Άρθρο για την ειδική έκδοση “Η επόμενη μέρα στη Μαγνησία και στην...

Άρθρο για την ειδική έκδοση “Η επόμενη μέρα στη Μαγνησία και στην Ελλάδα” – Η τρέχουσα κατάσταση και οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας

Η χώρα ολοκληρώνει τη χρηματοδότησή της μέσω των προγραμμάτων στήριξης και στρέφεται αποκλειστικά στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της, μέσα όμως σε ένα αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον, με μία οικονομία «λιμνάζουσα», η οποία συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της. Συγκεκριμένα:

1ον. Η κατάσταση, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ έχει βελτιωθεί την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας σφαλμάτων κυρίως του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – εξακολουθούν να υφίστανται. Με λίγα λόγια, η χώρα δεν έχει ακόμη επανέλθει στην κανονικότητα.

2ον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, τα τελευταία χρόνια, επιτυγχάνονται, και μάλιστα υπερκαλύπτονται.

Αυτό όμως οφείλεται, κυρίως, στην υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στη στέρηση πόρων από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Με αποτέλεσμα, τη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους και την αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.

3ον. Η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Κυβέρνηση, με ευθύνη της, επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε – και μάλιστα σημαντικά – στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο. Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

4ον. Η χώρα εισέρχεται σε ένα καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, με την Κυβέρνηση να έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, να έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, να έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα και να έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό όρους και προϋποθέσεις.

5ον. Η χρηματοδότηση με χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένη, αφού δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί οι αναγκαίες προς τούτο συνθήκες.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα.

Η Κυβέρνηση μάλιστα δεν διεκδίκησε τους αναξιοποίητους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ, χαμηλού κόστους δανεισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για το «χτίσιμο» του ταμειακού αποθέματος.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις παρατηρήσεις, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να υλοποιήσει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να επιτευχθούν αυτά, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής, διατηρήσιμης και έξυπνης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα τέτοιο συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος Άξονας. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος Άξονας. Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, με την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, με τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και την επιτάχυνση των διαδικασιών στο δικαστικό σύστημα, με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την ανάπτυξη ενός ποιοτικού και εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας.

3ος Άξονας. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές, με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος, αντιμετωπίζοντας ορθολογικά το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων.

4ος Άξονας. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Με μία πολιτεία που πρέπει να δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, με τη Διοίκηση, το Κράτος και τη Δικαιοσύνη συμμάχους της επιχειρηματικότητας.

Και με επιχειρήσεις που πρέπει να λειτουργούν με υπευθυνότητα, να αποκτήσουν κουλτούρα εταιρικής διακυβέρνησης, να επιδείξουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας.

Αυτή, με τη σειρά της, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στην ιστορία, στις δυνατότητες και στην προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Προϋπόθεση, η αναγκαία πολιτική αλλαγή, ώστε να χτίσουμε, όλοι μαζί, την Ελλάδα της αυτοπεποίθησης.