Άρθρο στην εφημερίδα “Το Βήμα της Κυριακής” – “Η επιστροφή στην κανονικότητα...

Άρθρο στην εφημερίδα “Το Βήμα της Κυριακής” – “Η επιστροφή στην κανονικότητα απαιτεί σχέδιο, βούληση και αξιοπιστία”

Η Ελλάδα, τα τρία τελευταία χρόνια, πλήρωσε πολύ ακριβά την ανερμάτιστη και ιδεοληπτική διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η χώρα αποτέλεσε τη μοναδική – παγκοσμίως – «αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη», μπήκε στη δίνη νέων αχρείαστων μνημονίων και μέτρων λιτότητας, το κατά μέσο όρο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε σημαντικά, σημαντικός δυνητικός πλούτος χάθηκε, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση, μετά την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια.

Και σήμερα η χώρα, παρά τις τεράστιες θυσίες των πολιτών, προσπαθεί να επιστρέψει στην κανονικότητα, χωρίς ακόμη να τα έχει καταφέρει.

Γιατί αλήθεια, πως μπορεί να υπάρξει επιστροφή στην κανονικότητα όταν υφίστανται ακόμη κεφαλαιακοί περιορισμοί;

Όταν υποχωρεί – τα τελευταία χρόνια – η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας;

Όταν επιβάλλονται – το 2018 – νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις;

Όταν συνεχίζεται η «φυγή επιστημόνων» στο εξωτερικό;

Όταν η μερική απασχόληση κερδίζει συνεχώς «έδαφος» και η μακροχρόνια ανεργία, ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας, αυξάνει;

Όταν διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών;

Όταν εξακολουθεί να υφίσταται εσωτερική στάση πληρωμών, ακόμη και σε κρίσιμους αναπτυξιακούς τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων;

Όταν οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί σημαντικά και δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα;

Όταν η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης;

Όταν οι ουσιαστικές παρεμβάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, αναγκαίες εξαιτίας τόσο της επιβάρυνσής του τα τελευταία χρόνια όσο και της μη υλοποίησης των σχετικών δεσμεύσεων από πλευράς των εταίρων, παραπέμπονται για μετά το καλοκαίρι του 2018, και πιθανόν θα συνδέονται με την εφαρμογή ενός αυστηρού μηχανισμού επιτήρησης και εποπτείας;

Όταν η Κυβέρνηση, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες, πολιτικές σταθερές και ηθικές αναστολές, έχει δεσμεύσει τη χώρα με πρόσθετα μέτρα λιτότητας και την έχει εγκλωβίσει σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για πολλά χρόνια μετά το 2018, καθιστώντας την έξοδο από τα μνημόνια «πουκάμισο αδειανό»;

Συνεπώς, είναι καλό να αφήσουμε στην άκρη τις «αυταπάτες» που τόσο κόστισαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια, και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για την έξοδο από την πολυετή και πολύπλευρη κρίση.

Στην κατεύθυνση αυτή, η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει ένα ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου είναι:

1ος άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Η επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους πολίτες, την οποία κυνικά ομολόγησαν οι αρμόδιοι Υπουργοί της και κακώς αποδέχθηκαν οι εταίροι, εξάντλησε τη φοροδοτική ικανότητά τους (οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία αγγίζουν πλέον τα 130 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 45 δισ. ευρώ ή 50% από το 2014) και οδήγησε στη διεύρυνση της φοροδιαφυγής (η «απώλεια εσόδων από την είσπραξη ΦΠΑ» [“VAT Gap”] αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια, ξεπερνώντας τα 5 δισ. ευρώ).

Για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, εκτός της χρήσεως ισοδυνάμων, θα επιδιωχθεί μια νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων, με σκοπό την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών (1%), που θα προσεγγίζουν ή/και θα υπερβαίνουν την αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν στις δικές τους εκθέσεις το 2014 (1,9%).

Η αύξηση του πλούτου θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της, στη σταδιακή μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Η επίτευξη των νέων, πιο ρεαλιστικών πλεονασμάτων θα επιτυγχάνεται μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

2ος άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, θα ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις απασχόλησης.

Με την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές, την ταχύτατη υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων, την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τον εκσυγχρονισμό της δομής και λειτουργίας του Κράτους, τη μείωση των διοικητικών βαρών κ.α.

3ος άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των διογκούμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και θα οδηγήσει στην κατάργηση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, η βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας η οποία θα μειώσει το κόστος δανεισμού των τραπεζών, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.

4ος άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος αυτής πρέπει να είναι η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου (με έμφαση στον τουρισμό, στον πρωτογενή τομέα, στις υποδομές, στον ορυκτό πλούτο της χώρας κ.α.).

Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Ο συνδυασμός αυτών των πολιτικών μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

Η υλοποίησή τους όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά τα οποία η σημερινή Κυβέρνηση δεν τα διαθέτει, ούτε μπορεί να τα αποκτήσει.