Η Άποψή μου
Ενημερωθείτε καθημερινά για τις δημόσιες τοποθετήσεις μου (άρθρα, συνεντεύξεις, ομιλίες)

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας και ο Αναπληρωτής Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Ημαθίας κ. Απόστολος Βεσυρόπουλος, με αφορμή την Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή έκαναν την ακόλουθη δήλωση:

«Η τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή επιβεβαιώνει αυτό που ο κ. Τσίπρας αδυνατεί ή δεν θέλει να κατανοήσει.

Η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει εξαντληθεί, με αποτέλεσμα τα νοικοκυριά να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις φορολογικές επιβαρύνσεις που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επέβαλε.

Συγκεκριμένα, το μήνα Σεπτέμβριο, μήνα πληρωμής της πρώτης δόσης του ΕΝΦΙΑ και της δεύτερης δόσης του φόρου εισοδήματος, το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών των πολιτών αυξήθηκε ακόμα περισσότερο, και ξεπέρασε τα 103 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 40% από το τέλος του 2014. Με τον αριθμό των πολιτών που χρωστούν στις εφορίες να ξεπερνά πλέον τα 4,3 εκατομμύρια. Και οι οποίοι έχουν υποστεί ή κινδυνεύουν με κατασχέσεις και πλειστηριασμούς.

Ευτυχώς όμως για τη χώρα, ολοκληρώνεται ο καταστροφικός τετραετής κύκλος της Κυβέρνησης των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών. Και ανοίγει, με διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, ένας νέος κύκλος μείωσης φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας καλών θέσεων εργασίας και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής».

Τα πεπραγμένα της σημερινής Κυβέρνησης αποδεικνύουν ότι δεν μπορεί να επιτύχει υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.  Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018, όπως και για το 2019, κάτι που έπραξε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Φθινοπωρινή Έκθεσή της. και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο της Κυβέρνησης, το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!


Ακούστε ολόκληρη τη συνέντευξη εδώ.

 

Από την ημέρα της εθνικής επετείου παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο περιστατικό που σχετίζεται με τον θάνατο του Έλληνα ομογενούς στην Αλβανία. Θα ήθελα την εκτίμησή σας και για τον τρόπο που αντιμετωπίζουν το θέμα τα Τίρανα, αλλά και για τους χειρισμούς της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό συμβάν, για μία ανθρωποκτονία. Απαιτείται συνεπώς να υπάρχει, από την αλβανικές αρχές, πλήρης ενημέρωση, διερεύνηση των γεγονότων και απόδοση ευθυνών.

Οι αρχικές δημόσιες κρίσεις του Αλβανού Πρωθυπουργού όχι μόνο δεν κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά ήταν και απαράδεκτες. Αντιθέτως, θα έπρεπε, όπως κάνει κάθε ευνομούμενο Κράτος, να διατάξει την πλήρη διερεύνηση, με κάθε αμεροληψία και διαφάνεια, αυτής της υπόθεσης.

Σε ότι αφορά την Ελληνική Κυβέρνηση, το διάβημα ήταν προς την σωστή κατεύθυνση. Αλλά θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι κατά τη διαδικασία της έρευνας δεν θα υπάρξει καμία πολιτική παρέμβαση από την αλβανική Κυβέρνηση.

Είναι απαραίτητο να υπάρξει απόλυτη διαλεύκανση αυτής της υπόθεσης.

Ψηλά στην επικαιρότητα είναι, επίσης, η επιστολή που έστειλε ο ΣΥΡΙΖΑ στους αρχηγούς των κομμάτων αναφορικά με τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης. Πιστεύετε ότι υπάρχει πεδίο συνεννόησης ώστε να αποκτήσει η χώρα ένα Σύνταγμα που να απαντά στις ανάγκες των καιρών;

Δυστυχώς, με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, το αναγκαίο πεδίο συνεννόησης δεν φαίνεται να υφίσταται, αποκλειστικά με κυβερνητική ευθύνη.

Και αυτό διότι έχουμε να κάνουμε με μία Κυβέρνηση η οποία καθημερινά υβρίζει, συκοφαντεί και απειλεί την αντιπολίτευση, εργαλειοποιεί μία κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία ως επικοινωνιακό αντίβαρο στα συσσωρευμένα αδιέξοδα της πολιτικής της και θέλει να επιβάλλει, συριζοποιώντας τον συνταγματικό χάρτη της χώρας, παρωχημένες ιδεοληψίες (π.χ. διατήρηση απαγόρευσης ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων), κουτοπόνηρες κομματικές μεθοδεύσεις (π.χ. απλή αναλογική και δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία) και υποκριτικές εξαγγελίες για μικροκομματικούς λόγους (π.χ. απαγόρευση πώλησης νερού και ηλεκτρισμού, ενώ έχει εκχωρήσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για 99 χρόνια).

Εμείς, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, αναγνωρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται μία τολμηρή αλλαγή του καταστατικού της χάρτη, ζητούμε, ως ένα πεδίο συνεννόησης, να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα αναθεωρήσιμα άρθρα που εισηγούνται Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, και να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των αλλαγών με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές.

Απόρριψη αυτής της πρότασης συνιστά ομολογία ήττας του ΣΥΡΙΖΑ στις προσεχείς εκλογές.

Στην προοίμιο της ίδιας επιστολής ο πρωθυπουργός κάνει λόγο για «λήξη της περιόδου των Μνημονίων» και για «καθαρή έξοδο» και δεν μπορώ να μην ζητήσω το σχόλιό σας, επικαλούμενος και την ιδιότητά σας ως τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας…

Δεν μπορούμε να μιλάμε για «καθαρή έξοδο» όταν η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα προγράμματα, έχει προ-νομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας στο πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας.

Συνεπώς η χώρα, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, τελεί ουσιαστικά υπό ένα μη ομολογούμενο νέο μνημόνιο.

Και για να μην ξεχνιόμαστε: από τα 8 χρόνια που η χώρα ήταν σε προγράμματα, τα 4 χρόνια, δηλαδή τα μισά, κυβέρνησαν οι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Και ήταν και αχρείαστα…

Το 3ο πρόγραμμα όμως πέτυχε, όπως υποστηρίζουν ΣΥΡΙΖΑ και ξένοι αξιωματούχοι;

Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται, επί μακρόν, εκτός αγορών.

Τουλάχιστον όμως η χώρα ανακάμπτει και επιστρέφει η κανονικότητα.

Καταρχήν η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς. Να υπενθυμίσουμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 (και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το 2019) και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Συνεπώς, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

Επίσης όμως, με βάση και τα πιο πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία για την πορεία της οικονομίας, το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της.

Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται.

Ευτυχώς όμως, ο προϋπολογισμός που θα συζητήσουμε σε λίγες εβδομάδες στη Βουλή, σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας.

Εφόσον η Νέα Δημοκρατία έρθει στην εξουσία, ποιο θα είναι το πρώτο ζήτημα που θα θέσει στους εταίρους ως προς τις μελλοντικές δεσμεύσεις της χώρας;

Καταρχήν θα επιδιώξει να επιτευχθούν – και όχι να υπερκαλυφθούν – οι δημοσιονομικοί στόχοι, με οικονομικά πιο αποτελεσματικό και κοινωνικά πιο δίκαιο τρόπο.

Με στοχευμένες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που θα βελτιώσουν το διαθέσιμο εισόδημα και τη φορολογική συμμόρφωση, με υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με ανάληψη πρωτοβουλιών που θα αυξήσουν τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η άμεση υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Είναι πανθομολογούμενο ότι βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο. Δεδομένων των όσων διημείφθησαν τις προηγούμενες ημέρες με αφορμή την υπόθεση Παπαντωνίου, θα πάμε στις κάλπες με ατζέντα τη Θέμιδα και υπό καθεστώς ακραίας πόλωσης;

Είναι γεγονός, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες και ηθικές αρχές, θα ακολουθήσει το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας και της συνειδητής όξυνσης, προσπαθώντας να κρατηθεί για λίγο ακόμη στην εξουσία. Επιλογή «ύστατης καταφυγής» για όποιον δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στον τόπο.

Όμως, η Κυβέρνηση εκπέμπει, καθημερινά, μία εικόνα αποσύνθεσης και παρακμής, η οποία δεν μπορεί να κρυφτεί ούτε με «αριστερή χρυσόσκονη» μέσα από κάποιες παροχές, ούτε με συνεδριάσεις «κεκλεισμένων των θυρών», ούτε με «λάσπη στον ανεμιστήρα».

Συνεπώς, όσο πιο γρήγορα γίνουν εκλογές, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Από την άλλη πλευρά, ο καθένας κρίνεται για τις πράξεις και τις παραλείψεις του, και γι’ αυτό υπάρχει η Δικαιοσύνη.

H Τομεάρχης Οικονομίας και Ανάπτυξης της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Α’ Αθηνών, κυρία Ντόρα Μπακογιάννη και ο Τομεάρχης Οικονομικών, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, για τις προβλέψεις της Φθινοπωρινής Έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έκαναν την ακόλουθη δήλωση:

«Oι εκτιμήσεις όλων των οικονομικών οργανισμών, εντός και εκτός Ελλάδας, για την  οικονομική μεγέθυνση της χώρας, επιβεβαιώνουν ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι ανίκανη να πετύχει υψηλή, διατηρήσιμη και βιώσιμη ανάπτυξη.

Υπενθυμίζεται ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016. Και στη συνέχεια απέτυχε παταγωδώς, αποκλίνοντας περίπου κατά 50%, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017. Αναθεώρησε προς τα κάτω την εκτίμηση για το 2018, όπως και για το 2019, κάτι που έπραξε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Φθινοπωρινή Έκθεσή της. Και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Όλα αυτά διότι η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα είναι ανίκανη να εφαρμόσει ένα ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχέδιο, το οποίο βέβαια και δεν διαθέτει.

Η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα εφαρμόσει διαφορετικό μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής δίνοντας έμφαση στη μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, την πραγματοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία,  με στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής».

Η κυβέρνηση  συμμορφώνεται, επιτέλους, με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Όμως η αναγκαστική συμμόρφωσή της:

  • Γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση, καθώς τρία χρόνια τώρα αρνήθηκε να τις εφαρμόσει, ενώ είχε το περιθώριο. Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είχε καταβάλει το 2014 το 50% των αναδρομικών και αποκαταστήσει τις μισές από τις απώλειες που είχαν υποστεί οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι.
  • Υλοποιείται και με λάθος τρόπο, γιατί ενώ η κάλυψη αυτού του ποσού θα έπρεπε να έχει προκύψει από υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη της οικονομίας, προέρχεται από την υπερφορολόγηση -και αυτών των κλάδων-, την εσωτερική στάση πληρωμών και τη συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Για τους δύο αυτούς λόγους, είναι προφανές ότι η σημερινή απόφαση ελήφθη από την κυβέρνηση για ψηφοθηρικούς λόγους ενόψει της επερχόμενης ήττας της στις εκλογές.

Παρ’ όλα αυτά η Νέα Δημοκρατία θα ψηφίσει τη σχετική τροπολογία, όπως είχε δεσμευθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης στους εκπροσώπους των κλάδων αυτών

Η σημερινή κατάσταση της χώρας χαρακτηρίζεται από οικονομικό τέλμα, κοινωνική μιζέρια, θεσμική παρακμή και κυβερνητική αποσύνθεση. Και αυτά δεν κρύβονται ούτε με “αριστερή χρυσόσκονη”, ούτε με “λάσπη στον ανεμιστήρα”, ούτε μένοντας “κεκλεισμένων των θυρών”.

Και είναι γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με έναν Πρωθυπουργό άβουλο, αδύναμο, απλό θεατή σε συνεχείς παραστάσεις του κυβερνητικού θιάσου, που ο ίδιος όμως έχει δημιουργήσει.


Ακούστε τη συνέντευξη εδώ.

Ο Βουλευτής Φθιώτιδας με τη Νέα Δημοκρατία, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, συναντήθηκε με τη Διοίκηση, το Διοικητικό Προσωπικό και εκπροσώπους φοιτητών του ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας, στην έδρα των  εγκαταστάσεων του Ιδρύματος, με αντικείμενο την επικείμενη νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης σε ό,τι αφορά την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας.

Από την πλευρά των συμμετεχόντων εκφράστηκαν προβληματισμοί, ενστάσεις και αγωνίες σε σχέση με πτυχές των μέχρι σήμερα προτεινόμενων διατάξεων, όπως είναι η κατανομή του διδακτικού προσωπικού, η ύπαρξη οργανωμένων διοικητικών υπηρεσιών, η αντιμετώπιση του προβλήματος της λήξης των συμβάσεων σίτισης, φύλαξης και καθαριότητας, η μη ένταξη του Τμήματος Μηχανικών Πληροφορικής Τ.Ε. σε κάποιο ομότιτλο τμήμα κ.ά.

Ο Βουλευτής επανέλαβε τη θέση πως με τη, μέχρι σήμερα, πρότασή του, το Υπουργείο υποβαθμίζει τη θέση της Λαμίας στον εθνικό χάρτη εκπαίδευσης. Την αντιμετωπίζει στρεβλά και άνισα σε σύγκριση με τις έδρες άλλων Περιφερειών της χώρας, διευρύνοντας το χάσμα που τη χωρίζει από αυτές, αφού η Λαμία δεν θα αποτελεί πλέον έδρα τριτοβάθμιου ιδρύματος, θα έχει μικρό μερίδιο στο σύστημα της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης και μικρό αριθμό δομών έρευνας.

Σήμερα, οι συνθήκες για επανίδρυση και σταδιακή συγκρότηση Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας είναι πιο ευνοϊκές από το παρελθόν: υφίσταται Σχολή με δύο Τμήματα που παρουσιάζουν καλή δυναμική, λειτουργεί διατμηματικό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών, υφίστανται αξιοποιήσιμες ακαδημαϊκές νησίδες στο ΤΕΙ, υφίστανται προϋποθέσεις για καλές υποδομές, αρκεί να υλοποιηθούν όσα είχαν ρυθμισθεί το 2014 και να αξιοποιηθούν οι υποδομές του ΤΕΙ.

Ακόμη συνεπώς και με τις συγκεκριμένες πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης, στο στρατηγικό στόχο της συγκρότησης ενός ποιοτικού και διεθνώς ανταγωνιστικού Πανεπιστημίου με έδρα τη Λαμία, που έτσι και αλλιώς είναι ζήτημα μακροχρόνιας συστηματικής και σοβαρής προσπάθειας, οφείλουμε να μείνουμε αταλάντευτοι και να βαδίσουμε με σχέδιο, τεκμηρίωση, ρεαλισμό και σταθερά βήματα προς αυτόν.