Ομιλίες στη Βουλή
Διαβάστε τις ομιλίες που απευθύνω στη Βουλή στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού έργου

Live, Βουλή | 10.7.2018

Ζωντανά, στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών και Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων.

Gepostet von Χρήστος Σταϊκούρας / Christos Staikouras am Dienstag, 10. Juli 2018

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027, καθώς και το Σύστημα των Ιδίων Πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελούν κρίσιμα ζητήματα για το μέλλον του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Σ’ αυτά τα ζητήματα η χώρα οφείλει να είναι παρούσα, με ενεργό ρόλο, δυνατή φωνή και δημιουργική συμμετοχή, κάτι που δυστυχώς, με κυβερνητική ευθύνη, δεν έγινε έγκαιρα και μεθοδικά, αφού απουσίαζε η στρατηγική και το σχέδιο.

Απόδειξη αυτού είναι ότι δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αναφορά στο δήθεν αναπτυξιακό σχέδιο της Κυβέρνησης σχετικά με τις προτεραιότητες του μακροπρόθεσμου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο σχεδιασμός για τη νέα προγραμματική περίοδο πραγματοποιείται σε ένα ρευστό, ομιχλώδες και με υψηλούς κινδύνους ευρωπαϊκό περιβάλλον.

Περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αμηχανία απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις.

Από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Από ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα υποσυστήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από τάσεις περιχαράκωσης και προστατευτισμού, αρκετών εκ των εταίρων.

Από αντιθέσεις και αμφισβητήσεις παραδοσιακών συμμαχιών.

Από διευρυμένες ξενοφοβικές τάσεις και ενισχυμένη εθνικιστική και λαϊκιστική ρητορική στους ευρωπαϊκούς κόλπους, ακόμη και στον πυρήνα του.

Από πολιτικές αλλαγές που μπορεί να επηρεάσουν τη σταθερότητα, τη συνοχή και την οικονομική προοπτική της Ευρώπης.

Από αναμενόμενες – νωρίτερα ή αργότερα – μεταβολές στην κατεύθυνση άσκησης νομισματικής πολιτικής.

Αλλά και από μία σειρά από νέες προκλήσεις, όπως είναι η διαχείριση του Brexit, η εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια, η τρομοκρατία, η δημογραφική εξέλιξη και η κλιματική αλλαγή.

Όλα αυτά απαιτούν τη διαμόρφωση ενός νέου, διαφανούς, απλού, ενισχυμένου και σύγχρονου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου για την περίοδο 2021-2027.

Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάθεσε την πρότασή της για τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό.

Πρόταση που περιλαμβάνει αλλαγές τόσο στο ύψος όσο και στη δομή του.

Πρόταση που προβλέπει εξοικονομήσεις, ανακατανομές δαπανών και αυξημένες εισφορές των κρατών-μελών, καθώς και την υιοθέτηση νέων ιδίων πόρων για την χρηματοδότηση του Πλαισίου, με στόχο την ευθυγράμμιση του προϋπολογισμού με τις πολιτικές προτεραιότητες.

Συνολικά, αν και η σημαντική βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μπορεί να δικαιολογήσει έναν συγκριτικά μεγαλύτερο προϋπολογισμό, δυστυχώς αυτός παραμένει – ενσωματώνοντας και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης – στα τρέχοντα επίπεδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο πρέπει να είναι πιο αποδοτικό, αποτελεσματικό και προσαρμοστικό, με ενισχυμένη την έννοια της δημιουργικής αλληλεγγύης.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει ότι αυτό θα πρέπει εγκαίρως να εγκριθεί, διότι η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι καθυστερήσεις οδηγούν σε αναβολές σημαντικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων και επενδύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει ένα Πλαίσιο αυξημένης λογοδοσίας, ευέλικτης διάρθρωσης, στοχευμένο σε τομείς αυξημένης προστιθέμενης αξίας και σημαντικής μόχλευσης, με επιτέλεση βασικών λειτουργιών, όπως είναι οι επενδύσεις σε δημόσια αγαθά, η δημοσιονομική πειθαρχία και η μακροοικονομική σταθερότητα.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει έναν μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό που θα εδράζεται στις αρχές της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, μέσα από την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δαπανών και την υλοποίηση πολιτικών δίκαιης αναδιανομής του πλούτου.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει και χαιρετίζει τη σημαντική ενίσχυση των πόρων για την ασφάλεια, τη μετανάστευση και το άσυλο, ειδικά σε μια περίοδο άνισα κατανεμημένων μεταναστευτικών ροών, και με μία Κυβέρνηση ανίκανη να αξιοποιήσει και με διαφάνεια να χρησιμοποιήσει τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει και χαιρετίζει τη σημαντική ενίσχυση των πιστώσεων σε προγράμματα έρευνας και καινοτομίας, σε δράσεις ανταγωνιστικότητας και επιχειρηματικότητας, και σε τομείς όπως είναι η στήριξη της κινητικότητας των νέων και η προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού.

Επισημαίνει όμως την αναγκαιότητα ύπαρξης αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης, την οποία η σημερινή Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, έχει υπονομεύσει.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την ενίσχυση της νησιωτικότητας, και θα ήθελε να δει περισσότερα πράγματα πάνω σ’ αυτό τον τομέα, με δεδομένες τις κυβερνητικές επιλογές οι οποίες επιβαρύνουν σημαντικά τα νησιά της χώρας μας.

Η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί τη σταθεροποίηση ή, στη χειρότερη περίπτωση, την όσο το δυνατόν μικρότερη συρρίκνωση των πόρων για την Κοινή Αγροτική Πολιτική, με την υιοθέτηση όμως πολιτικών ώστε αυτές να είναι πιο αποτελεσματικές σε εθνικό επίπεδο, με την ανάπτυξη δυναμικών αγροτικών περιοχών και τη στήριξη των μικρών και μεσαίων γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία χαιρετίζει την πρόταση τα κράτη-μέλη να αναλάβουν πρόσθετες ευθύνες όσον αφορά τη βέλτιστη χρήση του προϋπολογισμού για τη γεωργία, με μεγαλύτερη απ’ ότι σήμερα ευελιξία να μεταφέρουν κονδύλια μεταξύ των άμεσων ενισχύσεων και της αγροτικής ανάπτυξης, σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες και τους στόχους.

Εκφράζει όμως τον προβληματισμό της για τον κυβερνητικό σχεδιασμό σ’ αυτό το πεδίο, με δεδομένο το μηδενικό παραγόμενο έργο της τελευταίας τριετίας, όπως αποδεικνύεται από τις επιβαρύνσεις που έχει υποστεί ο πρωτογενής τομέας και επιβεβαιώνεται από τη πολύ χαμηλή απορροφητικότητα των κοινοτικών πόρων για τους αγρότες.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την τοποθέτηση κεφαλαίων από τα «διαθέσιμα περιθώρια» και από τα δεσμευμένα αλλά μη χρησιμοποιηθέντα κονδύλια σε «ενωσιακό αποθεματικό», που θα χρησιμοποιηθεί, αν και όταν κριθεί αναγκαίο, για τη χρηματοδότηση απρόβλεπτων γεγονότων και καταστάσεων, σε τομείς όπως είναι η ασφάλεια και η μετανάστευση.

Η Νέα Δημοκρατία κρίνει ως θετική την Ευρωπαϊκή Λειτουργία Σταθεροποιητικών Επενδύσεων για την αντιμετώπιση περιπτώσεων σοβαρών ασύμμετρων κλυδωνισμών.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει το νέο Πρόγραμμα Στήριξης Μεταρρυθμίσεων, το οποίο θα παρέχει χρηματοδοτική και τεχνική στήριξη για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων προτεραιότητας.

Εκφράζει όμως τον προβληματισμό της ως προς τη δυνατότητα αξιοποίησης των σχετικών κονδυλίων από τη σημερινή Κυβέρνηση, με δεδομένη την αποδεδειγμένη αβελτηρία και αλλεργία της στην υλοποίηση ουσιαστικών διαθρωτικών αλλαγών.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την προσθήκη νέων – φορολογικού και πράσινου χαρακτήρα – πόρων που θα δώσουν βιώσιμη λύση στο ζήτημα των εσόδων, διατηρώντας ταυτόχρονα τη διευρυμένη χρηματοδοτική αρχιτεκτονική από νέα εργαλεία, όργανα και μέσα.

Η Νέα Δημοκρατία, όλες αυτές τις πολιτικές, τις υποστήριξε, με συνέπεια και ένταση, στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, και τις έχει ήδη ενσωματώσει στο αναπτυξιακό σχέδιό της, αφού είναι συμβατές με αυτό.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής, διατηρήσιμης και έξυπνης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο που θα αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που προϋποθέτει μια μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Αξιωματική Αντιπολίτευση, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών, κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης.

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι η Νέα Δημοκρατία, διαχρονικά, στηρίζει την εύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης μεταξύ της Ελλάδας και των Σκοπίων.

Μια λύση που θα σέβεται όμως τα πραγματικά ιστορικά, εθνικά δεδομένα.

Σήμερα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρνει μια συμφωνία που τη διαμόρφωσε «εν κρυπτώ».

Συμφωνία που με στρεψοδικίες και επικοινωνιακά τερτίπια, αυταρχικά προωθεί.

Αδιαφορώντας για τις ευαισθησίες των πολιτών και τις θέσεις των κομμάτων.

Κυβέρνηση η οποία απέτυχε να αξιοποιήσει το κεκτημένο της εθνικής συνεννόησης επί του εθνικά κρίσιμου αυτού θέματος.

Κεκτημένο που σωρεύτηκε από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις, πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι.

Δεν θα ακολουθήσω αυτό το δρόμο, παρ’ ότι θα μπορούσα να καταθέσω μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», αλλά και την τελευταία έκφρασή του από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία.

Θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να ανοίξουμε αυτό το θέμα;

Δεν θα το κάνω γιατί δεν ωφελεί την εθνικά κρίσιμη προσπάθεια.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δικαιούται να μας κάνει μάθημα!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι, 

Η Κυβέρνηση περιφρονεί τον Ελληνικό λαό.

Λοιδορεί τις γνήσιες ευαισθησίες της πλειοψηφίας του.

Απαξιώνει το εθνικό κοινοβούλιο.

Επιδίδεται σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας και στρουθοκαμηλισμού.

Προχωρά σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Συμφωνία που παράγει διεθνή αποτελέσματα, κάποια από τα οποία θα αποκτήσουν τον χαρακτήρα του τετελεσμένου.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008.

Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Υποχωρήσεις αφού αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής ιθαγένειας», άρα και αντίστοιχης ταυτότητας.

Υποχωρήσεις αφού διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα, χωρίς κάποιον κοινά αποδεκτό όρο για όλες τις χρήσεις, κατοχυρώνοντας τον «μακεδονικό» εθνικισμό.

Πρόκειται συνεπώς για μία κακή συμφωνία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία, έχουμε χρέος από την ιστορία και ευθύνη για το μέλλον, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Να ενώσουμε και να μην διχάσουμε την κοινωνία.

Να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και τους κινδύνους με ενότητα, ευθύνη, ομοψυχία, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια.

Να εργαστούμε σκληρά, με αλληλεγγύη και συνοχή.

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών, όπως πράττει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις και με επικίνδυνους ακροβατισμούς, όπως κάνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων.

Πάνω από όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Όλα αυτά αποτελούν για τη σημερινή Κυβέρνηση, «αγαθά εν ανεπαρκεία».

Η «κατασκευή» των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δοκιμάσθηκε, «μετρήθηκε» με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης της χώρας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο «κοπής» ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Αφορά την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του Μνημονίου των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Ενός αχρείαστου Μνημονίου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση της τελευταίας οκταετίας.

Κυβέρνηση η οποία, χωρίς καμία ηθική αναστολή, χωρίς αξιακές σταθερές, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, περιφρονώντας ευαισθησίες της κοινωνίας, υπογράφει τα πάντα για την εξουσία, προχωρώντας σε βαριές οικονομικές και εθνικές υποχωρήσεις και κακές συμφωνίες.

Ας περιοριστούμε όμως σήμερα στο πεδίο της οικονομίας.

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα οδηγείται στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Το μόνο όμως που ολοκληρώνεται είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Κυβέρνηση η οποία, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται.

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει.

Σε σχέση με το 2014:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών, η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος», αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

3ον. Το Πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει νέα μέτρα που δεν έχει βιώσει ακόμη η κοινωνία και τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο. Συνεπώς δεν έχει και την πολιτική νομιμοποίηση να τα εφαρμόσει!

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Θα αυξηθεί ο ΕΝΦΙΑ, που θα καταργούσατε σε 1εκατ. νοικοκυριά.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Αυτά τα νέα μέτρα οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της σημερινής Κυβέρνησης στα 14,5 δισ. ευρώ.

Ειδικά για τους συνταξιούχους το 2019, ακόμη και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα για κοινωνική προστασία, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συνεπώς, το διαθέσιμο εισόδημα των συνταξιούχων θα μειωθεί ακόμη περισσότερο το 2019.

Ευτυχώς όμως τότε, το αργότερο, τελειώνουν τα βάσανα των πολιτών με τη σημερινή ανερμάτιστη Κυβέρνηση!

Πάντως, λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Η Κυβέρνηση αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται και η κοινωνία να φτωχοποιείται.

  • Επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα κατά 55%, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Κατά τα άλλα υποστηρίζετε ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική!

Τελικά οι αυταπάτες δεν γιατρεύονται…

Και επειδή λέτε ότι δήθεν κινδυνολογούμε, να μια ακόμη απόδειξη της αποτυχίας σας:

Σε σχέση με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο που εσείς πέρυσι ψηφίσατε, ήδη σήμερα εκτιμάτε σωρευτική απώλεια πλούτου ύψους 26 δισ. ευρώ μέχρι το 2021!

Και μετά καυχιέστε για τις δήθεν επιτυχίες σας; Αιδώς Αργείοι…

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Αλήθεια όμως, τι υποστήριζε ο κ. Τσίπρας πριν από 2 χρόνια (23 Ιουνίου 2016), μετά τη λαϊκή νομιμοποίηση του 2015;

«Είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και, μάλιστα, για αρκετά χρόνια. Εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας.»

Συνεπώς μην υποστηρίζετε ότι η Αξιωματική Αντιπολίτευση κινδυνολογεί.

Μόνοι σας καρφώνεστε!

Είμαι όμως απολύτως βέβαιος ότι κατά την μεθαυριανή του ομιλία, στο ίδιο συνέδριο του Economist, ο κ. Τσίπρας θα κάνει άλλη μία κυβίστηση.

Ή να το πούμε πιο λαϊκά, μία ακόμη κωλοτούμπα!!!

Άλλωστε, το «χούι» δεν κόβεται…

6ον. Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται «αμετάκλητα» και «άνευ όρων» στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης Υπερταμείου.

Πράγματι, με αίσθημα ευθύνης, η Νέα Δημοκρατία ψήφισε τότε την παραμονή της χώρας στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης.

Το μνημόνιο όμως φέρει τις δικές σας υπογραφές!!!

Ένα χρόνο μετά, το 2016, ιδρύθηκε το Υπερταμείο και δεσμεύθηκε η δημόσια περιουσία της χώρας.

Η Νέα Δημοκρατία καταψήφισε την ίδρυσή του.

Κι αυτό διότι περιελάμβανε δυσμενέστερους όρους σε σχέση με το 2015, με πρωτοφανή εκχώρηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της χώρας, χωρίς ουσιαστικό εθνικό και δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία.

Με διάρκεια ζωής τα 99 έτη, όταν η μέση υπολειπόμενη διάρκεια του δανείου είναι τα 33 έτη.

Χωρίς «οροφή» στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται, έναντι πρόβλεψης για 50 δισ. ευρώ στο 3ο Μνημόνιο.

Με αποτέλεσμα, Συνάδελφος της Κυβερνητικής πλειοψηφίας να υποστηρίζει στην Επιτροπή ότι «αυτό συνιστά την επισφράγιση ότι η χώρα μας είναι αποικία χρέους.»

Και λέτε μετά ότι εμείς κινδυνολογούμε;

Τελικά, με εσάς στην Κυβέρνηση «πάτος στις υποχωρήσεις και τον κατήφορο» δεν υπάρχει!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία καταψηφίζει επί της αρχής το Πολυνομοσχέδιο.

Και αυτό γιατί λείπει από την Κυβέρνηση η βούληση, η αξιοπιστία και το σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Ένα σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Ένα σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξημένης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου.

Με βασικούς άξονες:

1ον. Την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και την άμεση και σταδιακή μείωση της υψηλής φορολόγησης των πολιτών.

Αντιθέτως, η σημερινή Κυβέρνηση, όπως περιγράφει και το δήθεν αναπτυξιακό της σχέδιο, πιστεύει ότι «ο συνολικός φορολογικός συντελεστής στην Ελλάδα δεν είναι υπερβολικά υψηλός σε ευρωπαϊκή κλίμακα».

2ον. Την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους.
  • Την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

3ον. Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει – διαχρονικά – αποδειχθεί ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να δημιουργήσει πληρέστερα τις συνθήκες υψηλότερης ανάπτυξης της οικονομίας.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, η οποία μαζί με τις αναγκαίες, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες παρεμβάσεις για τη ρύθμισή του, θα δώσουν τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Διαθέτει υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

Δευτερολογία στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής

κατά τη συζήτηση επί των Άρθρων του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών

για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Άκουσα χθες τον κ. Τσακαλώτο να υποστηρίζει ότι «δεν πουλάει φούμαρα».

Δηλαδή, δεν «πουλάει» αερολογίες, κενολογίες, υποσχέσεις άνευ ουσίας και μη υλοποιήσιμες.

Και το υποστηρίζει αυτό:

  • Ο Υπουργός ο οποίος δεσμεύθηκε ότι θα παραιτηθεί αν προχωρούσε σε οποιαδήποτε περικοπή αφορολόγητου, και σήμερα το «κόβει» για 2η φορά, μάλιστα κατά 35%, πλήττοντας τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, και παραμένει στη θέση του.
  • Ο Υπουργός ο οποίος δήλωνε ότι η Κυβέρνηση δεν πρόκειται να νομοθετήσει εκ των προτέρων μέτρα για μετά το 2018, και τελικά προ-νομοθέτησε μέτρα ύψους 5,1 δισ. ευρώ για το 2019 και το 2020.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε ότι η πολιτική του έχει κοινωνικό πρόσημο, και σήμερα προβλέπει πρόσθετες περικοπές τριών κυρίων συντάξεων και μίας επικουρικής σύνταξης, από 1.1.2019.
  • Ο Υπουργός ο οποίος επαιρόταν ότι η οικονομία θα αναπτυσσόταν με ρυθμό 2,7% το 2017, και τελικά έπεσε έξω σε ποσοστό 55%.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε, μέχρι πρόσφατα, ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αποτελεί προτεραιότητα για τη χώρα, και σήμερα η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα δεν βγαίνουν από οικονομικής και κοινωνικής άποψης, και σήμερα τα υπερασπίζεται και τα θέτει και ως στόχους.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υπόσχεται «καθαρή έξοδο» από τα Μνημόνια, αλλά συμφωνεί σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Τελικά ο κ. Τσακαλώτος «πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες».

Θα περίμενα ο κ. Υπουργός να είναι προσγειωμένος στην πραγματικότητα, σε επαφή με την αλήθεια και πιο προσεκτικός στις διατυπώσεις του, ειδικά όταν οι διαχρονικές θέσεις του κυριαρχούνται από καραμπινάτες αντιφάσεις και κυβιστήσεις.

Θα μου πείτε βέβαια ότι έχω υψηλές προσδοκίες από έναν Υπουργό και μία Κυβέρνηση για τον οποίους, όπως έχω υποστηρίξει και άλλη φορά σε αυτή την αίθουσα, τα ιδεολογικά και πολιτικά GPS, όλων των τύπων, δεν τους πιάνουν πουθενά.

Όλα για την εξουσία, όλα για την καρέκλα.

Επί των άρθρων τώρα, στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι:

  • θα περικοπούν οι κύριες συντάξεις από το 2019,
  • θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019,
  • θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019,
  • θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020,
  • θα διατηρηθούν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τουλάχιστον για μία πενταετία.

Η Κυβέρνηση, με τον οικονομικό προγραμματισμό της, κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

Και αδυνατεί να επιτύχει την αναγκαία για τη χώρα, υψηλή και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Σε άλλες διατάξεις, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι:

  • δεν μπορεί να δημιουργήσει ευέλικτα και λειτουργικά διοικητικά σχήματα για να προχωρήσουν εμβληματικές επενδύσεις, όπως είναι η επένδυση στο Ελληνικό,
  • δεν διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης του υψηλού και διευρυμένου ιδιωτικού χρέους,
  • επανανομοθετεί, και μάλιστα με δυσμενέστερους όρους, παλαιότερους νόμους, εξαπατώντας – για ακόμη μια φορά – το σύνολο των εργαζομένων,
  • αδυνατεί να λάβει διαρθρωτικά μέτρα που θα εξορθολογήσουν τη φαρμακευτική δαπάνη,
  • βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας,
  • μετατρέπει τη διαχείριση ταμειακής ρευστότητας σε αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

Υπενθυμίζω ότι η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, από τις αρχές του 2014, έβαλε τις βάσεις για τη διεύρυνση των δυνατοτήτων του Δημοσίου να αντλεί και να διαχειρίζεται ταμειακά διαθέσιμα, που μέχρι τότε ήταν διάσπαρτα σε εμπορικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Όμως με το σημερινό Πολυνομοσχέδιο, όπως υποστήριξαν όλοι οι φορείς κατά την ακρόασή τους, περνάμε στο άλλο άκρο.

Επιχειρείται μία σαρωτική  παρέμβαση σε αυτό το πεδίο.

Σχεδόν σε όλο το εύρος των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

Με υποχρεωτικότητα.

Με κυρώσεις και ποινές μη συμμόρφωσης.

Επιβεβαιώνεται όμως ότι πρόθεση της Κυβέρνησης δεν είναι ο εξορθολογισμός και η μεταρρύθμιση του πλαισίου ταμειακής διαχείρισης. Άλλωστε σε αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Αντιπολίτευση, ήταν αντίθετος.

Αντίθετα, πρόθεσή της Κυβέρνησης είναι η υποστήριξη της αυταπάτης της.

Το 2015, ήταν η αυταπάτη «της ηρωικής διαπραγμάτευσης» και η απελπισία να βρει πόρους για να καλύψει τις ταμειακές ανάγκες της χώρας.

Σήμερα είναι η αυταπάτη της «καθαρής εξόδου» και η δημιουργία ταμειακού αποθέματος.

Αγνοώντας τους κινδύνους για τους φορείς, για το τραπεζικό σύστημα, για την οικονομία συνολικά.

Τέλος, 2 ακόμη επισημάνσεις:

1η Επισήμανση: Άκουσα συναδέλφους να υποστηρίζουν ότι για πρώτη φορά επίκειται κάτι ουσιαστικό για τη ρύθμιση του χρέους.

Λησμονώντας τη διπλή αναδιάρθρωσή του το 2012, με την οποία μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του χρέους.

Απόδειξη αυτού, όπως καταγράφεται και στο Πολυνομοσχέδιο, είναι οι τόκοι που σήμερα ως χώρα καταβάλλουμε να είναι περίπου οι μισοί αυτών που πληρώναμε πριν κάποια χρόνια.

Με αποτέλεσμα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ να υποστηρίζει ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Όμως, στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Συνεπώς, οι παρεμβάσεις στο χρέος είναι σήμερα αναγκαίες μετά την επιβάρυνσή του την τελευταία τριετία, στηριζόμενες στις αποφάσεις του 2012, οι οποίες δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί με ευθύνη εταίρων και δανειστών.

Ζητούμε αυτές οι παρεμβάσεις να είναι καθαρές, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες.

2η Επισήμανση: Άκουσα συναδέλφους να υποστηρίζουν ότι η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την συνέχιση των μνημονίων, μέσω προληπτικής γραμμής στήριξης.

Η αλήθεια είναι ότι η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Όμως, η καθαρή έξοδος δεν είναι εφικτή.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Αλλά δυστυχώς και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο.

Εάν υπήρχε Κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Για αυτούς τους λόγους επιβεβαιώνεται ότι οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης.

Και από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, το 4ο Μνημόνιο, χωρίς χρηματοδότηση».

Ομιλία στη κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής κατά τη συζήτηση

του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα, και πάλι σε πιεστικές χρονικά συνθήκες, ένα ακόμη «αριστερό» Πολυνομοσχέδιο.

Αυτή τη φορά για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του αχρείαστου Μνημονίου που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, κυρίως για τα πιο αδύναμα εισοδηματικά στρώματα, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση.

Η παρούσα συζήτηση διεξάγεται σε ένα βεβαρημένο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον.

Εσωτερικό, που βρίσκει την οικονομία ασταθή, την κοινωνία ανασφαλή και τη χώρα εκτεθειμένη σε κινδύνους, με πιθανές βαριές εθνικές υποχωρήσεις.

Και εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και αβεβαιότητα σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση γράφει τον επίλογο της τελευταίας έκδοσης, αφού πλέον δεν «πουλάει», του περί πολιτικής υποκρισίας βιβλίου με τίτλο: «Πώς να διαλαλείς και να πράττεις τα πάντα, για να κερδίζεις λίγο χρόνο παραμονής στην εξουσία».

Ειδικότερα, στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου, ξεδιπλώνονται οι νέες κυβερνητικές δήθεν αυταπάτες, στην ουσία όμως τα νέα κυβερνητικά ψέματα.

Συγκεκριμένα:

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα, με την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης, θα οδηγηθεί στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που ολοκληρώνεται το καλοκαίρι είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν και θα επεκταθούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο συστηματικά αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό κοινοβούλιο.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα: Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με ευθύνη της Κυβέρνησης, σήμερα δεν είναι εφικτή.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία επιτυγχάνει τους στόχους που έχουν τεθεί.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, προσπαθεί να φτάσει το σημείο στο οποίο ήταν το 2014. Από τότε:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, εξαιτίας των διαδοχικών μέτρων λιτότητας την τελευταία τριετία, ύψους 9,5 δισ. ευρώ.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει αυξηθεί κατά 57% από το τέλος του 2014.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Η μακροχρόνια ανεργία ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας έχει διογκωθεί.
  • Οι ευέλικτες μορφές εργασίας έχουν διευρυνθεί.
  • Οι καταθέσεις των πολιτών έχουν μειωθεί.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.
  • Το χρέος ως απόλυτος αριθμός διογκώνεται.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Και η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει καταρρεύσει.

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα.

3ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι δεν υπάρχουν νέα μέτρα.

Η αλήθεια είναι ότι τα νέα μέτρα του κατ’ ουσίαν 4ου Μνημονίου, για την περίοδο μετά το 2018, επαναλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο.

Συγκεκριμένα:

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Διατηρείται ο συνολικός ΕΝΦΙΑ στα ίδια επίπεδα, αναμένεται όμως να υπάρξει αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας για τις λαϊκές συνοικίες, τα λαϊκά στρώματα και τα χαμηλά εισοδήματα.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για την 2η επί της σημερινής Κυβέρνησης μείωση του αφορολόγητου.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι πριν την 1η μείωση, ο Υπουργός Οικονομικών είχε απειλήσει με παραίτηση αν αυτή υλοποιείτο.

Και σήμερα, έχοντας πλέον εθιστεί στις περικοπές, προχωράει σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση.

Ευτυχώς τουλάχιστον που σταμάτησαν οι απειλές περί παραίτησης, διότι τότε δεν θα υπήρχε καν αφορολόγητο όριο!

Αυτά τα νέα μέτρα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων, μίας επικουρικής σύνταξης και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της στα 14,5 δισ. ευρώ.

Επιβεβαιώνεται μάλιστα ότι αυτά θα υλοποιηθούν ανεξάρτητα από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Αντιθέτως, τα όποια αντίμετρα, θα υλοποιηθούν εφόσον υπερκαλυφθούν οι υψηλοί στόχοι.

Ακόμη όμως και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις το 2019 υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συρρικνώνοντας, ακόμη περισσότερο, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών το 2019, ειδικά των συνταξιούχων.

Ευτυχώς όμως, το αργότερο τότε, τελειώνουν και τα βάσανα της κοινωνίας με τη σημερινή ιδεοληπτική και ανίκανη Κυβέρνηση!

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα: Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης. Από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα έχει ήδη μπει σε τροχιά υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει και αυτές τις ψευδαισθήσεις.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Το αποτέλεσμα είναι να έχει χαθεί δυνητικός πλούτος ύψους 34 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2018, ή 8.220 ευρώ από το κάθε Ελληνικό νοικοκυριό.

Ενώ η Κυβέρνηση προβλέπει χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης το 2022 από το 2018!

Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον.

Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Συνεπώς, 4ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, πολύ υψηλότερα από τους στόχους, μεγέθους 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Ξεχνώντας ότι, μέχρι πρόσφατα, η ίδια υποστήριζε ότι ούτε καν το 3,5% δεν είναι ανέφικτος στόχος.

Λησμονώντας ότι η ίδια υποστήριζε πως αυτά τα πρωτογενή πλεονάσματα «σκοτώνουν την κοινωνία» και «πνίγουν την οικονομία».

Αδιαφορώντας για την αρνητική επίδραση που αυτά έχουν στην πραγματική οικονομία.

Αγνοώντας ακόμη και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, το οποίο «εκφράζει την ανησυχία του για την επίμονη επιδίωξη υψηλότερων του στόχου πρωτογενών πλεονασμάτων, που συνεπάγονται υπερβολική λιτότητα και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη».

Σημειώνεται μάλιστα ότι οι σημερινοί υψηλοί δημοσιονομικοί στόχοι εκτιμάται ότι θα επιτευχθούν με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με αυτούς που προβλέπονταν και είχαν συμφωνηθεί με τους δανειστές στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα του 2014.

Επιβεβαιώνοντας ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση θα επιτύγχανε, για λίγα χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της ανάπτυξης.

Ενώ η σημερινή Κυβέρνηση προβλέπει ότι θα επιτύχει, για πολλά χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της αέναης λιτότητας.

Συνεπώς, 5ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, σε πλήρη ως συνήθως ασυνέπεια με όσα μέχρι πρόσφατα υποστήριζε, από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων σήμερα έγινε λάτρης και υπερασπιστής τους.

6ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι θα ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία.

Η αλήθεια είναι ότι και σε αυτό το πεδίο, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης είναι απογοητευτικές.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται υψηλές, σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με το 2014, παρά την εκταμίευση δανειακών πόρων ύψους 5 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή τους.

Ενώ οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι οποίες σύμφωνα με το Πολυνομοσχέδιο «θα χρηματοδοτήσουν την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας», παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, η οποία, από μήνα σε μήνα, διευρύνεται.

Σημειώνεται μάλιστα ότι αυτές, το 2017, διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας!

Συνεπώς, 6ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, λόγω ανικανότητας, αβελτηρίας και αναποτελεσματικότητας, αδυνατεί να «αιματοδοτήσει» την πραγματική οικονομία.

7ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η δημόσια περιουσία δεν ενεχυριάζεται.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση του 2015, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται αμετάκλητα και άνευ όρων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων τη χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης του Υπερταμείου.

Το Υπερταμείο προστέθηκε τότε ως συμβαλλόμενος στη δανειακή σύμβαση, με τη γενική αναφορά σε «Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων», δεδομένου ότι τότε δεν υφίστατο νομικά, αφού δεν το είχε αποδεχθεί οποιαδήποτε προηγούμενη Κυβέρνηση.

Το 2016, συστάθηκε, με αποτέλεσμα να δεσμευθεί η δημόσια περιουσία της χώρας για διάρκεια ενός αιώνα.

Σήμερα, ολοκληρώνεται το τυπικό νομικό μέρος της δέσμευσης της δημόσιας περιουσίας: το Υπερταμείο καθίσταται εγγυητής του δανείου του 3ου Μνημονίου και αναλαμβάνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Δημοσίου σε περίπτωση αθέτησης πληρωμής.

Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, 7ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση βάζει «υποθήκη το σπίτι» της, χωρίς καν να παίρνει το σύνολο του δανείου! Η ταπεινωτική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει ότι το «βαρέλι δεν έχει πάτο» για την σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συνοψίζοντας, όπως αποτυπώνεται στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου:

  • Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι εφικτή.
  • Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζονται και μετά το καλοκαίρι, με νέα μέτρα λιτότητας.
  • Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα, αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, αδυνατεί να ενισχύσει με ρευστότητα την οικονομία.
  • Η Κυβέρνηση, εις βάρος της κοινωνίας, μετατρέπεται από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, σε λάτρης και υπερασπιστής τους.
  • Ενώ βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η Νέα Δημοκρατία, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στη χώρα και τους πολίτες, καταψηφίζει επί της αρχής το κυβερνητικό Πολυνομοσχέδιο.

1ο: Η επόμενη ημέρα της λήξεως του προγράμματος.

Η χρηματοδότηση της χώρας, μέσω των προγραμμάτων, φαίνεται να ολοκληρώνεται το καλοκαίρι.

Όμως, η επόμενη ημέρα δεν θα βρει τη χώρα στη ίδια κατάσταση που βρέθηκαν οι άλλες χώρες που εφάρμοσαν προγράμματα προσαρμογής.

Και αυτό γιατί:

1ον. Η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του προγράμματος.

2ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018.

3ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα περίπου ενός αιώνα.

4ον. Η Κυβέρνηση έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους να μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, ένα αυτό κριθεί τότε αναγκαίο.

5ον. Η Κυβέρνηση έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας (Κανονισμός ΕΕ 472/2013).

2ο: Η δημιουργία ταμειακού αποθέματος.

Η Κυβέρνηση επιλέγει να μην ζητήσει προληπτική γραμμή στήριξης, προσπαθώντας να φτιάξει ένα ταμειακό απόθεμα.

Αυτό όμως το κάνει χρησιμοποιώντας εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλοντας εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογώντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προχωρώντας σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι – με ευθύνη της – δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Συνεπώς «χτίζει» ταμειακό απόθεμα, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία.

3ο: Βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

Στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Εκτιμούσε ότι αυτό θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του ΑΕΠ.

Στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 195% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες στο 45% του ΑΕΠ!

Και χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Είναι προφανές ότι η βιωσιμότητά του επιβαρύνθηκε την τελευταία τριετία, ιδιαίτερα το 1ο εξάμηνο του 2015.

Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος εκτιμά το κόστος εκείνης της περιόδου στα 86 δισ. ευρώ.

Ο Επικεφαλής του ESΜ στα 100 δισ. ευρώ.

Και ο πρώην επικεφαλής του Euro Working Group στα 200 δισ. ευρώ.

Θεωρούμε ότι η αναγκαία σήμερα ρύθμιση του χρέους, θα πρέπει να είναι καθαρή, ποσοτικοποιημένη και αυτόματη.

Τέλος, εκτιμούμε ότι η ρήτρα ανάπτυξης αποτελεί «αντικίνητρο ανάπτυξης».

Κι αυτό γιατί όσο περισσότερο θα αυξάνεται το εθνικό εισόδημα, τόσο περισσότερο το μέρισμα της ανάπτυξης δεν θα πηγαίνει στους πολίτες, αλλά θα κατευθύνεται για την εξυπηρέτηση του χρέους.

4ο: Ανάπτυξη.

Η χώρα επέστρεψε στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, μετά την ανάκαμψη του 2014.

Το 2017, ο ρυθμός μεγέθυνσης διαμορφώνεται στο 50% των στόχων.

Και το 2018 προβλέπεται ότι θα υπάρξει νέα υστέρηση.

Με βάση τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η απώλεια δυνητικού ΑΕΠ την περίοδο 2015-2017 ανέρχεται στα 29 δισ. ευρώ (από πρόβλεψη για ονομαστικό ΑΕΠ στα 207 δισ. ευρώ το 2017, διαμόρφωση τελικά στα 178 δισ. ευρώ το 2017).

Ενώ με βάση την προχθεσινή έκθεση του Ταμείου για την Ευρώπη, η Ελλάδα είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη επιδείνωση των προσδοκιών για άνοδο του ΑΕΠ φέτος και το 2019 και ένα από τα δύο μόνο κράτη-μέλη που θα τα πάνε χειρότερα στο πεδίο της ανάπτυξης από ότι αρχικά προβλεπόταν.

5ο: Ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου.

Αυτές έχουν διαμορφωθεί περίπου στο ύψος του 2014, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους.

Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτές θα μηδενιστούν τον Αύγουστο.

Κάθε μήνα όμως αυξάνουν.

Παράλληλα, από τη σκούπισμα των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει στην έκδοση repos, ύψους άνω των 22 δισ. ευρώ, από 8,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014, στερώντας ρευστότητα από την οικονομία.

6ο: Ιδιωτικό χρέος.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία διαρκώς αυξάνονται, υπερβαίνοντας πλέον τα 130 δισ. ευρώ.

Παρουσιάζουν έτσι μία αύξηση της τάξεως του 55% από το τέλος του 2014.

Αυτό το πρόβλημα της οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης, με την υπερφορολόγηση των πολιτών και την αύξηση ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Πρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Θα συμφωνείτε υποθέτω και εσείς ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, πέραν της συμβολής της στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του Δημοσίου, συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

Στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα», ως αποτέλεσμα – κυρίως – της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η σημερινή Κυβέρνηση.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, ερωτάστε κε. Υπουργέ:

1ον. Για ποιό λόγο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές παρά τους πρόσθετους δανειακούς και πλέον εθνικούς πόρους που διατίθενται για την αποπληρωμή τους, όταν μάλιστα, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού σας, «η εξόφλησή τους αποτελεί βασική προτεραιότητα για το Υπουργείο Οικονομικών»;

2ον. Σε τι ύψος ανέρχονται οι νέες οφειλές που δημιουργήθηκαν την τελευταία τριετία;

3ον. Ποιος είναι ο προγραμματισμός για την αποπληρωμή τους εντός του 2018; Πως θα χρηματοδοτηθεί η εξόφλησή τους από δανειακούς και εθνικούς πόρους;

4ον. Πότε εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα ολοκληρωθεί η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου;

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δευτερολογία

 Κύριε Υπουργέ,

Από την απάντησή σας, καθώς και από πρόσθετα στοιχεία που δεν πρόλαβα να αναπτύξω κατά την πρωτολογία μου, προκύπτουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα:

1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, εξαιτίας τόσο της επιλογής της να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και της ανικανότητάς της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους, δημιουργεί συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Και σε αυτές πρέπει να προστεθούν και όσες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν καταγράφονται, όπως είναι, σύμφωνα με την Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων καθώς και αιτήσεις συνταξιοδότησης.

Επιπρόσθετα, όπως επισημαίνει η ίδια Έκθεση, από τους συνολικούς δανειακούς πόρους που μεταβιβάστηκαν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών το 2017, μόνο οι μισοί έφτασαν στους τελικούς δικαιούχους.

Το υπόλοιπο ποσό είτε κόλλησε σε φορείς του Δημοσίου είτε δεν έφτασε στους φορείς.

2ο Συμπέρασμα: Λόγω της Κυβερνητικής καθυστέρησης στην απορρόφηση της χρηματοδότησης του προγράμματος, η διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει διαφοροποιηθεί επί το δυσμενέστερο για τη χώρα μας.

Το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – μετά την 2η αξιολόγηση, να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Πέρυσι η αναλογία ήταν 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου.

Σήμερα αυτή έγινε ακόμη πιο δυσμενής, διαμορφώθηκε στο 50%-50%, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.

Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχη, σχετική πρόβλεψη δεν υπήρξε στο 2ο Μνημόνιο.

3ο Συμπέρασμα: Η πλήρης εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, τον Αύγουστο του 2015, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο, τον Ιούνιο του 2016, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Και σήμερα, με βάση την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού, απλώς «αναμένεται η περαιτέρω μείωσή τους εντός του 2018».

Συνεπώς, για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνονται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Είναι σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει, δεν ξέρει και δεν μπορεί να «ρίξει» ρευστότητα στην αγορά.

Στον αντίποδα αυτής της οικονομικά ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της Νέας Δημοκρατίας είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε – πέρυσι – στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

Κύριε Επίτροπε,

Καλώς ορίσατε, για ακόμη μία φορά, στην Ελλάδα και το Ελληνικό Κοινοβούλιο, προκειμένου να συζητήσουμε για το μέλλον της Ευρώπης.

Ευρώπη η οποία, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπη με μία πολυδιάστατη οικονομική, κοινωνική, θεσμική και πολιτική κρίση.

Κρίση που έπληξε, λιγότερο ή περισσότερο, όλα τα κράτη-μέλη της.

Με καθυστερήσεις, συμβιβασμούς και – σε ορισμένες περιπτώσεις – με υψηλό κοινωνικό κόστος, οι Ευρωπαϊκές ηγεσίες κατάφεραν να οδηγήσουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στην έξοδο από την κρίση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, όπως είναι η συμπλήρωση της αρχιτεκτονικής της, το δημογραφικό πρόβλημα, η προσφυγική κρίση, η ασφάλεια, η διαχείριση του Brexit, η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, οι οικονομικές σχέσεις με άλλες χώρες, ο φορολογικός ανταγωνισμός, η ευστάθεια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η χρηματοοικονομική καινοτομία.

Η απάντηση στις προκλήσεις πρέπει να είναι περισσότερη και πιο ποιοτική Ευρώπη, με ενισχυμένη την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

Με εμβάθυνση και ενδυνάμωση της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, με καλύτερο οικονομικό συντονισμό, με επαρκή εργαλεία και πόρους για την αντιμετώπιση ανισορροπιών, με κανόνες μακροπρόθεσμης οικονομικής διακυβέρνησης.

Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να συμβάλλουν:

  • Η ενίσχυση των μηχανισμών μακροοικονομικής εξισορρόπησης, οι οποίοι θα λειτουργούν συμμετρικά για τα κράτη-μέλη.
  • Η υλοποίηση υπεύθυνων δημοσιονομικών πολιτικών, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό κύκλο.
  • Η πραγματοποίηση έξυπνων διαρθρωτικών αλλαγών.
  • Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, με την λειτουργία ενός ευρωπαϊκού φορέα εγγύησης καταθέσεων.
  • Η προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών, με στόχο τη διεύρυνση των πηγών χρηματοδότησης – κυρίως – των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
  • Η μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Σε αυτή τη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, η Ελλάδα πρέπει να είναι δημιουργικά παρούσα και ενεργή.

Χώρα η οποία κατάφερε τα προηγούμενα χρόνια, με τις τεράστιες θυσίες των πολιτών της, και παρά τα ενδογενή και εξωγενή σφάλματα αυτής της περιόδου, να διορθώσει χρόνιες ανισορροπίες, να εξαλείψει τα «δίδυμα ελλείμματα» και να υλοποιήσει σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Δυστυχώς όμως, την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, που είτε επισημάνθηκαν είτε αγνοήθηκαν από εταίρους και δανειστές, η χώρα παρουσιάζει, ουσιαστικά, οικονομική στασιμότητα.

Αποτελεί την μοναδική, παγκοσμίως, αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Ενώ επίσης το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επιδεινώνεται, η ρευστότητα συρρικνώνεται, οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Και όμως, κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν, κρατώντας απόσταση από αυταπάτες και ψευδαισθήσεις.

Για το λόγο αυτό απαιτείται ένα συνεκτικό σχέδιο, με βασικούς άξονες:

  • την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας,
  • τη δρομολόγηση πιο ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων,
  • τη σταδιακή μείωση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
  • την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών,
  • την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και
  • την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Ένα ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης υψηλής και βιώσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα θέλει και μπορεί να προχωρήσει.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ολοκληρώνοντας τη συζήτηση, θέλω να συνοψίσω ορισμένες επισημάνσεις επί του Προϋπολογισμού, τεκμηριωμένα.

Η Κυβέρνηση απέτυχε στην πρόβλεψη για την ανάπτυξη, αφού η οικονομική μεγέθυνση θα διαμορφωθεί 40% χαμηλότερα από το στόχο, διευρύνοντας το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η Κυβέρνηση απέτυχε στην εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, τονίζω, δαπάνες με υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.

Η Κυβέρνηση απέτυχε στη μείωση της φοροδιαφυγής, αφού η αύξηση κυρίως των έμμεσων φόρων διεύρυνε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή διόγκωσε τη φοροδιαφυγή.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία, αφού οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου είναι σήμερα 13% υψηλότερες από το τέλος του 2014.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να υλοποιήσει σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, αφού σύμφωνα με Έκθεση του ΟΟΣΑ, ο δείκτης υλοποίησης μεταρρυθμίσεων υποχώρησε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία διετία σε σχέση με την περίοδο 2013-2014.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, όπως πρόσφατες εκθέσεις επιβεβαιώνουν.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να εντάξει τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να άρει πλήρως τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια, αφού έχει δεσμευθεί σε μνημονιακές πολιτικές και για μετά το 2018 και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια.

Είναι αλήθεια όμως ότι η Κυβέρνηση πέτυχε 2 στόχους:

Πέτυχε τον δημοσιονομικό στόχο, και μάλιστα με σημαντική υπέρβαση αυτού.

Αυτή όμως οφείλεται, κυρίως, στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή επί των πολιτών, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 συμπατριώτες μας και στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.

Συρρικνώνοντας το ρυθμό μεγέθυνσης, όπως σας ανέφερε χθες και ο κ. Φίλης, και διογκώνοντας το ιδιωτικό χρέος.

Απόδειξη της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών;

Οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία ξεπερνούν τα 130 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 50% από το 2014.

Και επίσης η Κυβέρνηση πέτυχε να κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

Μάλιστα μέσα στο 2018, η περαιτέρω αύξηση των έμμεσων φόρων, η περικοπή του ΕΚΑΣ, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης, η μείωση της έκπτωσης φόρου για ιατρικές υπηρεσίες, οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και στα οικογενειακά επιδόματα, οι επιπλέον επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές, θα διαλύσουν τη μεσαία τάξη, θα μεταφέρουν ακόμη περισσότερα βάρη στους πιο αδύναμους και θα ισοπεδώσουν την κοινωνία.

Συμπερασματικά, πρόκειται για έναν Προϋπολογισμό φοροκεντρικής λιτότητας, αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο.

Έναν Προϋπολογισμό στον οποίο αποτυπώνονται τα στρατηγικά, πολιτικά και ιδεολογικά αδιέξοδα της Κυβέρνησης.

Αδιέξοδα που προέρχονται από τις «καραμπινάτες» αντιφάσεις και τις μεγάλες κυβιστήσεις, με την συνεχή υιοθέτηση μνημονιακών πολιτικών, χωρίς κόκκινες γραμμές, χωρίς ηθικές αναστολές, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες.

Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει σε μία άλλη οικονομική πολιτική:

  • με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας,
  • με τη σταδιακή μείωση της φορολογίας,
  • με την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, δίνοντας έμφαση στην συνταγματική αναθεώρηση,
  • με τη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας διοίκησης,
  • με την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και
  • με την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Αυτή την πολιτική σύντομα θα εφαρμόσει στη χώρα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε τον 3ο Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και τον συζητούμε, με ευθύνη της Κυβέρνησης, σε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στην οικονομία, απογοήτευσης και παραίτησης στην κοινωνία και διχαστικής όξυνσης στην πολιτική.

Η Κυβερνητική ηγεσία, αφού πέρασε από διάφορα αφηγήματα τα οποία διαδοχικά κατέρρευσαν, προσπαθεί να γαντζωθεί από το τελευταίας κοπής, ότι «επί 40 χρόνια καταστρέψατε την Ελλάδα και τώρα εμείς την βγάζουμε από τα μνημόνια».

Όμως και αυτό το αφήγημα είναι έωλο, και ως προς τα δύο σκέλη του, αφού είναι ανιστόρητο και βρίσκεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, έκανε σημαντικά βήματα προόδου, με τις προσπάθειες πολιτών και πολιτικών.

Μετά δε την μεταπολίτευση διένυσε την καλύτερη περίοδο της ιστορίας της, στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο.

Αύξησε σημαντικά τον εθνικό πλούτο της και βελτίωσε την ευημερία των πολιτών.

Κατέλαβε θέση μεταξύ των 30 πιο προηγμένων παγκοσμίως χωρών.

Βεβαίως αυτές τις δεκαετίες, υπήρξαν και παραλείψεις, έγιναν και λάθη.

Από άλλες πλευρές λιγότερα, και από άλλες περισσότερα και βαρύτερα.

Όμως κανένας, και οπωσδήποτε η Αριστερά του κ. Τσίπρα, δεν δικαιούται να μηδενίζει τους αγώνες γενεών Ελλήνων πολιτών και πολιτικών και να παριστάνει μόνο τον κριτή.

Όταν το πράττει αφοριστικά, στρεβλώνοντας τις ιστορικές εξελίξεις, τους αδικεί.

Το δυσάρεστο δε είναι ότι η Κυβέρνηση, αντί να διδαχθεί από τα ιστορικά μας προηγούμενα και από τις εμπειρίες χωρών που κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας κρίσης βρέθηκαν – όπως και εμείς – σε δυσχερή θέση, ανάγει, ως πρώτη προτεραιότητα, το στενό πολιτικό συμφέρον της.

Έτσι και στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό, αντί να προσεγγίσει τα ζητήματα με νηφάλιο ορθολογισμό, προσπαθεί από τη μία να παραπλανήσει ρίχνοντας τα βάρη στους άλλους και από την άλλη να ωραιοποιήσει τα πεπραγμένα της ρίχνοντας τη γνωστή «αριστερή χρυσόσκονη».

Όμως η επαναλαμβανόμενη τακτική της, έχει γίνει πλέον αντιληπτή από τους πολίτες.

Η Νέα Δημοκρατία αξιολογώντας τον Προϋπολογισμό υπό το πρίσμα του ιστορικά δικαιωμένου ιδεολογικού και πολιτικού πυρήνα της, αυτόν του κοινωνικού και ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού, καταλήγει ότι πρόκειται για έναν Προϋπολογισμό φοροκεντρικής λιτότητας, αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο.

Συγκεκριμένα:

1ον. Η Κυβέρνηση απέτυχε στους αναπτυξιακούς στόχους της.

Αρχικά προβλεπόταν ρυθμός μεγέθυνσης 2,7% για το 2017.

Τώρα αυτός έχει «ψαλιδιστεί» στο 1,6%.

Αυτή η «καραμπινάτη αποτυχία» έχει εξήγηση:

Οφείλεται στη συνειδητή επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους πολίτες, στην αδυναμία υλοποίησης αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης επενδύσεων, στη συρρίκνωση της ρευστότητας.

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση, αφού «κατρακύλησε» την οικονομία και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, «αγκομαχά» να την οδηγήσει σε ισχνή ανάπτυξη.

2ον. Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων, αντί για Κυβερνητικούς πανηγυρισμούς, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού.

Και αυτό για 3 λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι η υπέρβαση οδήγησε σε μεγάλη συρρίκνωση του ρυθμού μεγέθυνσης, με τεράστιο κόστος για την πραγματική οικονομία.

Ο δεύτερος είναι ότι η υπέρβαση οφείλεται, κυρίως, στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 συμπατριώτες μας και στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.

Και ο τρίτος είναι ότι η υπέρβαση δεν οφείλεται στη συρρίκνωση της φοροδιαφυγής, αφού, ενδεικτικά, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αύξηση κυρίως των έμμεσων φόρων την τελευταία διετία αύξησε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή διόγκωσε τη φοροδιαφυγή.

3ον. Η Κυβέρνηση επιβάλλει νέα δημοσιονομικά μέτρα το 2018.

Μέτρα τα οποία προσπαθεί να τα «σερβίρει» με «φαντεζί γαρνιτούρες», τιτλοφορώντας τα στον Προϋπολογισμό «διαρθρωτικές παρεμβάσεις».

Πρόκειται όμως για νέα μέτρα λιτότητας ύψους 1,9 δισ. ευρώ, τα οποία σύντομα, μαζί με τις κατασχέσεις περιουσιών και τους πλειστηριασμούς ακινήτων, θα βιώσουν, με πολύ επώδυνο τρόπο, οι πολίτες.

4ον. Η Κυβέρνηση επιβαρύνει περισσότερο τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα.

Μέσα στο 2018, η περαιτέρω αύξηση των έμμεσων φόρων, η περικοπή του ΕΚΑΣ, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης, η μείωση της έκπτωσης φόρου για ιατρικές υπηρεσίες, οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και στα οικογενειακά επιδόματα, οι επιπλέον επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές, θα διαλύσουν τη μεσαία τάξη, θα μεταφέρουν βάρη στους πιο αδύναμους και θα κάνουν τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

5ον. Ο Προϋπολογισμός που συζητάμε δεν θα είναι ο τελευταίος μνημονιακός Προϋπολογισμός.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί σε μνημονιακές πολιτικές και για μετά το 2018.

Σε πρόσθετα μέτρα λιτότητας, ύψους 5,1 δισ. ευρώ, όπως είναι η νέα περικοπή των συντάξεων και η μεγάλη – 2η επί Αριστερής διακυβέρνησης – μείωση του αφορολόγητου.

Καθώς και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για μακρά περίοδο.

Ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους, έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι του 2018, εκτιμάται μάλιστα ότι μπορεί να συνοδευτεί από έναν μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αφήστε δε που η Κυβέρνηση έχει υποθηκεύσει την περιουσία της χώρας για 99 χρόνια.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Κυβερνητική ρητορική περί δήθεν «καθαρής εξόδου από τα μνημόνια» αποτελεί ή ένα ακόμη συνειδητό ψεύδος ή μία ακόμη αυταπάτη.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Τούτων δοθέντων, το ερώτημα είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης.

Η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Και η Νέα Δημοκρατία τις διαθέτει.

Έχει ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής.

Με απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας.

Με στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, όπως ξεκινήσαμε να κάνουμε το 2013.

Για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, μεταξύ άλλων, θα επιδιωχθεί, μέσα από μια ρήτρα μεταρρυθμίσεων, η επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών, οι οποίες είναι πολύ χαμηλότερες από αυτές που κατέγραφαν στις εκθέσεις τους το 2014.

Μερίδιο στην ανάπτυξη θα έχουν όλοι οι Έλληνες πολίτες.

Άλλωστε η Νέα Δημοκρατία έχει αποδείξει ότι γνωρίζει και μπορεί να αυξάνει καλύτερα τον εθνικό πλούτο και να τον μοιράζει δικαιότερα.

Ενδεικτικά, μεταπολιτευτικά, η μέση τιμή των ετήσιων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης κατά τις περιόδους που άσκησε τη διακυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία ήταν σημαντικά υψηλότερη αυτών που πέτυχαν τα άλλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα.

Αυτά είναι μετρημένες ιστορικές αλήθειες.

Επανέρχομαι. Η αύξηση του πλούτου θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της, στη μείωση των δημοσιονομικών στόχων.

Η επίτευξη των νέων, πιο ρεαλιστικών πλεονασμάτων θα επιτυγχάνεται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Ενώ παράλληλα ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

2ος άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και αποκρατικοποιήσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Με τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του Κράτους, ώστε αυτό να είναι αποτελεσματικό, σύγχρονο και παραγωγικό, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες, ξεκάθαρους κανόνες λειτουργίας και διαδικασίες αξιολόγησης, παντού.

3ος άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και του Αναπτυξιακού Νόμου, ο οποίος παραμένει ουσιαστικά ανενεργός.

Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, οι οποίες έχουν διογκωθεί.

Και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων, συνδυάζοντας την κοινωνική ευαισθησία με την κοινωνική ευθύνη.

4ος άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, που θα οδηγήσει σε ανασύνθεση του ΑΕΠ.

Στόχος η μετάβαση σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο συνδυασμός αυτών των πολιτικών θα οδηγήσει τη χώρα στην ουσιαστική έξοδο από την κρίση.

Η υλοποίησή τους όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά τα οποία η σημερινή Κυβέρνηση δεν διαθέτει ούτε πρόκειται να αποκτήσει.

Γι’ αυτό το λόγο οι απαιτήσεις των πολιτών από τη Νέα Δημοκρατία είναι μεγαλύτερες.

Αυτό άλλωστε δεν γίνεται για πρώτη φορά.

Πάντα στα δύσκολα, η πολιτική λύση αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία.

Παράταξη η οποία έχει καταγράψει τις περισσότερες και σημαντικότερες επιτυχίες, τα μικρότερα λάθη και τις λιγότερες παραλείψεις συγκριτικά με τους πολιτικούς αντιπάλους της.

Γι’ αυτό, αν και διαχρονικά πολιτεύθηκε μακριά από ψεύδη και λαϊκισμούς, οι πολίτες με την εμπιστοσύνη τους, αθροιστικά, την έχουν αναδείξει ως την πρώτη, ως την πιο ισχυρή πολιτική δύναμη της χώρας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Νέα Δημοκρατία, ως η πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική, λαϊκή, μεταρρυθμιστική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική πολιτική δύναμη της χώρας, εκφράζοντας μια πλατιά κοινωνική συμμαχία, θα κληθεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Είναι έτοιμη και θα τα καταφέρει!