι επίσης γεγονός ότι, από το 2015 έως και σήμερα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ όχι μόνο δεν προσέθεσε κάτι ουσιαστικό στη Λαμία, στη Φθιώτιδα και την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, αλλά ακύρωσε ή δεν προχώρησε όσα είχαν αποφασισθεί από την προηγούμενη Κυβέρνηση. Έτσι, αφού η Κυβέρνηση – με σκοπιμότητα – ξέχασε στα συρτάρια τις προηγούμενες πρωτοβουλίες για τη δημιουργία κτιριακών εγκαταστάσεων του Πανεπιστημίου, χάθηκαν οι σχετικοί πόροι, ενώ απεντάχθηκε, με νομοθετική ρύθμιση της σημερινής Κυβέρνησης, η Λαμία από τον εθνικό χάρτη έρευνας και καινοτομίας.

Και σήμερα έρχεται το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με την πρότασή του για τη «Νέα Αρχιτεκτονική του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας», να υποβαθμίσει τη θέση της Λαμίας στον εθνικό χάρτη.

Να την αντιμετωπίσει στρεβλά και άνισα σε σύγκριση με τις έδρες άλλων Περιφερειών της χώρας, διευρύνοντας το χάσμα που τη χωρίζει από αυτές. Η Λαμία δεν θα αποτελεί πλέον έδρα τριτοβάθμιου ιδρύματος. Το υφιστάμενο ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας καταργείται και τα Τμήματά του κατατεμαχίζονται και εντάσσονται σε άλλα Πανεπιστήμια. Η Κυβέρνηση αφήνει τη Λαμία με μικρό μερίδιο στο Σύστημα της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (1 Σχολή με 4 Τμήματα + 1 Τμήμα εκ του ΤΕΙ). Την υποβαθμίζει, όχι μόνο μεταξύ των εδρών των Περιφερειών, αλλά και μεταξύ άλλων πόλεων της χώρας (π.χ. Άρτα, Βόλος κ.ά.). Προβλέπει μικρό αριθμό δομών έρευνας (2 έναντι 3 που η Κυβέρνηση είχε παραλάβει στις αρχές του 2015), ενώ της στερεί την έδρα του Δικτύου Καινοτομίας Κεντρικής Ελλάδας (Περιφέρειες Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας), που είχε παραλάβει στις αρχές του 2015.

Βέβαια και η Αυτοδιοίκηση της ευρύτερης περιοχής, παρά την εδώ και περίπου ένα χρόνο διατύπωση του δίκαιου αιτήματος για επανίδρυση και συγκρότηση Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας, επί της ουσίας ήταν απούσα τα προηγούμενα χρόνια, αφού δεν απαίτησε να υλοποιηθούν οι ψηφισμένες – το 2014 – από τη Βουλή των Ελλήνων ρυθμίσεις, που θα αποτελούσαν κεκτημένα και ενισχυτικά επιχειρήματα στις σημερινές διαπραγματεύσεις. Η δε σχετική πρόταση που χρησιμοποίησε και υποστηρίζει ως όχημα της διεκδίκησης είναι ακαδημαϊκά και πολιτικά αδύναμη.

Όμως ο αρμόδιος Υπουργός δεν μπορεί να «κρύβεται» πίσω από τις αδυναμίες της πρότασης των Αυτοδιοικητικών. Ο σχεδιασμός που ο ίδιος προτείνει επιφυλάσσει ρόλο παρία στη Λαμία, ενώ πλήττει μακροχρονίως την ευρύτερη οντότητα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Η κατάργηση του ΤΕΙ ακυρώνει τη Λαμία ως έδρα περιφέρειας. Αλλάζει το μοντέλο που ισχύει στην υπόλοιπη χώρα και προβλέπει την εμπλοκή στην Περιφέρεια τριών παραδοσιακών Πανεπιστημίων. Εκτιμώ ότι η εμπλοκή αυτή μόνο βραχυ-μεσοπρόθεσμα και υποστηρικτικά θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη.

Σε κάθε περίπτωση, η Κυβέρνηση έχει χρέος να προχωρήσει σε ρυθμίσεις ισοβαρούς ενίσχυσης της Λαμίας και της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, συγκριτικά με τις άλλες Περιφέρειες και τις έδρες τους. Ο προωθούμενος σχεδιασμός, ως έχει, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από τη Λαμία. Δίνει πολύ λίγα και πολύ καθυστερημένα. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι θα χρησιμοποιήσουμε τις πρακτικές που χρησιμοποιούσε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Σήμερα, οι συνθήκες για επανίδρυση και σταδιακή συγκρότηση Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας είναι πιο ευνοϊκές από το παρελθόν: υφίσταται Σχολή με δύο Τμήματα που παρουσιάζουν καλή δυναμική, λειτουργεί διατμηματικό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών, υφίστανται αξιοποιήσιμες ακαδημαϊκές νησίδες στο ΤΕΙ, υφίστανται προϋποθέσεις για καλές υποδομές, αρκεί να υλοποιηθούν όσα είχαν ρυθμισθεί το 2014 και να αξιοποιηθούν οι υποδομές του ΤΕΙ.

Αν όμως η τελική θέση της Κυβέρνησης, που είναι και ο τελικός λήπτης της απόφασης, είναι αρνητική στην άμεση επανίδρυση του Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας, τότε θα πρέπει:

1ον. Να ενισχύσει, ουσιαστικά, την υφιστάμενη Σχολή Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στη Λαμία. Αυτό πρέπει να γίνει με την άμεση ίδρυση τριών νέων τμημάτων (Μαθηματικών με έμφαση στα Εφαρμοσμένα και Υπολογιστικά Μαθηματικά, Φυσικής με έμφαση στην Ηλεκτρονική και Ψηφιακή Τεχνολογία και Χημείας με έμφαση στα Τρόφιμα και τα Φάρμακα).

2ον. Να προχωρήσει στην ίδρυση δεύτερης Σχολής, π.χ. Διοίκησης και Τεχνολογίας ή Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών, με δύο τμήματα. Και φυσικά, το Τμήμα Φυσικοθεραπείας.

Επίσης, να συγκροτήσει τρία ερευνητικά τμήματα συναφή προς τα γνωστικά πεδία των δύο σχολών και συμβατά με τα χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής. Επίσης, θα πρέπει να επιδιωχθεί η επανίδρυση και λειτουργία του «Κέντρου Τεχνολογικής και Επιχειρηματικής Καινοτομίας».

Η Λαμία, με αυτά ως ελάχιστο και μόνο για βραχυ-μέσο χρονικό διάστημα μπορεί να συναινέσει, διατηρώντας ενεργό το στρατηγικό στόχο για ίδρυση, σοβαρού Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας.

Παράλληλα, η τοπική κοινωνία και οι εκπρόσωποί της στους δημοκρατικούς θεσμούς, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι η πρακτική του «γεφυριού της Άρτας», δεν μας οδηγεί πουθενά. Απλά καθυστερούμε την εξέλιξή μας και διευρύνουμε το χάσμα από τους «ανταγωνιστές» μας. Τα μεγάλα θέματα δεν θα τα λύσουμε με λαϊκισμούς, κινήσεις εντυπωσιασμού, παλληκαριές εκ του μακρόθεν και ιδιοτελείς συμπεριφορές.

Ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα της συγκρότησης ποιοτικού και διεθνώς ανταγωνιστικού Πανεπιστημίου με έδρα τη Λαμία, που έτσι και αλλιώς είναι ζήτημα μακροχρόνιας συστηματικής και σοβαρής προσπάθειας, οφείλουμε να εμείνουμε αταλάντευτοι στο στρατηγικό στόχο μας και να βαδίσουμε με σχέδιο, τεκμηρίωση, ρεαλισμό και σταθερά βήματα προς αυτόν.

Μόνο έτσι θα δημιουργήσουμε το βασικό παράγοντα για την ταχύτερη έξοδο της περιοχής μας από το τέλμα και τη μιζέρια και θα τη βάλουμε στο δρόμο της δυναμικής και βιώσιμης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Άλλος δρόμος δεν υπάρχει!

Η χώρα ολοκλήρωσε το 3ο, αχρείαστο πρόγραμμα προσαρμογής, που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν δεν υπήρχαν οι «αυταπάτες», η «δημιουργική ασάφεια», ο τυχοδιωκτισμός και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, κυρίως του 1ου εξαμήνου του 2015, τα οποία και κόστισαν στην χώρα, σύμφωνα με εκτιμήσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, έως 200 δισ. ευρώ και επιβάρυναν τους πολίτες με επιπλέον μέτρα λιτότητας ύψους 14,5 δισ. ευρώ.

Η ολοκλήρωση του προγράμματος όμως δεν έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την «καθαρή έξοδο» από τις μνημονιακές πολιτικές, ούτε έχει διασφαλίσει τη χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές με ασφάλεια, σταθερότητα και χαμηλό κόστος δανεισμού. Πιο αναλυτικά:

1ον. Η χώρα δεν εξήλθε από το πρόγραμμα στην ίδια κατάσταση με τα άλλα κράτη-μέλη. Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση:

  • Έχει ήδη προ-νομοθετήσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας,  ύψους 5,1 δισ. ευρώ, για τα επόμενα έτη, όπως είναι η περαιτέρω περικοπή των συντάξεων, η μεγάλη μείωση του αφορολόγητου ορίου (2η επί αριστερής Κυβέρνησης) και η νέα αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.
  • Έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060.
  • Έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, με τη σύσταση του υπερταμείου, ενός φορέα χωρίς ουσιαστικό εθνικό έλεγχο και δημοκρατική λογοδοσία.
  • Έχει συμφωνήσει οι όποιες, περιορισμένες σε σχέση με προγενέστερες δεσμεύσεις των εταίρων, ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό προϋποθέσεις.
  • Έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, που ενεργοποιείται για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό κράτος-μέλος, και το οποίο εμπεριέχει βαριές δεσμεύσεις, αυστηρούς όρους και τακτικούς ελέγχους, με τη συμμετοχή όλων των θεσμών.

2ον. Η χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένη, αφού δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί οι αναγκαίες προς τούτο συνθήκες, όπως επιβεβαιώνει ο ιδιαίτερα υψηλός συντελεστής ευαισθησίας των ελληνικών ομολόγων σε εξωτερικές αναταράξεις.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Η Κυβέρνηση μάλιστα δεν διεκδίκησε ούτε τους αναξιοποίητους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ, χαμηλού κόστους δανεισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για το «χτίσιμο» του ταμειακού αποθέματος.

3ον. Η κατάσταση, σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ έχει βελτιωθεί την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας χειρισμών και σφαλμάτων κυρίως του 2015, μετά βίας προσεγγίζει το επίπεδο του 2014.

Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί συνεχίζουν να υφίστανται, καταθέσεις δεν έχουν επιστρέψει με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα, το ιδιωτικό χρέος των πολιτών προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία έχει διογκωθεί, και η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Με λίγα λόγια, η χώρα δεν έχει ακόμη επιστρέψει στην κανονικότητα.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, οφείλουμε με αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση και σχέδιο, να εργαστούμε για την πραγματικά «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Σχέδιο ενίσχυσης της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα τέτοιο συνεκτικό σχέδιο που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου, με βασικούς άξονες τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση. Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό. Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της. Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας. Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

Η χώρα στρέφεται πλέον στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της, μετά την ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω του τρίτου προγράμματος οικονομικής στήριξης.

Το πλέον αχρείαστο και βαρύ πρόγραμμα, αποτέλεσμα της «δημιουργικής ασάφειας», της «αυταπάτης» και των ιδεοληψιών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, που κόστισε στη χώρα από 86 έως 200 δισ. ευρώ, και επιβάρυνε τους πολίτες της με 14,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας.

Πρόγραμμα, η ολοκλήρωση του οποίου, αφήνει την οικονομία σε κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, με την ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης να έχει χειροτερεύσει, την ανταγωνιστικότητα να έχει υποχωρήσει, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών να έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό τους χρέος προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να έχει διογκωθεί, με τους κεφαλαιακούς περιορισμούς ακόμα σε ισχύ, και τη χώρα να αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Πρόγραμμα, η ολοκλήρωση του οποίου, δεν έχει διασφαλίσει τη συστηματική και βιώσιμη χρηματοδότηση της χώρας, αφού η Κυβέρνηση δεν δημιούργησε τις αναγκαίες προς τούτο συνθήκες. Κυβέρνηση η οποία μάλιστα δεν διεκδίκησε τους αναξιοποίητους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ, χαμηλού κόστους δανεισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για το «χτίσιμο» του ταμειακού αποθέματος.

Πρόγραμμα, η ολοκλήρωση του οποίου, δεν οδηγεί την οικονομία στην κανονικότητα και τη χώρα στην έξοδο από το μνημόνιο. Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που βγήκαν με «καθαρό» τρόπο από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη προ-νομοθετήσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν μελλοντικά υπό όρους και προϋποθέσεις, και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Καθεστώς πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, το οποίο ενεργοποιείται για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό κράτος-μέλος, με βάση τον Κανονισμό 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και το οποίο περιλαμβάνει τριμηνιαίους ελέγχους, συμμετοχή όλων των θεσμών, αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Τούτων δοθέντων, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει σήμερα, μέσα και σε ένα αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον και με πιθανή την σχετικά άμεσα ολοκλήρωση της χαλαρής νομισματικής πολιτικής, ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης, να υλοποιήσει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές με χαμηλό κόστος δανεισμού, δεδομένου μάλιστα ότι ο συντελεστής ευαισθησίας των ελληνικών ομολόγων παραμένει ακόμη ιδιαίτερα υψηλός και η πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας μακριά από την επενδυτική διαβάθμιση.

Για να επιτευχθούν αυτά, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο. Σχέδιο επίτευξης υψηλής, διατηρήσιμης και έξυπνης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων, θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα τέτοιο συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, με βασικούς άξονες την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας. Αυτή, με τη σειρά της, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές. Προϋποθέτουν, πολιτική αλλαγή!

 

 

Χρήστος Σταϊκούρας1 και Στάθης Μπακάλης2

1 Βουλευτής Φθιώτιδας ΝΔ, πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, Επίκουρος Καθηγητής ΟΠΑ

2 Δικηγόρος, Φορολογικός Σύμβουλος ΔΣΑ, DEA, ΜΔΕ Φορολογικού Δικαίου, ΜΔΕ Αστικού Δικαίου

Κομβική προϋπόθεση για την επίτευξη και διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, τη μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την ενδυνάμωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής αποτελεί η ενίσχυση της φορολογικής συνείδησης των πολιτών.

Φορολογική συνείδηση που βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα στη χώρα μας, εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της πολυπλοκότητας του φορολογικού συστήματος, της υψηλής και διαρκώς διογκούμενης φορολογίας, της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, της γενικότερης πεποίθησης των πολιτών ως προς τη συνέπεια και την ανταποδοτικότητα του Κράτους, της ίδιας της κουλτούρας της κοινωνίας.

Η αντιμετώπιση του διαχρονικού και διατοπικού προβλήματος της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και της παραοικονομίας απαιτεί τη διαμόρφωση ενός φορολογικού συστήματος που θα διέπεται από τις αρχές της διαφάνειας, της ουδετερότητας, της απλότητας, της σταθερότητας, της λειτουργικότητας, της ισορροπίας και της ισότητας. Με την υλοποίηση πολιτικών που θα στοχεύουν στη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στη δημιουργία ενός απλοποιημένου και σταθερού – τουλάχιστον για μία πενταετία – φορολογικού συστήματος, στην εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων με κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στην εκπαίδευση των ελεγκτών με πραγματικά δεδομένα και στην καθολική χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, εάν η Ελλάδα έφτανε, το 2017, το μέσο επίπεδο χρήσης καρτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ετήσια έσοδα από ΦΠΑ θα ήταν υψηλότερα κατά 21%.

Με την προϋπόθεση ότι τα παραπάνω θα εφαρμοσθούν, το ερώτημα που τίθεται είναι, τί άλλο μπορεί να υλοποιηθεί ώστε να ενισχυθεί η φορολογική συνείδηση των πολιτών; Σε αυτή την κατεύθυνση εκτιμούμε ότι θα μπορούσαν να συμβάλουν:

1ον. Η καθιέρωση πολιτικής δημοσιοποίησης των εισπραττόμενων φόρων και αξιοποίησης αυτών για τη δημιουργία παροχών προς τους φορολογούμενους.

Για παράδειγμα, το Υπουργείο Οικονομικών/Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, τον Δεκέμβριο του 2013, προέβη στο άνοιγμα ειδικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου κατατίθενται χρηματικά ποσά, τα οποία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Με το Ν. 4270/2014 θεσμοθετήθηκε αυτά τα ποσά να αποτελούν έσοδα του Προϋπολογισμού στο έτος που κατατίθενται, με αντίστοιχου ύψους πιστώσεις να εγγράφονται για την χρηματοδότηση δράσεων που αφορούν την εκπαίδευση, την έρευνα, την υγεία και την κοινωνική αλληλεγγύη. Αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί και να γενικευθεί, ξεκινώντας από τα μη επαναλαμβανόμενα έσοδα. Συγκεκριμένα, έναντι της πεποίθησης των πολιτών ότι τα εισπραττόμενα έσοδα προορίζονται για την ικανοποίηση των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας ή απορροφώνται αλόγιστα σε ήσσονος σημασίας δαπάνες, θα μπορούσε να δημοσιοποιείται μια μελέτη συσχετισμού τους με συγκεκριμένες δράσεις, που χρηματοδοτούνται με βάση αυτά τα έσοδα.

Και ναι μεν η φορολογία υπηρετεί γενικούς σκοπούς, σε αντίθεση με τα ανταποδοτικά τέλη των οποίων η νόμιμη εισαγωγή απαιτεί ειδική αντιπαροχή και αντιστοιχία με τη συγκεκριμένη δαπάνη, πλην όμως η πρόταση πολιτικής δεν αφορά στη μεταβολή της φύσης της φορολογίας. Αφορά σε μια πιο διαφανή και εξωστρεφή παρουσίαση των κοινωνικοοικονομικών πρωτοβουλιών, δράσεων και έργων, που χρηματοδοτούνται μέσω των φορολογούμενων, ώστε να καλλιεργηθεί μια πιο στέρεη αντίληψη ότι οι οικονομικές τους θυσίες «πιάνουν τόπο».

2ον. Η επιβράβευση των συνεπών φορολογούμενων.

Η έως σήμερα πρακτική του νομοθέτη έχει καταλήξει να ωφελεί τους φορολογουμένους που αντιμετωπίζουν υπαρκτά ή μη οικονομικά προβλήματα και είναι ασυνεπείς ή/και στρατηγικοί κακοπληρωτές, παρά τους συνεπείς φορολογουμένους.

Ειδικότερα, όσες φορές θεσπίζεται ένα ιδιαίτερο καθεστώς που χορηγεί κίνητρα εφ’ άπαξ εξόφλησης ή τμηματικής καταβολής βεβαιωμένων οφειλών (π.χ. Ν. 4321/2015) ή παρακινεί σε οικειοθελή δήλωση αδήλωτης φορολογητέας ύλης (π.χ. Ν. 4446/2016), τα ευεργετήματα από την υπαγωγή σε αυτό τα καρπώνεται εξ αντικειμένου ο μη συνεπής – για αντικειμενικούς ή μη λόγους – φορολογούμενος, ο οποίος, την υπαγωγή του σε ένα τέτοιο καθεστώς, επωμίζεται μικρότερο βάρος έναντι του, σε ομοειδείς συνθήκες, συνεπούς φορολογούμενου. Έτσι όμως ενισχύεται και ο ηθικός κίνδυνος (moral hazard).

Επομένως, πέραν της αδήριτης ανάγκης παροχής βοήθειας προς τους πολίτες που βρέθηκαν σε δυσχερή θέση εξαιτίας αποκλειστικά και μόνο της οικονομικής κρίσης, της άμεσης, ταχείας και κατά το δυνατόν πιο μαζικής είσπραξης των ληξιπροθέσμων οφειλών και της αποκάλυψης της αδήλωτης φορολογητέας ύλης, αντίστοιχη προσοχή πρέπει να επιφυλαχθεί και στη μεταχείριση των συνεπών φορολογουμένων, προκειμένου να διαφυλαχθεί το «κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Ειδικότερα, με κριτήρια όπως η συστηματική υποβολή των οικείων δηλώσεων εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, η εφ’ άπαξ καταβολή των αναλογούντων ποσών φόρου, η επιβεβαίωση της νομιμότητος της φορολογικής συμπεριφοράς από φορολογικούς ελέγχους κ.α., θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα σύστημα μοριοδότησης των συνεπών φορολογουμένων, με τελικό όφελος τη χορήγηση περαιτέρω κλιμακουμένων φορολογικών ελαφρύνσεων.

Επιπλέον, σε περίπτωση θέσπισης τέτοιων ειδικών καθεστώτων, προκειμένου να μην καλλιεργείται αίσθημα αδικίας έναντι των όσων ευεργετούνται από την υπαγωγή τους σε αυτά, θα ήταν χρήσιμη η πρόβλεψη αποκαταστατικών μηχανισμών και για όσους δεν βρίσκουν έδαφος υπαγωγής, διότι έχουν ήδη ανταποκριθεί στις σχετικές υποχρεώσεις τους, όπως, π.χ. η αναγνώριση πίστωσης φόρου σε ποσοστό των ήδη εξοφληθεισών οφειλών τους και σε ύψος αντίστοιχο του οφέλους του υπαγομένου σε ένα τέτοιο καθεστώς, έναντι μελλοντικών τους υποχρεώσεων.

Εκτιμάται, λοιπόν, ότι τέτοιες μέθοδοι αφενός επιβεβαιώνουν την επιλογή του φορολογούμενου να λειτουργεί με συνέπεια και αφετέρου ενισχύουν τα κίνητρα να παρουσιάζει κανείς την απαιτούμενη συνεπή συμπεριφορά, χωρίς να αναμένει να επωφεληθεί μελλοντικώς από ευνοϊκές ρυθμίσεις.

3ον. Η απαρέγκλιτη τήρηση της αρχής της χρηστής διοίκησης, μέσω της ισότιμης και ορθολογικής αντιμετώπισης των ελεγχομένων, και η παραδειγματική τιμωρία όσων συστηματικά φοροδιαφεύγουν ή φοροαποφεύγουν.

Πάγια απαίτηση των φορολογουμένων, ιδίως σε εποχές μαζικών και εξαντλητικών φορολογικών ελέγχων, συνιστά η εφαρμογή ομοιόμορφων κριτηρίων κατά την αντιμετώπισή τους από τις φορολογικές αρχές.

Συνεπώς, χρήσιμη καθίσταται η ανά τακτά διαστήματα χορήγηση κατευθυντήριων οδηγιών σε συχνά απαντώμενα ζητήματα, κατ’ οριζόντιο τρόπο, από την Κεντρική Διοίκηση, προκειμένου να ακολουθούνται ως «πυξίδα» στις ομοειδείς περιπτώσεις και να αποφεύγονται περιστατικά έντονης υποκειμενικότητας και αυθαιρεσιών.

Περαιτέρω, ωφέλιμη αλλά και αναγκαία, καθίσταται η ταχεία και άμεση προσαρμογή στα πορίσματα της νομολογίας, ιδίως των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, που επιλύουν κρίσιμα νομικά ζητήματα, ώστε να αποφεύγεται το φαινόμενο να λειτουργούν τα ελεγκτικά όργανα δυνάμει ερμηνευτικών εγκυκλίων ή παρωχημένων διοικητικών θέσεων, που έχουν ανατραπεί νομολογιακά.

Από την άλλη πλευρά, επιτυγχάνοντας να τιμωρούνται τελικώς εκείνοι οι ελεγχόμενοι οι οποίοι πράγματι φοροδιαφεύγουν ή φοροαποφεύγουν, ιδίως κατά τρόπο συστηματικό, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο (πρόστιμα και τόκοι, μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, διάρρηξη καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, ποινικές κυρώσεις) επιτρέπει, εφ’ όσον εφαρμόζεται με συνέπεια, ταχύτητα και ορθή στόχευση, την παραδειγματική τιμωρία τους, ώστε να αποθαρρύνονται ανάλογες συμπεριφορές από άλλους.

4ον. Η φορολογική εντιμότητα και ειλικρίνεια του Κράτους (βλέπετε τις υψηλές ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα και τη μη ορθή υλοποίηση της νομοθεσίας περί κυρώσεων επί καθυστερήσεως πληρωμών [late payment]).

Αναμένοντας συνεπή και σταθερή συμμόρφωση των οικονομικών υποχρεώσεων των πολιτών έναντί του, το Κράτος οφείλει να αντιμετωπίζει με αντίστοιχο έντιμο και ειλικρινή τρόπο, έγκαιρα, όσους συναλλάσσονται μαζί του και θεμελιώνουν οικονομικές αξιώσεις προς αυτό, όπως και όσους δικαιούνται επιστροφής φόρου.

Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δεν κατορθώνει την εμπρόθεσμη συμμόρφωσή του, πρέπει να αποδέχεται τις προβλεπόμενες κυρώσεις και να πειθαρχεί σε αυτές, ώστε να μην επηρεάζει αρνητικά τον οικονομικό προγραμματισμό των δικαιούχων, ιδίως των επιχειρήσεων, και να νομιμοποιείται από την πλευρά του να επιβάλει αντίστοιχες κυρώσεις στους φορολογουμένους, όταν αυτοί με τη σειρά τους αποδεικνύονται ασυνεπείς απέναντί του.

5ον. Η επένδυση στην εκπαίδευση και στη διά βίου μάθηση για την καλλιέργεια, τη διαμόρφωση και την εμπέδωση κουλτούρας φορολογικής συνείδησης.

Επιδίωξη, η ενίσχυση, σε όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας, των εννοιών της φορολογικής συνέπειας και της ανταποδοτικότητας της φορολογίας. Κάτι τέτοιο θα αναδείκνυε έγκαιρα τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις του κάθε πολίτη, τις αρχές μιας δίκαιης και ευνομούμενης πολιτείας που στηρίζεται στην άριστη κατανομή των πόρων και στην αναλογικότητα των φορολογικών βαρών, και θα συνέβαλε στην απόκτηση γνώσης τόσο για τις αρνητικές συνέπειες της φοροδιαφυγής, όσο και για την αναπτυξιακή διάσταση της φορολόγησης των πολιτών.

Συμπερασματικά, η αποκλειστική και εντεινόμενη έμφαση σε κλασικές μεθόδους φορολογικής επιβολής και καταστολής μπορεί να επιφέρει πολλαπλά αρνητικά αποτελέσματα σε δημοσιονομικό και κοινωνικό επίπεδο, περιορίζοντας περαιτέρω τη φορολογική συνείδηση των πολιτών.

Η καλλιέργεια φορολογικής συνείδησης μέσω της υιοθέτησης πρωτοποριακών νομοθετικών πρωτοβουλιών και της ένταξης σύγχρονων δράσεων στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της φορολογικής διοίκησης, αλλά και στην εκπαιδευτική διαδικασία, κρίνεται αναγκαία για τη διευκόλυνση της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων και τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ φορολογικής διοίκησης και πολιτών.

Οι πολίτες της χώρας έχουν πληρώσει πολύ ακριβά τις θριαμβολογίες της Κυβέρνησης, οι οποίες τελικά, πολύ γρήγορα, αποδεικνύονται αυταπάτες, ψευδαισθήσεις και λάθος υπολογισμοί.

Αυτό θα επιβεβαιωθεί και με την τελευταία απόφαση του Eurogroup, που αφορά τη μετα-προγραμματική περίοδο της χώρας και τη ρύθμιση του δημοσίου χρέους.

Και αυτό γιατί:

1ον. Η Ελλάδα, μόνη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών-μελών που «βγήκαν» από προγράμματα προσαρμογής, «μπαίνει» σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας (Κανονισμός 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου).

Καθεστώς που εμπεριέχεται και στην προληπτική γραμμή πίστωσης (Άρθρο 5, “Enhanced surveillance”, Guideline on Precautionary Financial Assistance).

Η μετα-προγραμματική παρακολούθηση θα είναι ασφυκτική, ίδια με την μνημονιακή παρακολούθηση.

Οι θεσμοί, με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, θα συντάσσουν 4 εκθέσεις το έτος, ενώ η χώρα αναλαμβάνει αυστηρές πολυετείς δεσμεύσεις, μέσα σε συγκεκριμένα ασφυκτικά πλαίσια και χρονοδιαγράμματα.

2ον. Οι μετα-προγραμματικές δεσμεύσεις συνιστούν, επί της ουσίας, ένα 4ο Μνημόνιο.

Με νέα μέτρα λιτότητας για το 2019 και το 2020, όπως είναι η περικοπή των συντάξεων, η μείωση του αφορολόγητου και οι αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών, διαμορφώνοντας τον συνολικό – ιδιαίτερα επώδυνο για τους πολίτες – λογαριασμό της διακυβέρνησης του κ. Τσίπρα στα 14,5 δισ. ευρώ.

Και με ιδιαίτερα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία επεκτείνονται μέχρι το 2060.

Με την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

3ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους έρχονται να καλύψουν μέρος της επιβάρυνσης της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία.

Συγκεκριμένα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014. Εκτιμούσε ότι αυτό θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του ΑΕΠ.
Στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 195% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας στο 45% του ΑΕΠ! Και χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».
Είναι προφανές ότι η βιωσιμότητά του επιβαρύνθηκε την τελευταία τριετία, ιδιαίτερα με την «υπερήφανη διαπραγμάτευση» και τη «δημιουργική ασάφεια» του 1ου εξαμήνου του 2015. Διεθνείς παράγοντες και φορείς εκτιμούν το κόστος εκείνης της περιόδου κατ’ ελάχιστον στα 86 δισ. ευρώ.

4ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους απέχουν από τις δεσμεύσεις που είχε εξασφαλίσει η Ελλάδα ήδη από το 2012, και οι οποίες δυστυχώς – με ευθύνη των εταίρων – μέχρι σήμερα δεν υλοποιήθηκαν.

Συγκεκριμένα:

α) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες να γίνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις, αντιθέτως απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

β) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε τη μετάθεση της πληρωμής τόκων για τα δάνεια του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης (EFSF) κατά 10 χρόνια, δηλαδή ίση παράταση της περιόδου χάριτος με αυτή που προβλέπεται σήμερα, και την επιμήκυνση των ωριμάνσεων των δανείων για 15 χρόνια, δηλαδή περισσότερα απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

γ) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε μείωση του λόγου χρέος/ΑΕΠ, στο 124% το 2020 και «αισθητά πιο κάτω» από το 110% το 2022. Σχετικές προβλέψεις δεν υπάρχουν στην τελευταία απόφαση. Υπενθυμίζεται ότι η Κυβέρνηση, στο τελευταίο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, εκτιμά τον σχετικό λόγο στο 150% το 2022.

5ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους υπολείπονται ακόμη και των προβλέψεων των αποφάσεων του Eurogroup του 2017.

Συγκεκριμένα, με την τελευταία απόφαση:

α) Προβλέπεται η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 2,2% του ΑΕΠ από το 2023 μέχρι το 2060. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν για πρωτογενή πλεονάσματα «ίσα ή υψηλότερα αλλά κοντά στο 2% του ΑΕΠ» για την ίδια περίοδο. Αυτή η φαινομενικά μικρή διαφορά του 0,2% του ΑΕΠ, η οποία θα έπρεπε να διεκδικηθεί από την Κυβέρνηση, ισοδυναμεί, σε σημερινούς όρους ΑΕΠ, με περίπου 360 εκατ. ευρώ. Όσο η περικοπή του εισπραχθέντα ΕΝΦΙΑ κατά περίπου 15%.

β) Η 10ετής παράταση της περιόδου χάριτος και η 10ετής επιμήκυνση των ωριμάνσεων συνιστούν θετικές παρεμβάσεις, αλλά δεν είναι οι βέλτιστες που θα μπορούσαν να επιτευχθούν. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν μέχρι και 15 έτη.

γ) Η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες θα υλοποιηθεί σε εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι τον Ιούνιο του 2022, και θα συνδυάζεται με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Στην απόφαση του 2017, η επιστροφή προβλέπονταν να μην είναι τμηματική και να είναι και αυτόματη.

δ) Η γαλλική πρόταση για αυτόματη σύνδεση των παρεμβάσεων για το χρέος με το ρυθμό ανάπτυξης, όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017, για την οποία η Αξιωματική Αντιπολίτευση είχε εκφράσει προβληματισμούς και η Κυβέρνηση θριαμβολογούσε, εξαφανίστηκε.

ε) Υπάρχει η δέσμευση να επανεξεταστεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους το 2032, κάτι που δεν προβλέπονταν στην απόφαση του 2017.

6ον. Από την τελευταία δόση του δανείου, ύψους 15 δισ. ευρώ, ούτε 1 ευρώ δεν θα «πέσει» στην πραγματική οικονομία.

Ένα σημαντικό μέρος αυτής, ύψους 9,5 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος. Απόθεμα που μέχρι σήμερα δημιουργούσε η Κυβέρνηση «στραγγαλίζοντας» την οικονομία, υπερφορολογώντας τους πολίτες, κηρύσσοντας εσωτερική στάση πληρωμών και καταφεύγοντας σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

7ον. Ενώ σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων πόρων του δανείου, ύψους 24 δισ. ευρώ, θα παραμείνει αχρησιμοποίητο, στερώντας ρευστότητα από την οικονομία.

Η Κυβέρνηση θα έπρεπε να διασφαλίσει αυτούς τους πόρους, όταν μάλιστα ότι έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα ενός αιώνα.

Με δεδομένη συνεπώς την τελευταία απόφαση του Eurogroup, η οποία είναι κατώτερη των προσδοκιών και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης, να επιτύχει την επιθυμητή και πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα. Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, με πολιτική βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής. Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Αυτά, μόνο η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να τα διασφαλίσει.