Συνέντευξη στην ιστοσελίδα “Reporter.gr” – “Η κυβερνητική θριαμβολογία είναι έωλη και παραπλανητική”

Συνέντευξη στην ιστοσελίδα “Reporter.gr” – “Η κυβερνητική θριαμβολογία είναι έωλη και παραπλανητική”

Πώς αποτιμάτε τις τελευταίες εξελίξεις στην διαπραγμάτευση; Τι προβλέπετε ότι θα συμβεί στο επόμενο Eurogroup; Η Κυβέρνηση θριαμβολογεί.

Η Κυβερνητική θριαμβολογία είναι έωλη και παραπλανητική.

Η απόφαση περιλαμβάνει ένα συμπληρωματικό, 4ο Μνημόνιο, το οποίο εμπεριέχει νέους όρους, επιπλέον επώδυνα μέτρα και έναν πρόσθετο μόνιμο μηχανισμό αυτόματης λήψης ακόμη περισσότερων μέτρων. Με δεδομένη μάλιστα τη διατήρηση υψηλών δημοσιονομικών στόχων για μακρά χρονική περίοδο, 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2025 και 3,2% μέχρι το 2030, οδηγούμαστε σε ένα μόνιμο μνημόνιο επιτήρησης της χώρας, με μόνιμα μέτρα λιτότητας και αυτόματο τρόπο επιβολής αυτών.

Ενώ η συζήτηση για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους, αν και θετική, είναι, επί του παρόντος, ασαφής και η υλοποίησή της μετατίθεται για το μέλλον.

Μάλιστα και υπό προϋποθέσεις: η χώρα να επιτυγχάνει τους δημοσιονομικούς στόχους, όχι μόνο μέχρι το 2018 αλλά και μετέπειτα, και επίσης να είναι αναγκαία η ρύθμιση του χρέους μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος.

Σε κάθε περίπτωση, αναμένουμε το Eurogroup της 24ης Μαϊου για να δούμε συγκεκριμένες και ουσιαστικές ρυθμίσεις για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

H Κυβέρνηση υποστηρίζει βέβαια ότι με τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, δημιουργεί «δημοσιονομικό χώρο», οπότε τα μέτρα λιτότητας που λαμβάνονται είναι λιγότερα.

Αν τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα αρκούσαν από μόνα τους για την αποφυγή νέων μέτρων, θα έπρεπε η Κυβέρνηση, με τη μείωση των δημοσιονομικών στόχων, να είχε ήδη ασκήσει επεκτατική δημοσιονομική πολιτική: να μειώσει φόρους και να αυξήσει μισθούς και συντάξεις.

Κάνει όμως ακριβώς το αντίθετο: αυξάνει φόρους, βάζει νέους φόρους, κόβει συντάξεις και επιδόματα.

Που οφείλεται όμως αυτή η δυσμενής εξέλιξη;

Στο γεγονός ότι η οικονομία έχει επιστρέψει στην ύφεση.

Απόδειξη;

Ο στόχος της προηγούμενης Κυβέρνησης για πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ το 2016, ήταν με ΑΕΠ στα 196 δισ. ευρώ.

Ο στόχος της Κυβέρνησης της Αριστεράς για πρωτογενές πλεόνασμα 0,5% του ΑΕΠ το 2016, είναι με ΑΕΠ στα 175 δισ. ευρώ.

Δηλαδή το 2015 και το 2016 εξανεμίζονται σωρευτικά 21 δισ. ευρώ δυνητικού πλούτου από το ΑΕΠ της χώρας, λόγω της μετάπτωσης της οικονομίας από ανάπτυξη σε ύφεση επί αριστερής διακυβέρνησης!!!

Να γιατί επιβάλλονται νέα μέτρα.

Πολλαπλάσια μέτρα αυτών που ζητούσαν οι δανειστές πριν από ένα χρόνο, για την επίτευξη πολύ υψηλότερων στόχων.

Αυτό δεν θα το έλεγε κανείς και επιτυχία…

Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους ιδιώτες θα φέρει αναπτυξιακή προοπτική σε συνδυασμό με τη διατήρηση ήπιου κλίματος. Η δική σας γνώμη;

Συμφωνώ απολύτως.

Αυτό άλλωστε έγινε την περίοδο 2013-2014, όταν και αποπληρώθηκαν ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 6 δισ. ευρώ, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη ρευστότητα και στην ανάταξη της οικονομίας.

Δυστυχώς όμως, αυτή η εικόνα, εξαιτίας και της δήθεν «ηρωϊκής» διαπραγμάτευσης της σημερινής Κυβέρνησης, αντιστράφηκε από τις αρχές του 2015.

Το αποτέλεσμα σήμερα είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές να έχουν αυξηθεί κατά 2,5 δισ. ευρώ ή κατά 81% από τις αρχές του 2015.

Αν μάλιστα προστεθούν και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων, οι οφειλές αγγίζουν τα 6,7 δισ. ευρώ.

Εύχομαι και ελπίζω η ολοκλήρωση της αξιολόγησης να συνοδευθεί από όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δόση, ώστε ένα σημαντικό κομμάτι αυτής να αποπληρώσει μέρος αυτών των οφειλών.

Σε κάθε περίπτωση, η ολοκλήρωση της αποπληρωμής τους, στην καλύτερη περίπτωση, μετατίθεται για το 2017.

Αυτό είναι το success story της ανερμάτιστης αριστερής διακυβέρνησης.

Βασικό επιχείρημα της Κυβέρνησης είναι ότι έθεσε για πρώτη φορά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους. Τι λέτε εσείς γι’ αυτό;

Αν είναι δυνατόν…

Η Κυβέρνηση η οποία ευθύνεται για την επιβάρυνση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, η Κυβέρνηση η οποία καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις, με ρεσιτάλ από «τζάμπα παλληκαριές», για «κούρεμα» του χρέους, σήμερα, χωρίς πολιτική «αιδώ», ισχυρίζεται ότι έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους.

Αποσιωπά βέβαια τη διπλή αναδιάρθρωση – με «κούρεμα» μάλιστα – του χρέους, την επιμήκυνση της λήξης των ομολόγων, τη μείωση των επιτοκίων και την αναβολή πληρωμών τόκων που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια.

Όλα αυτά όμως τα αποδέχεται ο κ. Πρωθυπουργός προσυπογράφοντας την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2015.

Είναι σαφές ότι τα ψεύδη, που βαπτίστηκαν αυταπάτες, αποτελούν δομικό στοιχείο του DNA τoυ ΣΥΡΙΖΑ.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει ότι αντί για αύξηση της φορολογίας θα προχωρήσει σε μείωση των δαπανών. Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος τους είναι μισθοί και συντάξεις, από που θα κόψετε; Θα γίνουν απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων;

Η Νέα Δημοκρατία σταθερά κατακρίνει την αριστερή ιδεοληπτική εμμονή στην αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αφού αυτή έχει αποδειχθεί, κυρίως με το 1ο Μνημόνιο, οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Αντίθετα προτείνει πολιτικές συμβατές με τις υποδείξεις της επιστήμης και της διεθνούς καλής πρακτικής.

Συγκεκριμένα, η μείωση των φόρων μπορεί και πρέπει να γίνει με τρεις τρόπους:

1ος. Επιτυγχάνοντας τους δημοσιονομικούς στόχους. Αυτό απεδείχθη το 2014, όταν, τότε, η Κυβέρνηση κέρδισε «βαθμούς ελευθερίας» και προχώρησε στις πρώτες στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (μείωση ΦΠΑ στην εστίαση, μείωση ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, χορήγηση «κοινωνικού μερίσματος» κ.α.).

2ος. Με την μεγαλύτερη περιστολή των δημοσίων δαπανών. Υπάρχουν περιθώρια, δεν είναι πολύ μεγάλα. Ενδεικτικά αναφέρω τον περαιτέρω περιορισμό των λειτουργικών δαπανών του Κράτους, την επίτευξη των στόχων στους φορείς της γενικής κυβέρνησης, την κατάργηση των κομματικών διορισμών χωρίς απολύσεις, ένα ενιαίο σύστημα προμηθειών, ο αυστηρότερος έλεγχος των επιχορηγήσεων κ.α.

3ος. Με τη συνεχή θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φορολογικού συστήματος, με στόχο την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της.

Τι πρέπει να γίνει για να προσελκύσει η Ελλάδα ιδιωτικές επενδύσεις;

Η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα ώστε να μπορέσει η οικονομία να μπεί σε τροχιά βιώσιμης ανάκαμψης.

Βασικές προϋποθέσεις είναι:

  • Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης, που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.
  • Η αλλαγή του μίγματος, όπως ήδη σας ανέφερα, της δημοσιονομικής πολιτικής.
  • Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Η υλοποίηση ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.
  • Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.
  • Η ταχύτερη υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων, μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, η προώθηση επενδυτικών σχεδίων που θα αξιοποιούν αποτελεσματικά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, καθώς και η ψήφιση του νέου Αναπτυξιακού Νόμου για την ενίσχυση νέων επενδύσεων.
  • Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας, που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να ολοκληρωθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση το Μάρτιο του 2016. Και το οποίο σήμερα, προφανώς, δεν υφίσταται. Ούτε καν γίνεται συζήτηση γι’ αυτό.

Το Σχέδιο θα πρέπει να στοχεύει στη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση αυτών των προϋποθέσεων θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας μας και θα βελτιώσει το κλίμα, με πολλαπλασιαστικές θετικές επιδράσεις σε νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Αυτές όμως οι προϋποθέσεις απαιτούν στιβαρή και αποφασιστική πολιτική ηγεσία, η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, να είναι διατεθειμένη να δουλέψει σκληρά και η οποία να κινηθεί γρήγορα, συνεκτικά, συμπληρωματικά και αποτελεσματικά, σε παράλληλους άξονες, με βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο χρονικά ορίζοντα.

Και η παρούσα Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει και δεν δείχνει ικανή να τα διαμορφώσει.

Τους τελευταίους μήνες η Νέα Δημοκρατία έχει υψώσει τους αντιπολιτευτικούς τόνους, καθώς η ολοκλήρωση της αξιολόγησης καθυστερεί και διαμορφώνονται συνθήκες ασφυξίας στην οικονομία.

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία, από τον περασμένο Νοέμβριο, με υπευθυνότητα και διορατικότητα, ζητά να ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατόν η αξιολόγηση, κατά τον καλύτερο όμως για τα Ελληνικά συμφέροντα τρόπο.

Εξαιτίας αυτής της πολύμηνης καθυστέρησης, η χώρα «λιμνάζει» βυθιζόμενη: η πραγματική οικονομία επέστρεψε στην ύφεση όπου και παραμένει, οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη «κατέρρευσαν», οι ληξιπρόθεσμες οφειλές – ιδιωτών και Κράτους – διογκώθηκαν, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, ο κύκλος εργασιών στη βιομηχανία, στις κατασκευές, στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο και στις υπηρεσίες συρρικνώθηκαν, τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν, ο «λογαριασμός» των μέτρων αυξήθηκε.

Συμπερασματικά, η ανικανότητα της αριστερής διακυβέρνησης επέφερε τεράστιο κόστος στην οικονομία και την κοινωνία.