Ομιλία στο 2ο Banking Forum | «Towards an efficient banking system: strategies,...

Ομιλία στο 2ο Banking Forum | «Towards an efficient banking system: strategies, plans, perspectives»

Κυρίες και Κύριοι,

Ευχαριστώ τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν και τους συγχαίρω για τη δημιουργική πρωτοβουλία τους σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αμηχανίας και κατήφειας.

Θα καταθέσω, συνοπτικά, τις θέσεις μου για την κατάσταση του τραπεζικού συστήματος, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει και τις προοπτικές του.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των – σε κάθε περίπτωση –  περιορισμένων οικονομικών πόρων.

Είναι, επίσης, γεγονός ότι τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, κυρίως στο σκέλος των χορηγήσεων, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις, που απέρρεαν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης της Ελληνικής οικονομίας.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου τους.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή καταθέσεων.
  • Από την αναγκαιότητα να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, συμμετέχοντας στην κάλυψη εκδόσεων βραχυπρόθεσμου χρέους.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους, που άσκησε πιέσεις στα μεγέθη και στους ισολογισμούς των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής τους αξιολόγησης, ως αποτέλεσμα αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας.
  • Από τον αποκλεισμό τους από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.

Οι προκλήσεις αυτές ήρθαν να προστεθούν στις σοβαρές, διαχρονικές, αδυναμίες της εγχώριας και διεθνούς αρχιτεκτονικής του χρηματοοικονομικού συστήματος.

Αδυναμίες, όπως ήταν η υπερβολική μόχλευση, η υπέρμετρη πιστωτική επέκταση, οι ανεπαρκείς δομές εταιρικής διακυβέρνησης, τα υπεραισιόδοξα μοντέλα αποτίμησης κινδύνων, η περιορισμένη διαφάνεια καινοτόμων προϊόντων, οι αναξιόπιστες εκτιμήσεις των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η προ-κυκλικότητα των λογιστικών συστημάτων και των μεθόδων υπολογισμού κεφαλαιακής επάρκειας.

Όλες αυτές οι προκλήσεις και οι αδυναμίες είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα, στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και στην κεφαλαιακή επάρκεια των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Επιπτώσεις που κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, με σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης σε αυτό.

Πλαίσιο που ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, από το 2008, με διορατικό και συστηματικό τρόπο, όταν ακόμη η Ευρώπη ήταν «ανοχύρωτη», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισης των κινδύνων διάχυσης της κρίσης.

Ενδεικτικά:

  • Θεσπίστηκε, το 2008, ένα «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ.

Αυτό το «πακέτο» αποτελεί, ακόμη και σήμερα, σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος.

Ενώ, έχει συνεισφέρει στον Κρατικό Προϋπολογισμό, μέσω μερισμάτων και προμηθειών, έσοδα ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ.

  • Ενισχύθηκε, το 2008, το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ, από τις 20.000.
  • Καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω της παροχής στα πιστωτικά ιδρύματα έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα.
  • Ενδυναμώθηκε το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, συστάθηκε το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας και ιδρύθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Διαμορφώθηκε θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Αποτέλεσμα αυτών των πρωτοβουλιών αλλά και της επίτευξης δημοσιονομικής ισορροπίας, ήταν η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος το 2014.

Έτσι οι τράπεζες:

  • Επανέκτησαν μικρό μέρος των καταθέσεων, ως αποτέλεσμα της εμπέδωσης κλίματος εμπιστοσύνης.
  • Πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, με συμμετοχή ξένων επενδυτικών κεφαλαίων και θεσμικών επενδυτών.
  • Εξέδωσαν ομολογιακούς τίτλους, χωρίς εξασφαλίσεις, στις διεθνείς αγορές, αντλώντας ρευστότητα και μηδενίζοντας την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
  • Σταθεροποιήθηκε η ροή συσσώρευσης νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, στο πλαίσιο της σταδιακής ανάκαμψης της οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Δυστυχώς, η σταθεροποιητική διαδικασία ανεκόπη το 2015.

Η Κυβέρνηση, εξαιτίας των ιδεοληπτικών και ανερμάτιστων χειρισμών της στο πεδίο της οικονομίας, «έθεσε» το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με νέους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων:

  • Οι καταθέσεις παρουσίασαν, το 2015, την μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης, ενώ οι απώλειες συνεχίζονται και το 2016, παρά τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε, ως αποτέλεσμα της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Η αξία των τραπεζικών μετοχών «κατέρρευσε», λόγω της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας.
  • Η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος στηρίχθηκε, σχεδόν αποκλειστικά, στον «ακριβό» για τα πιστωτικά ιδρύματα μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
  • Η οργανική κερδοφορία των τραπεζών παρέμεινε χαμηλή λόγω, κυρίως, του αυξημένου κόστους άντλησης κεφαλαίων.
  • Τα αδιάθετα κεφάλαια του ΤΧΣ επεστράφησαν στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Έτσι, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.

Την αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης για τη διαμόρφωση αυτής της ανάγκης επιβεβαιώνουν οι πρόσφατες Εκθέσεις της ΕΚΤ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ανακεφαλαιοποίηση που έχει επιφέρει μεγάλο κόστος στους φορολογούμενους, αβεβαιότητα στους εργαζόμενους και τεράστια ζημία στους μετόχους των πιστωτικών ιδρυμάτων, μικρούς και μεγάλους, ιδιώτες και Δημόσιο, Έλληνες και ξένους.

Ενδεικτικά, η ανακεφαλαιοποίηση:

  • Προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο και αύξησε το δημόσιο χρέος.
  • Απαξίωσε τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.
  • Σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ, εξαιτίας τόσο της δραματικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής του στις τράπεζες όσο και της «εξαέρωσης» των τραπεζικών μετοχών.
  • Άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των τραπεζών και συρρίκνωσε την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή.
  • Τροποποίησε, επί το δυσμενέστερο, τα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Το αποτέλεσμα είναι, μεταξύ άλλων, να «χαθούν» αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών, όπως είναι η περίπτωση της Finansbank, μιας αποδοτικής και με ισχυρό συμβολισμό επένδυσης της Εθνικής Τράπεζας το 2006.
  • Ενώ εγείρονται σοβαρά ερωτηματικά για την ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Αττικής.

Κυρίες και Κύριοι,

Τα πιστωτικά ιδρύματα έρχονται όμως αντιμέτωπα και με προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα, στο σύνολό του, το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.

Προκλήσεις, όπως είναι:

  • Οι ανησυχίες για επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.
  • Σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, όπως είναι η ανεπαρκής δαπάνη για επενδύσεις, ο χαμηλός ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.
  • Η έκθεση σε συγκεκριμένες οικονομίες, όπως είναι οι αναδυόμενες οικονομίες, και κλάδους, όπως αυτοί που επηρεάζονται άμεσα και έμμεσα από τις πρώτες ύλες, για παράδειγμα η ναυτιλία.
  • Το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων σε αρκετές χώρες, κυρίως, του Ευρωπαϊκού Νότου και τα εμπόδια που υπάρχουν για τη γρήγορη επίλυση του προβλήματος.
  • Η αναιμική κερδοφορία αρκετών πιστωτικών ιδρυμάτων που οφείλεται, κυρίως, στο χαμηλό επίπεδο των επιτοκίων.
  • Το αυξανόμενο σε έκταση και πολυπλοκότητα εποπτικό πλαίσιο λειτουργίας.
  • Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι περιφερειακές συγκρούσεις, οι πολιτικές αβεβαιότητες, η ενδεχόμενη έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η διαρκής απειλή της τρομοκρατίας, τα μεγάλα και διογκούμενα προσφυγικά ρεύματα που συρρέουν στην Ευρώπη.
  • Ο ανταγωνισμός από μη τραπεζικές εταιρείες, που αναμένεται να συρρικνώσουν περαιτέρω τα περιθώρια κερδοφορίας των τραπεζών.

Κυρίες και Κύριοι,

Σ’ αυτό το δυσμενές εγχώριο και εξωχώριο περιβάλλον, ποιές πρέπει να είναι οι απαντήσεις της Πολιτείας και των πιστωτικών ιδρυμάτων;

Και πώς θα μπορέσουν τα πιστωτικά ιδρύματα να επιτελέσουν, εκ νέου και με μεγαλύτερη επιτυχία, τον ουσιαστικό διαμεσολαβητικό τους ρόλο;

Κατά την εκτίμησή μου, οι άμεσες προϋποθέσεις είναι:

1η. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Η οποία σήμερα αποτελεί «αγαθό σε ανεπάρκεια».

Για παράδειγμα, η ανερμάτιστα σκηνοθετημένη «θεατρική παράσταση» που η Κυβέρνηση παίζει από το προηγούμενο Σάββατο, ζημίωσε τη χώρα.

Δυστυχώς η Κυβέρνηση χάνει την ευκαιρία να αξιοποιήσει υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, υπαρκτές διαφορές στις θέσεις των εταίρων.

Και η χώρα συνεχίζει να «περιπλανάται βυθιζόμενη».

2η. Η ταχεία, αν και δυστυχώς όχι έγκαιρη, ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Θυμίζω, αξιολόγηση που θα έπρεπε να είχε ήδη «κλείσει» από τον περυσινό Νοέμβριο.

Εξαιτίας όμως της Κυβερνητικής αναβλητικότητας και των παλινωδιών της, αυτό δεν έγινε.

Με αποτέλεσμα η ύφεση να βαθαίνει, η «εσωτερική στάση πληρωμών» να διευρύνεται, ο «λογαριασμός» των μέτρων να ανεβαίνει, ο κίνδυνος ασφυξίας να διογκώνεται.

Παρά ταύτα, η ολοκλήρωση της αξιολόγησης εκτιμάται ότι θα έχει θετικές επιπτώσεις:

  • στην επανένταξη των Ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις,
  • στην επιλεξιμότητα συμμετοχής των Ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ και των Ελληνικών τραπεζών στα στοχευμένα προγράμματα μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης της ΕΚΤ,
  • στη μείωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων από τις τράπεζες,
  • στην περαιτέρω χαλάρωση των κεφαλαιακών περιορισμών,
  • στην αποπληρωμή μέρους των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

3η. Η αξιολόγηση όμως, αν και μεγαλύτερο κόστος λόγω της κυβερνητικής αβελτηρίας, θα πρέπει τουλάχιστον να «κλείσει» με τον καλύτερο για την Ελληνική πλευρά τρόπο.

Η Κυβέρνηση οφείλει, χωρίς τυχοδιωκτισμούς, να λειτουργήσει σοβαρά και αξιόπιστα, συμβάλλοντας στο κλείσιμο της αξιολόγησης και εφαρμόζοντας πολιτικές συμβατές με τις υποδείξεις της επιστήμης και της διεθνούς καλής πρακτικής.

Η αριστερή ιδεοληπτική εμμονή στην αύξηση της φορολογίας είναι οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

4η. Η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Είναι αλήθεια ότι τόσο το ύψος όσο και το προφίλ του χρέους, μετά τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012, βελτιώθηκαν.

Η μέση σταθμική υπολειπόμενη διάρκειά του έχει χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του έχει μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους έχουν σημαντικά υποχωρήσει.

Με αποτέλεσμα να έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητά του.

Αυτές τις θετικές παρεμβάσεις τις έχει αποδεχθεί και ο κ. Πρωθυπουργός, προσυπογράφοντας την απόφαση της Συνόδου Κορυφής του Ιουλίου 2015, η οποία και τις επισημαίνει.

Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι οι δανειστές δεν υλοποίησαν τη δέσμευσή τους για περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους, παρά το γεγονός ότι είχαν επιτευχθεί οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι, στη συνέχεια, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, η βιωσιμότητα του χρέους επιβαρύνθηκε.

Αυτό που χρειάζεται πλέον είναι η Κυβέρνηση, η οποία μετά τις «τζάμπα παλληκαριές» περί «κουρέματος» θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από το 2012, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα συντελέσουν στην έναρξη της συζήτησης για τη νέα αναδιάρθρωση του χρέους.

Και οι δανειστές, από τη μεριά τους, να τηρήσουν τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις τους.

5η. Η επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η υλοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της ακίνητης δημόσιας περιουσίας.

Αυτές οι πρωτοβουλίες, μαζί με τις προηγούμενες προτεραιότητες, θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλασιαστικές θετικές επιδράσεις: νέες επενδύσεις, προσέλκυση ξένων επενδύσεων, επιστροφή καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

6η. Η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το 2015 παρατηρήθηκε αύξηση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η επιδείνωση ήταν εμφανής και σχετικά παρόμοια σε όλες τις κατηγορίες δανείων.

Το πρόβλημα αυτό παραμένει ένα από τα βασικότερα αίτια για την αδυναμία πιστωτικής επέκτασης, καθώς η ισχυροποίηση των τραπεζικού συστήματος περνά κυρίως μέσα από την αντιμετώπισή του.

Προς την κατεύθυνση αυτή απαιτείται καλύτερος συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων σε επίπεδο στρατηγικής και τεχνικής υλοποίησης των αποφάσεων, καλύτερη ενημέρωση των δανειοληπτών, προώθηση της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, επίσπευση των διαδικασιών.

7η. Παράλληλα με τα ανωτέρω, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι αναγκαία η προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών και στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Έχουν γίνει ήδη σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ενώ είναι σε εξέλιξη μια σειρά από πρωτοβουλίες σε θεσμικό και κανονιστικό επίπεδο που θα μειώσουν περαιτέρω τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα και θα μετριάσουν την επίπτωση από τυχόν κατάρρευσή τους.

Είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων.

Κυρίες και Κύριοι,

Δυστυχώς σήμερα, αυτές οι ενδογενείς προϋποθέσεις δεν υφίστανται και το χειρότερο είναι ότι η Κυβέρνηση δεν δείχνει ικανή να τις διαμορφώσει ώστε η χώρα να βγει πλήρως και οριστικά από την κρίση.

Κρίση που ταλανίζει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αποδυναμώνει τη χώρα στη διεθνή ανταγωνιστική σκηνή για πολύ χρόνο και για τον ερχομό της οποίας, από πολύ μακριά, έχουμε όλες και όλοι, λιγότερες ή περισσότερες, ευθύνες.

Σ’ αυτό το ορθολογικό πλαίσιο, με βάση την ιστορία, το σχέδιο, τις προσδοκίες για το μέλλον και τα μετρήσιμα απολογιστικά αποτελέσματα, η Νέα Δημοκρατία είναι σαφώς σε πλεονεκτική θέση.

Η Νέα Δημοκρατία, διαθέτει στέρεο ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο, πεπραγμένα, στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα και πολιτική βούληση να κινηθεί με γοργό βηματισμό, αυτοπεποίθηση και αξιοπιστία.

Γι’ αυτό σήμερα αποτελεί τη νέα ελπιδοφόρο προοπτική διακυβέρνησης της χώρας.