Άρθρο στην ιστοσελίδα Liberal – Η ανεπάρκεια της Κυβέρνησης στην υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων

Άρθρο στην ιστοσελίδα Liberal – Η ανεπάρκεια της Κυβέρνησης στην υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων

Οι αποκρατικοποιήσεις, όπως έχει πολλές φορές αποδειχθεί, μπορούν να συμβάλουν στην εισαγωγή τεχνογνωσίας, στον εκσυγχρονισμό των εγχώριων επιχειρήσεων, στην υλοποίηση επενδύσεων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας. Παράλληλα, μπορούν να αποφέρουν και ταμειακά οφέλη, συντελώντας στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Δημοσίου και στη μείωση του δημοσίου χρέους.

Δυστυχώς, τα πεπραγμένα της Κυβέρνησης, και σε αυτό το πεδίο, παρά τις σαφείς δεσμεύσεις που έχει αναλάβει, είναι πενιχρά. Είναι φανερό ότι η Κυβερνητική αμφισημία, αβελτηρία και πολυγλωσσία επί του θέματος επηρέασαν και επηρεάζουν αρνητικά την πορεία των αποκρατικοποιήσεων, και έχουν οδηγήσει πολλές επενδύσεις είτε στην ακύρωση είτε στην «κατάψυξη». Υφίσταται πλήθος σχετικά πρόσφατων περιστατικών που προκάλεσαν σύγχυση από τις συνεχείς, δημόσιες αντιπαραθέσεις και αντεγκλήσεις Υπουργών της Κυβέρνησης με το ΤΑΙΠΕΔ, από εμπόδια που θέτουν αντιφατικές δηλώσεις Υπουργών αλλά και από δημόσιες διαφοροποιήσεις διοικήσεων προς ιδιωτικοποίηση εταιρειών. Ενώ σημαντική επίπτωση στην πορεία του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων είχε και η επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, την οποία όμως προκάλεσε η ίδια η Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι οι συνεχείς χρονικές υστερήσεις και οι ταμειακές αποκλίσεις στα έσοδα, που αμφότερες πλήττουν την επενδυτική εμπιστοσύνη και συμβάλλουν στη δημιουργία κλίματος αναξιοπιστίας για τη χώρα ως επενδυτικού προορισμού. Ενδεικτικά, και μόνο για το 2019, το 97% των προσδοκώμενων εσόδων αναμένεται στο 4ο τρίμηνο, με το 77% εξ αυτών να προέρχεται από διαγωνισμούς που εκτιμάται ότι – θα – ολοκληρωθούν εντός του έτους! Όσον αφορά στο Ελληνικό, η αξιοποίησή του αποτελεί πλέον ανέκδοτο. Ενώ περιοδικά, από το 2016 έως και σήμερα, η Κυβέρνηση ενημερώνει ότι «πολύ σύντομα μπαίνουν μπουλντόζες», τα πρώτα έσοδα αναμένονται το 4ο τρίμηνο του 2019. Με βάση όλα τα επίσημα κείμενα και τις εκθέσεις των θεσμών, η απόκλιση των εκτιμώμενων εσόδων με τα πραγματοποιηθέντα είναι τεράστια και κυμαίνεται από 47% έως 75%!

Επιπρόσθετα, περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου (ΔΕΚΟ) που μεταβιβάζονται στο υπέρογκο και δαπανηρό Υπερταμείο με διάρκεια ενός αιώνα, χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό, δεν αξιοποιούνται, δεν εξυγιαίνονται και λειτουργούν χωρίς οικονομική λογική. Το ίδιο συμβαίνει και με την ακίνητη περιουσία του Δημοσίου.

Στις δε τράπεζες, μετά την τελευταία αχρείαστη ανακεφαλαιοποίηση του 2015, που απαξίωσε προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των πιστωτικών ιδρυμάτων και τροποποίησε – επί το δυσμενέστερο – τα σχέδια αναδιάρθρωσής τους, η επένδυση σε αυτές κυριολεκτικά εξαϋλώθηκε, ενώ οι προκλήσεις για τα πιστωτικά ιδρύματα είναι μπροστά.

Ουσιαστικά, η Κυβέρνηση δεν έχει σχεδιάσει, προγραμματίσει και υλοποιήσει ούτε μία αποκρατικοποίηση στα 4 χρόνια της θητείας της. Όσα έχουν υλοποιηθεί ή ολοκληρώνονται αφορούν σε έργα που είχαν δρομολογηθεί από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις.

Ένα τέτοιο έργο είναι και παράταση της σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ). Μία σημαντική αποκρατικοποίηση, που όντως προβλεπόταν από τη σύμβαση του 1995. Που αποτελούσε όμως και συγκεκριμένη δέσμευση και σαφή υποχρέωση που είχε αναλάβει η σημερινή Κυβέρνηση με το 3ο Μνημόνιο, από τον Αύγουστο του 2015. Με ορίζοντα έναρξης της διαδικασίας το 2016 και πρόβλεψη για ολοκλήρωσή της το 2017, στο πλαίσιο της 2ης αξιολόγησης του προγράμματος.

Πλέον βρισκόμαστε στην αρχή του 2019 και την συζητάμε. Και αν αυτή η συζήτηση περιοριζόταν απλά στο τελικό τίμημα της συμφωνίας, θα έμενε η εντύπωση ότι «τέλος καλό, όλα καλά». Ωστόσο παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα για την πρώτη φάση της διαδικασίας, που στιγματίζεται από την εκτίμηση για το χαμηλό αρχικό τίμημα το οποίο στη συνέχεια, ευτυχώς, αναθεωρήθηκε.

Η εξήγηση του Υπουργείου Οικονομικών ότι αρχικά ελήφθησαν υπόψιν τα δεδομένα της οικονομίας το 2015, ότι η διαδικασία αναθεώρησης του τιμήματος εκκίνησε εκούσια, ότι χωρίς να υπάρχει υποχρέωση ζητήθηκε η άποψη της Γενικής Διευθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οδήγησε στον υπερδιπλασιασμό του, και ότι η διαπραγμάτευση για το τίμημα ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του ΤΑΙΠΕΔ, είναι τουλάχιστον προβληματική.

Περιττό να αναφερθεί ποια θα ήταν η αποτίμηση με έτος βάσης μεταγενέστερα έτη, ή έστω ακόμα και με το 2015, αν δεν είχε μεσολαβήσει το καταστροφικό 1ο εξάμηνο εκείνου του έτους, που οδήγησε στην επιδείνωση των προοπτικών της οικονομίας. Θα ήταν υπερπολλαπλάσια ακόμα και από την τωρινή. Ουσιαστικά, η διαφορά ανάμεσα στο αρχικό και το τελικό τίμημα αποτελεί έμμεση πλην σαφέστατη αποδοχή και ποσοτικοποίηση μέρους του μετρήσιμου κόστους του 1ου εξαμήνου του 2015. Δεύτερον, η Κυβέρνηση είχε υποχρέωση να ζητήσει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η αναφορά στο Δελτίο Τύπου του Υπουργείου Οικονομικών στην «ασφάλεια του εγχειρήματος» ουσιαστικά «αδειάζει» την τότε διοίκηση του ΤΑΙΠΕΔ. Τρίτον, η παράταση της σύμβασης το 2017, προτού κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αναθεωρηθεί τελικά, εγκρίθηκε από την Διϋπουργική Επιτροπή Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων και υπογράφηκε από τους αρμόδιους Υπουργούς. Σε όλα τα παραπάνω η Κυβέρνηση οφείλει να δώσει πειστικές απαντήσεις.

Η Νέα Δημοκρατία, ιδεολογικά, πιστεύει στις αποκρατικοποιήσεις, όταν αυτές υλοποιούνται με όρους οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής ανταποδοτικότητας. Αντιθέτως, η Κυβέρνηση δεν τις πιστεύει, δεν τις θέλει, δεν μπορεί να τις υλοποιήσει.