Ομιλία στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών “Debt vs Growth: growth in a...

Ομιλία στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών “Debt vs Growth: growth in a time of debt”

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου, ενός θεσμού πλέον, για την πρόσκλησή τους να συμμετάσχω σε αυτό.

Αλλά και να τους συγχαρώ γι’ αυτή την δημιουργική πρωτοβουλία, σε μία περίοδο γενικευμένης αμηχανίας, αβεβαιότητας και ανασφάλειας.

Και σε ένα γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον μεγάλων κινδύνων και αυξημένων προκλήσεων, ενδογενών και εξωγενών, στο οποίο η Ελλάδα κλείνει σχεδόν επτά χρόνια σε ασφυκτικό πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής.

Και τα κλείνει χωρίς να έχει καταφέρει να σχεδιάσει ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση.

Σχέδιο ανασυγκρότησης της οικονομίας,  ανάταξης της κοινωνίας και αξιοπρέπειας της χώρας.

Μέρος αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι η αντιμετώπιση του διαχρονικού προβλήματος του δημοσίου χρέους.

Και ενώ η δημοσιονομική ισορροπία και οι παρεμβάσεις ελάφρυνσης του χρέους συνιστούν αναγκαία συνθήκη για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του, δεν αποτελούν και ικανή συνθήκη.

Και αυτό γιατί απαιτείται η επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

Αυτό αποδεικνύεται από τη διαχρονική πορεία του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα, πριν και μετά τα Μνημόνια.

Πριν τα Μνημόνια, και κυρίως τη δεκαετία του 1980, όταν και εκτοξεύθηκε το δημόσιο χρέος, η αιτία ήταν η άσκηση αλόγιστης επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο, πάνω από το 10% του ΑΕΠ, κάτι που δεν είχε ποτέ προηγούμενο για τόσο μεγάλο διάστημα και που, φυσικά, δεν έχει επαναληφθεί έκτοτε.

Από τότε, παρά τις σποραδικές προσπάθειες τιθάσευσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών και την ύπαρξη σημαντικά υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, το πρόβλημα δεν αντιμετωπίσθηκε, αλλά δεν διογκώθηκε κιόλας.

Όταν δε ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση, με συνέπεια να αυξηθούν τα δημόσια χρέη όλων των χωρών, το πρόβλημα χρέους μετετράπη σε κρίση δανεισμού.

Μέχρι τότε συνεπώς, το μεγάλο πρόβλημα ήταν οι συσσωρευμένες δανειακές υποχρεώσεις και οι δημοσιονομικές ανισορροπίες.

Τι έγινε μετά την ένταξη στα Μνημόνια;

Αυτά τα προβλήματα αντιμετωπίσθηκαν.

Συγκεκριμένα:

1ον. Αντιμετωπίσθηκαν οι δημοσιονομικές ισορροπίες.

Ενδεικτικά, από το 2013, το πρωτογενές έλλειμμα εξαλείφθηκε και καταγράφηκαν πρωτογενή πλεονάσματα της Γενικής Κυβέρνησης για πρώτη φορά από το 2001.

Λαμβάνοντας δε υπόψη την επίδραση του οικονομικού κύκλου, η βελτίωση στο πρωτογενές αποτέλεσμα είναι πρωτοφανής, περισσότερες από 17 εκατοστιαίες μονάδες του δυνητικού ΑΕΠ, σχεδόν διπλάσια από αυτή που πέτυχαν άλλα κράτη-μέλη που εφάρμοσαν προγράμματα οικονομικής στήριξης.

2ον. Ελήφθησαν πρωτοβουλίες για τη βελτίωση τόσο του αποθέματος (stock) όσο και της ροής (flow) του χρέους.

Η αυξητική δυναμική του χρέους «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012.

Ενώ βελτιώθηκε αισθητά και το «προφίλ» του χρέους.

Με την υλοποίηση δέσμης μέτρων, όπως είναι η επέκταση της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, η μείωση των επιτοκίων, η κατάργηση χρεώσεων και η αναβολή πληρωμών τόκων.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτών των παρεμβάσεων σήμερα;

  • Το 2016, η μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του χρέους ήταν τα 16,7 έτη. Το 2011, ήταν 6,3 έτη.
  • Το 2016, οι ετήσιοι τόκοι ανήλθαν στα 5,6 δισ. ευρώ. Το 2011, ήταν στα 16,1 δισ. ευρώ.

Σήμερα, 20 από τις υπόλοιπες 27 ευρωπαϊκές χώρες έχουν υψηλότερο κόστος δανεισμού.

Και όμως το πρόβλημα του χρέους εξακολουθεί να υφίσταται.

Ο βασικός λόγος είναι, πέραν από τις αστοχίες των 2 τελευταίων ετών, η πρωτοφανής συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας.

Το αποτέλεσμα είναι το 82,5% της σωρευτικής διόγκωσης του λόγου χρέος / ΑΕΠ την περίοδο 2010-2016 να οφείλεται στη συρρίκνωση του ΑΕΠ, και πιο συγκεκριμένα στη διαφορά μεταξύ του έμμεσου ονομαστικού επιτοκίου και του ονομαστικού ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ (snowball effect).

Συνεπώς, το πρόβλημα μεταφέρθηκε από τον αριθμητή στον παρανομαστή του κλάσματος, δηλαδή στη σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται σήμερα είναι τι πρέπει να γίνει ώστε να ενισχυθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

Κατά την εκτίμησή μου, πρέπει να κινηθούμε σε 3 παράλληλους άξονες:

1ος άξονας: Οι εταίροι θα πρέπει να προσδιορίσουν άμεσα, και όχι μετά το 2018, τις αναγκαίες, ουσιαστικές παραμετρικές παρεμβάσεις για το χρέος στον μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα.

Και να τις υλοποιήσουν αυτές, όχι όπως έπραξαν με τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν το 2012.

Ρεαλιστικές λύσεις και ισοδύναμες πρακτικές υπάρχουν.

Στόχος πρέπει να είναι η περαιτέρω βελτίωση του κόστους και του τρόπου εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους από τον επίσημο τομέα, καθώς και η περαιτέρω ομαλοποίηση των ωριμάνσεων και η καλύτερη κατανομή του χαρτοφυλακίου του επίσημου τομέα μεταξύ των ετών των επόμενων δεκαετιών.

Τα βραχυχρόνια μέτρα που αποφασίστηκαν, αν και κινούνται σε θετική κατεύθυνση, είναι λίγα, καλύπτουν ένα πολύ μικρό ποσοστό του κόστους που σωρεύθηκε τα τελευταία χρόνια, δεν εδράζονται σε ρεαλιστικές παραδοχές για τους δημοσιονομικούς στόχους, και δεν διασφαλίζουν την παραμονή των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών σε διατηρήσιμα επίπεδα μακροπρόθεσμα.

2ος άξονας: Θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία με τους δανειστές σε ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Στόχοι οι οποίοι θα ενισχύουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, χωρίς «να καταστρέψουν» την οικονομία, παρέχοντας τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο.

Συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και έχουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας, όπως συμβαίνει στη χώρα μας.

Σήμερα, με τις αποφάσεις που έχουν δρομολογηθεί, όχι μόνο δεν έχουμε το «τέλος της λιτότητας», αλλά έχουμε την επέκταση και διεύρυνση της λιτότητας.

Και κάτι ακόμη: Με δεδομένες τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Κυβέρνηση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και πρόσθετα μέτρα λιτότητας μετά τη λήξη του Προγράμματος, δηλαδή μετά το 2018, το επόμενο Μεσοπρόθεσμο, που θα καλύπτει την περίοδο 2018-2021, θα αποτελέσει το «4ο Μνημόνιο».

3ος άξονας: Ο βασικότερος: Θα πρέπει η οικονομία να επιστρέψει και να επιτυγχάνει υψηλούς και βιώσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Γιατί όμως αυτός ο παράγοντας είναι ο πιο σημαντικός;

Σύμφωνα και με την Τράπεζα της Ελλάδος, στα τρέχοντα επίπεδα χρέους, μία αύξηση του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες.

Αντίθετα, μια αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 1 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, και αυτό στην καλύτερη περίπτωση, όταν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής ισούται με μηδέν, το οποίο όπως γνωρίζουμε δεν ισχύει.

Συνεπώς, η χώρα πρέπει να εστιάσει, και αυτό είναι αποκλειστική δική μας ευθύνη, στην επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

Πως μπορεί αυτό να γίνει;

1ον. Με την εμπροσθοβαρή υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, και τις οποίες η Κυβέρνηση, από αβελτηρία ή αλλεργία, δεν προωθεί.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα την περίοδο 2010-2016, σε συνδυασμό με αυτές που δεν έχουν υλοποιηθεί και περιλαμβάνονται στο τρέχον Πρόγραμμα, αναμένεται να αυξήσουν το πραγματικό ΑΕΠ κατά 13% περίπου την επόμενη δεκαετία.

Προσοχή όμως: Ας μην «βαπτίζουν» κάποιοι, εντός και εκτός χώρας, τα επώδυνα δημοσιονομικά μέτρα που θα έρθουν, δήθεν «διαρθρωτικές αλλαγές».

Γιατί τότε οι πραγματικές διαρθρωτικές αλλαγές, αυτές με «αναπτυξιακό πρόσημο», χάνουν το νόημά τους και ταυτίζονται, στα μάτια των πολιτών, με τα μέτρα λιτότητας.

Δυσκολεύοντας την αναγκαία πολιτική και κοινωνική συνεννόηση για την υλοποίησή τους.

2ον. Με την υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων στο οποίο η Κυβέρνηση δεσμεύτηκε στο Μνημόνιο, και το οποίο διαρκώς υπονομεύει.

Αυτές οι αποκρατικοποιήσεις, μαζί με την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας.

3ον. Με την αξιοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Το 2016, η Κυβέρνηση, από ανικανότητα ή από επιλογή, στέρησε από την οικονομία δαπάνες του Προγράμματος ύψους 500 εκατ. ευρώ.

Δαπάνες που φέρουν τον υψηλότερο αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.

4ον. Με την αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους, μέσα από την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξάλειψη ή τουλάχιστον συρρίκνωση της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα.

5ον. Με τη διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με τη διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος προμηθειών, με τον αυστηρότερο έλεγχο των επιχορηγήσεων, με αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δαπανών (spending reviews) κ.α.

6ον. Με την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, μέσα από την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

7ον. Με την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στρατηγική που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί – από την Ελληνική Κυβέρνηση – το Μάρτιο του 2016.

Και ακόμη τίποτα.

Στόχος αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι να μεταβούμε από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία.

Με τη συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Και με την ανάδειξη της παιδείας σε βασικό μοχλό της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Οφείλουμε να θέσουμε, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, εναρμονισμένο με την καινοτομία και την τεχνολογία, προσαρμοσμένο στην ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα.

Κυρίες και Κύριοι,

Δυστυχώς, η Κυβέρνηση δεν έχει ούτε σχέδιο ούτε βούληση αύξησης της ποσότητας, βελτίωσης της ποιότητας όλων των συντελεστών παραγωγής και προώθησης του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της χώρας.

Κατά την εκτίμησή μου όμως, η υλοποίηση πολιτικών πάνω στους άξονες που προανέφερα, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας.

Και θα μας οδηγήσει από το φαύλο κύκλο της ύφεσης στον ενάρετο κύκλο της ανάπτυξης.

Δείτε φωτογραφικό υλικό από τις συναντήσεις εδώ (1,2,3,4)