Ομιλίες στη Βουλή
Διαβάστε τις ομιλίες που απευθύνω στη Βουλή στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού έργου

 

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Κυβέρνηση εφαρμόζει, επιτέλους, αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.

Και η τροπολογία που κατέθεσε και συζητάμε σήμερα, για την καταβολή αναδρομικών σε εργαζόμενους και συνταξιούχους ορισμένων κλάδων, δεν είναι θέμα «πολιτικής βούλησης» όπως θριαμβολόγησε χθες βράδυ ο κ. Τσίπρας, αλλά «εναρμόνισης με συγκεκριμένες αποφάσεις των Ανώτατων Δικαστηρίων της χώρας», όπως η ίδια η Κυβέρνηση υποστηρίζει στην Έκθεση Αξιολόγησης των Συνεπειών της Ρύθμισης.

Και μάλιστα αναφερόμαστε σε αποφάσεις προηγούμενων Κυβερνήσεων που το Ελληνικό Δημόσιο σήμερα έχει εφεσιβάλει, υπερασπίζοντας αυτές, επικαλούμενο ότι οι τότε διατάξεις «ψηφίστηκαν και εφαρμόστηκαν για το Δημόσιο Συμφέρον το οποίο στην προκειμένη περίπτωση ταυτίζεται με το συμφέρον των πολιτών του».

Συνεπώς, για ακόμη μία φορά, η Κυβέρνηση ψεύδεται.

Σε ότι όμως αφορά την πραγματικότητα, δηλαδή την αναγκαστική συμμόρφωσή της με δικαστικές αποφάσεις, θέλω να κάνω 3 επισημάνσεις:

1ον. Η συμμόρφωση γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση.

Επί 4 σχεδόν χρόνια, η Κυβέρνηση αρνήθηκε να εφαρμόσει τις συγκεκριμένες αποφάσεις, παρά τις συνεχείς δεσμεύσεις της, από το 2015.

Όπως άλλωστε ανέφερε πρόσφατα και ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, εφέτος στη ΔΕΘ, «το θέμα των αναδρομικών έχει να κάνει με μία υπόσχεση που από κοινού με τον Αλέξη Τσίπρα δώσαμε από τον Ιανουάριο του 2015».

Και είμαστε στο Νοέμβριο του 2018!

Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είχε προλάβει, το 2014, στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας, να καταβάλει όχι μόνο το 50% των αναδρομικών, αλλά και να αποκαταστήσει, με μόνιμο τρόπο, τις μισές από τις απώλειες που συγκεκριμένοι κλάδοι είχαν υποστεί, σε μισθούς και συντάξεις, έχοντας ξεπαγώσει και τις μισθολογικές προαγωγές.

Αντιθέτως, με την παρούσα τροπολογία, όπως αναφέρει και η Εισηγητική της Έκθεση, «δεν επηρεάζεται το ύψος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών» όπως ισχύουν από το 2017, όταν και αυτές τροποποιήθηκαν επί το δυσμενέστερο, ούτε «αναπροσαρμόζονται και αυξάνονται οι συντάξεις» όπως ισχύει από το 2016, όταν και αυτές μειώθηκαν περαιτέρω.

Και για να «πέσουν οι μάσκες», ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, δεν είχε ψηφίσει τη μερική, κατά 50%, αποκατάσταση μισθών και συντάξεων του 2014.

2ον. Η συμμόρφωση γίνεται προεκλογικά.

Σύμφωνα με την εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού, τα δημοσιονομικά περιθώρια ήταν μεγαλύτερα τα προηγούμενα δύο χρόνια.

Και οι υπερβάσεις των δημοσιονομικών στόχων ήταν μεγαλύτερες.

Όμως, η Κυβέρνηση, τα προηγούμενα χρόνια, επέλεξε να μην συμμορφωθεί με τις δικαστικές αποφάσεις.

Διότι, για να επικαλεστώ τον Πρωθυπουργό, αντιθέτως από ότι σήμερα υποστηρίζει, δεν είχε την πολιτική βούληση.

Και το αποφασίζει σήμερα, για ψηφοθηρικούς λόγους, μπροστά στην επερχόμενη ήττα της.

3ον. Η συμμόρφωση θα έπρεπε να γίνει με πόρους από άλλες χρηματοδοτικές πηγές.

Η κάλυψη του ποσού θα έπρεπε να είχε προέλθει από υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη της οικονομίας.

Και από «κόψιμο της σπατάλης και της κακοδιαχείρισης και σύγκρουση με τη διαπλοκή και τη διαφθορά», όπως ανέφερε χθες ο κ. Τσίπρας.

Δυστυχώς όμως, επί ημερών ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, η κακοδιαχείριση φορέων του Δημοσίου κυριαρχεί, η διαφθορά έχει διογκωθεί και το λαθρεμπόριο καυσίμων και καπνικών προϊόντων έχει ενισχυθεί.

Η αλήθεια είναι, όπως αποδεικνύει και η εκτέλεση του Προϋπολογισμού, ότι η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου εφέτος οφείλεται στις υπερφορολόγηση όλων των πολιτών (και των κλάδων που θα πάρουν αναδρομικά), στις μαζικές κατασχέσεις και στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, στην εσωτερική στάση πληρωμών σε κοινωνικά ευαίσθητους τομείς, και στη συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Με δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη, όπως επιβεβαιώνει η σημερινή Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αναθεωρεί επί το δυσμενέστερο τις εκτιμήσεις για το 2019.

Σε κάθε περίπτωση, η Νέα Δημοκρατία, παρά τη μεγάλη καθυστέρηση, ψηφίζει τη σχετική τροπολογία, όπως είχε δεσμευθεί ο Πρόεδρός της Κυριάκος Μητσοτάκης στους εκπροσώπους των κλάδων αυτών.

Γιατί η Νέα Δημοκρατία, ευτυχώς για τη χώρα, δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ.

Αποσπάσματα τοποθέτησης στην κοινή συνεδρίαση

των Επιτροπών Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής

με θέμα την Έκθεση Ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις


Είναι γνωστό ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τους ιδιώτες συμβάλλει στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, ενισχύει την αξιοπιστία του Δημοσίου και συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

Άλλωστε και το Ελεγκτικό Συνέδριο, στην Έκθεση που συζητάμε σήμερα, επισημαίνει ότι «η σώρευση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων μπορεί να έχει αρνητικές επιδράσεις στην εγχώρια οικονομία και αποτελεί μείζον πρόβλημα του δημοσιονομικού συστήματος της χώρας».

Σε αυτό το πλαίσιο, αντιθέτως απ’ ότι έπραξε η προηγούμενη Κυβέρνηση, η σημερινή Κυβέρνηση έχει αποτύχει στο στόχο εκκαθάρισης αυτών των οφειλών.

Συγκεκριμένα, όπως τα στοιχεία αποτυπώνουν:

1ον: Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου παραμένουν σταθερά υψηλές.

Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2012, η προηγούμενη Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους.

Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται, με προσαρμογές, μέχρι και σήμερα.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, στα 3,6 δισ. ευρώ, τονώνοντας τη ρευστότητα της οικονομίας και βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα».

Έτσι, παρά το γεγονός ότι εκταμιεύθηκαν περισσότερα από 7 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ (σχεδόν στο ύψος του 2014).

Αυτό οφείλεται κατά βάση, πέρα από εγγενείς διαρθρωτικές αδυναμίες στη δημοσιονομική διαχείριση, στην επιλογή της Κυβέρνησης να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και στην ανικανότητά της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση απέτυχε να μειώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.

2ον: Η πλήρης εκκαθάρισή τους έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017, κατόπιν για το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, και στη συνέχεια για το τέλος του 2018.

Μάλιστα ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, στις 19 Μαρτίου, «δεσμευόταν ότι το υπόλοιπο των ληξιπροθέσμων θα έχει μηδενιστεί μέχρι το τέλος του προγράμματος».

Ενώ, παρόμοιες, επαναλαμβανόμενες και ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις είχε αναλάβει και η Υπουργός Εργασίας, η οποία δήλωνε ότι «ο σχεδιασμός της Κυβέρνησης για την εκκαθάριση σχεδόν όλου του όγκου των εκκρεμών αιτήσεων συνταξιοδότησης ληξιπρόθεσμων είναι για τον Αύγουστο του 2018».

Τελικά τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει.

Τουναντίον, το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού απλά προβλέπει την περαιτέρω μείωσή τους μέχρι το τέλος του έτους, και φυσικά όχι την πλήρη εκκαθάρισή τους.

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση απέτυχε να υλοποιήσει τις χρονικές δεσμεύσεις της για πλήρη εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.

3ον: Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών βασίζεται πλέον αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα και στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών.

Υπενθυμίζεται ότι για πρώτη φόρα κατά τη διάρκεια κάποιου προγράμματος, και συγκεκριμένα μετά την 2η αξιολόγηση τον Ιούνιο του 2017, καταγράφηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Αρχικά με αναλογία 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου, και στη συνέχεια με αναλογία 1/1, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.

Αντίστοιχη πρόβλεψη δεν υπήρχε σε προηγούμενο Πρόγραμμα.

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση απέτυχε να απορροφήσει έγκαιρα και στο σύνολο τους πόρους του Προγράμματος για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την Κυβερνητική ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα σε ένα ακόμη πεδίο άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Συζητούμε τον τελευταίο Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Μία Κυβέρνηση της αυτοαποκαλούμενης αριστεράς, η οποία, μετά τους Προϋπολογισμούς της αυταπάτης, των ιδεοληψιών και της σκληρής λιτότητας, τερματίζει με έναν Προϋπολογισμό της καινοτομίας. Και καινοτομεί αφού καταφέρνει και παρουσιάζει δύο σενάρια στη συσκευασία του ενός. Όποιο σενάριο θέλει ο καθένας μπορεί να πάρει. Ο «μπαχτσές» έχει από όλα.

Τα βασικά συμπεράσματα του προσχεδίου είναι:

1ο. Η χώρα βγήκε τυπικά από το 3ο αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο την οδήγησαν η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, αλλά δεν έχει βγει ουσιαστικά από το μνημόνιο. Η Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με τις Κυβερνήσεις άλλων χωρών που βγήκαν από τα μνημόνια, τελεί υπό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

2ο. Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

3ο. Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών, και έχει οδηγήσει στην αποτυχία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και στη διόγκωση των οφειλών των πολιτών προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία. Η Κυβέρνηση των λαϊκιστικών, πελατειακών και παρασιτικών πρακτικών «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

4ο. Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε. Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

5ο. Το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί, η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο. Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της. Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται.

6ο. Η Κυβέρνηση, για να «κρύψει» τη δική της ανευθυνότητα, «κατασκευάζει» διαρκώς εχθρούς. Κυβέρνηση η οποία παραμένει οπαδός της ρήσης πως «όταν η πραγματικότητα δεν σέβεται τις επιθυμίες μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα». Συνεπώς, αντί η Κυβέρνηση να επαίρεται, ας αντιληφθεί, έστω και την ύστατη ώρα της αποσύνθεσης του κυνικού θιάσου, ότι ο γιαλός δεν είναι στραβός, αλλά αυτή στραβά αρμενίζει. Θα μου πείτε όμως ότι πολλά πράγματα ζητάμε από μία Κυβέρνηση χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες…

7ο. Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και για την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων, υφίστανται εναλλακτικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων πολιτικής. Έχει καταρτίσει ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής που οδηγεί σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, σε δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και σε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Σχέδιο με βασικούς άξονες τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα της οικονομίας και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Τις προτεραιότητες τις έχουμε θέσει πρόσφατα στη ΔΕΘ, και είναι γνωστές.

Απλά να επισημάνω επιπρόσθετα, επειδή ξεκίνησε προχθές η νέα θερμαντική περίοδος και το κόστος του πετρελαίου θέρμανσης είναι ιδιαίτερα αυξημένο, ότι απαιτείται η Κυβέρνηση να αποδεχθεί άμεσα την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, τουλάχιστον να διπλασιαστεί το επίδομα θέρμανσης. Θυμίζω ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση το παρέδωσε στα 210 εκατ. ευρώ, και η σημερινή αυτοαποκαλούμενη αριστερή Κυβέρνηση το έριξε στα 60 εκατ. ευρώ.

Συμπερασματικά, το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού συνιστά το κύκνειο άσμα της σημερινής διακυβέρνησης. Σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Ευτυχώς, αυτός ο κύκλος κλείνει. Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας. Έναν κύκλο ανόρθωσης της χώρας και της οικονομίας της. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Εμείς, μαζί με όλους τους πολίτες, θα τα καταφέρουμε.

Live, Βουλή | 10.7.2018

Ζωντανά, στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών και Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων.

Gepostet von Χρήστος Σταϊκούρας / Christos Staikouras am Dienstag, 10. Juli 2018

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027, καθώς και το Σύστημα των Ιδίων Πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελούν κρίσιμα ζητήματα για το μέλλον του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Σ’ αυτά τα ζητήματα η χώρα οφείλει να είναι παρούσα, με ενεργό ρόλο, δυνατή φωνή και δημιουργική συμμετοχή, κάτι που δυστυχώς, με κυβερνητική ευθύνη, δεν έγινε έγκαιρα και μεθοδικά, αφού απουσίαζε η στρατηγική και το σχέδιο.

Απόδειξη αυτού είναι ότι δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αναφορά στο δήθεν αναπτυξιακό σχέδιο της Κυβέρνησης σχετικά με τις προτεραιότητες του μακροπρόθεσμου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο σχεδιασμός για τη νέα προγραμματική περίοδο πραγματοποιείται σε ένα ρευστό, ομιχλώδες και με υψηλούς κινδύνους ευρωπαϊκό περιβάλλον.

Περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αμηχανία απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις.

Από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Από ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα υποσυστήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από τάσεις περιχαράκωσης και προστατευτισμού, αρκετών εκ των εταίρων.

Από αντιθέσεις και αμφισβητήσεις παραδοσιακών συμμαχιών.

Από διευρυμένες ξενοφοβικές τάσεις και ενισχυμένη εθνικιστική και λαϊκιστική ρητορική στους ευρωπαϊκούς κόλπους, ακόμη και στον πυρήνα του.

Από πολιτικές αλλαγές που μπορεί να επηρεάσουν τη σταθερότητα, τη συνοχή και την οικονομική προοπτική της Ευρώπης.

Από αναμενόμενες – νωρίτερα ή αργότερα – μεταβολές στην κατεύθυνση άσκησης νομισματικής πολιτικής.

Αλλά και από μία σειρά από νέες προκλήσεις, όπως είναι η διαχείριση του Brexit, η εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια, η τρομοκρατία, η δημογραφική εξέλιξη και η κλιματική αλλαγή.

Όλα αυτά απαιτούν τη διαμόρφωση ενός νέου, διαφανούς, απλού, ενισχυμένου και σύγχρονου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου για την περίοδο 2021-2027.

Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάθεσε την πρότασή της για τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό.

Πρόταση που περιλαμβάνει αλλαγές τόσο στο ύψος όσο και στη δομή του.

Πρόταση που προβλέπει εξοικονομήσεις, ανακατανομές δαπανών και αυξημένες εισφορές των κρατών-μελών, καθώς και την υιοθέτηση νέων ιδίων πόρων για την χρηματοδότηση του Πλαισίου, με στόχο την ευθυγράμμιση του προϋπολογισμού με τις πολιτικές προτεραιότητες.

Συνολικά, αν και η σημαντική βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μπορεί να δικαιολογήσει έναν συγκριτικά μεγαλύτερο προϋπολογισμό, δυστυχώς αυτός παραμένει – ενσωματώνοντας και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης – στα τρέχοντα επίπεδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο πρέπει να είναι πιο αποδοτικό, αποτελεσματικό και προσαρμοστικό, με ενισχυμένη την έννοια της δημιουργικής αλληλεγγύης.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει ότι αυτό θα πρέπει εγκαίρως να εγκριθεί, διότι η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι καθυστερήσεις οδηγούν σε αναβολές σημαντικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων και επενδύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει ένα Πλαίσιο αυξημένης λογοδοσίας, ευέλικτης διάρθρωσης, στοχευμένο σε τομείς αυξημένης προστιθέμενης αξίας και σημαντικής μόχλευσης, με επιτέλεση βασικών λειτουργιών, όπως είναι οι επενδύσεις σε δημόσια αγαθά, η δημοσιονομική πειθαρχία και η μακροοικονομική σταθερότητα.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει έναν μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό που θα εδράζεται στις αρχές της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, μέσα από την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δαπανών και την υλοποίηση πολιτικών δίκαιης αναδιανομής του πλούτου.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει και χαιρετίζει τη σημαντική ενίσχυση των πόρων για την ασφάλεια, τη μετανάστευση και το άσυλο, ειδικά σε μια περίοδο άνισα κατανεμημένων μεταναστευτικών ροών, και με μία Κυβέρνηση ανίκανη να αξιοποιήσει και με διαφάνεια να χρησιμοποιήσει τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει και χαιρετίζει τη σημαντική ενίσχυση των πιστώσεων σε προγράμματα έρευνας και καινοτομίας, σε δράσεις ανταγωνιστικότητας και επιχειρηματικότητας, και σε τομείς όπως είναι η στήριξη της κινητικότητας των νέων και η προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού.

Επισημαίνει όμως την αναγκαιότητα ύπαρξης αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης, την οποία η σημερινή Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, έχει υπονομεύσει.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την ενίσχυση της νησιωτικότητας, και θα ήθελε να δει περισσότερα πράγματα πάνω σ’ αυτό τον τομέα, με δεδομένες τις κυβερνητικές επιλογές οι οποίες επιβαρύνουν σημαντικά τα νησιά της χώρας μας.

Η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί τη σταθεροποίηση ή, στη χειρότερη περίπτωση, την όσο το δυνατόν μικρότερη συρρίκνωση των πόρων για την Κοινή Αγροτική Πολιτική, με την υιοθέτηση όμως πολιτικών ώστε αυτές να είναι πιο αποτελεσματικές σε εθνικό επίπεδο, με την ανάπτυξη δυναμικών αγροτικών περιοχών και τη στήριξη των μικρών και μεσαίων γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία χαιρετίζει την πρόταση τα κράτη-μέλη να αναλάβουν πρόσθετες ευθύνες όσον αφορά τη βέλτιστη χρήση του προϋπολογισμού για τη γεωργία, με μεγαλύτερη απ’ ότι σήμερα ευελιξία να μεταφέρουν κονδύλια μεταξύ των άμεσων ενισχύσεων και της αγροτικής ανάπτυξης, σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες και τους στόχους.

Εκφράζει όμως τον προβληματισμό της για τον κυβερνητικό σχεδιασμό σ’ αυτό το πεδίο, με δεδομένο το μηδενικό παραγόμενο έργο της τελευταίας τριετίας, όπως αποδεικνύεται από τις επιβαρύνσεις που έχει υποστεί ο πρωτογενής τομέας και επιβεβαιώνεται από τη πολύ χαμηλή απορροφητικότητα των κοινοτικών πόρων για τους αγρότες.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την τοποθέτηση κεφαλαίων από τα «διαθέσιμα περιθώρια» και από τα δεσμευμένα αλλά μη χρησιμοποιηθέντα κονδύλια σε «ενωσιακό αποθεματικό», που θα χρησιμοποιηθεί, αν και όταν κριθεί αναγκαίο, για τη χρηματοδότηση απρόβλεπτων γεγονότων και καταστάσεων, σε τομείς όπως είναι η ασφάλεια και η μετανάστευση.

Η Νέα Δημοκρατία κρίνει ως θετική την Ευρωπαϊκή Λειτουργία Σταθεροποιητικών Επενδύσεων για την αντιμετώπιση περιπτώσεων σοβαρών ασύμμετρων κλυδωνισμών.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει το νέο Πρόγραμμα Στήριξης Μεταρρυθμίσεων, το οποίο θα παρέχει χρηματοδοτική και τεχνική στήριξη για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων προτεραιότητας.

Εκφράζει όμως τον προβληματισμό της ως προς τη δυνατότητα αξιοποίησης των σχετικών κονδυλίων από τη σημερινή Κυβέρνηση, με δεδομένη την αποδεδειγμένη αβελτηρία και αλλεργία της στην υλοποίηση ουσιαστικών διαθρωτικών αλλαγών.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την προσθήκη νέων – φορολογικού και πράσινου χαρακτήρα – πόρων που θα δώσουν βιώσιμη λύση στο ζήτημα των εσόδων, διατηρώντας ταυτόχρονα τη διευρυμένη χρηματοδοτική αρχιτεκτονική από νέα εργαλεία, όργανα και μέσα.

Η Νέα Δημοκρατία, όλες αυτές τις πολιτικές, τις υποστήριξε, με συνέπεια και ένταση, στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, και τις έχει ήδη ενσωματώσει στο αναπτυξιακό σχέδιό της, αφού είναι συμβατές με αυτό.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής, διατηρήσιμης και έξυπνης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο που θα αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που προϋποθέτει μια μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Αξιωματική Αντιπολίτευση, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών, κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης.

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι η Νέα Δημοκρατία, διαχρονικά, στηρίζει την εύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης μεταξύ της Ελλάδας και των Σκοπίων.

Μια λύση που θα σέβεται όμως τα πραγματικά ιστορικά, εθνικά δεδομένα.

Σήμερα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρνει μια συμφωνία που τη διαμόρφωσε «εν κρυπτώ».

Συμφωνία που με στρεψοδικίες και επικοινωνιακά τερτίπια, αυταρχικά προωθεί.

Αδιαφορώντας για τις ευαισθησίες των πολιτών και τις θέσεις των κομμάτων.

Κυβέρνηση η οποία απέτυχε να αξιοποιήσει το κεκτημένο της εθνικής συνεννόησης επί του εθνικά κρίσιμου αυτού θέματος.

Κεκτημένο που σωρεύτηκε από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις, πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι.

Δεν θα ακολουθήσω αυτό το δρόμο, παρ’ ότι θα μπορούσα να καταθέσω μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», αλλά και την τελευταία έκφρασή του από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία.

Θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να ανοίξουμε αυτό το θέμα;

Δεν θα το κάνω γιατί δεν ωφελεί την εθνικά κρίσιμη προσπάθεια.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δικαιούται να μας κάνει μάθημα!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι, 

Η Κυβέρνηση περιφρονεί τον Ελληνικό λαό.

Λοιδορεί τις γνήσιες ευαισθησίες της πλειοψηφίας του.

Απαξιώνει το εθνικό κοινοβούλιο.

Επιδίδεται σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας και στρουθοκαμηλισμού.

Προχωρά σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Συμφωνία που παράγει διεθνή αποτελέσματα, κάποια από τα οποία θα αποκτήσουν τον χαρακτήρα του τετελεσμένου.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008.

Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Υποχωρήσεις αφού αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής ιθαγένειας», άρα και αντίστοιχης ταυτότητας.

Υποχωρήσεις αφού διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα, χωρίς κάποιον κοινά αποδεκτό όρο για όλες τις χρήσεις, κατοχυρώνοντας τον «μακεδονικό» εθνικισμό.

Πρόκειται συνεπώς για μία κακή συμφωνία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία, έχουμε χρέος από την ιστορία και ευθύνη για το μέλλον, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Να ενώσουμε και να μην διχάσουμε την κοινωνία.

Να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και τους κινδύνους με ενότητα, ευθύνη, ομοψυχία, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια.

Να εργαστούμε σκληρά, με αλληλεγγύη και συνοχή.

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών, όπως πράττει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις και με επικίνδυνους ακροβατισμούς, όπως κάνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων.

Πάνω από όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Όλα αυτά αποτελούν για τη σημερινή Κυβέρνηση, «αγαθά εν ανεπαρκεία».

Η «κατασκευή» των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δοκιμάσθηκε, «μετρήθηκε» με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης της χώρας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο «κοπής» ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Αφορά την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του Μνημονίου των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Ενός αχρείαστου Μνημονίου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση της τελευταίας οκταετίας.

Κυβέρνηση η οποία, χωρίς καμία ηθική αναστολή, χωρίς αξιακές σταθερές, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, περιφρονώντας ευαισθησίες της κοινωνίας, υπογράφει τα πάντα για την εξουσία, προχωρώντας σε βαριές οικονομικές και εθνικές υποχωρήσεις και κακές συμφωνίες.

Ας περιοριστούμε όμως σήμερα στο πεδίο της οικονομίας.

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα οδηγείται στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Το μόνο όμως που ολοκληρώνεται είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Κυβέρνηση η οποία, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται.

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει.

Σε σχέση με το 2014:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών, η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος», αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

3ον. Το Πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει νέα μέτρα που δεν έχει βιώσει ακόμη η κοινωνία και τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο. Συνεπώς δεν έχει και την πολιτική νομιμοποίηση να τα εφαρμόσει!

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Θα αυξηθεί ο ΕΝΦΙΑ, που θα καταργούσατε σε 1εκατ. νοικοκυριά.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Αυτά τα νέα μέτρα οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της σημερινής Κυβέρνησης στα 14,5 δισ. ευρώ.

Ειδικά για τους συνταξιούχους το 2019, ακόμη και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα για κοινωνική προστασία, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συνεπώς, το διαθέσιμο εισόδημα των συνταξιούχων θα μειωθεί ακόμη περισσότερο το 2019.

Ευτυχώς όμως τότε, το αργότερο, τελειώνουν τα βάσανα των πολιτών με τη σημερινή ανερμάτιστη Κυβέρνηση!

Πάντως, λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Η Κυβέρνηση αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται και η κοινωνία να φτωχοποιείται.

  • Επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα κατά 55%, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Κατά τα άλλα υποστηρίζετε ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική!

Τελικά οι αυταπάτες δεν γιατρεύονται…

Και επειδή λέτε ότι δήθεν κινδυνολογούμε, να μια ακόμη απόδειξη της αποτυχίας σας:

Σε σχέση με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο που εσείς πέρυσι ψηφίσατε, ήδη σήμερα εκτιμάτε σωρευτική απώλεια πλούτου ύψους 26 δισ. ευρώ μέχρι το 2021!

Και μετά καυχιέστε για τις δήθεν επιτυχίες σας; Αιδώς Αργείοι…

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Αλήθεια όμως, τι υποστήριζε ο κ. Τσίπρας πριν από 2 χρόνια (23 Ιουνίου 2016), μετά τη λαϊκή νομιμοποίηση του 2015;

«Είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και, μάλιστα, για αρκετά χρόνια. Εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας.»

Συνεπώς μην υποστηρίζετε ότι η Αξιωματική Αντιπολίτευση κινδυνολογεί.

Μόνοι σας καρφώνεστε!

Είμαι όμως απολύτως βέβαιος ότι κατά την μεθαυριανή του ομιλία, στο ίδιο συνέδριο του Economist, ο κ. Τσίπρας θα κάνει άλλη μία κυβίστηση.

Ή να το πούμε πιο λαϊκά, μία ακόμη κωλοτούμπα!!!

Άλλωστε, το «χούι» δεν κόβεται…

6ον. Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται «αμετάκλητα» και «άνευ όρων» στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης Υπερταμείου.

Πράγματι, με αίσθημα ευθύνης, η Νέα Δημοκρατία ψήφισε τότε την παραμονή της χώρας στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης.

Το μνημόνιο όμως φέρει τις δικές σας υπογραφές!!!

Ένα χρόνο μετά, το 2016, ιδρύθηκε το Υπερταμείο και δεσμεύθηκε η δημόσια περιουσία της χώρας.

Η Νέα Δημοκρατία καταψήφισε την ίδρυσή του.

Κι αυτό διότι περιελάμβανε δυσμενέστερους όρους σε σχέση με το 2015, με πρωτοφανή εκχώρηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της χώρας, χωρίς ουσιαστικό εθνικό και δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία.

Με διάρκεια ζωής τα 99 έτη, όταν η μέση υπολειπόμενη διάρκεια του δανείου είναι τα 33 έτη.

Χωρίς «οροφή» στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται, έναντι πρόβλεψης για 50 δισ. ευρώ στο 3ο Μνημόνιο.

Με αποτέλεσμα, Συνάδελφος της Κυβερνητικής πλειοψηφίας να υποστηρίζει στην Επιτροπή ότι «αυτό συνιστά την επισφράγιση ότι η χώρα μας είναι αποικία χρέους.»

Και λέτε μετά ότι εμείς κινδυνολογούμε;

Τελικά, με εσάς στην Κυβέρνηση «πάτος στις υποχωρήσεις και τον κατήφορο» δεν υπάρχει!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία καταψηφίζει επί της αρχής το Πολυνομοσχέδιο.

Και αυτό γιατί λείπει από την Κυβέρνηση η βούληση, η αξιοπιστία και το σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Ένα σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Ένα σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξημένης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου.

Με βασικούς άξονες:

1ον. Την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και την άμεση και σταδιακή μείωση της υψηλής φορολόγησης των πολιτών.

Αντιθέτως, η σημερινή Κυβέρνηση, όπως περιγράφει και το δήθεν αναπτυξιακό της σχέδιο, πιστεύει ότι «ο συνολικός φορολογικός συντελεστής στην Ελλάδα δεν είναι υπερβολικά υψηλός σε ευρωπαϊκή κλίμακα».

2ον. Την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους.
  • Την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

3ον. Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει – διαχρονικά – αποδειχθεί ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να δημιουργήσει πληρέστερα τις συνθήκες υψηλότερης ανάπτυξης της οικονομίας.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, η οποία μαζί με τις αναγκαίες, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες παρεμβάσεις για τη ρύθμισή του, θα δώσουν τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Διαθέτει υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

Δευτερολογία στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής

κατά τη συζήτηση επί των Άρθρων του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών

για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Άκουσα χθες τον κ. Τσακαλώτο να υποστηρίζει ότι «δεν πουλάει φούμαρα».

Δηλαδή, δεν «πουλάει» αερολογίες, κενολογίες, υποσχέσεις άνευ ουσίας και μη υλοποιήσιμες.

Και το υποστηρίζει αυτό:

  • Ο Υπουργός ο οποίος δεσμεύθηκε ότι θα παραιτηθεί αν προχωρούσε σε οποιαδήποτε περικοπή αφορολόγητου, και σήμερα το «κόβει» για 2η φορά, μάλιστα κατά 35%, πλήττοντας τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, και παραμένει στη θέση του.
  • Ο Υπουργός ο οποίος δήλωνε ότι η Κυβέρνηση δεν πρόκειται να νομοθετήσει εκ των προτέρων μέτρα για μετά το 2018, και τελικά προ-νομοθέτησε μέτρα ύψους 5,1 δισ. ευρώ για το 2019 και το 2020.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε ότι η πολιτική του έχει κοινωνικό πρόσημο, και σήμερα προβλέπει πρόσθετες περικοπές τριών κυρίων συντάξεων και μίας επικουρικής σύνταξης, από 1.1.2019.
  • Ο Υπουργός ο οποίος επαιρόταν ότι η οικονομία θα αναπτυσσόταν με ρυθμό 2,7% το 2017, και τελικά έπεσε έξω σε ποσοστό 55%.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε, μέχρι πρόσφατα, ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αποτελεί προτεραιότητα για τη χώρα, και σήμερα η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα δεν βγαίνουν από οικονομικής και κοινωνικής άποψης, και σήμερα τα υπερασπίζεται και τα θέτει και ως στόχους.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υπόσχεται «καθαρή έξοδο» από τα Μνημόνια, αλλά συμφωνεί σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Τελικά ο κ. Τσακαλώτος «πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες».

Θα περίμενα ο κ. Υπουργός να είναι προσγειωμένος στην πραγματικότητα, σε επαφή με την αλήθεια και πιο προσεκτικός στις διατυπώσεις του, ειδικά όταν οι διαχρονικές θέσεις του κυριαρχούνται από καραμπινάτες αντιφάσεις και κυβιστήσεις.

Θα μου πείτε βέβαια ότι έχω υψηλές προσδοκίες από έναν Υπουργό και μία Κυβέρνηση για τον οποίους, όπως έχω υποστηρίξει και άλλη φορά σε αυτή την αίθουσα, τα ιδεολογικά και πολιτικά GPS, όλων των τύπων, δεν τους πιάνουν πουθενά.

Όλα για την εξουσία, όλα για την καρέκλα.

Επί των άρθρων τώρα, στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι:

  • θα περικοπούν οι κύριες συντάξεις από το 2019,
  • θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019,
  • θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019,
  • θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020,
  • θα διατηρηθούν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τουλάχιστον για μία πενταετία.

Η Κυβέρνηση, με τον οικονομικό προγραμματισμό της, κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

Και αδυνατεί να επιτύχει την αναγκαία για τη χώρα, υψηλή και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Σε άλλες διατάξεις, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι:

  • δεν μπορεί να δημιουργήσει ευέλικτα και λειτουργικά διοικητικά σχήματα για να προχωρήσουν εμβληματικές επενδύσεις, όπως είναι η επένδυση στο Ελληνικό,
  • δεν διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης του υψηλού και διευρυμένου ιδιωτικού χρέους,
  • επανανομοθετεί, και μάλιστα με δυσμενέστερους όρους, παλαιότερους νόμους, εξαπατώντας – για ακόμη μια φορά – το σύνολο των εργαζομένων,
  • αδυνατεί να λάβει διαρθρωτικά μέτρα που θα εξορθολογήσουν τη φαρμακευτική δαπάνη,
  • βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας,
  • μετατρέπει τη διαχείριση ταμειακής ρευστότητας σε αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

Υπενθυμίζω ότι η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, από τις αρχές του 2014, έβαλε τις βάσεις για τη διεύρυνση των δυνατοτήτων του Δημοσίου να αντλεί και να διαχειρίζεται ταμειακά διαθέσιμα, που μέχρι τότε ήταν διάσπαρτα σε εμπορικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Όμως με το σημερινό Πολυνομοσχέδιο, όπως υποστήριξαν όλοι οι φορείς κατά την ακρόασή τους, περνάμε στο άλλο άκρο.

Επιχειρείται μία σαρωτική  παρέμβαση σε αυτό το πεδίο.

Σχεδόν σε όλο το εύρος των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

Με υποχρεωτικότητα.

Με κυρώσεις και ποινές μη συμμόρφωσης.

Επιβεβαιώνεται όμως ότι πρόθεση της Κυβέρνησης δεν είναι ο εξορθολογισμός και η μεταρρύθμιση του πλαισίου ταμειακής διαχείρισης. Άλλωστε σε αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Αντιπολίτευση, ήταν αντίθετος.

Αντίθετα, πρόθεσή της Κυβέρνησης είναι η υποστήριξη της αυταπάτης της.

Το 2015, ήταν η αυταπάτη «της ηρωικής διαπραγμάτευσης» και η απελπισία να βρει πόρους για να καλύψει τις ταμειακές ανάγκες της χώρας.

Σήμερα είναι η αυταπάτη της «καθαρής εξόδου» και η δημιουργία ταμειακού αποθέματος.

Αγνοώντας τους κινδύνους για τους φορείς, για το τραπεζικό σύστημα, για την οικονομία συνολικά.

Τέλος, 2 ακόμη επισημάνσεις:

1η Επισήμανση: Άκουσα συναδέλφους να υποστηρίζουν ότι για πρώτη φορά επίκειται κάτι ουσιαστικό για τη ρύθμιση του χρέους.

Λησμονώντας τη διπλή αναδιάρθρωσή του το 2012, με την οποία μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του χρέους.

Απόδειξη αυτού, όπως καταγράφεται και στο Πολυνομοσχέδιο, είναι οι τόκοι που σήμερα ως χώρα καταβάλλουμε να είναι περίπου οι μισοί αυτών που πληρώναμε πριν κάποια χρόνια.

Με αποτέλεσμα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ να υποστηρίζει ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Όμως, στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Συνεπώς, οι παρεμβάσεις στο χρέος είναι σήμερα αναγκαίες μετά την επιβάρυνσή του την τελευταία τριετία, στηριζόμενες στις αποφάσεις του 2012, οι οποίες δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί με ευθύνη εταίρων και δανειστών.

Ζητούμε αυτές οι παρεμβάσεις να είναι καθαρές, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες.

2η Επισήμανση: Άκουσα συναδέλφους να υποστηρίζουν ότι η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την συνέχιση των μνημονίων, μέσω προληπτικής γραμμής στήριξης.

Η αλήθεια είναι ότι η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Όμως, η καθαρή έξοδος δεν είναι εφικτή.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Αλλά δυστυχώς και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο.

Εάν υπήρχε Κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Για αυτούς τους λόγους επιβεβαιώνεται ότι οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης.

Και από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, το 4ο Μνημόνιο, χωρίς χρηματοδότηση».

Ομιλία στη κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής κατά τη συζήτηση

του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα, και πάλι σε πιεστικές χρονικά συνθήκες, ένα ακόμη «αριστερό» Πολυνομοσχέδιο.

Αυτή τη φορά για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του αχρείαστου Μνημονίου που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, κυρίως για τα πιο αδύναμα εισοδηματικά στρώματα, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση.

Η παρούσα συζήτηση διεξάγεται σε ένα βεβαρημένο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον.

Εσωτερικό, που βρίσκει την οικονομία ασταθή, την κοινωνία ανασφαλή και τη χώρα εκτεθειμένη σε κινδύνους, με πιθανές βαριές εθνικές υποχωρήσεις.

Και εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και αβεβαιότητα σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση γράφει τον επίλογο της τελευταίας έκδοσης, αφού πλέον δεν «πουλάει», του περί πολιτικής υποκρισίας βιβλίου με τίτλο: «Πώς να διαλαλείς και να πράττεις τα πάντα, για να κερδίζεις λίγο χρόνο παραμονής στην εξουσία».

Ειδικότερα, στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου, ξεδιπλώνονται οι νέες κυβερνητικές δήθεν αυταπάτες, στην ουσία όμως τα νέα κυβερνητικά ψέματα.

Συγκεκριμένα:

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα, με την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης, θα οδηγηθεί στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που ολοκληρώνεται το καλοκαίρι είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν και θα επεκταθούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο συστηματικά αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό κοινοβούλιο.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα: Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με ευθύνη της Κυβέρνησης, σήμερα δεν είναι εφικτή.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία επιτυγχάνει τους στόχους που έχουν τεθεί.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, προσπαθεί να φτάσει το σημείο στο οποίο ήταν το 2014. Από τότε:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, εξαιτίας των διαδοχικών μέτρων λιτότητας την τελευταία τριετία, ύψους 9,5 δισ. ευρώ.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει αυξηθεί κατά 57% από το τέλος του 2014.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Η μακροχρόνια ανεργία ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας έχει διογκωθεί.
  • Οι ευέλικτες μορφές εργασίας έχουν διευρυνθεί.
  • Οι καταθέσεις των πολιτών έχουν μειωθεί.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.
  • Το χρέος ως απόλυτος αριθμός διογκώνεται.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Και η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει καταρρεύσει.

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα.

3ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι δεν υπάρχουν νέα μέτρα.

Η αλήθεια είναι ότι τα νέα μέτρα του κατ’ ουσίαν 4ου Μνημονίου, για την περίοδο μετά το 2018, επαναλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο.

Συγκεκριμένα:

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Διατηρείται ο συνολικός ΕΝΦΙΑ στα ίδια επίπεδα, αναμένεται όμως να υπάρξει αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας για τις λαϊκές συνοικίες, τα λαϊκά στρώματα και τα χαμηλά εισοδήματα.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για την 2η επί της σημερινής Κυβέρνησης μείωση του αφορολόγητου.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι πριν την 1η μείωση, ο Υπουργός Οικονομικών είχε απειλήσει με παραίτηση αν αυτή υλοποιείτο.

Και σήμερα, έχοντας πλέον εθιστεί στις περικοπές, προχωράει σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση.

Ευτυχώς τουλάχιστον που σταμάτησαν οι απειλές περί παραίτησης, διότι τότε δεν θα υπήρχε καν αφορολόγητο όριο!

Αυτά τα νέα μέτρα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων, μίας επικουρικής σύνταξης και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της στα 14,5 δισ. ευρώ.

Επιβεβαιώνεται μάλιστα ότι αυτά θα υλοποιηθούν ανεξάρτητα από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Αντιθέτως, τα όποια αντίμετρα, θα υλοποιηθούν εφόσον υπερκαλυφθούν οι υψηλοί στόχοι.

Ακόμη όμως και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις το 2019 υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συρρικνώνοντας, ακόμη περισσότερο, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών το 2019, ειδικά των συνταξιούχων.

Ευτυχώς όμως, το αργότερο τότε, τελειώνουν και τα βάσανα της κοινωνίας με τη σημερινή ιδεοληπτική και ανίκανη Κυβέρνηση!

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα: Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης. Από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα έχει ήδη μπει σε τροχιά υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει και αυτές τις ψευδαισθήσεις.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Το αποτέλεσμα είναι να έχει χαθεί δυνητικός πλούτος ύψους 34 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2018, ή 8.220 ευρώ από το κάθε Ελληνικό νοικοκυριό.

Ενώ η Κυβέρνηση προβλέπει χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης το 2022 από το 2018!

Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον.

Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Συνεπώς, 4ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, πολύ υψηλότερα από τους στόχους, μεγέθους 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Ξεχνώντας ότι, μέχρι πρόσφατα, η ίδια υποστήριζε ότι ούτε καν το 3,5% δεν είναι ανέφικτος στόχος.

Λησμονώντας ότι η ίδια υποστήριζε πως αυτά τα πρωτογενή πλεονάσματα «σκοτώνουν την κοινωνία» και «πνίγουν την οικονομία».

Αδιαφορώντας για την αρνητική επίδραση που αυτά έχουν στην πραγματική οικονομία.

Αγνοώντας ακόμη και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, το οποίο «εκφράζει την ανησυχία του για την επίμονη επιδίωξη υψηλότερων του στόχου πρωτογενών πλεονασμάτων, που συνεπάγονται υπερβολική λιτότητα και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη».

Σημειώνεται μάλιστα ότι οι σημερινοί υψηλοί δημοσιονομικοί στόχοι εκτιμάται ότι θα επιτευχθούν με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με αυτούς που προβλέπονταν και είχαν συμφωνηθεί με τους δανειστές στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα του 2014.

Επιβεβαιώνοντας ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση θα επιτύγχανε, για λίγα χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της ανάπτυξης.

Ενώ η σημερινή Κυβέρνηση προβλέπει ότι θα επιτύχει, για πολλά χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της αέναης λιτότητας.

Συνεπώς, 5ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, σε πλήρη ως συνήθως ασυνέπεια με όσα μέχρι πρόσφατα υποστήριζε, από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων σήμερα έγινε λάτρης και υπερασπιστής τους.

6ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι θα ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία.

Η αλήθεια είναι ότι και σε αυτό το πεδίο, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης είναι απογοητευτικές.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται υψηλές, σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με το 2014, παρά την εκταμίευση δανειακών πόρων ύψους 5 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή τους.

Ενώ οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι οποίες σύμφωνα με το Πολυνομοσχέδιο «θα χρηματοδοτήσουν την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας», παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, η οποία, από μήνα σε μήνα, διευρύνεται.

Σημειώνεται μάλιστα ότι αυτές, το 2017, διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας!

Συνεπώς, 6ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, λόγω ανικανότητας, αβελτηρίας και αναποτελεσματικότητας, αδυνατεί να «αιματοδοτήσει» την πραγματική οικονομία.

7ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η δημόσια περιουσία δεν ενεχυριάζεται.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση του 2015, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται αμετάκλητα και άνευ όρων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων τη χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης του Υπερταμείου.

Το Υπερταμείο προστέθηκε τότε ως συμβαλλόμενος στη δανειακή σύμβαση, με τη γενική αναφορά σε «Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων», δεδομένου ότι τότε δεν υφίστατο νομικά, αφού δεν το είχε αποδεχθεί οποιαδήποτε προηγούμενη Κυβέρνηση.

Το 2016, συστάθηκε, με αποτέλεσμα να δεσμευθεί η δημόσια περιουσία της χώρας για διάρκεια ενός αιώνα.

Σήμερα, ολοκληρώνεται το τυπικό νομικό μέρος της δέσμευσης της δημόσιας περιουσίας: το Υπερταμείο καθίσταται εγγυητής του δανείου του 3ου Μνημονίου και αναλαμβάνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Δημοσίου σε περίπτωση αθέτησης πληρωμής.

Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, 7ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση βάζει «υποθήκη το σπίτι» της, χωρίς καν να παίρνει το σύνολο του δανείου! Η ταπεινωτική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει ότι το «βαρέλι δεν έχει πάτο» για την σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συνοψίζοντας, όπως αποτυπώνεται στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου:

  • Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι εφικτή.
  • Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζονται και μετά το καλοκαίρι, με νέα μέτρα λιτότητας.
  • Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα, αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, αδυνατεί να ενισχύσει με ρευστότητα την οικονομία.
  • Η Κυβέρνηση, εις βάρος της κοινωνίας, μετατρέπεται από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, σε λάτρης και υπερασπιστής τους.
  • Ενώ βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η Νέα Δημοκρατία, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στη χώρα και τους πολίτες, καταψηφίζει επί της αρχής το κυβερνητικό Πολυνομοσχέδιο.

1ο: Η επόμενη ημέρα της λήξεως του προγράμματος.

Η χρηματοδότηση της χώρας, μέσω των προγραμμάτων, φαίνεται να ολοκληρώνεται το καλοκαίρι.

Όμως, η επόμενη ημέρα δεν θα βρει τη χώρα στη ίδια κατάσταση που βρέθηκαν οι άλλες χώρες που εφάρμοσαν προγράμματα προσαρμογής.

Και αυτό γιατί:

1ον. Η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του προγράμματος.

2ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018.

3ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα περίπου ενός αιώνα.

4ον. Η Κυβέρνηση έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους να μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, ένα αυτό κριθεί τότε αναγκαίο.

5ον. Η Κυβέρνηση έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας (Κανονισμός ΕΕ 472/2013).

2ο: Η δημιουργία ταμειακού αποθέματος.

Η Κυβέρνηση επιλέγει να μην ζητήσει προληπτική γραμμή στήριξης, προσπαθώντας να φτιάξει ένα ταμειακό απόθεμα.

Αυτό όμως το κάνει χρησιμοποιώντας εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλοντας εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογώντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προχωρώντας σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι – με ευθύνη της – δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Συνεπώς «χτίζει» ταμειακό απόθεμα, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία.

3ο: Βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

Στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Εκτιμούσε ότι αυτό θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του ΑΕΠ.

Στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 195% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες στο 45% του ΑΕΠ!

Και χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Είναι προφανές ότι η βιωσιμότητά του επιβαρύνθηκε την τελευταία τριετία, ιδιαίτερα το 1ο εξάμηνο του 2015.

Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος εκτιμά το κόστος εκείνης της περιόδου στα 86 δισ. ευρώ.

Ο Επικεφαλής του ESΜ στα 100 δισ. ευρώ.

Και ο πρώην επικεφαλής του Euro Working Group στα 200 δισ. ευρώ.

Θεωρούμε ότι η αναγκαία σήμερα ρύθμιση του χρέους, θα πρέπει να είναι καθαρή, ποσοτικοποιημένη και αυτόματη.

Τέλος, εκτιμούμε ότι η ρήτρα ανάπτυξης αποτελεί «αντικίνητρο ανάπτυξης».

Κι αυτό γιατί όσο περισσότερο θα αυξάνεται το εθνικό εισόδημα, τόσο περισσότερο το μέρισμα της ανάπτυξης δεν θα πηγαίνει στους πολίτες, αλλά θα κατευθύνεται για την εξυπηρέτηση του χρέους.

4ο: Ανάπτυξη.

Η χώρα επέστρεψε στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, μετά την ανάκαμψη του 2014.

Το 2017, ο ρυθμός μεγέθυνσης διαμορφώνεται στο 50% των στόχων.

Και το 2018 προβλέπεται ότι θα υπάρξει νέα υστέρηση.

Με βάση τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η απώλεια δυνητικού ΑΕΠ την περίοδο 2015-2017 ανέρχεται στα 29 δισ. ευρώ (από πρόβλεψη για ονομαστικό ΑΕΠ στα 207 δισ. ευρώ το 2017, διαμόρφωση τελικά στα 178 δισ. ευρώ το 2017).

Ενώ με βάση την προχθεσινή έκθεση του Ταμείου για την Ευρώπη, η Ελλάδα είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη επιδείνωση των προσδοκιών για άνοδο του ΑΕΠ φέτος και το 2019 και ένα από τα δύο μόνο κράτη-μέλη που θα τα πάνε χειρότερα στο πεδίο της ανάπτυξης από ότι αρχικά προβλεπόταν.

5ο: Ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου.

Αυτές έχουν διαμορφωθεί περίπου στο ύψος του 2014, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους.

Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτές θα μηδενιστούν τον Αύγουστο.

Κάθε μήνα όμως αυξάνουν.

Παράλληλα, από τη σκούπισμα των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει στην έκδοση repos, ύψους άνω των 22 δισ. ευρώ, από 8,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014, στερώντας ρευστότητα από την οικονομία.

6ο: Ιδιωτικό χρέος.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία διαρκώς αυξάνονται, υπερβαίνοντας πλέον τα 130 δισ. ευρώ.

Παρουσιάζουν έτσι μία αύξηση της τάξεως του 55% από το τέλος του 2014.

Αυτό το πρόβλημα της οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης, με την υπερφορολόγηση των πολιτών και την αύξηση ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Πρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Θα συμφωνείτε υποθέτω και εσείς ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, πέραν της συμβολής της στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του Δημοσίου, συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

Στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα», ως αποτέλεσμα – κυρίως – της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η σημερινή Κυβέρνηση.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, ερωτάστε κε. Υπουργέ:

1ον. Για ποιό λόγο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές παρά τους πρόσθετους δανειακούς και πλέον εθνικούς πόρους που διατίθενται για την αποπληρωμή τους, όταν μάλιστα, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού σας, «η εξόφλησή τους αποτελεί βασική προτεραιότητα για το Υπουργείο Οικονομικών»;

2ον. Σε τι ύψος ανέρχονται οι νέες οφειλές που δημιουργήθηκαν την τελευταία τριετία;

3ον. Ποιος είναι ο προγραμματισμός για την αποπληρωμή τους εντός του 2018; Πως θα χρηματοδοτηθεί η εξόφλησή τους από δανειακούς και εθνικούς πόρους;

4ον. Πότε εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα ολοκληρωθεί η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου;

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δευτερολογία

 Κύριε Υπουργέ,

Από την απάντησή σας, καθώς και από πρόσθετα στοιχεία που δεν πρόλαβα να αναπτύξω κατά την πρωτολογία μου, προκύπτουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα:

1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, εξαιτίας τόσο της επιλογής της να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και της ανικανότητάς της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους, δημιουργεί συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Και σε αυτές πρέπει να προστεθούν και όσες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν καταγράφονται, όπως είναι, σύμφωνα με την Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων καθώς και αιτήσεις συνταξιοδότησης.

Επιπρόσθετα, όπως επισημαίνει η ίδια Έκθεση, από τους συνολικούς δανειακούς πόρους που μεταβιβάστηκαν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών το 2017, μόνο οι μισοί έφτασαν στους τελικούς δικαιούχους.

Το υπόλοιπο ποσό είτε κόλλησε σε φορείς του Δημοσίου είτε δεν έφτασε στους φορείς.

2ο Συμπέρασμα: Λόγω της Κυβερνητικής καθυστέρησης στην απορρόφηση της χρηματοδότησης του προγράμματος, η διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει διαφοροποιηθεί επί το δυσμενέστερο για τη χώρα μας.

Το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – μετά την 2η αξιολόγηση, να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Πέρυσι η αναλογία ήταν 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου.

Σήμερα αυτή έγινε ακόμη πιο δυσμενής, διαμορφώθηκε στο 50%-50%, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.

Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχη, σχετική πρόβλεψη δεν υπήρξε στο 2ο Μνημόνιο.

3ο Συμπέρασμα: Η πλήρης εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, τον Αύγουστο του 2015, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο, τον Ιούνιο του 2016, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Και σήμερα, με βάση την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού, απλώς «αναμένεται η περαιτέρω μείωσή τους εντός του 2018».

Συνεπώς, για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνονται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Είναι σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει, δεν ξέρει και δεν μπορεί να «ρίξει» ρευστότητα στην αγορά.

Στον αντίποδα αυτής της οικονομικά ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της Νέας Δημοκρατίας είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε – πέρυσι – στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Σας ευχαριστώ πολύ.