Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής για τον Κρατικό Προϋπολογισμό 2018

Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής για τον Κρατικό Προϋπολογισμό 2018

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο Προϋπολογισμός του 2018 αποτυπώνει μία εικονική πραγματικότητα, αποκαλύπτει την Κυβερνητική αποτυχία στην επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων, επιβεβαιώνει την εξάντληση της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, κρύβει νέες επιβαρύνσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Συγκεκριμένα:

1ον. Η Κυβέρνηση δεν μπορεί να επαναφέρει την οικονομία στην κανονικότητα.

Γιατί αλήθεια, σε ποια ακριβώς επιστροφή στην κανονικότητα αναφέρεται η Κυβέρνηση όταν υφίστανται ακόμη κεφαλαιακοί περιορισμοί;

Όταν υποχωρεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας;

Όταν επιβάλλονται νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις;

Όταν το κατά μέσο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συνεχίζει να συρρικνώνεται;

Όταν η μερική απασχόληση κερδίζει συνεχώς «έδαφος» και η μακροχρόνια ανεργία, ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας, αυξάνει;

Όταν διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών;

Όταν υφίσταται εσωτερική στάση πληρωμών σε αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά σημαντικούς τομείς;

Όταν οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων δεν επιστρέφουν στο τραπεζικό σύστημα;

Όταν η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης;

Όταν η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα σε πρόσθετα μέτρα λιτότητας, ύψους 5 δισ. ευρώ, για μετά το 2018;

Όταν η Κυβέρνηση έχει εγκλωβίσει τη χώρα σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για μακρά περίοδο;

Όταν η υλοποίηση των ουσιαστικών παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους παραπέμπεται για μετά το καλοκαίρι του 2018, και πιθανόν θα συνδέεται με την εφαρμογή ενός αυστηρού μηχανισμού επιτήρησης και εποπτείας;

Είναι προφανές ότι η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί τη νέα Κυβερνητική αυταπάτη.

2ον. Η Κυβέρνηση απέτυχε στους αναπτυξιακούς στόχους της.

Ο εκτιμώμενος για εφέτος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης «ψαλιδίζεται» στο 1,6%, από αρχική πρόβλεψη 2,7%.

Μάλιστα, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεωρεί επί τα βελτίω τις προβλέψεις της για τον ευρωπαϊκό ρυθμό ανάπτυξης, η Ελλάδα ακολουθεί καθοδική πορεία, αποτελώντας – την τελευταία τριετία – την μοναδική «αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη».

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση, αφού «κατρακύλησε» την οικονομία και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, την έχει καθηλώσει και αδυνατεί να την οδηγήσει στη βιώσιμη ανάπτυξη.

Αυτή η συνεχής, επί τριετία, Κυβερνητική αποτυχία καθιστά, σύμφωνα τόσο με το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο όσο και με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, αισιόδοξες τις μακροοικονομικές προβλέψεις για το 2018.

3ον. Θριαμβολογεί η Κυβέρνηση για τη σημαντική υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων.

Δικαιολογείται όμως αυτή; Δεν δικαιολογείται, για 3 συγκεκριμένους λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι η υπέρβαση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα οδήγησε σε μεγάλη συρρίκνωση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, με τεράστιο κόστος για την πραγματική οικονομία.

Ο δεύτερος είναι ότι η υπέρβαση των στόχων οφείλεται στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή επί των πολιτών, συνειδητή Κυβερνητική επιλογή, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 πολίτες και στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.

Με αποτέλεσμα να έχει εξαντληθεί η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, αφού οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία αγγίζουν πλέον τα 130 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 45 δισ. ευρώ ή πάνω 50% από το 2014.

Και ο τρίτος είναι ότι η υπέρβαση των στόχων δεν οφείλεται στη συρρίκνωση της φοροδιαφυγής αφού, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αύξηση κυρίως των έμμεσων φόρων την τελευταία διετία, αύξησε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή διόγκωσε τη φοροδιαφυγή.

4ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι το 2018 «θα εφαρμοστούν συμπληρωματικές δράσεις» και «διαρθρωτικές παρεμβάσεις».

Αποκρύπτει όμως ότι αυτές είναι νέα μέτρα λιτότητας για τους πολίτες, ύψους 1,9 δισ. ευρώ.

Μέτρα τα οποία ναι μεν έχουν ψηφιστεί, αλλά οι πολίτες δεν τα έχουν ακόμη βιώσει στην καθημερινότητά τους.

Μέτρα όπως είναι οι νέες περικοπές στο ενιαίο μισθολόγιο, οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και στα οικογενειακά επιδόματα, η κατάργηση σειράς φοροαπαλλαγών, η περαιτέρω μείωση του επιδόματος θέρμανσης, η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ και στα υπόλοιπα νησιά, η επέκταση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, ο φόρος διαμονής, οι πρόσθετες επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές.

Σύντομα, σε ένα μήνα, δυστυχώς για ακόμη μία φορά, αυτά τα μέτρα θα τα αντιληφθούν με πολύ επώδυνο τρόπο οι πολίτες.

Και μάλιστα, κατά μόνιμο τρόπο.

Αντιθέτως, το κοινωνικό μέρισμα είναι εφάπαξ.

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι «έχει ενισχύσει το δίκτυο κοινωνικής προστασίας».

Το υποστηρίζει αυτό Κυβέρνηση η οποία, χωρίς ιδεολογικές και πολιτικές σταθερές, χωρίς ηθικές αναστολές και δεσμεύσεις, έχει επιβάλλει 27 νέους φόρους, έχει προχωρήσει σε 21 περικοπές συντάξεων και κοινωνικών επιδομάτων, έχει μειώσει, και μάλιστα 2 φορές, το αφορολόγητο, έχει αυξήσει – κυρίως – τους έμμεσους φόρους, έκοψε το ΕΚΑΣ, δημιούργησε τη γενιά των 360 ευρώ, επέβαλε – συνολικά – 14,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας.

Μέτρα που κάνουν τους «φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους».

6ον. Η Κυβέρνηση δεν μπορεί να ενισχύσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Διότι την ίδια στιγμή που πληρώνει ορισμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, δημιουργεί περισσότερες νέες.

Με αποτέλεσμα αυτές να είναι αυξημένες, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, κατά 17% από το τέλος του 2014, παρά τις εκταμιεύσεις δόσεων του δανείου για την αποπληρωμή τους.

Με την πλήρη εκκαθάρισή τους να έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες», αφού σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, απλώς «αναμένεται η περαιτέρω μείωσή τους εντός του 2018».

Η Κυβερνητική ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα αποκαλύπτεται και σε αυτό το πεδίο.

Κυρίες και Κύριοι,

Συμπερασματικά, πρόκειται για έναν ακόμη «αριστερό», αντιαναπτυξιακό Προϋπολογισμό.

Προϋπολογισμό φοροκεντρικής λιτότητας.