Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή της Κυριακής” – “Η έωλη θριαμβολογία της Κυβέρνησης”

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή της Κυριακής” – “Η έωλη θριαμβολογία της Κυβέρνησης”

Η Κυβέρνηση θριαμβολογεί για την υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου το 2017 και για τη δυνατότητα, εξαιτίας αυτής, διανομής κοινωνικού μερίσματος.

Δικαιούται όμως να θριαμβολογεί; Η απάντηση είναι αρνητική, για μία σειρά από λόγους.

1ον. Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου δεν οφείλεται στο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης.

Αντιθέτως, η τελευταία Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «ψαλιδίζει», για ακόμη μία φορά, τον εκτιμώμενο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, στο 1,6% για το 2017, από αρχική πρόβλεψη για 2,7%.

Μάλιστα, όταν αναθεωρούνται επί τα βελτίω οι προβλέψεις για τον ευρωπαϊκό ρυθμό ανάπτυξης, η Ελλάδα ακολουθεί καθοδική πορεία, αποτελώντας – την τελευταία τριετία – την μοναδική «αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη».

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση, αφού οδήγησε την οικονομία και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, αδυνατεί να την οδηγήσει στην ανάκαμψη και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

2ον. Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου δεν οφείλεται στην επιστροφή στην κανονικότητα.

Γιατί αλήθεια, πως μπορεί να υπάρξει επιστροφή στην κανονικότητα όταν υφίστανται ακόμη κεφαλαιακοί περιορισμοί; Όταν υποχωρεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας; Όταν επιβάλλονται, τα επόμενα χρόνια, νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις; Όταν ενισχύεται η «φυγή επιστημόνων» στο εξωτερικό; Όταν η μερική απασχόληση κερδίζει συνεχώς «έδαφος» και η μακροχρόνια ανεργία, ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας, αυξάνει; Όταν διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών; Όταν εξακολουθεί να υφίσταται εσωτερική στάση πληρωμών; Όταν οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί σημαντικά και δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα; Όταν η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης; Όταν οι ουσιαστικές παρεμβάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, αναγκαίες εξαιτίας τόσο της επιβάρυνσής του τα τελευταία χρόνια όσο και της μη τήρησης των σχετικών δεσμεύσεων από πλευράς των εταίρων, παραπέμπονται για μετά το καλοκαίρι του 2018, και πιθανόν θα συνδέονται με την εφαρμογή ενός αυστηρού μηχανισμού επιτήρησης και εποπτείας;

3ον. Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου δεν οφείλεται στον περιορισμό της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής.

Συγκεκριμένα:

α) Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης στο πεδίο καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου είναι από πενιχρές έως ανύπαρκτες. Κυβέρνηση η οποία υποσχόταν έσοδα 3 δισ. ευρώ από τη φοροδιαφυγή μέσα σε 6 μήνες, και τελικά «κατάφερε» να εισπράξει πολύ λιγότερα από 100 εκατ. ευρώ μέσα σε 30 μήνες.

β) Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Σεπτέμβριος 2017), η αύξηση των έμμεσων φόρων την τελευταία διετία, διόγκωσε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή τη φοροδιαφυγή.

γ) Το Υπουργείο Οικονομικών, το Δεκέμβριο του 2013, προέβη στο άνοιγμα ειδικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου κατατίθενται χρηματικά ποσά, τα οποία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Από τη σύσταση του λογαριασμού μέχρι περίπου το τέλος του 2014, κατατέθηκαν ποσά ύψους 34,3 εκατ. ευρώ και διατέθηκαν 26,8 εκατ. ευρώ για τη χρηματοδότηση κοινωνικής πολιτικής. Αντίστοιχα, για το έτος 2015, σύμφωνα με απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών, το ποσό που κατατέθηκε στο λογαριασμό ανήλθε μόλις περίπου στα 4 εκατ. ευρώ. Έκτοτε, το Υπουργείο Οικονομικών αρνείται να προσέλθει στη Βουλή και να δώσει στοιχεία για το 2016 και το 2017.

4ον. Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου οφείλεται:

α) Στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή επί των πολιτών, συνειδητή Κυβερνητική επιλογή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία αγγίζουν πλέον τα 130 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 45 δισ. ευρώ ή πάνω 50% από το 2014, απόδειξη της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών.

β) Στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 πολίτες, με επιπλέον 733.000 πολίτες να κινδυνεύουν, άμεσα, με κατασχέσεις.

γ) Στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών, μεταξύ άλλων, με τεράστιες καθυστερήσεις στην απονομή των συντάξεων και με αναστολή επενδυτικών δαπανών.

Είναι ενδεικτικό ότι οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι οποίες έχουν υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, παρουσίασαν υστέρηση έναντι του στόχου πάνω από 500 εκατ. ευρώ το 2016, όσο περίπου και το κοινωνικό μέρισμα που διένειμε πέρυσι η Κυβέρνηση. Φέτος, μέχρι σήμερα, η σχετική υστέρηση ξεπερνάει το 1 δισ. ευρώ.

5ον. Η Κυβέρνηση «από τη μία τσέπη» δίνει εφάπαξ κοινωνικό μέρισμα, και «από την άλλη τσέπη» συρρικνώνει μόνιμα το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, και μάλιστα σε πολλαπλάσιο βαθμό.

Επιστρέφει, τον Δεκέμβριο, 720 εκατ. ευρώ σε πολίτες, για να τους επιβαρύνει, από τον Ιανουάριο, με πρόσθετα μέτρα ύψους 1,9 δισ. ευρώ. Μέτρα που μαζί με αυτά που έχουν ήδη ληφθεί και αυτά που ακολουθούν, ανεβάζουν το συνολικό «λογαριασμό» της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ στα 14,5 δισ. ευρώ, όπως επιβεβαιώνει και η πρόσφατη Ευρωπαϊκή Έκθεση για την πορεία του ελληνικού προγράμματος (“The ESM Stability Support Programme”, Νοέμβριος 2017).

Επιστρέφει 315 εκατ. ευρώ στους συνταξιούχους, ποσό που παρακρατήθηκε για μηνιαία εισφορά υγειονομικής περίθαλψης προηγούμενων ετών, όταν τους έχει επιβάλλει μόνιμες εισφορές υπέρ υγείας σε κύριες και επικουρικές συντάξεις, ετήσιου ύψους 710 εκατ. ευρώ.

Κυβέρνηση η οποία, συνολικά, έχει επιβάλλει 27 νέους φόρους, έχει προχωρήσει σε 21 περικοπές συντάξεων και κοινωνικών επιδομάτων, έχει μειώσει, και μάλιστα 2 φορές, το αφορολόγητο, έχει αυξήσει – κυρίως – τους έμμεσους φόρους (που είναι πιο άδικοι καθώς πλήττουν τους πιο αδύναμους), έκοψε το ΕΚΑΣ, δημιούργησε τη γενιά των 360 ευρώ. Πολιτικές που κάνουν τους «φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους».

Η Νέα Δημοκρατία πρότεινε εξ αρχής το κοινωνικό μέρισμα να αξιοποιηθεί για τη στήριξη των μακροχρόνια ανέργων, τη μείωση του ΕΝΦΙΑ και την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Κράτους. Παρόλα αυτά, ψηφίζει την διανομή του έκτακτου επιδόματος, καθώς αποτελεί μια ελάχιστη ανακούφιση στους πολίτες τους οποίους η ίδια η Κυβέρνηση έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο. Γίνεται δε με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, όπως ακριβώς είχε χορηγηθεί και το 2014, σε αντιδιαστολή με τον πρόχειρο και οριζόντιο τρόπο με τον οποίο πέρυσι χορηγήθηκε.