Άρθρα
Διαβάστε τα άρθρα μου

Αποχαιρετούμε το 2018, σε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στο πεδίο της οικονομίας, απογοήτευσης, παραίτησης και ανασφάλειας στο πεδίο της κοινωνίας και διχαστικής όξυνσης στο πεδίο της πολιτικής.

Και σε ένα ομιχλώδες και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό περιβάλλον, που κυριαρχείται από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών, κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων, ισχνές ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών σε υποσυστήματα μιας ταραγμένης Ευρώπης, μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, ραγδαίες επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις.

Το έτος δύει με τη χώρα, στο οικονομικό πεδίο, «κλειδωμένη» στη μνημονιακή γραμμή, στην επίτευξη υψηλών δημοσιονομικών στόχων και σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, εκτός διεθνών αγορών, χωρίς αναπτυξιακή δυναμική, μακριά από την κανονικότητα, αφού, μεταξύ άλλων, η ανταγωνιστικότητα υποχωρεί, οι επενδύσεις καταρρέουν, η ποιότητα των θεσμών υποβαθμίζεται, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης επικρατούν, η μακροχρόνια ανεργία κυριαρχεί, η ρευστότητα δημοσίων φορέων επιδεινώνεται, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, οι οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται και το Χρηματιστήριο συσσωρεύει απώλειες.

Ευτυχώς όμως, το 2019, με την επιλογή των πολιτών, κλείνει ένας τετραετής κύκλος ανευθυνότητας, ιδεοληψιών και τυχοδιωκτισμού. Και ανατέλλει, μέσα από μία μεγάλη πολιτική αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας, μια νέα ημέρα, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Για το σκοπό αυτό, η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα κινηθεί γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα. Θα υλοποιήσει ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, θα βελτιώνει την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια, και θα διασφαλίζει τη συστηματική και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε ένα καλύτερο Κράτος, με την οικοδόμηση μιας ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας, το οποίο θα μεριμνά για τη διαφανή και αμοιβαία επωφελή συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Σχέδιο που θα παρέχει υψηλής ποιότητας γνώσεις σε όλες τις βαθμίδες του συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης, θα αναστρέψει την «διαρροή» επιστημόνων και επιχειρήσεων και θα βοηθήσει τη χώρα να ανταποκριθεί στον «δομικό μετασχηματισμό της εργασίας» εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου είναι:

1ος. Η απλοποίηση της φορολογίας και η γενναία μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων (π.χ. μείωση ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους, μεγαλύτερη – μεσοσταθμικά – μείωση του ΕΝΦΙΑ για όλη την κοινωνία, μείωση του εισαγωγικού φόρου για τα φυσικά πρόσωπα, μεγαλύτερη μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, γενναία ρύθμιση οφειλών των πολιτών, ευνοϊκές προβλέψεις για τους συνεπείς φορολογούμενους και δανειολήπτες κ.α.).

Η μείωση αυτή των φόρων μπορεί να πραγματοποιηθεί υλοποιώντας τις δεσμευμένες οροφές δαπανών σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, επεκτείνοντας την αξιολόγηση των δαπανών στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης, μη διογκώνοντας το δημόσιο τομέα, επεκτείνοντας τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, ενισχύοντας τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

 

2ος. Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και θα δημιουργήσουν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για επενδύσεις, με επιχειρήσεις όμως που θα υιοθετούν κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και θα επιδεικνύουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Ενδεικτικά, μέσα από την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων.

Μέσα από τη δημιουργία ενός παραγωγικού Κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες και διαδικασίες αξιολόγησης, και με στοχευμένες προσλήψεις, εκεί που υπάρχουν πραγματικές ανάγκες, με αδιάβλητες διαδικασίες.

Μέσα από τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού στην εκπαίδευση, με την ανάπτυξη ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, εναρμονισμένο με την καινοτομία και την τεχνολογία.

 

3ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Μέσα από την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων και την ορθολογική αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

 

4ος. Η ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους πιο αδύναμους συμπατριώτες μας.

Μέσα από την ενίσχυση του Προϋπολογισμού για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, την αύξηση των επιδομάτων ανεργίας, την επαναφορά επιδομάτων για τις τρίτεκνες και τις πολύτεκνες οικογένειες, την υιοθέτηση φορολογικών κινήτρων για τη στήριξη της οικογένειας, την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης ψηφιακών δεξιοτήτων για μακροχρόνια ανέργους, τον διπλασιασμό του επιδόματος θέρμανσης κ.α.

 

Η υλοποίηση αυτού του συνεκτικού σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων. Και έτσι η χώρα θα μπει στο επιδιωκόμενο ανοδικό σπιράλ.

Αυτό το στρατηγικό σχέδιο, με υπευθυνότητα, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα, θα υλοποιήσει η επόμενη φιλελεύθερη, κοινωνική και πατριωτική Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Γι’ αυτό και το 2019, αποτελεί έτος ρεαλιστικής ελπίδας και αισιοδοξίας για την ελληνική κοινωνία.

 

Αναγκαία η πολιτική αλλαγή για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης

Η χώρα, στο λυκόφως του 2018, βρίσκεται σε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στο πεδίο της οικονομίας, απογοήτευσης και παραίτησης στο πεδίο της κοινωνίας και διχαστικής όξυνσης στο πεδίο της πολιτικής.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση αποδεικνύει, καθημερινά, ότι δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας. Στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, η «βολική» Κυβέρνηση προχωρά σε εθνικά επιζήμιες συμφωνίες. Στη διαχείριση του προσφυγικού/μεταναστευτικού προβλήματος, βρίσκουν έκφραση οι ιδεοληψίες, η ανικανότητα, ο κυνισμός και η αδιαφάνεια. Στον πρωτογενή τομέα, η Κυβέρνηση έχει δημιουργήσει συνθήκες ασφυξίας για τον Έλληνα αγρότη. Στην εκπαίδευση, κυριαρχεί η κοντόφθαλμη σκοπιμότητα και η ανομία στους χώρους των πανεπιστημίων. Στο πεδίο της προστασίας του πολίτη, υφίσταται γενικευμένο καθεστώς ανασφάλειας και φόβου. Στο πεδίο της διαχείρισης της εξουσίας, η Κυβέρνηση, κάθε μέρα, βουλιάζει στην ανυποληψία και στα σκάνδαλα, κατ’ ομολογία στελεχών της. Στην οικονομία, τα νοικοκυριά στενάζουν, οι επιχειρήσεις ασφυκτιούν και η οικονομία μεγεθύνεται με αναιμικούς ρυθμούς, χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων. Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση έχει αποτύχει, επί τετραετίας, σε όλες τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη, έχοντας απωλέσει δυνητικό πλούτο ύψους 31 δισ. ευρώ.

Γιατί όμως η οικονομία σέρνεται σε κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας;

  • Επειδή υπερφορολογούνται νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Από το 2015, επιβλήθηκαν 29 νέοι φόροι και συνολικά μόνιμα μέτρα λιτότητας 9,5 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα οι οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία να έχουν εκτοξευθεί κατά 61%.
  • Επειδή υφίσταται εσωτερική στάση πληρωμών, σε κρίσιμους τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Η Κυβέρνηση έχει επιβάλλει, δεδομένου του υψηλού αναπτυξιακού πολλαπλασιαστή αυτών των πόρων, έναν πρόσθετο «φόρο ανάπτυξης».
  • Επειδή υπάρχει κυβερνητική αλλεργία στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, με αποτέλεσμα η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διαρκώς, να συρρικνώνεται.
  • Επειδή «καρκινοβατούν» εμβληματικές ιδιωτικές επενδύσεις, όπως αυτή του Ελληνικού, με αποτέλεσμα ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, διαρκώς, να συρρικνώνεται.
  • Επειδή η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί και κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Επειδή η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται και οι προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα – μεταξύ των οποίων η αντιμετώπιση των «κόκκινων δανείων» και η ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας – είναι μπροστά.
  • Επειδή οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν έχουν ακόμη εκκαθαριστεί.
  • Επειδή το δήθεν «ολιστικό» κυβερνητικό αναπτυξιακό σχέδιο συνιστά μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

Αυτές οι επισημάνσεις καταδεικνύουν αυτό που ολόκληρη η κοινωνία αντιλαμβάνεται: ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να πετύχει υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Γι’ αυτό πρέπει να αλλάξουμε – άμεσα – ρότα, και να κινηθούμε γρήγορα και αποτελεσματικά.

Να στοχεύσουμε σε μία επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ την επόμενη πενταετία, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό που υπάρχει και να επιστρέψουν οι επενδύσεις στον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Όμως, για να φτάσουν οι ετήσιες επενδύσεις στο 21% του ΑΕΠ, η οικονομία θα πρέπει να μεγεθύνεται με ετήσιους ρυθμούς της τάξεως του 4%.

Αυτός ο στόχος είναι εφικτός! Απαιτείται πολιτική βούληση, αποφασιστικότητα και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου. Σχέδιο που διαθέτει, εμπλουτίζει, επικαιροποιεί και θα υλοποιήσει η Νέα Δημοκρατία, και το οποίο θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, θα βελτιώνει την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τη δημιουργικότητα και την εξωστρέφεια.

Βασικές προτεραιότητες του σχεδίου είναι:

  • Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
  • Η υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων, η προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, η αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, η δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού κράτους, η ανάπτυξη ενός ποιοτικού και εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας και καινοτομίας.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία αλλαγή του συνταγματικού χάρτη της χώρας, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη και η δημοσιονομική σταθερότητα. Πεδία που απουσιάζουν από την ευκαιριακή και ιδεοληπτική κυβερνητική πρόταση.

  • Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την εκκαθάριση των οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα «κόκκινων δανείων».
  • Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας, με μία πολιτεία η οποία θα δημιουργήσει ένα ασφαλές περιβάλλον για επενδύσεις, και με επιχειρήσεις που θα υιοθετούν κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και θα επιδεικνύουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.
  • Η ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους πιο αδύναμους συμπατριώτες μας, με την ενίσχυση του Προϋπολογισμού για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, την αύξηση των επιδομάτων ανεργίας, την υιοθέτηση κινήτρων για τη στήριξη της οικογένειας, την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης ψηφιακών δεξιοτήτων για μακροχρόνια ανέργους, τον διπλασιασμό του επιδόματος θέρμανσης κ.α.

Η υλοποίηση αυτού του συνεκτικού σχεδίου, το οποίο θα οδηγήσει σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, θα ξεκινήσει με την μεγάλη πολιτική αλλαγή που θα συντελεστεί το 2019. Η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, μαζί με όλους τους πολίτες, θα τα καταφέρει. Θα τα καταφέρει να ανασυγκροτήσει – σε σύγχρονες βάσεις – την πατρίδα μας, να πετύχει μια καλή σύνθεση παραδοσιακών αξιών με νέες, να αυξήσει – χωρίς ταξική μεροληψία – το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών, να είναι δίκαιη στη διανομή του περισσότερου παραγόμενου πλούτου. Γιατί αξίζουμε και μπορούμε καλύτερα!

Υγιής ανάπτυξη σε τέσσερις άξονες

Η χώρα βρίσκεται εκτός των προγραμμάτων στήριξης, στρεφόμενη πλέον στις αγορές για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της, με απαγορευτικό όμως – επί του παρόντος – κόστος δανεισμού, σε ένα πολύπλοκο και αβέβαιο εξωτερικό περιβάλλον.

Περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την πολιτική αστάθεια σε ορισμένα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα ευρωπαϊκά υποσυστήματα, σταδιακό περιορισμό της νομισματικής πολιτικής στις αναπτυγμένες οικονομίες, υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, πιθανή άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου, κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, γεωπολιτικές εντάσεις, ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και κλιματικές αλλαγές.

Μέσα σε αυτό το γεμάτο κινδύνους εξωτερικό περιβάλλον, η χώρα, με ευθύνη και των θεσμών, πορεύεται χωρίς εθνική στρατηγικήσε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στο πεδίο της οικονομίας και απογοήτευσης και παραίτησης στο πεδίο της κοινωνίας. Συγκεκριμένα:

  • Η χώρα παραμένει «κλειδωμένη» στη μνημονιακή γραμμή, αφού οι βαριές πολιτικές λιτότητας συνεχίζονται, οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται – για πολλά χρόνια – υψηλοί, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και είμαστε ενταγμένοι σε αυστηρό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
  • Το Πρόγραμμα απέτυχε, αφού δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.
  • Η δημοσιονομική υπερ-απόδοση, η οποία οφείλεται στην υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στην εσωτερική στάση πληρωμών, υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
  • Η οικονομία μεγεθύνεται με αναιμικούς ρυθμούς, χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων, με αποτέλεσμα να «σέρνεται» σε κατάσταση παράλυσης και στασιμότητας.
  • Η χώρα δεν έχει επιστρέψει στην κανονικότητα, αφού η ανταγωνιστικότητά της έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, καταθέσεις δεν έχουν επιστρέψει με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.
  • Τέλος, η Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, ναρκοθετεί τα θεμέλια της οικονομίας: το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί, το Χρηματιστήριο έχει καταρρεύσει, οι προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα – μεταξύ των οποίων η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας – είναι μπροστά μας, η ρευστότητα σημαντικών δημοσίων φορέων επιδεινώνεται και το κράτος διογκώνεται.

Σε αυτή την ζοφερή πραγματικότητα η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι απαιτείται να υλοποιηθεί, με αποφασιστικότητα και αξιοπιστία, ένα συνεκτικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής, με διαφορετικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων.

Σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ουσιαστική προώθηση των εταιρικών και δημόσιων επενδύσεων, που θα βελτιώνει την παραγωγικότητα, την ποιότητα, την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια.

Σχέδιο που θα βοηθήσει τόσο να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη – τα τελευταία χρόνια – «διαρροή εγκεφάλων», όσο και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας, εξαιτίας της ενσωμάτωσης σύγχρονων τεχνολογικών εξελίξεων στην παραγωγή.

Βασικοί άξονες του σχεδίου είναι:

1ος. Η απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και η συνολική μείωση φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων (π.χ. μείωση φορολόγησης ακίνητης περιουσίας και μελλοντική μεταβίβαση αυτού στην τοπική αυτοδιοίκηση, μείωσης ασφαλιστικών εισφορών στο σύνολο των εργαζομένων, μείωση φορολόγησης μερισμάτων, μείωση εισαγωγικού συντελεστή φορολόγησης για τα φυσικά πρόσωπα, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.).

2ος. Η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, τη δημιουργία ενός παραγωγικού κράτους, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και την επιτάχυνση των διαδικασιών στο δικαστικό σύστημα, την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης (εκπαίδευση και δια βίου μάθηση, έρευνα και καινοτομία). Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία και τολμηρή πρόταση για την αλλαγή του συνταγματικού χάρτη της χώρας, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα.

3ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών και χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

4ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας, με μία Πολιτεία που θα δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, και με επιχειρήσεις οι οποίες θα λειτουργούν με υπευθυνότητα, υιοθετώντας κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε ένα ανοδικό σπιράλ, με την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές. Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Με σχέδιο θα πάρει μπροστά η «επιχειρηματική μηχανή» της χώρας

Μία χώρα, για να ανταποκριθεί στο ασταθές και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον εξαιτίας και των προκλήσεων της ψηφιακής επανάστασης, για να πετύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, για να δημιουργήσει καλά αμειβόμενες θέσεις απασχόλησης και για να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή, οφείλει να δημιουργήσει ένα λειτουργικό, σταθερό και ασφαλές πλαίσιο για το επιχειρείν.

Δυστυχώς, την τελευταία τετραετία, η Κυβέρνηση κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση: νέοι φόροι επιβλήθηκαν, οι ασφαλιστικές εισφορές διογκώθηκαν, οι οφειλές του Δημοσίου παρέμειναν υψηλές και δεν εκκαθαρίζονται, οι επιστροφές φόρων προς τους ιδιώτες καθυστερούν, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων καταρρέει, η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων είναι χαμηλή και αργή, το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων παρουσιάζει καθυστερήσεις, εμβληματικές επενδύσεις – όπως αυτή του Ελληνικού – κωλυσιεργούν, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται.

Το αποτέλεσμα είναι η χώρα να «σέρνεται» σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, με αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και με συρρικνωμένη ανταγωνιστικότητα.

Και οι επιχειρήσεις να αγκομαχούν, με ιδιαίτερα υψηλό και με αυξητικές τάσεις ιδιωτικό χρέος, λειτουργώντας σε συνθήκες ανασφάλειας και ασφυξίας, διογκώνοντας το “business drain”.

Απαιτείται συνεπώς, παρά το ιδιαίτερα ασφυκτικό και περιοριστικό μετα-προγραμματικό πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου ώστε η «επιχειρηματική μηχανή» της χώρας να πάρει μπροστά, δίνοντας ώθηση συνολικά στην οικονομία.

Ένα σχέδιο με διαφορετικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ουσιαστική προώθηση των εταιρικών και δημοσίων επενδύσεων. Σχέδιο με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Την απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη συνολική μείωση φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών. Με την ταχύτερη και μεγαλύτερη μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τις υπερ-αποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, τη συνολική μείωση ασφαλιστικών εισφορών, τη μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα, τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.

Αντιθέτως, η Κυβέρνηση, αφού πρώτα αύξησε το συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων από το 26% στο 29%, προχωράει στη σταδιακή – κατά 1% ετησίως – μείωσή του, ώστε το 2021 αυτός να διαμορφωθεί στο επίπεδο που τον παρέλαβε το 2014!

2ος Άξονας: Την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, τη δημιουργία ενός παραγωγικού κράτους, την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μία ευρεία και τολμηρή πρόταση για την αλλαγή του καταστατικού χάρτη της χώρας, όπως αυτή που έχει προτείνει η Νέα Δημοκρατία, η οποία θα αγγίζει κρίσιμα πεδία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η καλή νομοθέτηση και η δημοσιονομική σταθερότητα.

3ος Άξονας: Την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τραπεζικό σύστημα.

4ος Άξονας: Την ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Με μια Διοίκηση η οποία θα βελτιώσει το επιχειρηματικό περιβάλλον και θα περιορίσει τη ρυθμιστική γραφειοκρατία, εποπτεύοντας όμως την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς και ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Με επιχειρήσεις που θα λειτουργούν με υπευθυνότητα, στοχεύοντας στην ικανοποίηση όλων των stakeholders, υιοθετώντας κανόνες και βέλτιστες πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης και επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Αυτό το ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο άσκησης οικονομικής πολιτικής είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία, με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Η Κυβέρνηση της αυταπάτης, του τυχοδιωκτισμού, των ιδεοληψιών και της σκληρής και αχρείαστης λιτότητας, τερματίζει τη θητεία της με έναν νεομνημονιακό και αντιαναπτυξιακό Προϋπολογισμό.

Προϋπολογισμό καταρτισμένο σε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στο πεδίο της οικονομίας, απογοήτευσης και παραίτησης στο πεδίο της κοινωνίας και διχαστικής όξυνσης στο πεδίο της πολιτικής.

Προϋπολογισμό που δεν ενσωματώνει την αναγκαία εθνική στρατηγική για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία καλά αμοιβόμενων θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Συγκεκριμένα, ο τελευταίος Προϋπολογισμός της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ καταδεικνύει ότι:

1ον. Η χώρα παραμένει «κλειδωμένη» στην αυστηρή μνημονιακή γραμμή, αφού οι βαριές πολιτικές λιτότητας συνεχίζονται, οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται – για πολλά χρόνια – υψηλοί, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για έναν αιώνα, και η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

2ον. Το Πρόγραμμα απέτυχε, αφού δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

3ον. Τα αχρείαστα υπερ-πλεονάσματα, τα οποία οφείλονται στην υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών, μεταξύ άλλων και στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, υπονομεύουν την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

4ον. Η κανονικότητα δεν έχει επιστρέψει, αφού η ανταγωνιστικότητα υποχωρεί, οι οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία διογκώνονται, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν έχουν εκκαθαριστεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, οι μισθοί μειώνονται, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης επικρατούν, η μακροχρόνια ανεργία κυριαρχεί, καταθέσεις δεν επιστρέφουν – με ουσιαστικό τρόπο – στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται και η ρευστότητα σημαντικών φορέων επιδεινώνεται.

Και φυσικά, η επιδίωξη της Κυβέρνησης να μιμηθεί προεκλογικά, ανεπιτυχώς τον «Αϊ Βασίλη», προωθώντας αποσπασματικά, με μεγάλη καθυστέρηση και σε βάθος χρόνου, μειώσεις κάποιων φόρων που η ίδια – μόνη της – επέβαλε, αφού έχει προχωρήσει σε 17 περικοπές συντάξεων και σε 29 αυξήσεις φόρων, αφού έχει επιβάλλει συνολικά μέτρα λιτότητας ύψους 9,5 δισ. ευρώ, αφού έχει φτωχοποιήσει την κοινωνία και διαλύσει τη μεσαία τάξη, δεν πείθει ούτε και τα πιο μικρά παιδιά.

 

Μέσα σε αυτό το ρευστό, ομιχλώδες και με υψηλούς κινδύνους εσωτερικό – αλλά και εξωτερικό – περιβάλλον, η Νέα Δημοκρατία ένα καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο, που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, θα προωθεί την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τη δημιουργικότητα, την ποιότητα και την εξωστρέφεια, θα υπηρετεί την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, θα διασφαλίζει την συστηματική και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές και θα βγάλει τη χώρα – με καθαρό τρόπο – από τα μνημόνια.

Βασικοί πυλώνες του σχεδίου είναι η συνολική μείωση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων (π.χ. μείωση ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους, μείωση του εισαγωγικού συντελεστή φορολόγησης για τα φυσικά πρόσωπα, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση κ.α.), η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων (π.χ. αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων, δημιουργία ενός αποτελεσματικού κράτους, επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία κ.α.) και η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία (π.χ. αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, εκκαθάριση των οφειλών του Δημοσίου, άρση κεφαλαιακών περιορισμών, σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης κ.α.).

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων.

Και έτσι οι πολίτες θα μπουν σε ένα νέο ανοδικό κύκλο, ατομικής προόδου και συλλογικής ευημερίας. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Ώστε η χώρα να καταφέρει να ανασυγκροτηθεί σε νέες στέρεες βάσεις.

Στον δημόσιο πολιτικό διάλογο ένα ερώτημα που συχνά τίθεται είναι εάν το 3ο, αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο οδήγησαν τη χώρα η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, πέτυχε ή απέτυχε.

Η Κυβέρνηση διατείνεται ότι πέτυχε, ισχυριζόμενη, κυρίως, ότι υπερκαλύπτονται οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Η πραγματικότητα όμως, για ακόμη μία φορά, διαψεύδει τις επιθυμίες της.

Για μια σειρά από λόγους:

1ον. Δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές, κάτι που αποτελεί βασικό στόχο του προγράμματος.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί, πλήρως, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

2ον. Δεν επιτεύχθηκαν οι αναπτυξιακοί στόχοι του προγράμματος.

Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς.

Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Με λίγα λόγια, η χώρα βρίσκεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

3ον. Το ιδιωτικό χρέος διογκώθηκε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 60% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητάς τους.

4ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές που ξεπερνούν ακόμα τα 3 δισ. ευρώ, παρά την πρόβλεψη του προγράμματος ότι αυτές θα εκκαθαρίζονταν πλήρως μέχρι τις 20 Αυγούστου.

5ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Οι δαπάνες του, σε αντίθεση με την πρόβλεψη του προγράμματος, παρουσίασαν υστέρηση κατά 1,3 δισ. ευρώ έναντι του στόχου τη διετία 2016-2017, και επιπρόσθετα διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας.

Ενώ μέχρι σήμερα το 2018, η σωρευτική απόκλιση έναντι του στόχου ανέρχεται ήδη στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση στερεί πολύτιμη ρευστότητα από την οικονομία, προκειμένου να επιτύχει υπερπλεονάσματα.

6ον. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.

Σύμφωνα με τις διεθνείς εκθέσεις, όπως η πιο πρόσφατη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, η χώρα διαρκώς υποχωρεί την τελευταία τριετία στους παγκόσμιους δείκτες ανταγωνιστικότητας.

7ον. Το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.

Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων, την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, την παροχή πιστώσεων και τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας του, την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι το πρόγραμμα απέτυχε στους βασικούς του στόχους.

Και σε αυτούς που πέτυχε, το κόστος και οι επιπτώσεις για την οικονομία και την κοινωνία είναι τεράστια.

Ευτυχώς όμως για τη χώρα, μαζί με το πρόγραμμα κλείνει και ένας κύκλος αποτυχημένης διακυβέρνησης, που χαρακτηρίστηκε από αυταπάτες, ανευθυνότητα, τυχοδιωκτισμό, αναποτελεσματικότητα και ιδεοληψίες.

Και οι πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας.

Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού αποτυπώνει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, τα αδιέξοδα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Τα μέτρα λιτότητας εξακολουθούν να υφίστανται, οι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν υψηλοί, η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνεχίζεται, το Κράτος διογκώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται και υποεκτελείται.

Το αποτέλεσμα αυτής της αδιέξοδης πολιτικής είναι η οικονομία να αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, οι επενδύσεις να συρρικνώνονται και το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται. Ενδεικτικά και μόνο, να υπενθυμίσουμε ότι η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 59% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Αποδεικνύεται έτσι ότι η «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα πίσω στην κανονικότητα.

Ταυτόχρονα, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, το οικονομικό κλίμα – τους τελευταίους μήνες – επιδεινώνεται, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Επιπρόσθετα, η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο για πρώτη φορά ενεργοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά βρίσκεται και εκτός αγορών, με υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο κόστος δανεισμού, συμπαρασύροντας ανοδικά και το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και τραπεζών.

Η χρήση δε του ταμειακού αποθέματος, πέραν του ότι αυτό δημιουργήθηκε με λανθασμένο τρόπο, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και αφήνοντας αναξιοποίητους χαμηλού κόστους πόρους ύψους 24 δισ. ευρώ από τη δανειακή σύμβαση, θα στείλει ανησυχητικό μήνυμα στις αγορές.

Τέλος, οι όποιες  Κυβερνητικές επεκτατικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις είναι – όπως αναφέρει και το Προσχέδιο – «προτιθέμενες» και αποσπασματικές, αφού δεν εντάσσονται σε μία συνολική οικονομική πρόταση, όπως αυτή που έχει καταθέσει η Νέα Δημοκρατία και η οποία στοχεύει σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, στη δημιουργία πολλών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με έμφαση στην εξωστρέφεια και τις επενδύσεις, μέσα από τη μείωση της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Συμπερασματικά, το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, το τελευταίο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, σφραγίζει το τέλος του τετραετούς κύκλου της αυταπάτης, της δημιουργικής ασάφειας, των ιδεοληψιών, της ανευθυνότητας, του τυχοδιωκτισμού και της αναποτελεσματικότητας, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και στους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Συγχρόνως, όμως, σημάνει και την απαρχή ενός νέου κύκλου ευθύνης, ρεαλισμού, υπευθυνότητας και σοβαρότητας, με διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

H αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και η υλοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αποτελούν βασικά εργαλεία και σημαντικές πηγές τόνωσης της ρευστότητας της οικονομίας.

Δυστυχώς, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει αποτύχει και στα δύο αυτά πεδία, στερώντας ρευστότητα από την αγορά, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και υπονομεύοντας την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ειδικότερα:

1ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές.

Η Κυβέρνηση, στο Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, αναφέρει ότι “Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης προς τρίτους…αποτελεί μία από τις προτεραιότητες του Υπουργείου Οικονομικών».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει.

Και αυτό γιατί οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 11% τον Αύγουστο, ξεπερνώντας πλέον τα 3 δισ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι είχαν εκταμιευθεί – για την αποπληρωμή τους – δανειακοί πόροι 7 δισ. ευρώ.

Αυτό οφείλεται στην ανικανότητα της Κυβέρνησης να αντλήσει και να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, αλλά και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους, με αποτέλεσμα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου από 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης το 2014.

Επιπλέον, η ημερομηνία πλήρους εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών όλο και μετατίθεται.

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017, κατόπιν για το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, και στη συνέχεια για το τέλος του 2018.

Ούτε αυτή όμως η δέσμευση δεν θα υλοποιηθεί αφού, στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, γίνεται αναφορά στην περαιτέρω μείωσή τους μέχρι το τέλος του έτους και όχι στην πλήρη εκκαθάρισή τους.

Και το χειρότερο όλων είναι ότι σήμερα, που η χρηματοδότηση της χώρας από το πρόγραμμα έχει λήξει, η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών θα βασιστεί αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα και στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών.

2ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Η Κυβέρνηση, στο δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της, τονίζει τη σημασία του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι το κύριο χρηματοδοτικό εργαλείο για την Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει και εδώ.

Συγκεκριμένα, οι δαπάνες του Προγράμματος, το 2017, έκλεισαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, εμφανίζοντας σωρευτική υστέρηση ύψους 1,3 δισ. ευρώ την περίοδο 2016-2017.

Ενώ το 2018, συνεχίζουν να παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, σχεδόν κατά 1 δισ. ευρώ το οκτάμηνο του έτους.

Μάλιστα ο στόχος, για το 2018, έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω, και περιορίζεται στα 6,63 δισ. ευρώ, καθιστώντας αισιόδοξη την κυβερνητική πρόβλεψη για αυξημένες δημόσιες επενδυτικές δαπάνες το 2019.

Συμπερασματικά, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ σε δύο κομβικά για την οικονομία πεδία, επιβεβαιώνουν, για ακόμη μία φορά, την ανικανότητα και την αναποτελεσματικότητά της.

Η επόμενη Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας θα εφαρμόσει ένα σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, μέσα από την ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Στην εφετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, αποτυπώθηκαν, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, οι μεγάλες διαφορές των κ. Τσίπρα και Μητσοτάκη στο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και αξιακό επίπεδο.

Από τη μία πλευρά, είχαμε το «κύκνειο άσμα» ενός – χωρίς όραμα και σχέδιο – απερχόμενου Πρωθυπουργού, ο οποίος, αφού απέτυχε σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας (π.χ. διαχείριση προσφυγικού/μεταναστευτικού προβλήματος, διασφάλιση της ασφάλειας του πολίτη, εθνικά επιζήμια διαχείριση θεμάτων όπως είναι το Σκοπιανό, τραγική αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων όπως είναι η καταστροφή στο Μάτι), αφού οδήγησε τη χώρα σε ένα αχρείαστο 3ο πρόγραμμα, αφού επέβαλε πρόσθετα μέτρα λιτότητας στους πολίτες ύψους 14,5 δισ. ευρώ, αφού φτωχοποίησε την κοινωνία και ισοπέδωσε τη μεσαία τάξη, αφού συμφώνησε σε υψηλούς δημοσιονομικούς στόχους για πολλά χρόνια, αφού δέσμευσε τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, αφού απαξίωσε την αξία του τραπεζικού συστήματος, αφού αποδέχθηκε το πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας, ακολουθεί το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας, της συνειδητής όξυνσης και του διχασμού, προσπαθώντας να «κρατηθεί», για λίγο ακόμη, στην εξουσία.

Και από την άλλη πλευρά, έχουμε τον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος μίλησε ειλικρινά, υπεύθυνα και ενωτικά, συγκροτημένα και τεκμηριωμένα, με μέτρο και μετριοπάθεια, αποφεύγοντας έωλες υποσχέσεις και ανεδαφικές δεσμεύσεις, αποδεικνύοντας ότι έχει όραμα για τη χώρα, το οποίο και θα υλοποιήσει, γιατί διαθέτει πολιτική βούληση και ρεαλιστικό σχέδιο.

Σχέδιο με βασικούς στόχους την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και την ασφαλή πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, με μία κοινωνία που θα δίνει ευκαιρίες προόδου και ευημερίας σε όλους, με μία οικονομία παραγωγική, ψηφιακή, καινοτόμο που θα προσελκύει επενδύσεις σε υγιείς βάσεις, με ένα κράτος λειτουργικό και αποτελεσματικό, με μία παιδεία που θα προετοιμάζει το μέλλον και θα παρακολουθεί την οικονομία, με μία Κυβέρνηση που θα αντιμετωπίζει το κράτος δικαίου και την ασφάλεια ως προϋποθέσεις της Δημοκρατίας και με μία χώρα που θα μετέχει στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Ευρώπης, συνδυάζοντας εθνικές προτεραιότητες, κοινοτικές ευθύνες και συμμαχικές αναγκαιότητες.

Σχέδιο με προτεραιότητες την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, την αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που εδράζεται στην αύξηση της ποσότητας και τη βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων, με βασικούς άξονες την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση στοχευμένων μειώσεων άμεσων και έμμεσων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, την υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία (με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης).

Για να επιτευχθούν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Και θα τα καταφέρουμε!

 

 

 

Η χώρα ολοκληρώνει τη χρηματοδότησή της μέσω των προγραμμάτων στήριξης και στρέφεται αποκλειστικά στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της, μέσα όμως σε ένα αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον, με μία οικονομία «λιμνάζουσα», η οποία συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της. Συγκεκριμένα:

1ον. Η κατάσταση, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ έχει βελτιωθεί την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας σφαλμάτων κυρίως του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – εξακολουθούν να υφίστανται. Με λίγα λόγια, η χώρα δεν έχει ακόμη επανέλθει στην κανονικότητα.

2ον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, τα τελευταία χρόνια, επιτυγχάνονται, και μάλιστα υπερκαλύπτονται.

Αυτό όμως οφείλεται, κυρίως, στην υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στη στέρηση πόρων από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Με αποτέλεσμα, τη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους και την αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.

3ον. Η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Κυβέρνηση, με ευθύνη της, επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε – και μάλιστα σημαντικά – στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο. Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

4ον. Η χώρα εισέρχεται σε ένα καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, με την Κυβέρνηση να έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, να έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, να έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα και να έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό όρους και προϋποθέσεις.

5ον. Η χρηματοδότηση με χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένη, αφού δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί οι αναγκαίες προς τούτο συνθήκες.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα.

Η Κυβέρνηση μάλιστα δεν διεκδίκησε τους αναξιοποίητους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ, χαμηλού κόστους δανεισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για το «χτίσιμο» του ταμειακού αποθέματος.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις παρατηρήσεις, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να υλοποιήσει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να επιτευχθούν αυτά, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής, διατηρήσιμης και έξυπνης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα τέτοιο συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος Άξονας. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος Άξονας. Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, με την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, με τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και την επιτάχυνση των διαδικασιών στο δικαστικό σύστημα, με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την ανάπτυξη ενός ποιοτικού και εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας.

3ος Άξονας. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές, με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων.

4ος Άξονας. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Με μία πολιτεία που πρέπει να δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, με τη Διοίκηση, το Κράτος και τη Δικαιοσύνη συμμάχους της επιχειρηματικότητας.

Και με επιχειρήσεις που πρέπει να λειτουργούν με υπευθυνότητα, να αποκτήσουν κουλτούρα εταιρικής διακυβέρνησης, να επιδείξουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας.

Αυτή, με τη σειρά της, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στην ιστορία, στις δυνατότητες και στην προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Προϋπόθεση, η αναγκαία πολιτική αλλαγή, ώστε να χτίσουμε, όλοι μαζί, την Ελλάδα της αυτοπεποίθησης.