Ομιλία στο Συνέδριο του Economist “22nd Roundtable with the Government of Greece”

Ομιλία στο Συνέδριο του Economist “22nd Roundtable with the Government of Greece”

Κυρίες και Κύριοι Οργανωτές του Συνεδρίου,

Αποτελεί για εμένα ιδιαίτερη ικανοποίηση να συμμετέχω στο Συνέδριό σας.

Είναι δε ιδιαίτερη τιμή και ευθύνη να συμμετέχω σε αυτό το στάδιο, εκπροσωπώντας τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος λόγω των πυκνών πολιτικών εξελίξεων, αν και θα το ήθελε πολύ, δεν μπορεί να απευθύνει την προγραμματισμένη ομιλία του.

Κυρίες και Κύριοι,

Το Συνέδριο πραγματοποιείται σε ένα ρευστό, αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον.

Εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αμηχανία απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις.

Από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Από ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα υποσυστήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από τάσεις περιχαράκωσης και προστατευτισμού, αρκετών εκ των εταίρων.

Από μεταβολές στην κατεύθυνση άσκησης της νομισματικής πολιτικής.

Και εσωτερικό, που χαρακτηρίζεται από μία οικονομία λιμνάζουσα, που συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της.

Και μια κοινωνία κουρασμένη, απαισιόδοξη και ανασφαλή.

Σε αυτό το περιβάλλον και με αυτά τα δεδομένα, η οικονομία της χώρας οδεύει, ασθμαίνουσα, προς την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος στο τέλος Αυγούστου.

Εστιάζοντας σε πτυχές της, παρατηρούμε τα εξής:

1ον. Η κατάσταση, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ βελτιώθηκε την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας σφαλμάτων του 1ου εξαμήνου του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Έκτοτε:

  • Η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει.

Η χώρα δεν έχει ακόμη επανέλθει στην κανονικότητα.

2ον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, τα τελευταία χρόνια, επιτυγχάνονται, και μάλιστα υπερκαλύπτονται.

Αντικείμενο όμως διερεύνησης πρέπει να είναι ο εντοπισμός και η αξιολόγηση των τρόπων επίτευξής τους, καθώς και τα παραγόμενα αποτελέσματά τους.

Η ανάλυση δείχνει ότι αυτό οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στη στέρηση πόρων από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Τα δε αποτελέσματα είναι η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους και η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.

3ον. Η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Κυβέρνηση, με ευθύνη της:

  • επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Μάλιστα το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Η ελληνική οικονομία, δυστυχώς, παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο.

Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μια γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

4ον. Στο δημοσιονομικό πεδίο, οι αντιφάσεις διαδέχονται η μία την άλλη.

Τώρα η Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Και μάλιστα με χαμηλές πτήσεις στην οικονομία, με ρυθμό μεγέθυνσης 1,8%!

Θυμίζω ότι ο κ. Τσίπρας, πριν από 2 χρόνια, τέτοιες ημέρες, στο Συνέδριό σας, υποστήριζε ότι «είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και μάλιστα για αρκετά χρόνια, εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας».

Τα συμπεράσματα δικά σας…

5ον. Η επόμενη ημέρα, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, δεν θα βρει τη χώρα στην ίδια κατάσταση με τα άλλα κράτη-μέλη που εξήλθαν από τα μνημόνια.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

6ον. Η χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού, μετά τη λήξη του προγράμματος, δεν είναι εξασφαλισμένη.

Δεν έχουν δημιουργηθεί οι αναγκαίες συνθήκες.

Εάν υπήρχε αξιοπιστία και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα μπορούσε βάσιμα να προσδοκάται ότι τα επιτόκια δανεισμού από τις αγορές θα ήταν ήδη σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα.

Συνεπώς, προς αποφυγή ενδεχομένου επικίνδυνης παλινδρόμησης, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας».

Επιλογή της Κυβέρνησης είναι το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία.

Χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιτυγχάνει πάνω από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

Η δική μας πρόταση προς αυτή την κατεύθυνση, είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, που εκτιμώνται σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να επιτύχει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλισθεί η χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα.

Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Να συμμετέχουμε ενεργά και ισότιμα στη συζήτηση που έχει ξεκινήσει για τη βελτίωση και την ενίσχυση της αρχιτεκτονικής της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Προς τούτο, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μία επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ την επόμενη πενταετία, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό που υπάρχει.

Όμως, για να φτάσουν οι ετήσιες επενδύσεις στο 21%-22% του ΑΕΠ, η οικονομία, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες και εκθέσεις, θα πρέπει να μεγεθύνεται με ετήσιους ρυθμούς της τάξεως του 4%.

Αυτός ο στόχος είναι εφικτός!

Η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της χώρας μας.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Ξεκινώντας από τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τις υπερ-αποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, την έκπτωση φόρου για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων, την ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων για την απόκτηση ακίνητης περιουσίας από πολίτες άλλων κρατών (πρόγραμμα golden visa).

2ος. Η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας.
  • Με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες, ξεκάθαρους κανόνες λειτουργίας και διαδικασίες αξιολόγησης, παντού.
  • Με την επιλογή να θέσουμε ως χώρα, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας και καινοτομίας.

3ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Αυτή η προτεραιότητα, αποτελεί ευθύνη τόσο της πολιτείας, όσο και των ίδιων των επιχειρήσεων.

Πολιτεία που πρέπει να δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, με τη Διοίκηση, το Κράτος και τη Δικαιοσύνη συμμάχους της επιχειρηματικότητας.

Πολιτεία που πρέπει να περιορίσει τη ρυθμιστική γραφειοκρατία, μεταθέτοντας μέρος της ευθύνης για τη συμμόρφωση στις επιταγές του νόμου στους επιχειρηματίες, θέτοντας όμως πολύ αυστηρές κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβάσεων.

Πολιτεία που πρέπει να εποπτεύει την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς, θεσπίζοντας κανόνες, υιοθετώντας εποπτικές πρακτικές, θωρακίζοντας τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Και από την άλλη πλευρά, επιχειρήσεις που πρέπει να λειτουργούν με υπευθυνότητα, στοχεύοντας στην αποτελεσματική διαχείριση και ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, των stakeholders.

Επιχειρήσεις που πρέπει να αποκτήσουν κουλτούρα εταιρικής διακυβέρνησης.

Επιχειρήσεις που οφείλουν να υλοποιούν λειτουργικούς εσωτερικούς ελέγχους, να προστατεύουν και να αναδεικνύουν το περιβάλλον, να επιδεικνύουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

4ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

  • Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων.
  • Με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας.
  • Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές.
  • Με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω, κυρίως, του τραπεζικού συστήματος.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

5ος. Η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Υπενθυμίζω ότι με τη διπλή αναδιάρθρωσή του το 2012, μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του χρέους.

Απόδειξη αυτού είναι οι τόκοι που σήμερα ως χώρα καταβάλλουμε να είναι περίπου οι μισοί αυτών που πληρώναμε μέχρι το 2011.

Με αποτέλεσμα, στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ να υποστηρίζει ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Όμως, στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Συνεπώς σήμερα, οι παρεμβάσεις στο χρέος, μετά την επιβάρυνσή του την τελευταία τριετία, είναι αναγκαίες, στηριζόμενες σε αποφάσεις του παρελθόντος οι οποίες με ευθύνη των εταίρων ακόμη δεν έχουν υλοποιηθεί.

Ζητούμε δε αυτές οι παρεμβάσεις να είναι καθαρές, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες.

Κυρίες και Κύριοι,

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει αποδειχθεί διαχρονικά ότι η Νέα Δημοκρατία δημιουργεί πληρέστερα τις συνθήκες και επιτυγχάνει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας.

Η επίτευξη αυτή με τη σειρά της, θα βελτιώσει πιο αποτελεσματικά τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, αφού, σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες και τη βιβλιογραφία, η αναλογία επίδρασης του ρυθμού ανάπτυξης και των πρωτογενών πλεονασμάτων στο χρέος είναι 1,8:1.

Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι πλέον θα επιτυγχάνονται μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Όλα αυτά προϋποθέτουν μια μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, η οποία θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στην ιστορία, στις δυνατότητες και στην προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.