Δευτερολογία στις Επιτροπές της Βουλής για τα Άρθρα του Πολυνομοσχεδίου

Δευτερολογία στις Επιτροπές της Βουλής για τα Άρθρα του Πολυνομοσχεδίου

Δευτερολογία στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής

κατά τη συζήτηση επί των Άρθρων του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών

για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Άκουσα χθες τον κ. Τσακαλώτο να υποστηρίζει ότι «δεν πουλάει φούμαρα».

Δηλαδή, δεν «πουλάει» αερολογίες, κενολογίες, υποσχέσεις άνευ ουσίας και μη υλοποιήσιμες.

Και το υποστηρίζει αυτό:

  • Ο Υπουργός ο οποίος δεσμεύθηκε ότι θα παραιτηθεί αν προχωρούσε σε οποιαδήποτε περικοπή αφορολόγητου, και σήμερα το «κόβει» για 2η φορά, μάλιστα κατά 35%, πλήττοντας τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, και παραμένει στη θέση του.
  • Ο Υπουργός ο οποίος δήλωνε ότι η Κυβέρνηση δεν πρόκειται να νομοθετήσει εκ των προτέρων μέτρα για μετά το 2018, και τελικά προ-νομοθέτησε μέτρα ύψους 5,1 δισ. ευρώ για το 2019 και το 2020.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε ότι η πολιτική του έχει κοινωνικό πρόσημο, και σήμερα προβλέπει πρόσθετες περικοπές τριών κυρίων συντάξεων και μίας επικουρικής σύνταξης, από 1.1.2019.
  • Ο Υπουργός ο οποίος επαιρόταν ότι η οικονομία θα αναπτυσσόταν με ρυθμό 2,7% το 2017, και τελικά έπεσε έξω σε ποσοστό 55%.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε, μέχρι πρόσφατα, ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αποτελεί προτεραιότητα για τη χώρα, και σήμερα η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα δεν βγαίνουν από οικονομικής και κοινωνικής άποψης, και σήμερα τα υπερασπίζεται και τα θέτει και ως στόχους.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υπόσχεται «καθαρή έξοδο» από τα Μνημόνια, αλλά συμφωνεί σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Τελικά ο κ. Τσακαλώτος «πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες».

Θα περίμενα ο κ. Υπουργός να είναι προσγειωμένος στην πραγματικότητα, σε επαφή με την αλήθεια και πιο προσεκτικός στις διατυπώσεις του, ειδικά όταν οι διαχρονικές θέσεις του κυριαρχούνται από καραμπινάτες αντιφάσεις και κυβιστήσεις.

Θα μου πείτε βέβαια ότι έχω υψηλές προσδοκίες από έναν Υπουργό και μία Κυβέρνηση για τον οποίους, όπως έχω υποστηρίξει και άλλη φορά σε αυτή την αίθουσα, τα ιδεολογικά και πολιτικά GPS, όλων των τύπων, δεν τους πιάνουν πουθενά.

Όλα για την εξουσία, όλα για την καρέκλα.

Επί των άρθρων τώρα, στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι:

  • θα περικοπούν οι κύριες συντάξεις από το 2019,
  • θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019,
  • θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019,
  • θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020,
  • θα διατηρηθούν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τουλάχιστον για μία πενταετία.

Η Κυβέρνηση, με τον οικονομικό προγραμματισμό της, κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

Και αδυνατεί να επιτύχει την αναγκαία για τη χώρα, υψηλή και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Σε άλλες διατάξεις, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι:

  • δεν μπορεί να δημιουργήσει ευέλικτα και λειτουργικά διοικητικά σχήματα για να προχωρήσουν εμβληματικές επενδύσεις, όπως είναι η επένδυση στο Ελληνικό,
  • δεν διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης του υψηλού και διευρυμένου ιδιωτικού χρέους,
  • επανανομοθετεί, και μάλιστα με δυσμενέστερους όρους, παλαιότερους νόμους, εξαπατώντας – για ακόμη μια φορά – το σύνολο των εργαζομένων,
  • αδυνατεί να λάβει διαρθρωτικά μέτρα που θα εξορθολογήσουν τη φαρμακευτική δαπάνη,
  • βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας,
  • μετατρέπει τη διαχείριση ταμειακής ρευστότητας σε αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

Υπενθυμίζω ότι η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, από τις αρχές του 2014, έβαλε τις βάσεις για τη διεύρυνση των δυνατοτήτων του Δημοσίου να αντλεί και να διαχειρίζεται ταμειακά διαθέσιμα, που μέχρι τότε ήταν διάσπαρτα σε εμπορικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Όμως με το σημερινό Πολυνομοσχέδιο, όπως υποστήριξαν όλοι οι φορείς κατά την ακρόασή τους, περνάμε στο άλλο άκρο.

Επιχειρείται μία σαρωτική  παρέμβαση σε αυτό το πεδίο.

Σχεδόν σε όλο το εύρος των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

Με υποχρεωτικότητα.

Με κυρώσεις και ποινές μη συμμόρφωσης.

Επιβεβαιώνεται όμως ότι πρόθεση της Κυβέρνησης δεν είναι ο εξορθολογισμός και η μεταρρύθμιση του πλαισίου ταμειακής διαχείρισης. Άλλωστε σε αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Αντιπολίτευση, ήταν αντίθετος.

Αντίθετα, πρόθεσή της Κυβέρνησης είναι η υποστήριξη της αυταπάτης της.

Το 2015, ήταν η αυταπάτη «της ηρωικής διαπραγμάτευσης» και η απελπισία να βρει πόρους για να καλύψει τις ταμειακές ανάγκες της χώρας.

Σήμερα είναι η αυταπάτη της «καθαρής εξόδου» και η δημιουργία ταμειακού αποθέματος.

Αγνοώντας τους κινδύνους για τους φορείς, για το τραπεζικό σύστημα, για την οικονομία συνολικά.

Τέλος, 2 ακόμη επισημάνσεις:

1η Επισήμανση: Άκουσα συναδέλφους να υποστηρίζουν ότι για πρώτη φορά επίκειται κάτι ουσιαστικό για τη ρύθμιση του χρέους.

Λησμονώντας τη διπλή αναδιάρθρωσή του το 2012, με την οποία μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του χρέους.

Απόδειξη αυτού, όπως καταγράφεται και στο Πολυνομοσχέδιο, είναι οι τόκοι που σήμερα ως χώρα καταβάλλουμε να είναι περίπου οι μισοί αυτών που πληρώναμε πριν κάποια χρόνια.

Με αποτέλεσμα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ να υποστηρίζει ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Όμως, στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Συνεπώς, οι παρεμβάσεις στο χρέος είναι σήμερα αναγκαίες μετά την επιβάρυνσή του την τελευταία τριετία, στηριζόμενες στις αποφάσεις του 2012, οι οποίες δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί με ευθύνη εταίρων και δανειστών.

Ζητούμε αυτές οι παρεμβάσεις να είναι καθαρές, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες.

2η Επισήμανση: Άκουσα συναδέλφους να υποστηρίζουν ότι η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την συνέχιση των μνημονίων, μέσω προληπτικής γραμμής στήριξης.

Η αλήθεια είναι ότι η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Όμως, η καθαρή έξοδος δεν είναι εφικτή.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Αλλά δυστυχώς και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο.

Εάν υπήρχε Κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Για αυτούς τους λόγους επιβεβαιώνεται ότι οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης.

Και από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, το 4ο Μνημόνιο, χωρίς χρηματοδότηση».