Ομιλία στην Ολομέλεια στη συζήτηση και κύρωση του Απολογισμού και του Ισολογισμού...

Ομιλία στην Ολομέλεια στη συζήτηση και κύρωση του Απολογισμού και του Ισολογισμού του Κράτους για το 2013

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμμετέχουμε σήμερα, με μεγάλη βέβαια χρονική καθυστέρηση, σε μια σημαντική διαδικασία λογοδοσίας.

Διαδικασία κατά την οποία αξιολογείται, μέσω της συζήτησης και κύρωσης του Απολογισμού και Ισολογισμού του Κράτους, η αξιοπιστία της κατάρτισης και της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2013.

Πρόκειται για ένα σημαντικό έτος.

Ένα έτος κατά το οποίο επετεύχθησαν οι περισσότεροι στόχοι του Προϋπολογισμού, γεγονός σπάνιο για την Ελληνική, και όχι μόνο, οικονομία.

Ένα έτος καμπή στη δημοσιονομική πορεία της χώρας.

Ένα έτος κατά την οποίο η χώρα επέστρεψε, μετά από πολλά χρόνια, νωρίτερα από τις προβλέψεις, με τις θυσίες των πολιτών, σε δημοσιονομική ισορροπία, επιτυγχάνοντας σημαντικό και υψηλότερο έναντι του στόχου πρωτογενές πλεόνασμα.

Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι εκτιμήσεις και οι προβλέψεις της τότε Κυβέρνησης ήταν προϊόν ρεαλιστικής ανάλυσης των δεδομένων της πραγματικότητας.

Αντιθέτως, οι εκτιμήσεις και οι προβλέψεις του τότε Γενικού Εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ και σημερινού Υπουργού Οικονομικών, έπεσαν τελείως έξω.

Υπενθυμίζω ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης του Προϋπολογισμού του 2013, ο τότε Γενικός Εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε με βεβαιότητα ότι:

«Δεν υπάρχει οικονομολόγος που να πιστεύει πραγματικά ότι αυτός ο Προϋπολογισμός θα βγει».

Δεν θα επιχειρήσω καν να αντιστρέψω τη θέση αυτή, που τότε ήταν προσβλητική για εμάς.

Άλλωστε, εκ του αποτελέσματος, βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την πραγματικότητα.

Συνεπώς, θα την προσπεράσω, αφού την εκλάβω ως μία ακόμη από τις πλεονάζουσες λεκτικές υπερβολές και ανεδαφικές προβλέψεις των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο Προϋπολογισμός του 2013 καταρτίστηκε σε ένα περιβάλλον αρχικής και σταδιακής δημοσιονομικής και μακροοικονομικής σταθεροποίησης, το οποίο ήταν αποτέλεσμα των πρωτοβουλιών που ανελήφθησαν και υλοποιήθηκαν από την Ελληνική Κυβέρνηση, από το καλοκαίρι του 2012, για την αντιμετώπιση των συνθηκών έντονης αβεβαιότητας και ασφυξίας που, τότε, είχαν συσσωρευθεί.

Προτεραιότητες και στόχοι της οικονομικής πολιτικής για το 2013 ήταν:

  • Η σταθεροποίηση της Ελληνικής οικονομίας, με σκοπό τη γρήγορη ανάταξή της και τη βιώσιμη ανάπτυξή της τα επόμενα χρόνια.
  • Η επίτευξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης.
  • Η διαμόρφωση των συνθηκών εξόδου της χώρας στις αγορές για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της.

Σήμερα, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, σύμφωνα με τον Απολογισμό και τον Ισολογισμό, η χώρα, το 2013, επέτυχε τους βασικούς της στόχους.

Συγκεκριμένα:

1ον. Η ύφεση επιβραδύνθηκε σημαντικά, ενώ ήταν και χαμηλότερη από τις προβλέψεις.

Συγκεκριμένα, η ύφεση διαμορφώθηκε στο 3,2% το 2013, από 7,3% το 2012.

Μάλιστα, η πρόβλεψη για το 2013 ήταν για πολύ βαθύτερη ύφεση, ύψους 4,5%.

Αυτή η εξέλιξη αποτέλεσε τη βάση για την επιστροφή της χώρας σε θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης το 2014.

Γεγονός που δυστυχώς, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν επαναλαμβάνεται το 2015.

 

2ον. Το οικονομικό, καταναλωτικό, επιχειρηματικό και επενδυτικό κλίμα ενισχύθηκε.

Η ψυχολογία της αγοράς βελτιώθηκε.

 

3ον. Το κόστος δανεισμού μειώθηκε αισθητά.

Η διαφορά αποδόσεων μεταξύ του Ελληνικού και του Γερμανικού δεκαετούς κρατικού ομολόγου αποκλιμακώθηκε ραγδαία, από τις 2.700 μονάδες βάσης το Φεβρουάριο του 2012, στις 600 μονάδες το Νοέμβριο του 2013.

Παράλληλα, το επιτόκιο των εξάμηνων εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, στο τέλος του 2013, ήταν το χαμηλότερο από τις αρχές του 2010.

 

4ον. Υλοποιήθηκαν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές.

Η Ελλάδα ήταν η χώρα με τον υψηλότερο, μεταξύ των κρατώνμελών του ΟΟΣΑ, ρυθμό προώθησης των μεταρρυθμίσεων.

Ενώ και η πορεία υλοποίησης του ΕΣΠΑ 20072013 ήταν ικανοποιητική.

Συγκεκριμένα, όπως επιβεβαιώνει και η Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, «διαπιστώθηκε επιτάχυνση της υλοποίησης του ΕΣΠΑκαθώς αυξήθηκε η απορροφητικότητα της συνολικά διαθέσιμης συγχρηματοδοτούμενης δαπάνης (67,6% το 2013 από 46,1% το 2012)».

 

5ον. Αποπληρώθηκε μεγάλο μέρος των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου.

Οι υποχρεώσεις αυτές, όπως επιβεβαιώνει και η Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μειώθηκαν σημαντικά, από τα 9,6 δισ. ευρώ το 2012, στα 4,8 δισ. ευρώ το 2013, παρουσιάζοντας μία κατακόρυφη μείωση της τάξεως του 50% μέσα σε ένα έτος, μέσα στο 2013.

Ενισχύοντας, ουσιαστικά, τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει και το Προσχέδιο Προϋπολογισμού της σημερινής Κυβέρνησης για το 2016, «η προσπάθεια ξεκίνησε το έτος 2012 με την ενεργοποίηση ενός προγράμματος χρηματοδότησης για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τρίτους, με την τήρηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, το οποίο υλοποιήθηκε ως το τέλος του 2014».

Δυστυχώς, εφέτος, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν, και πάλι, «εκτοξευθεί», και είναι ήδη 50% υψηλότερες από το τέλος του 2014.

6ον. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας ενισχύθηκε.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έγινε πλεονασματικό.

Και παρέμεινε πλεονασματικό και το 2014.

Δυστυχώς εφέτος, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, υποβαθμιζόμαστε στις θέσεις της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

 

7ον. Οι καταθέσεις σταθεροποιήθηκαν και σταδιακά επέστρεψαν στο τραπεζικό σύστημα.

Συγκεκριμένα, το ύψος των καταθέσεων επιχειρήσεων και νοικοκυριών ενισχύθηκε και διαμορφώθηκε στα 163 δισ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2013.

Υπενθυμίζεται ότι σήμερα, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, οι καταθέσεις έχουν «κατρακυλήσει» στα 122 δισ. ευρώ.

 

8ον. Οι στόχοι της δημοσιονομικής πολιτικής επετεύχθησαν.

Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.

Και η χώρα, μετά από πολλά χρόνια, επέστρεψε στα πρωτογενή πλεονάσματα.

Ενώ, ο στόχος του Προϋπολογισμού, κατά Πρόγραμμα, ήταν για ισοσκελισμένο πρωτογενές αποτέλεσμα το 2013.

Αυτό το πρωτογενές πλεόνασμα, σε διαρθρωτικούς όρους, ήταν το υψηλότερο στην Ευρωζώνη.

9ον. Η επίτευξη και υπερκάλυψη του δημοσιονομικού στόχου για το 2013, και η εξασφάλιση επαρκούς ταμειακής ρευστότητας το 2014 ως αποτέλεσμα της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που ακολουθήθηκε, έδωσε τη δυνατότητα διανομής «κοινωνικού μερίσματος» το 2014, για τη στήριξη πολιτών και οικογενειών με χαμηλό συνολικό ετήσιο εισόδημα και ακίνητη περιουσία μικρής αξίας.

Ο αριθμός των δικαιούχων που έλαβαν το «κοινωνικό μέρισμα» ανήλθε σε 700.000 νοικοκυριά και το συνολικό ποσό που διατέθηκε, διαμορφώθηκε στα 455 εκατ. ευρώ.

Υπενθυμίζεται ότι το ποσό που χορηγεί η σημερινή Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ για την ανθρωπιστική κρίση ανέρχεται μόλις στα 200 εκατ. ευρώ, ενώ αναζητώνται και δημοσιονομικά ισοδύναμα για τη χορήγησή του.

10ον. Οι στόχοι επιτεύχθησαν τόσο στο σκέλος των εσόδων, όσο και των δαπανών.

Ενδεικτικά, σύμφωνα και με την Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου:

  • Τα καθαρά εισπραχθέντα έσοδα του Προϋπολογισμού ανήλθαν στο ύψος των στόχων, παρά τη βαθιά και παρατεταμένη ύφεση.

Μάλιστα, τα έσοδα, σε δημοσιονομική βάση, υπερκάλυψαν τους στόχους που είχαν τεθεί, γεγονός που συμβαίνει για πρώτη φορά την τελευταία επταετία.

Σε μία χρονιά μάλιστα που, για πρώτη φορά από το 2010, επήλθαν στοχευμένες ελαφρύνσεις σε φόρους, όπως είναι η μείωση κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες του συντελεστή ΦΠΑ στην εστίαση.

Και ακολούθησαν και άλλες το 2014.

Κάτι που επιβεβαιώνει και η χθεσινή Έκθεση της ΕΚΤ, σύμφωνα με την οποία οι μειώσεις της άμεσης φορολογίας, κυρίως το 2014, συνέβαλαν καθοριστικά στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών από το καλοκαίρι του 2014.

Σε αντιδιαστολή με τις μεγάλες, νέες φορολογικές επιβαρύνσεις που έχει επιβάλλει, από φέτος, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

  • Οι πρωτογενείς δαπάνες του Τακτικού Προϋπολογισμού διαμορφώθηκαν χαμηλότερα από τους στόχους του Προϋπολογισμού.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει το γεγονός ότι είχε ελεγχθεί η διαχείριση και είχε  προωθηθεί η δημοσιονομική πειθαρχία στο σκέλος των δημόσιων δαπανών, με αποτέλεσμα η απόδοση των παρεμβάσεων δημοσιονομικής πολιτικής να ανταποκρίνεται στις αρχικές εκτιμήσεις.

Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι οι πληρωμές του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων ανήλθαν στα 6,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 6% σε σχέση με το 2012, υποστηρίζοντας, και αυτές, τη σταθεροποίηση της Ελληνικής οικονομίας.

 

11ον. Ο ρυθμός αύξησης του δημοσίου χρέους, παρά την προσωρινή κλιμάκωσή του, περιορίστηκε.

Μάλιστα, σε απόλυτο μέγεθος, όπως επιβεβαιώνει και η Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά 46 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2013.

Η αύξηση του 2013 ήταν παροδική, χρονικά ορισμένη και, το σημαντικότερο, αντιρροπείτο από την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων από το Ελληνικό Δημόσιο.

Συγκεκριμένα, αυτή η φαινομενική αύξηση χρέους το 2013 ήταν προϊόν της υποχρέωσης απεικόνισης της εκταμίευσης των κεφαλαίων προκειμένου να επιτευχθεί η χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Ωστόσο, το χρέος που δημιουργήθηκε από την εκταμίευση των κεφαλαίων αντικρίζεται από περιουσιακά στοιχεία που αποτελούσαν και αποτελούν ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, με προβλεπόμενη εκποίησή τους και με σημαντική, εκείνη την περίοδο, αξία μεταπώλησης.

Αξία βέβαια που σήμερα, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, έχει εξανεμιστεί.

Ενδεικτικά, η αξία των μετοχών που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο στις συστημικές τράπεζες διαμορφώνεται, σήμερα, περίπου στα 3 δισ. ευρώ, από 15 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Δηλαδή είναι μειωμένες κατά 80%.

Με τεράστιο δυνητικό κόστος για τους φορολογούμενους.

Σε αυτό το σημείο, και σε ότι αφορά το δημόσιο χρέος, πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

α) Το μεγαλύτερο μέρος του διακρατείται πλέον από τους εταίρους και το Ευρωσύστημα.

β) Η μεσοσταθμική διάρκειά του έχει χρονικά επεκταθεί.

Όπως επιβεβαιώνει και η Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκειά του, στις 31 Δεκεμβρίου 2013, υπερέβαινε τα 16 έτη.

γ) Το μεσοσταθμικό επιτόκιο νέου δανεισμού, σύμφωνα και με την Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διαμορφώθηκε, στα τέλη του 2013, σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο, στο 1,76% σε ταμειακή βάση.

δ) Οι δαπάνες για τόκους διαμορφώθηκαν στα 6,1 δισ. ευρώ το 2013, από 12,2 δισ. ευρώ το 2012.

Όλα αυτά τα στοιχεία βελτίωσαν τη δομή, το «προφίλ» του χρέους, και αποτελούν βασικά στοιχεία της αξιολόγησης της βιωσιμότητάς του.

12ον. Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Έξοδος που έγινε με επιτυχία, δύο φορές το 2014, με την έκδοση πενταετούς και τριετούς ομολόγου, για πρώτη φορά μετά τον αποκλεισμό από τις διεθνείς αγορές το Μάιο του 2010.

Και με επιτόκια που η χώρα είχε να «δει» από το 2008.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, ο Απολογισμός και ο Ισολογισμός για το 2013 αποτυπώνουν τόσο το ρεαλισμό των προβλέψεων κατά την κατάρτιση του Προϋπολογισμού όσο και την αποτελεσματική εκτέλεσή του.

Αυτά τα στοιχεία βελτίωσαν, ποσοτικά και ποιοτικά, το «κεφάλαιο αξιοπιστίας» της χώρας.

Και αποτέλεσαν εφαλτήριο ώστε η χώρα, το 2014, όπως συνομολογεί και το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού της σημερινής Κυβέρνησης, να επιστρέψει σε θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, τα δημόσια οικονομικά να έχουν μπει σε συνθήκες  σταθεροποίησης, το διαθέσιμο εισόδημα να έχει αυξηθεί, η ανταγωνιστικότητα να έχει ενισχυθεί, και να έχουν αντληθεί, επιτυχώς και πάλι, πόροι από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Είναι όμως αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Έτσι, από τις αρχές του 2015 μέχρι και σήμερα, η σύγχυση, η αβελτηρία, οι παλινωδίες και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, επιφέρουν τεράστιο για την Ελληνική οικονομία και οδυνηρό για τους πολίτες κόστος.

Δυστυχώς, έχουμε μπει και πάλι σε «καθοδικό σπιράλ».

Η χώρα, με βαριά βήματα «σημειωτόν», κατρακυλάει, βουλιάζει στο τέλμα.

Και όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας.

Υπό αυτή την έννοια, αργά ή γρήγορα, και προφανώς γρήγορα, η δεύτερη Κυβέρνηση «της Αριστεράς» θα πρέπει να δώσει εξετάσεις αποτελεσματικότητας, και να τις περάσει.

Ευτυχώς, οι πολίτες έχουν αρχίσει να κατανοούν, πέραν της πλήρους διάψευσης των υποσχέσεων, την αδυναμία της «ριζοσπαστικής Αριστεράς» να προβλέψει, να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποτελεσματικά.

Η διαδικασία κλιμάκωσης της δυσφορίας τους έχει ξεκινήσει.