Συνέντευξη στην εφημερίδα “Βραδυνή της Κυριακής” – “Η χώρα έχει ήδη χάσει...

Συνέντευξη στην εφημερίδα “Βραδυνή της Κυριακής” – “Η χώρα έχει ήδη χάσει τουλάχιστον 2 χρόνια”

Να ξεκινήσουμε κ. Σταϊκούρα με την πρόσφατη επίσκεψη Ομπάμα στην Αθήνα.  Πώς την αποτιμάτε;

Η επίσκεψη Προέδρου των Η.Π.Α. στη χώρα μας είναι, εξ ορισμού, σημαντική.

Ακόμη και αν πρόκειται για Πρόεδρο του οποίου η θητεία ολοκληρώνεται.

Οι δημόσιες αναφορές του Προέδρου Ομπάμα σε κρίσιμα για τη χώρα θέματα, ιδιαίτερα στο πεδίο της οικονομίας, ήταν θετικές.

Εύχομαι να αποδειχθεί ότι θα παράξουν θετικό για τη χώρα αποτέλεσμα.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τον ΣΥΡΙΖΑ με ολοένα και πιο χαμηλά ποσοστά. Θεωρείτε ότι αυτό είναι αποτρεπτικό ενδεχόμενο για να  προκηρύξει ο κ. Τσίπρας πρόωρες εκλογές;

Εκτιμώ ότι το βασικό αποτρεπτικό ενδεχόμενο είναι η «δίψα» των Κυβερνώντων για εξουσία, με κάθε τίμημα.

«Δίψα» που οδηγεί την Κυβέρνηση να εφαρμόζει, χωρίς αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, ακόμη και σκληρά μέτρα ακραίας νεοφιλελεύθερης κοπής.

Η Νέα Δημοκρατία ζητά εκλογές. Στόχος σας είναι η αυτοδυναμία ή ευρύτερες συνεργασίες;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία ζητά επίμονα εκλογές.

Και τούτο, όχι για να επανέλθει μια ώρα αρχύτερα στην διακυβέρνηση, αλλά γιατί πιστεύει ότι το κόστος συνέχισης της σημερινής διακυβέρνησης είναι πολύ μεγαλύτερο από το εκλογικό κόστος.

Έχει διαπιστωθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην ιστορική της πορεία.

Αυτό επιβεβαιώνεται καθημερινά, όλο και πιο έντονα και εμφατικά, σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας.

Εμείς, από την δική μας πλευρά, ξεδιπλώνοντας, σταδιακά, ένα ρεαλιστικό και τεκμηριωμένο πρόγραμμα, επιδιώκουμε να αποτελέσουμε την ορθολογική επιλογή μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας.

Όσο πλατύτερη αυτή είναι, τόσο καλύτερα.

Και με αυτοδυναμία όμως, θα αναζητηθούν οι μέγιστες δυνατές πολιτικές και κοινωνικές συγκλίσεις και συναινέσεις.

Να περάσουμε τώρα στα θέματα της οικονομίας. Οι θεσμοί βρίσκονται στην Αθήνα για να κλείσει η 2η αξιολόγηση. Προμηνύονται νέα σκληρά μέτρα;

Η αλήθεια είναι ότι νέα μέτρα, που θα συρρικνώσουν ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, θα υπάρξουν, και το 2017 και το 2018.

Με πρόσθετους άμεσους και έμμεσους φόρους, με επιπλέον περικοπές στις επικουρικές συντάξεις και στα κοινωνικά επιδόματα.

Όλα αυτά, μαζί με όσα έχουν ήδη ληφθεί από τη σημερινή Κυβέρνηση, αθροίζουν στα 9 δισ. ευρώ.

Εύχομαι να μην βρεθούμε μπροστά σε νέες Κυβερνητικές «αυταπάτες», που θα οδηγήσουν σε ακόμη περισσότερα μέτρα, τα οποία θα ψηφιστούν – και πάλι – με «πόνο ψυχής».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής η οικονομία ανέκαμψε στο τρίτο φετινό τρίμηνο. Επίσης στα 6,5 δισ. ευρώ ανήλθε το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού στο δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου του 2016, ξεπερνώντας κατά πολύ τον στόχο. Μήπως αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς οι προσπάθειες της κυβέρνησης;

Η ανάκαμψη του 3ου τριμήνου ήταν αναμενόμενη δεδομένου ότι έχει ως βάση σύγκρισης το 3ο τρίμηνο του 2015, που λόγω της αβεβαιότητας του περυσινού καλοκαιριού και των κεφαλαιακών περιορισμών, ήταν το χειρότερο τρίμηνο από το 1999!!!

Αφήστε δε που το ΑΕΠ του 3ου τριμήνου του 2016 είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο του 2014. Προς τι συνεπώς οι Κυβερνητικές θριαμβολογίες;

Σε ότι αφορά την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού, είμαστε στο «ίδιο έργο θεατές»: το μισό πρωτογενές πλεόνασμα οφείλεται στην «εσωτερική στάση πληρωμών».

Στο μεταξύ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών συνεχίζουν να «τραβούν την ανηφόρα», ασφαλιστικά ταμεία – όπως ο ΟΑΕΕ – έχουν ήδη προ πολλού απορροφήσει το σύνολο της ετήσιας κρατικής χρηματοδότησης, τα «κόκκινα δάνεια» διογκώνονται, η ρευστότητα δημοσίων φορέων – όπως είναι η ΔΕΗ και οι αστικές συγκοινωνίες – εξαντλείται, νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές του Κράτους δημιουργούνται.

Όλα αυτά τα στοιχεία δεν είναι για πανηγυρισμούς, αλλά για προβληματισμούς.

Μήπως όμως τουλάχιστον η κατάσταση σταθεροποιήθηκε;

Η χώρα έχει ήδη χάσει τουλάχιστον 2 χρόνια.

Ακόμη και αν φτάσουμε σε ότι αφορά τους βασικούς μακροοικονομικούς δείκτες – κάποια στιγμή μέσα στο 2017 – εκεί που ήμασταν το 2014, οι πολίτες θα είναι φτωχότεροι, τα νοικοκυριά θα έχουν χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα, πολλές επιχειρήσεις θα έχουν βάλει «λουκέτο» ή θα έχουν «μεταναστεύσει», η «εσωτερική στάση πληρωμών» θα παραμένει σημαντική, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας θα έχει συρρικνωθεί.

Συνεπώς, δυστυχώς, το νέο «σημείο αφετηρίας» θα είναι πολύ χαμηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο με βάση τη δυναμική του τέλους του 2014.

Το 2018 πιστεύετε ότι θα μπορέσουμε να βγούμε στις αγορές ή είναι ορατός ο κίνδυνος ενός τέταρτου μνημονίου;

Εύχομαι να βγούμε στις αγορές το συντομότερο δυνατόν, με λογικό όμως κόστος.

Σήμερα, με ευθύνη της Κυβέρνησης, το κόστος δανεισμού είναι εξαιρετικά υψηλό.

Όσο όμως η Κυβέρνηση αδυνατεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη, αργεί να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για έξοδο στις αγορές και οι μεσο-μακροπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν υψηλοί, τόσο ενισχύεται ο κίνδυνος ενός νέου Μνημονίου.

Πιστεύετε ότι μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος του Πρωθυπουργού για συμμετοχή στην ποσοτική χαλάρωση και τι θα σημάνει αυτό για την οικονομία της χώρας;

Σίγουρα, η συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα βελτιώσει τις συνθήκες χρηματοδότησης και θα βοηθήσει την προσπάθεια εξόδου στις αγορές.

Βέβαια αυτή θα έπρεπε να είχε γίνει από τις αρχές του 2015. Και δεν έγινε, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης.

Συνεπώς, αν και όταν αυτή επιτευχθεί, που το εύχομαι, ας μην σπεύσει η Κυβέρνηση να πανηγυρίσει.

Στο ζήτημα του χρέους είναι βάσιμες οι ελπίδες του πρωθυπουργού για άμεση απομείωση του χρέους ή βλέπετε αυτό να μετατίθεται για μετά τις γερμανικές εκλογές ή όπως θέλει ο κ. Σόιμπλε μετά το 2018;

Καταρχήν θα πρέπει να τηρηθεί η συμφωνία, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του χρέους.

Βιωσιμότητα που επιβαρύνθηκε σημαντικά από τις πράξεις και παραλείψεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Χωρίς να λησμονούνται και οι ευθύνες των εταίρων για την μη υλοποίηση των δεσμεύσεών τους, από το Νοέμβριο του 2012.

Όμως θυμίζω ότι η συμφωνία που έχει προσυπογράψει ο κ. Τσίπρας εμπεριέχει ότι η υλοποίηση των ουσιαστικών παρεμβάσεων για τη μεσομακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους θα αποφασισθεί το 2018, υπό τις προϋποθέσεις ότι η χώρα θα έχει πλήρως υλοποιήσει μέχρι τότε το 3ο Μνημόνιο, ότι θα συνεχίσει να επιτυγχάνει για πολλά ακόμη μεταγενέστερα χρόνια υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ότι η έκθεση βιωσιμότητας του χρέους που θα συνταχθεί – τότε – από τους θεσμούς θα καθιστά αναγκαία την εφαρμογή των παρεμβάσεων.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που οφείλουμε να επιδιώξουμε, σε συνεργασία με τους εταίρους, είναι τον καθορισμό, σήμερα, όσο γίνεται πιο επιθετικών παραμετρικών λύσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους και τον επανακαθορισμό των μεσομακροπρόθεσμων πρωτογενών πλεονασμάτων.

Πώς θα μπορέσετε να πείσετε τους εταίρους για την εφαρμογή της οικονομικής σας πρότασης;

Η εφαρμογή απαιτεί αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Και αυτά, σήμερα, με την παρούσα Κυβέρνηση, είναι «είδος εν ανεπαρκεία».

Αντιθέτως, όταν κατά το πρόσφατο παρελθόν η χώρα ήταν αξιόπιστη και οι στόχοι επιτυγχάνονταν, δημιουργήθηκαν βαθμοί ελευθερίας που οδήγησαν στη μείωση φορολογικών συντελεστών.

Το παράδειγμα του 2014, όταν και υλοποιήθηκαν οι πρώτες – και μοναδικές από το 2010 μέχρι σήμερα – μειώσεις της φορολογικής επιβάρυνσης των πολιτών, είναι χαρακτηριστικό.

Η Νέα Δημοκρατία θέλει τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα ή όχι;

Η Νέα Δημοκρατία ασκεί πολιτική με βάση τα διαχρονικά εθνικά συμφέροντα και τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας.

Με αυτά τα κριτήρια τοποθετείται και απέναντι στους θεσμούς.

Η Κυβέρνηση είναι αυτή που, για επικοινωνιακούς και μόνο λόγους, παλινδρομεί και πελαγοδρομεί.

Με αποτέλεσμα, τη μία να δαιμονοποιεί το ΔΝΤ και την άλλη να τα «δίνει όλα» για τη συμμετοχή του στο Πρόγραμμα.

Στον τραπεζικό τομέα υπάρχουν αναταράξεις. Πιστεύετε ότι η αλλαγή των διοικήσεων θα οδηγήσουν στην ομαλότητα ή είναι ενδεχόμενο το 2017 να οδηγηθούμε σε κούρεμα καταθέσεων;

Η Νέα Δημοκρατία, έγκαιρα, είχε αναδείξει τους κινδύνους που προέκυπταν σε ιδιοκτησιακό, επιχειρησιακό, λειτουργικό και διοικητικό επίπεδο, από την τελευταία, αχρείαστη ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Συνέπεια αυτής είναι ο ρόλος του Ελληνικού Δημοσίου στις εξελίξεις στο τραπεζικό σύστημα να έχει αποδυναμωθεί, αφού το ποσοστό συμμετοχής του μειώθηκε στο 20% από 60%.

Ενώ και το νέο θεσμικό πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης αποδίδει πολύ μεγαλύτερο ρόλο στους «θεσμούς» για τη διοίκηση του τραπεζικού συστήματος.

Το αποτέλεσμα είναι δύο συστημικές τράπεζες να είναι ουσιαστικά «ακέφαλες» για πολλούς μήνες.

Γι’ αυτό η Κυβέρνηση, όπως και οι θεσμοί, οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους για τα αδιέξοδα που έχουν δημιουργήσει, και τα οποία συντηρούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οφείλουν, να δώσουν, ταχύτατα, τη βέλτιστη λύση στη διοικητική εκκρεμότητα που παρατηρείται σε συστημικές τράπεζες, προκειμένου να ενισχυθεί η σταθερότητα και η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα.

Και να τεθούν οι βάσεις ώστε, μαζί με την αλλαγή πολιτικής, να επιστρέψουν καταθέσεις και να αντιμετωπισθεί με επιτυχία το ζήτημα των «κόκκινων δανείων».

Για να αποφευχθούν τυχόν δυσάρεστες μελλοντικές εξελίξεις στο τραπεζικό σύστημα.