Χαιρετισμός στο 36ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΠΟΜΙΔΑ

Χαιρετισμός στο 36ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΠΟΜΙΔΑ

Θέλω να ευχαριστήσω την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων για την πρόσκληση να χαιρετίσω, εκπροσωπώντας τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, το σημερινό Συνέδριο.

Και να αναπτύξω, κωδικοποιημένα, σκέψεις, προτάσεις και πολιτικές θέσεις για την κατάσταση, τη σημασία και τις προοπτικές της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η αγορά ακινήτων συνέβαλε καθοριστικά στους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που παρουσίασε, για πολλά χρόνια, η ελληνική οικονομία.

Όμως, δοκιμάστηκε και συνεχίζει να δοκιμάζεται σκληρά από την κρίση, με:

  • τη μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας,
  • τη συρρίκνωση της ποσοστιαίας συμβολής του κλάδου των κατασκευών στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία,
  • το «γκρέμισμα» του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου στις κατοικίες, και
  • τη «συμπίεση» της αποτίμησης των ακινήτων στα χαμηλότερα όριά της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελληνική αγορά ακινήτων, την τελευταία δεκαετία, είδε τις αποτιμήσεις της να καταρρέουν κατά 40,5%, όταν την ίδια περίοδο, στην Ευρωζώνη, παρατηρήθηκε αύξηση άνω του 6%.

Παράλληλα, ποιοτικοί παράγοντες και νέα δεδομένα δημιουργούν περαιτέρω ανησυχίες για την προοπτική ανάκαμψης της αγοράς σε στέρεες βάσεις.

Ορισμένα από αυτά, με έντονο κοινωνικό αντίκτυπο, όπως είναι η «εκτόξευση» των κατασχέσεων, των πλειστηριασμών και των αποποιήσεων κληρονομιών.

Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν συνυπολογιστεί η μεγάλη παλαιότητα του οικιστικού αποθέματος, καθώς εκτιμάται ότι το 50% των σπιτιών είναι άνω των 50 ετών, μη επαρκώς συντηρημένα και χρήζουν παρεμβάσεων αποκατάστασης, εκσυγχρονισμού και βελτίωσης της λειτουργικότητας και της ενεργειακής τους απόδοσης.

Επιβαρυντικά δε, λειτουργεί και η διαχρονική γραφειοκρατία σε θέματα αδειοδοτήσεων και μεταβιβάσεων.

Και φυσικά, καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας είναι το ζήτημα της φορολογικής επιβάρυνσης.

Ζήτημα που προσλαμβάνει μεγάλες διαστάσεις στη χώρα μας, λόγω του υψηλού ποσοστού ιδιοκατοίκησης και της παραδοσιακής τάσης που είχε μέχρι πρόσφατα ο πολίτης να επενδύει σε ακίνητα.

Η αλήθεια είναι ότι ιδιαίτερα σε περιβάλλον άσκησης συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής, η κατοχή ακίνητης περιουσίας συνιστά έναν δείκτη ευημερίας, ο οποίος δεν μπορεί να τεθεί εκτός πλαισίου φορολογικών επιβαρύνσεων χωρίς άλλες, εξίσου δυσμενείς, δημοσιονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Αυτή η φορολόγηση όμως πρέπει να είναι δίκαιη και λογική.

Όχι όπως σήμερα, που σε συνδυασμό με τη γενικότερη κυβερνητική πολιτική υπερφορολόγησης, εξαναγκάζεται ο πολίτης, κυρίως της μεσαίας τάξης, σε εκποίηση ή στην απειλή βίαιης απώλειας της περιουσίας του.

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτή η κατάσταση οφείλει να μας προβληματίσει.

Και αυτό διότι, πέραν της ουσιαστικής κοινωνικής διάστασης του ζητήματος, η αξία του ευρύτερου κλάδου της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας είναι σημαντική, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία πολλών θέσεων απασχόλησης, εισοδημάτων, τζίρων και φορολογικών εσόδων, διασυνδέεται με δομικούς βιομηχανικούς τομείς, σχετίζεται με πολλά επαγγέλματα, συνεισφέρει στον εκσυγχρονισμό των υποδομών και στην ενδυνάμωση της επενδυτικής ελκυστικότητας, και προσελκύει θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με μακροχρόνιο ορίζοντα επένδυσης.

Συνεπώς, είναι σημαντικό, η ιδιωτική ακίνητη περιουσία, με την υλοποίηση κατάλληλου πλέγματος θεσμικών, διαρθρωτικών και φορολογικών πολιτικών, να εξέλθει από τη δυσχερή θέση στην οποία έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας αναπτυξιακές προσδοκίες για βιώσιμες επενδύσεις, με υψηλή προστιθέμενη αξία και κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Ειδικότερα για τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, στόχος πρέπει να είναι η πιο χαμηλή, ορθολογική, σταθερή και δίκαιη φορολόγησή της, ώστε να καθίσταται οικονομικά ανεκτή και αντιμετωπίσιμη για τον υπόχρεο.

Γεγονός που θα αποδώσει «τριπλό μέρισμα», αφού θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα τονώσει τις ιδιωτικές επενδύσεις στην αγορά κατοικίας και θα αυξήσει την αξία των ακινήτων.

Προς την κατεύθυνση αυτή, η Νέα Δημοκρατία έχει προτείνει, και διαρκώς εμπλουτίζει και επικαιροποιεί, την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου, με βασικούς άξονες:

  • Τη μείωση του ΕΝΦΙΑ – μεσοσταθμικά – κατά 30% μέσα στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησής της.
  • Την αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες για τρία χρόνια.
  • Την αναστολή του φόρου υπεραξίας, του φόρου δηλαδή επί του κέρδους στις αγοραπωλησίες ακινήτων, για τρία χρόνια και την επανεξέτασή του από μηδενικής βάσης τον τέταρτο χρόνο.
  • Την παροχή έκπτωσης φόρου 40% έως 50%, εντός 3 ετών, επί της δαπάνης που νόμιμα κατέβαλλε ο ιδιοκτήτης για λειτουργική, αισθητική και κυρίως ενεργειακή αναβάθμιση, συντήρηση και αξιοποίηση υφιστάμενων ακινήτων.
  • Την απλοποίηση των μεταβιβάσεων και τη μείωση των δικαιολογητικών για τη μεταβίβαση ακινήτων.
  • Την ενίσχυση των κινήτρων – με διαφάνεια, τήρηση υποχρεώσεων και έλεγχο για πρόληψη ξεπλύματος μαύρου χρήματος – σε όσους ξένους επιλέξουν την Ελλάδα ως τόπο φορολογικής κατοικίας.
  • Μελλοντικά, μεταβίβαση του ΕΝΦΙΑ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Στοχεύουμε, από το 2021, το ύψος του φόρου να καθορίζεται από τους Δήμους.

Θα συνεχίσει όμως να εισπράττεται από την ΑΑΔΕ, και θα πιστώνεται στον κάθε Δήμο.

Το εύρος του φόρου θα ορίζεται από το Κράτος, ενώ θα υπάρχει μηχανισμός δημοσιονομικής εξισορρόπησης που θα μεταφέρει πόρους προς τους φτωχότερους Δήμους, ώστε κανένας Δήμος να μην λαμβάνει τελικά λιγότερους πόρους απ’ όσους σήμερα παίρνει.

Με αυτή τη μεταρρύθμιση, η οποία εφαρμόζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες – όπως είναι η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Εσθονία, η Πολωνία και όλες τις σκανδιναβικές χώρες – επιτυγχάνεται πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία των Δήμων, ουσιαστική λογοδοσία των Δημάρχων, συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές αποφάσεις, αξιολόγηση της ανταποδοτικότητας του φόρου, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από την Κεντρική Διοίκηση και αναβάθμιση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών.

Κυρίες και Κύριοι,

Η καθοριστική συμβολή της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής επιβάλλει αναγνώριση των προβλημάτων, συντονισμό, ρεαλιστικές πολιτικές, τολμηρές δράσεις και εμπέδωση κουλτούρας συνεργασίας μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, με γνώμονα την κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Απαιτείται πολιτική βούληση, σοβαρότητα και αποφασιστικότητα.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε, και θα τα καταφέρουμε.