Ομιλία στην Ολομέλεια επί του Κρατικού Προϋπολογισμού 2016

Ομιλία στην Ολομέλεια επί του Κρατικού Προϋπολογισμού 2016

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο πρώτος Προϋπολογισμός Κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα αποτελεί ιστορικό γεγονός.

Το περιεχόμενό του, συμπυκνώνει τις υποχρεώσεις της χώρας και αποκαλύπτει την Κυβέρνηση.

Αποκαλύπτει την κατάρρευση των ψευδαισθήσεων, που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε.

Αποκαλύπτει την αδυναμία της, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποτελεσματικά.

Αποκαλύπτει τις πομφόλυγες για «παράλληλο πρόγραμμα» και για δήθεν «αριστερά πρόσημα».

Αποκαλύπτει την πλήρη «μνημονιακή» της μετάλλαξη.

Αποκαλύπτει πως η «αριστερή ψυχή» γίνεται θυσία στο βωμό για λίγη «πολιτική εξουσία», ακόμη και ακραίας νεοφιλελεύθερης κοπής.

Αλήθεια, μήπως αυτό εννοούσε ο κ. Τσίπρας, όταν σε αυτή την αίθουσα, πριν από ένα χρόνο, κατά την αντίστοιχη συζήτηση του Προϋπολογισμού, έλεγε ότι:

«Το Μνημόνιο δεν είναι κάτι από το οποίο μπορεί κανείς να μπαινοβγαίνει. Όποιος το υπηρετήσει, δεν βρίσκει εύκολα την πόρτα της εξόδου».

 

[Κατάθεση Συνημμένου 1 στα Πρακτικά]

Έτσι, Κυρίες και Κύριοι της Κυβέρνησης και της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, ελπίζω να έχετε κατανοήσει ότι, με την υπογραφή σας, γίνατε απολύτως συστημικοί.

Τέρμα λοιπόν στις ανέξοδες «εκθέσεις ιδεών» των προηγούμενων δεκαετιών και στις ασυνάρτητες κραυγές άρνησης της σημερινής πραγματικότητας.

Τώρα υπηρετείτε το πιο επώδυνο εκ των Μνημονίων, για το περιεχόμενο του οποίου, από Ελληνικής πλευράς, φέρετε την αποκλειστική ευθύνη.

Και, φυσικά, έχετε την «ιδιοκτησία» του.

Για την οποία μάλιστα, επί μακρόν, πανηγυρίζατε.

Προφανώς, «τυφλωμένοι από τα φώτα», είδατε το «τυρί», αλλά δεν είδατε τη «φάκα».

Σήμερα, δικαιολογίες του τύπου «τι να κάνουμε αφού μας πιέζουν», δεν είναι πολιτικά ώριμες και σοβαρές.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η αλήθεια είναι ότι τα μεγέθη του Προϋπολογισμού:

  • Δείχνουν ότι η αριστερή πολιτική ρητορική και η δήθεν αριστερή κοινωνική ευαισθησία είναι απολύτως κενές περιεχομένου.
  • Επιβεβαιώνουν την επιστροφή της χώρας στην ύφεση, στα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα και στην αύξηση του δημοσίου χρέους.
  • Αποκαλύπτουν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, με την επιβολή νέων φόρων και με περικοπές στις συντάξεις και στα κοινωνικά επιδόματα.
  • Καταδεικνύουν ότι το 2016 θα είναι χειρότερο έτος από το 2015, το οποίο, με τη σειρά του, είναι πολύ χειρότερο από το 2014.

Η Νέα Δημοκρατία, το μεγαλύτερο μεταπολιτευτικά, με όρους αθροιστικής εμπιστοσύνης των πολιτών, κόμμα της χώρας, αξιολογεί τον Προϋπολογισμό με κριτήριο το συμφέρον της Πατρίδας, υπό την οπτική του ιστορικά δικαιωμένου ιδεολογικού και πολιτικού της πυρήνα.

Αυτόν του ριζοσπαστικού, του κοινωνικού φιλελευθερισμού και της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Πυρήνας που μας οδηγεί στην διαρκή αναζήτηση αρμονικής ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, με στόχο την αποτελεσματική προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

 

Η Νέα Δημοκρατία, αξιολογώντας τον Προϋπολογισμό με αυτά τα κριτήρια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο Προϋπολογισμό, που οδηγεί την Ελληνική οικονομία σε ένα «καθοδικό σπιράλ».

Που αναγκάζει τη χώρα να κάνει βαριά βήματα «σημειωτόν» και να βουλιάζει στο τέλμα.

Η «αριστερή ρητορική χρυσόσκονη» δεν αρκεί για να καλύψει την πραγματικότητα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με βάση τα στοιχεία του Προϋπολογισμού:

1ον. Η Ελληνική οικονομία, ήδη από το 3ο τρίμηνο του 2015, έχει επιστρέψει στην ύφεση.

Η προοπτική μάλιστα για το 2016 είναι χειρότερη από το 2015.

Και η ύφεση θα είναι βαθύτερη από τις εκτιμήσεις μετά και την αναθεώρηση, επί τα χείρω, των στοιχείων από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.

Με αποτέλεσμα, οι βασικές παραδοχές στις οποίες εδράζεται ο Προϋπολογισμός, να καθίστανται πλέον μετέωρες.

Σε κάθε περίπτωση, την ίδια περίοδο που η Ευρωζώνη «επιταχύνει προς τα εμπρός», η Ελλάδα «κάνει όπισθεν».

Υπενθυμίζεται ότι το 2014 η χώρα επέτυχε θετικό ρυθμό μεταβολής, η Κυβέρνηση παρέλαβε οικονομία σε δυναμική ανάπτυξης, ενώ η πρόβλεψη, τότε, από τους «θεσμούς», για το 2015, ήταν για αρκετά υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης, άνω του 2,5%.

Συνεπώς, η ευθύνη για την επιστροφή και τη διατήρηση της χώρας στην ύφεση βαρύνει αποκλειστικά την Κυβέρνηση της Αριστεράς.

 

2ον. Η δημόσια οικονομία επιστρέφει, το 2015, σε πρωτογενές έλλειμμα.

Και αυτό έγινε μετά από 2 χρόνια επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων.

Παρά τη λήψη, από την Κυβέρνηση της Αριστεράς, νέων μέτρων λιτότητας για εφέτος.

Και ο λογαριασμός όλο και «ανεβαίνει», όλο και διογκώνεται.

Αυτό είναι το οδυνηρό δημοσιονομικό «αποτύπωμα» της «αριστερής» διακυβέρνησης.

3ον. Η Κυβέρνηση συνεχίζει την «εσωτερική στάση πληρωμών», συνεπής στην υπεράσπιση του, αλήστου μνήμης, «δεν πληρώνω».

Αποτέλεσμα, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα να είναι αυξημένες κατά 58% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Υπενθυμίζεται ότι αυτές είχαν μειωθεί κατά 60% την περίοδο 2013-2014.

Μάλιστα σήμερα, δεν υφίσταται κανένα χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής τους, αφού, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, «οι εκταμιεύσεις θα προσαρμόζονται ανάλογα με τις δυνατότητές του και τις ταμειακές κάθε φορά συνθήκες».

Δηλαδή, αναλαμβάνονται ασαφείς, «αριστερής κοπής» δεσμεύσεις, για ένα ζήτημα κρίσιμης σημασίας για τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Αλήθεια, αυτή είναι η «Αριστερά»;

 

4ον. Το ύψος των πρόσθετων μέτρων εκτιμάται, αρχικά, στα 5,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2016.

Εξ αυτών, το μεγαλύτερο μέρος αφορά την επιπλέον φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Όπως είναι:

  • Η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων.
  • Η αύξηση των συντελεστών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου ασφαλίστρων.
  • Η αύξηση των συντελεστών φορολόγησης του εισοδήματος από ενοίκια.
  • Η κατάργηση της έκπτωσης εφάπαξ πληρωμής φόρου εισοδήματος.
  • Η κατάργηση απαλλαγών από τον ΕΝΦΙΑ.
  • Η αύξηση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος στα νομικά πρόσωπα, στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους αγρότες.
  • Η σταδιακή κατάργηση της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο για αγροτική χρήση.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος στους αγρότες.

Μέτρα που αποτυπώνουν την ιδεοληπτική, αριστερή εμμονή στην αύξηση των φόρων.

Μέτρα που «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία και διαλύουν τον ιδιωτικό τομέα.

Αλήθεια, αυτό σημαίνει, σε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής, «Αριστερά»;

 

5ον. Ο «λογαριασμός» των μέτρων, τελικά, θα είναι πολύ υψηλότερος.

Κι αυτό γιατί υπάρχουν μέτρα που δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί.

Επίσης, γιατί υπάρχουν μέτρα που δεν έχουν αποτυπωθεί.

Για παράδειγμα, οι καταγεγραμμένες στον Προϋπολογισμό παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα και στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας είναι «λειψές».

Υπολείπονται αυτών που η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί έναντι των εταίρων.

Άρα υπάρχουν πρόσθετα, «κρυφά» μέτρα.

Τέλος, σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, υπάρχουν πρόσθετα μέτρα ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ για την περίοδο 20172018.

Αυτό είναι το τεράστιο κόστος της διακυβέρνησης της «Αριστεράς».

 

6ον. Ο Κοινωνικός Προϋπολογισμός «βουλιάζει» στα ελλείμματα.

Στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης προβλέπεται επιδείνωση στις ασφαλιστικές εισφορές, στη συνταξιοδοτική δαπάνη, στις απλήρωτες υποχρεώσεις.

Ενώ στον Προϋπολογισμό, δεν περιλαμβάνεται κανένα ενθαρρυντικό στοιχείο για ουσιαστικές, χρηματοδοτικά καλυμμένες, παρεμβάσεις στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής.

Κάνει μάλιστα ιδιαίτερη εντύπωση η αναφορά του Προϋπολογισμού ότι «οι περικοπές δαπανών θα αφορούν σε τομείς που δεν επηρεάζουν ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών».

Όμως, το 77% της περιστολής στις δαπάνες, ύψους άνω των 2 δισ. ευρώ, αφορά περικοπές σε συντάξεις, παροχές κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικά επιδόματα.

Όπως είναι η μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων, η μείωση των εφάπαξ, η αύξηση των εισφορών των ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, η μείωση του ΕΚΑΣ, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης.

Πρόκειται για πολιτικές που πλήττουν άμεσα και ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών.

Αλήθεια, αυτό σημαίνει «Αριστερά»;

 

Ενώ ακόμη και η διάθεση 200 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης εφέτος, δεν κατέστη εφικτή.

Σύμφωνα με απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών σε σχετική Κοινοβουλετική Ερώτηση, αποδεικνύεται ότι εφέτος θα δαπανηθούν μόλις 108 εκατ. ευρώ!

[Κατάθεση Συνημμένου 2 στα Πρακτικά]

 

Και του χρόνου θα είναι ακόμη λιγότερα…

Υπενθυμίζεται ότι για το ίδιο λόγο, το 2014, είχε διανεμηθεί, ως «κοινωνικό μέρισμα», ποσό ύψους 455 εκατ. ευρώ.

Συνεπώς, ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς καταρρέει, και σε αυτό το πεδίο.

Όπως κατέρρευσε και στο πεδίο των συντάξεων, όπου αντί της χορήγησης 13ης σύνταξης, προχώρησε στην περικοπή τους.

Όπως κατέρρευσε και στο πεδίο της προστασίας της πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς, όπου αντί της περιβόητης «σεισάχθειας» και του «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», έχουμε τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών.

Όπως κατέρρευσε και στο πεδίο της χορήγησης του ΕΚΑΣ, όπου αντί για τη διατήρηση, προχωρά σε σημαντική μείωσή του.

Αλήθεια, όλα αυτά εμπεριέχονται στη θεωρία και την πρακτική της «Αριστεράς»;

 

7ον. Το 2015, τα φορολογικά έσοδα είναι τα χαμηλότερα της τελευταίας δεκαετίας.

Παρά τους πρόσθετους φόρους που επέβαλλε εφέτος η Κυβέρνηση της Αριστεράς.

Αυτό οφείλεται, κυρίως, στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Αποτέλεσμα; Οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των πολιτών προς το Κράτος συνεχίζουν να αυξάνουν, μήνα με τον μήνα, και διαμορφώνονται στα 82 δισ. ευρώ, υψηλότερες κατά 10 δισ. ευρώ από το τέλος του 2014.

 

Ενώ, το 2016,  τα φορολογικά έσοδα προβλέπονται αυξημένα κατά 2 δισ. ευρώ έναντι του 2015.

Και αυτό, ενώ η οικονομία θα βρίσκεται σε ύφεση.

Συνεπώς, η πρόβλεψη για αυξημένα έσοδα εδράζεται, αποκλειστικά, στα νέα φορολογικά μέτρα.

Και προφανώς, η κατανομή του φορολογικού βάρους γίνεται ακόμη πιο άδικη, αφού αυξάνουν, κυρίως, οι έμμεσοι φόροι.

Aλήθεια, αυτή είναι η δήθεν «κοινωνικά» πιο δίκαιη «Κυβέρνηση της Αριστεράς»;

8ον. Οι μειωμένοι δημοσιονομικοί στόχοι δεν εξασφαλίζουν, από μόνοι τους, σημαντικό δημοσιονομικό χώρο.

Η Κυβέρνηση «στρεψοδικεί», για να θριαμβολογήσει.

Οι  δημοσιονομικοί στόχοι εξαρτώνται από την κατάσταση και τη δυναμική της οικονομίας.

Αν τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα αρκούσαν για την αποφυγή νέων μέτρων, θα έπρεπε η Κυβέρνηση, εφέτος και του χρόνου, με τη μείωση των δημοσιονομικών στόχων, να είχε ήδη ασκήσει επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, μειώνοντας φόρους και αυξάνοντας μισθούς και συντάξεις.

Κάνει όμως ακριβώς το αντίθετο: αυξάνει φόρους, βάζει νέους φόρους, κόβει συντάξεις και επιδόματα.

Και μάλιστα, με πολλαπλάσια μέτρα αυτών που ζητούσαν οι δανειστές πριν από ένα χρόνο, για την επίτευξη πολύ υψηλότερων στόχων.

Και αυτή η δυσμενής εξέλιξη οφείλεται στο γεγονός ότι η οικονομία έχει επιστρέψει στην ύφεση.

Έτσι, για πρώτη φορά από την είσοδο στα Μνημόνια, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα μιας χρονιάς, του 2015, με πρόσθετα μέτρα λιτότητας, θα είναι χειρότερο από το αποτέλεσμα της προηγούμενης χρονιάς, του 2014.

Αλήθεια, εξακολουθεί η «αριστερή» διακυβέρνηση να επιμένει ότι αυτό αποτελεί επίτευγμα;

 

9ον. Οι τράπεζες χρειάστηκαν νέα ανακεφαλαιοποίηση.

Με κεφαλαιακές ανάγκες που οφείλονται, όπως έδειξε και η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015.

[Κατάθεση Συνημμένου 3 στα Πρακτικά]

Το αποτέλεσμα της ανακεφαλαιοποίησης είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, παρά την αποφυγή του «κουρέματος» των καταθέσεων και τη μικρότερη, τελικά, δημοσιονομική επιβάρυνση.

Και αυτό γιατί εξαιτίας Κυβερνητικών καθυστερήσεων και παλινωδιών στην ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου πραγματοποίησής της, η παρούσα ανακεφαλαιοποίηση:

  • Προσθέτει μεγάλο κόστος στο Δημόσιο και στους φορολογούμενους.
  • Απαξιώνει τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και συρρικνώνει δραματικά την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή.
  • Εκμηδενίζει την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και των ασφαλιστικών ταμείων, λόγω τόσο της «εξαέρωσης» των τραπεζικών μετοχών όσο και της δραστικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών.
  • Οδηγεί σε αφελληνισμό τα πιστωτικά ιδρύματα.
  • Τροποποιεί, επί το δυσμενέστερο, τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων.

Όπως είναι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας, η πώληση του συνόλου της συμμετοχής της στην Finansbank.

Θυμίζουμε ότι η επένδυση αυτή έγινε το 2006, σε κλίμα «λυσσαλέας» αντίδρασης των κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης.

Επένδυση η οποία καλύπτει το μεγαλύτερο ποσοστό των εργασιών του Ομίλου στο εξωτερικό, συμμετέχει σημαντικά στα μεγέθη του και συμβάλλει, καθοριστικά, στην κερδοφορία του.

Καλούμε συνεπώς την Κυβέρνηση, όπως το έχουμε ήδη πράξει χωρίς να λάβουμε απάντηση, να τοποθετηθεί στο ερώτημα:

H μεγάλη και υψηλού συμβολισμού επένδυση του 2006, υπήρξε για την εθνική μας οικονομία και τη χώρα, συμφέρουσα, ασύμφορη ή ουδέτερη;

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να παίρνουν συγκεκριμένες απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα.

Αρκετή ζημιά υπέστη η χώρα από τις, επί δεκαετίες, ασάφειες και τις γκρίζες ζώνες που καλλιέργησε η αριστερή, και όχι μόνο, εκδοχή στη δημόσια ζωή.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν ευθύνες τόσο για την ανάγκη της νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών όσο και για το αποτέλεσμά της.

 

10ον. Το δημόσιο χρέος, και πάλι, διογκώνεται.

Το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, διαμορφώνεται στο 188% το 2016, αυξημένο κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε 2 χρόνια.

Και επειδή πολλές φορές η Κυβέρνηση θριαμβολογεί ότι δήθεν «κατάφερε επιτέλους να ανοίξει το θέμα του χρέους», η αλήθεια είναι ότι το ύψος και το «προφίλ» του χρέους, μετά το 2012, βελτιώθηκαν σημαντικά.

Αποδείξεις, όπως αυτές αποτυπώνονται στις σελίδες του Προϋπολογισμού;

  • Το δημόσιο χρέος, ως απόλυτο μέγεθος, μειώθηκε κατά περίπου 40 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2014.
  • Η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκειά του ήταν 16,2 έτη το 2014. Από 6,3 έτη το 2011.
  • Οι τόκοι διαμορφώθηκαν στα 5,5 δισ. ευρώ το 2014. Από 16,1 δισ. ευρώ το 2011.

Εκτός όμως του Προϋπολογισμού, όλα αυτά τα έχει προσυπογράψει ο κ. Τσίπρας, στην απόφαση της 12ης Ιουλίου, σύμφωνα με την οποία:

«Η Σύνοδος Κορυφής υπενθυμίζει ότι τα κράτημέλη της Ευρωζώνης έχουν θεσπίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μία αξιοσημείωτη δέσμη μέτρων προς υποστήριξη της βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας, η οποία εξομάλυνε την πορεία εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας και μείωσε το κόστος σημαντικά».

 

[Κατάθεση Συνημμένου 4 στα Πρακτικά]

 

Συνεπώς, πως η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «ανοίγει για πρώτη φορά το θέμα του χρέους», όταν η ίδια υποστηρίζει ότι έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητά του κατά το παρελθόν;

Οι ανακρίβειες και τα ψεύδη αποτελούν δομικό στοιχείο της «Αριστερής Κυβέρνησης».

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η βιωσιμότητα του χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία κατά το 2015, όπως καταγράφεται και στην Έκθεση του ΔΝΤ που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή.

 

[Κατάθεση Συνημμένου 5 στα Πρακτικά]

 

Άρα, καθίσταται αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

Ο κ. Τσίπρας, αφού επί χρόνια, καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για τη λύση του προβλήματος, σήμερα προσγειώθηκε στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, ο ΣΥΡΙΖΑ φέρει μεγάλες ευθύνες γιατί, επί πολλά χρόνια, απέρριπτε κάθε πρωτοβουλία εθνικής συνεννόησης και «πετροβολούσε» κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος που έκαναν προηγούμενες Κυβερνήσεις.

Η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ φέρει μεγάλες ευθύνες γιατί, επί μήνες, κυριαρχημένη από αριστερές ιδεολοψίες, εμμονές και δογματισμούς, περιέφερε τη χώρα σε περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας», οδηγώντας την σε πλήρες αδιέξοδο.

Με σκοπιμότητα ή από αφέλεια, αγνοώντας τους κανόνες διαπραγμάτευσης, έχασε πολύτιμο χρόνο.

Χωρίς στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα, διεξήγαγε ένα προσχηματικό δημοψήφισμα, διαχειρίστηκε το αποτέλεσμά του πέρα από κάθε δημοκρατική λογική, και τελικά, μέσα στο χάος που δημιούργησε, προσήλθε, σπασμωδικά και φοβικά, στη σύναψη του 3ου Μνημονίου.

Το κόστος από την περίπου ετήσια διακυβέρνηση της Αριστεράς, για τη χώρα και την οικονομία της, είναι μεγάλο.

Ένα μέρος αυτού του κόστους αποτυπώνει ο Προϋπολογισμός του 2016.

Οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πολιτική εξαπάτηση, αισθάνονται το κόστος, δυσφορούν και έχουν αρχίσει να οργίζονται.

Και τώρα, που το «καράβι» της «Αριστερής Κυβέρνησης» «μπάζει, από παντού, νερά», και το ενδεχόμενο «πολιτικού πνιγμού» έχει υψηλές πιθανότητες, ο Πρωθυπουργός, πολιτικά έντρομος αλλά πάντα πολιτικά αλαζών, αναζητά «πολιτικά σωσίβια».

Ομιλεί περί της ανάγκης για συνεννόηση, ενώ δεν την υπηρετεί και, επί της ουσίας, την τορπιλίζει.

Αλήθεια, πως μπορεί να πείσει ότι την εννοεί, όταν την προσεγγίζει με «λεόντιο» λογική και όταν, στις εύλογες επιφυλάξεις και τις αρνήσεις των κομμάτων της Αντιπολίτευσης, τα κατηγορεί αμέσως για «έλλειψη αισθήματος ευθύνης και σοβαρότητας»;

Και το λέει αυτό ο Πρωθυπουργός που, διαχρονικά, αρνείτο και απαξίωνε κάθε προσπάθεια για πολιτική συνεννόηση και πολεμούσε, με κάθε διαθέσιμο μέσο, την πολιτική ομαλότητα.

Το λέει αυτό ο Πρωθυπουργός που, ιστορικά, έχει καταγραφεί ως ο ιδιοκτήτης της θέσης του «όχι σε όλα».

Το λέει αυτό ο Πρωθυπουργός που, πριν 1 χρόνο, κατά τη διάρκεια αντίστοιχης συζήτησης για τον Προϋπολογισμό, θεωρούσε την άρνηση συναίνεσης ζήτημα «ηθικής τάξης», που η επίτευξή της θα «ισοπέδωνε τα πάντα».

Το λέει αυτό ο Πρωθυπουργός που, πριν από λίγους μήνες, παραπλάνησε πολιτικά, κατ’ επανάληψη, τα κόμματα.

Το λέει αυτό ο Πρωθυπουργός που, πρόσφατα, καλούσε τους πολίτες να «τελειώσουν» την Αξιωματική Αντιπολίτευση.

Μετά δε και τη σημερινή του ομιλία, φαίνεται ότι δεν έχει, και επί αυτού του θέματος, σταθερή θέση.

Δεν έχει σταθερή στρατηγική για τη χώρα.

Συνεχώς, αμήχανα, παλινδρομεί.

Ας ξεκαθαρίσει επιτέλους, μία φορά εγκαίρως, τι πραγματικά θέλει για τη χώρα εκτός από το να είναι Πρωθυπουργός.

Συνεπώς, οι διαδοχικές αναφορές του Πρωθυπουργού επί του θέματος δείχνουν πλεόνασμα πολιτικού θράσους και έλλειμμα αρχών, σεβασμού στη νοημοσύνη των άλλων και στρατηγικού σχεδίου για τη χώρα.

Εμείς πιστεύουμε ότι η πολιτική και κοινωνική συννενόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως, πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης, και όχι ευκαιριακά, με «χαρτοπαικτικούς» όρους.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «λεόντιες» συμπεριφορές του τύπου «τα κέρδη δικά μου, τις ζημιές τις μοιράζουμε».

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις, με επικίνδυνους ακροβατισμούς, με μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί, από όλους, αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων, για να προκύψουν δεσμεύσεις και συμβιβασμοί.

Πάνω από όλα δε, απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Και η εμπιστοσύνη οικοδομείται.

Δεν υποκλέπτεται, ούτε εκβιάζεται.

Η εθνική συνεννόηση κερδίζεται από όλους και δεν χαρίζεται ευκαιριακά σε κανέναν, για να καλύψει, περιστασιακά, τις ανάγκες του.

Ούτε χαρίζεται ως δώρο σε κανέναν για να το περιφέρει στα «διεθνή σαλόνια».

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Κατά την ψήφιση της συμφωνίας της Συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, είχαμε τονίσει ότι θα αξιολογούμε, διαρκώς, τη «μετάφρασή» της σε πολιτικές και μέτρα.

Τις ωφέλιμες στρατηγικές για την πορεία της χώρας, θα τις στηρίζουμε.

Τις ωφέλιμες πολιτικές για τα αδύναμα και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα θα τις στηρίζουμε.

Όλες τις άλλες στρατηγικές και πολιτικές δεν θα τις στηρίζουμε.

Λευκή επιταγή δεν δίνουμε.

Και αυτό πράττουμε ως Αξιωματική Αντιπολίτευση.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, καταψηφίζουμε τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2016.