Ερώτηση για τις καταπτώσεις εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου

Ερώτηση για τις καταπτώσεις εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου

O óõíôïíéóôÞò ôçò ÍÝáò Äçìïêñáôßáò Ïéêïíïìéêþí ÕðïèÝóåùí, âïõëåõôÞò Öèéþôéäáò ×ñÞóôïò Óôáúêïýñáò ìéëÜåé óôçí óõíÝíôåõîç ôýðïõ ãéá ôï êüóôïò ôçò 7ìçíçò äéáêõâÝñíçóçò ÓÕÑÉÆÁ-ÁÍÅË. óôá ãñáöåßá ôïõ êüììáôïò óôç ëåùöüñï Óõããñïý, ÐáñáóêåõÞ 04 Óåðôåìâñßïõ 2015. ÁÐÅ-ÌÐÅ/ÁÐÅ-ÌÐÅ/ÁËÅÎÁÍÄÑÏÓ ÂËÁ×ÏÓ

Ερώτηση

 προς το Υπουργείο Οικονομικών

Αθήνα, 13.03.2019

Θέμα: Καταπτώσεις εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου για δάνεια που έχουν χορηγηθεί σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και πληγέντες φυσικών καταστροφών.

Η αξιοποίηση του μηχανισμού παροχής εγγύησης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου έχει περιοριστεί τα χρόνια εφαρμογής των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής. Ως εκ τούτου, το συνολικό ανεξόφλητο εγγυημένο υπόλοιπο έχει συρρικνωθεί σημαντικά.

Εξαίρεση αποτελεί το υπόλοιπο που αφορά τις κατά το παρελθόν παρασχεθείσες εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου για δανειοδότηση ιδιωτικών επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων πληγέντων από φυσικές καταστροφές. Το ύψος του ανεξόφλητου εγγυημένου υπολοίπου αυτής της κατηγορίας δανείων παραμένει σχεδόν αμετάβλητο τα τελευταία χρόνια, στα 3,5 δισ. ευρώ τον Ιανουάριο του 2019 (αποτελέσματα Γενικής Κυβέρνησης, Μάρτιος 2019).

Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι τα δάνεια αυτά δεν εξυπηρετούνται, χωρίς ωστόσο να έχουν καταπέσει ακόμα εγγυήσεις σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη μη καταγραφή τους στον Κρατικό Προϋπολογισμό. Σε διαφορετική περίπτωση, αν τα δάνεια αυτά εξυπηρετούνταν, θα προέκυπτε αντίστοιχη μείωση του ανεξόφλητου υπολοίπου δεδομένου ότι δεν παρέχονται πλέον νέες εγγυήσεις σε αυτές τις κατηγορίες δανείων. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει.

Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στην εαρινή έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου για το 2017 (σελ. 66): «Σύμφωνα με στοιχεία της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών έως σήμερα, μόνο για δάνεια ιδιωτικών επιχειρήσεων, βρίσκονται σε εκκρεμότητα 17.225 αιτήματα κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, με συνολικό ύψος απαιτήσεων 750 εκατ. ευρώ περίπου. Από αυτά, τα 10.000 αιτήματα (70 εκατ. ευρώ περίπου) ρυθμίζονται με Υπουργική Απόφαση που ορίζει ότι η κατάπτωση της εγγύησης θα γίνει ανά δόση και όχι στο σύνολο του δανείου, όπως συμβαίνει στις λοιπές περιπτώσεις των επιχειρηματικών δανείων. Παράλληλα, από το 2015 τα πιστωτικά ιδρύματα άρχισαν να εγείρουν αγωγές. Ο αριθμός των αγωγών για το έτος 2015 ανήλθε σε 50, το 2016 ανήλθε σε 600 περίπου, ενώ το 2017 εκτιμάται ότι θα συσσωρευτούν 3.000 αγωγές περίπου, καθότι το 2017 είναι ο χρόνος παραγραφής των εκκρεμών αιτημάτων έτους 2012. Για τις αγωγές αυτές οι αντίστοιχες αξιώσεις, αναγωγικά υπολογιζόμενες, εκτιμώνται σε 230 εκατ. ευρώ».

Προφανώς, η διαχείριση και η αντιμετώπιση των εν λόγω αιτημάτων και αγωγών – αλλά και εν γένει της συγκεκριμένης κατηγορίας εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο δανείων – καθίσταται εξαιρετικά σημαντική καθώς ενέχει τον κίνδυνο ενδεχόμενων μαζικών καταπτώσεων της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες θα προκαλέσουν σημαντική επιβάρυνση του Προϋπολογισμού.

Κατόπιν των ανωτέρω, και με δεδομένα:

  • τη σοβαρότητα του ζητήματος για τη δημοσιονομική διαχείριση και την αποφυγή δυνητικών μελλοντικών κινδύνων αύξησης δαπανών, δημιουργίας ελλειμμάτων και επιβάρυνσης του δημοσίου χρέους λόγω καταπτώσεων,
  • την ισχύουσα σχετική κείμενη νομοθεσία (Ν. 4549/2018 και Ν. 4597/2019 που ψήφισε η Κυβέρνηση), η οποία προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες – με έκδοση σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών – για τη ρύθμιση δανείων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τους δανειολήπτες, για την ενημέρωση του Ελληνικού Δημοσίου από τα πιστωτικά ιδρύματα και την Τράπεζα της Ελλάδος, και για την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου αφού προηγηθεί βεβαίωση του σχετικού ποσού ως εσόδου στην αρμόδια ΔΟΥ (Άρθρα 101, 103, 105),
  • την επισήμανση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στην πρώτη του έκθεση για την Ελλάδα μετά το τέλος του Προγράμματος, ότι υπολογίζεται μία δαπάνη ύψους 2,1 δισ. ευρώ, το 2019, για καταπτώσεις εγγυήσεων δανείων που έχουν δοθεί με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

 ο κ. Υπουργός:

  1. Πόσες είναι τελικά οι καταπτώσεις του έτους 2018; Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Κρατικού Προϋπολογισμού, αυτές θα διαμορφώνονταν στο εξαιρετικά χαμηλό ύψος των 89 εκατ. ευρώ, με επιβάρυνση του Ελληνικού Δημοσίου στα 32 εκατ. ευρώ, όταν τα προηγούμενα έτη τα σχετικά ποσά υπερέβαιναν τα 500 εκατ. ευρώ.
  2. Γιατί, εφόσον τα δάνεια της συγκεκριμένης κατηγορίας δεν εξυπηρετούνται, δεν έχουν καταπέσει οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου;
  3. Σε ποιες ενέργειες έχει προβεί ή πρόκειται να προβεί το αρμόδιο Υπουργείο προκειμένου να αντιμετωπιστεί συνολικά το εν λόγω ζήτημα;
  4. Υπάρχει πιθανότητα μαζικών καταπτώσεων εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου από τη συγκεκριμένη κατηγορία δανείων την προσεχή περίοδο, επιβαρύνοντας το δημοσιονομικό αποτέλεσμα των επόμενων ετών; Ισχύει η εκτίμηση του ΔΝΤ για καταπτώσεις ύψους 2,1 δισ. ευρώ, το 2019, όταν αυτό το ύψος δεν έχει καταγραφεί στον Κρατικό Προϋπολογισμό;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας