Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων επί του Κρατικού Προϋπολογισμού 2016

Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων επί του Κρατικού Προϋπολογισμού 2016

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο πρώτος Προϋπολογισμός Κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα αποτελεί ιστορικό γεγονός.

Τα μεγέθη του:

  • Επιβεβαιώνουν την κατάρρευση των μύθων που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε.
  • Δείχνουν ότι η δήθεν αριστερή πολιτική ρητορική και αριστερή κοινωνική ευαισθησία είναι απολύτως κενές περιεχομένου.
  • Αναδεικνύουν την καλπάζουσα αναξιοπιστία της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που δείχνει πλεόνασμα πολιτικού θράσους και έλλειμμα αρχών, σεβασμού στη νοημοσύνη των άλλων και στρατηγικού σχεδίου για τη χώρα.
  • Επιβεβαιώνουν την αδυναμία της Κυβέρνησης να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποτελεσματικά.
  • Καταδεικνύουν ότι η χώρα, με βαριά βήματα «σημειωτόν», βουλιάζει στο τέλμα.
  • Επιβεβαιώνουν την επιστροφή της χώρας στην ύφεση, στα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα και στην αύξηση του δημοσίου χρέους.
  • Αποκαλύπτουν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, με την επιβολή νέων φόρων, οι οποίοι «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία, και με περικοπές στις συντάξεις και στα επιδόματα.
  • Καταδεικνύουν ότι το 2016 θα είναι χειρότερο, κυρίως μακροοικονομικά, έτος από το 2015, το οποίο, με τη σειρά του, είναι πολύ χειρότερο από το 2014.

Η Νέα Δημοκρατία, το μεγαλύτερο μεταπολιτευτικά, με όρους αθροιστικής εμπιστοσύνης των πολιτών, κόμμα της χώρας, αξιολογεί τον Προϋπολογισμό με κριτήριο το συμφέρον της Πατρίδας, υπό την οπτική του ιστορικά δικαιωμένου ιδεολογικού και πολιτικού της πυρήνα.

Αυτόν του ριζοσπαστικού, του κοινωνικού φιλελευθερισμού και της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Πυρήνας που μας οδηγεί στην διαρκή αναζήτηση αρμονικής ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, με στόχο την αποτελεσματική προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

 

Η Νέα Δημοκρατία, με αυτά τα κριτήρια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο Προϋπολογισμό, που οδηγεί την Ελληνική οικονομία σε ένα «καθοδικό σπιράλ».

Έναν Προϋπολογισμό «πασπαλισμένο» με την γνωστή «αριστερή χρυσόσκονη» της απόκρυψης της αλήθειας και της παραπλάνησης.

Ας «φυσήξουμε», όμως, τη χρυσόσκονη και ας περάσουμε στην ουσία των πραγμάτων:

1ον. Η Ελληνική οικονομία, ήδη από το 3ο τρίμηνο του 2015, έχει επιστρέψει στην ύφεση.

Την ίδια περίοδο που η Ευρωζώνη «επιταχύνει προς τα εμπρός», η Ελλάδα «κάνει όπισθεν».

Μάλιστα, η προοπτική για το 2016 είναι χειρότερη από το 2015.

Η Κυβέρνηση εκφράζει την ικανοποίησή της γιατί η οικονομία εφέτος θα παρουσιάσει καλύτερο του προβλεπόμενου ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ.

Ξεχνά όμως, ως συνήθως σκοπίμως, ότι ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα είναι καλύτερος σε σχέση με τις προβλέψεις που η ίδια έκανε στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, πριν έναν μήνα.

Όπως επίσης ξεχνά σκοπίμως ότι, το 2014 επιτεύχθηκε θετικός ρυθμός μεταβολής, ότι παρέλαβε οικονομία σε δυναμική μεγέθυνσης και ότι η πρόβλεψη τότε, για το 2015, ήταν για αρκετά υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης, άνω του 2,5%.

Συνεπώς, την ευθύνη για την επιστροφή της χώρας στην ύφεση φέρει αποκλειστικά, η Κυβέρνηση της Αριστεράς.

 

2ον. Το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε.

Κυμαίνεται στις 89,1 μονάδες για τους πρώτους 10 μήνες του 2015, έναντι μέσου όρου 99,2 μονάδων το αντίστοιχο διάστημα του 2014.

Όπως αναφέρει, μάλιστα, και ο Προϋπολογισμός, «οι ενδείξεις που προκύπτουν από την παρατήρηση της πτώσης του δείκτη οικονομικού κλίματος λαμβάνουν μεγαλύτερη βαρύτητα αν εξεταστούν στο πλαίσιο του βελτιωμένου οικονομικού κλίματος στην Ευρωζώνη, όπου το 2015 έχουν σημειωθεί αυξήσεις του δείκτη αρκετά πάνω από το κατώφλι των 100 μονάδων βάσης».

Δηλαδή, επιβεβαιώνεται και με αυτό τον δείκτη ότι, την ίδια περίοδο που η Ευρωζώνη «επιταχύνει προς τα εμπρός», η Ελλάδα «κάνει όπισθεν».

3ον. Η δημόσια οικονομία επέστρεψε σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015.

Η επιστροφή μάλιστα στα πρωτογενή ελλείμματα γίνεται παρά τη λήψη νέων, πρόσθετων, επώδυνων μέτρων λιτότητας, ύψους άνω του 1,5 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

Και ο λογαριασμός όλο και «ανεβαίνει», όλο και διογκώνεται.

Και αυτό έγινε μετά από 2 χρόνια, το 2013 και το 2014, επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων.

Αυτό είναι το δημοσιονομικό «αποτύπωμα» της «αριστερής» διακυβέρνησης.

4ον. Ο Κοινωνικός Προϋπολογισμός «βουλιάζει» στα ελλείμματα.

Συγκεκριμένα, σε ταμειακή βάση, παρουσιάζει αυξημένο έλλειμμα το 2015, το οποίο προβλέπεται να διευρυνθεί και να «σκαρφαλώσει» στα 2,1 δισ. ευρώ το 2016.

Στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης παρατηρείται, εκτιμάται και προβλέπεται επιδείνωση στις ασφαλιστικές εισφορές, στη συνταξιοδοτική δαπάνη, στις απλήρωτες υποχρεώσεις.

Ενώ στον Προϋπολογισμό δεν περιλαμβάνεται κανένα ενθαρρυντικό στοιχείο για ουσιαστικές, χρηματοδοτικά καλυμμένες, παρεμβάσεις στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής.

5ον. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα διογκώνονται.

Σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης, αυτές διαμορφώθηκαν περίπου στα 6 δισ. ευρώ το εννεάμηνο του 2015, αυξημένες κατά 58% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Υπενθυμίζεται ότι αυτές οι υποχρεώσεις είχαν μειωθεί κατά 60% την περίοδο 2012-2014.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει και ο Προϋπολογισμός της σημερινής Κυβέρνησης, «η προσπάθεια ξεκίνησε το έτος 2012 με την ενεργοποίηση ενός προγράμματος χρηματοδότησης για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τρίτους, με την τήρηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, το οποίο υλοποιήθηκε ως το τέλος του 2014».

Σήμερα, δεν υφίσταται κανένα χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής τους, αφού, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, «οι εκταμιεύσεις θα προσαρμόζονται ανάλογα με τις δυνατότητές του, τις ταμειακές κάθε φορά συνθήκες και την πορεία της χρηματοδότησης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας».

Δηλαδή, αναλαμβάνονται ασαφείς, «αριστερής κοπής» δεσμεύσεις, με απλή παραπομπή σε σχετική υπουργική απόφαση, για ένα μείζον ζήτημα που απασχολεί τον ιδιωτικό τομέα.

 

6ον. Το ύψος των πρόσθετων μέτρων της Κυβέρνησης της Αριστεράς, για την περίοδο 2015-2016, εκτιμάται, αρχικά, στα 5,7 δισ. ευρώ.

Μέτρα που αποτυπώνουν την ιδεοληπτική, αριστερή εμμονή στην αύξηση υφιστάμενων ή στην επιβολή νέων φόρων.

Μέτρα, όπως είναι:

  • Η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων.
  • Η αύξηση των συντελεστών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου ασφαλίστρων.
  • Η αύξηση των συντελεστών φορολόγησης του εισοδήματος από ενοίκια, που η Κυβέρνηση δήθεν «είχε αποσύρει».
  • Η κατάργηση της έκπτωσης εφάπαξ πληρωμής φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων.
  • Η κατάργηση απαλλαγών υποχρέωσης πληρωμής του ΕΝΦΙΑ.
  • Η αύξηση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος στα νομικά πρόσωπα, στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους αγρότες.
  • Η σταδιακή κατάργηση της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο για αγροτική χρήση.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος στους αγρότες.

Μέτρα που «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία και διαλύουν τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

7ον. Ο «λογαριασμός» των μέτρων θα είναι πολύ υψηλότερος.

Κι αυτό γιατί:

α) Υπάρχει μια σειρά από νέα μέτρα, τα οποία ακόμα είναι αδιευκρίνιστα ή δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί. Μεταξύ αυτών είναι η μείωση όλων των ορίων για τις κατασχέσεις, η κατάργηση φοροαπαλλαγών φυσικών και νομικών προσώπων κ.α.

β) Υπάρχουν μέτρα, κυρίως στο σκέλος των δαπανών, τα οποία δεν έχουν καταγραφεί. Για παράδειγμα, οι καταγεγραμμένες στον Προϋπολογισμό παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα και στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας είναι «λειψές». Υπολείπονται αυτών που η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί έναντι των εταίρων, και οι οποίες ανέρχονται στο 1,5% του ΑΕΠ για το 2016. Άρα υπάρχουν πρόσθετα, «κρυφά» μέτρα.

γ) Υπάρχουν, σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, και πρόσθετα μέτρα για την περίοδο 20172018 αξιόπιστα διαρθρωτικά μέτρα που θα αποφέρουν τουλάχιστον ¾% του ΑΕΠ το 2017 και ¼% του ΑΕΠ το 2018»).

Αυτή είναι η δημοσιονομική προοπτική της χώρας και της οικονομίας της, με τις υπογραφές της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

8ον. Οι συντάξεις περικόπτονται, μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Ωστόσο, κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η αναφορά του Προϋπολογισμού ότι «οι περικοπές δαπανών θα αφορούν σε τομείς που δεν επηρεάζουν ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών».

Και αυτό γιατί το 77% της περιστολής στις δαπάνες αφορά περικοπές σε συντάξεις, παροχές κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικά επιδόματα.

Περικοπές που έχουν ήδη γίνει και κυρίως θα ακολουθήσουν, ύψους άνω των 2 δισ. ευρώ.

Όπως είναι, ενδεικτικά, η μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων, η μείωση των εφάπαξ, η αύξηση των εισφορών των ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, η μείωση των δικαιούχων παροχής ΕΚΑΣ με την αύξηση των εισοδηματικών κριτηρίων, η μείωση κατά 50% του επιδόματος θέρμανσης.

Πρόκειται για πολιτικές που πλήττουν άμεσα και ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών.

Η Κυβέρνηση, για ακόμη μία φορά, προσπαθεί να παραπλανήσει, «βαπτίζοντας» το «κρέας», «ψάρι».

Οι πολίτες, όμως, έχουν αρχίσει να υφίστανται το κόστος των πολιτικών της, ακόμη και αυτοί που εμπιστεύθηκαν τον ΣΥΡΙΖΑ δυσφορούν, και έχουν αρχίσει να οργίζονται.

 

Ακόμη και η διάθεση των 200 εκατ. ευρώ, το 2015, για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, δεν κατέστη εφικτή.

Κι αυτό, παρά τις πομπώδεις διατυπώσεις του Προϋπολογισμού ότι «η Κυβέρνηση κατάφερε να προσφέρει την απαραίτητη στήριξη σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση».

Σύμφωνα με απάντηση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών σε σχετική Κοινοβουλετική Ερώτηση, αποδεικνύεται ότι εφέτος θα δαπανηθούν μόλις 108 εκατ. ευρώ!

Και του χρόνου θα είναι ακόμη λιγότερα

Υπενθυμίζεται ότι για το ίδιο λόγο, το 2014, είχε διανεμηθεί, ως «κοινωνικό μέρισμα», για τη στήριξη πολιτών και οικογενειών με χαμηλό συνολικό ετήσιο εισόδημα και ακίνητη περιουσία μικρής αξίας, ποσό ύψους 455 εκατ. ευρώ.

Ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς καταρρέει, και σε αυτό το πεδίο.

Όπως κατέρρευσε και στο πεδίο των συντάξεων, όπου αντί της χορήγησης 13ης σύνταξης, προχώρησαν σε  περικοπή των συντάξεων.

Όπως κατέρρευσε και με την άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, όπου αντί της περιβόητης «σεισάχθειας» και του «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», έχουμε τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών.

9ον. Το 2015, τα φορολογικά έσοδα είναι τα χαμηλότερα της τελευταίας δεκαετίας.

Παρά τους πρόσθετους φόρους που επέβαλλε εφέτος η Κυβέρνηση της Αριστεράς.

Αυτό οφείλεται, κυρίως, στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Με αποτέλεσμα, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των πολιτών προς το Κράτος να συνεχίζουν να αυξάνουν, μήνα με τον μήνα, και να διαμορφώνονται στα 82 δισ. ευρώ, υψηλότερες κατά 10 δισ. ευρώ από το τέλος του 2014.

 

Το 2016,  τα φορολογικά έσοδα προβλέπονται αυξημένα κατά 2 δισ. ευρώ έναντι του 2015.

Και αυτό, ενώ η οικονομία θα βρίσκεται σε ύφεση.

Συνεπώς, η πρόβλεψη για αυξημένα έσοδα δεν μπορεί παρά να εδράζεται, αποκλειστικά, στα νέα φορολογικά μέτρα της Κυβέρνησης της Αριστεράς, ύψους 2,2 δισ. ευρώ για το 2016.

10ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων αναμένεται να «κλείσει» στο ύψος του Προϋπολογισμού, αν και μέχρι σήμερα παραμένει καθηλωμένο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το δεκάμηνο του 2015, δηλαδή στα 5/6 της χρονιάς, οι δαπάνες του Προγράμματος ανήλθαν μόλις στα 2,8 δισ. ευρώ.

Έτσι, μέχρι το τέλος του έτους, μέσα σε 2 μήνες, θα πρέπει να δαπανηθεί ποσό σχεδόν 1,5 φορά μεγαλύτερο από αυτό που έχει δαπανηθεί στο δεκάμηνο, προκειμένου να επιτευχθεί ο ετήσιος στόχος.

Παράλληλα, το ποσοστό απορρόφησης των πόρων του ΕΣΠΑ 20072013 παραμένει περίπου στο επίπεδο που είχε επιτευχθεί στο τέλος του 2014.

Ενώ, για την περίοδο 20142020, σύμφωνα και με τον Προϋπολογισμό, η Ελλάδα είχε ήδη, από το παρελθόν, εξασφαλίσει πόρους ύψους 19,9 δισ. ευρώ.

Τους οποίους οφείλει να αξιοποιήσει το ταχύτερο δυνατόν, με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο.

11ον. Οι μειωμένοι δημοσιονομικοί στόχοι δεν εξασφαλίζουν σημαντικό δημοσιονομικό χώρο.

Η Κυβέρνηση εσφαλμένα θριαμβολογεί.

Η αλήθεια είναι ότι εκείνο που μετρά, είναι η συνεκτίμηση του ύψους των δημοσιονομικών στόχων σε σχέση με το ύψος των παρεμβάσεων που απαιτούνται για να υλοποιηθούν.

Οι  δημοσιονομικοί στόχοι εξαρτώνται από την κατάσταση και τη δυναμική της οικονομίας.

Υπενθυμίζω ότι οι «Θεσμοί», για το 2015, προέβλεπαν πρωτογενές πλεόνασμα κοντά στο 2% του ΑΕΠ, χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε πρόσθετου μέτρου.

Η Κυβέρνηση, αφού οδήγησε την οικονομία και πάλι στο «καθοδικό σπιράλ», παρουσιάζει ως επιτυχία την εκτίμηση ότι το 2015, χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε πρόσθετου μέτρου, θα έκλεινε με πρωτογενές έλλειμμα 1,5% του ΑΕΠ, ενώ η επίτευξη στόχου για πρωτογενές έλλειμμα 0,2% του ΑΕΠ απαιτεί πρόσθετα μέτρα λιτότητας, ύψους άνω του 1,5 δισ. ευρώ.

Δηλαδή, η χώρα, υπό τη διακυβέρνηση της Αριστεράς, παρουσιάζει πρωτογενές έλλειμμα, με πρόσθετα μέτρα λιτότητας και συνακόλουθα ισόποση επιβάρυνση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών του Κράτους, δηλαδή του δανεισμού της.

 

12ον. Προέκυψε ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Με κεφαλαιακές ανάγκες που οφείλονται, όπως έδειξε και η Έκθεση της ΕΚΤ, στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015.

Και πιο συγκεκριμένα, στη χειροτέρευση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος για εφέτος και τα επόμενα χρόνια, στα νέα, πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα της Κυβέρνησης, στους κεφαλαιακούς περιορισμούς, στη μείωση της αξίας των εξασφαλίσεων, στην αναμενόμενη αυξημένη ροή νέων επισφαλών δανείων.

Συνεπώς, η νέα ανακεφαλαιοποίηση φέρει την υπογραφή της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

Μια ανακεφαλαιοποίηση:

  • που προσθέτει κόστος στους φορολογούμενους,
  • που συρρικνώνει δραματικά την Ελληνική ιδιωτική και δημόσια συμμετοχή,
  • που απαξιώνει τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου,
  • που εκμηδενίζει την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, λόγω της δραστικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών,
  • που τροποποιεί, επί το δυσμενέστερο, τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας η πώληση του συνόλου της συμμετοχής της στην Finansbank.

Θυμίζουμε ότι η επένδυση αυτή έγινε το 2006, επί Κυβέρνησης της ΝΔ, σε κλίμα «λυσσαλέας» αντίδρασης των κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης.

Επένδυση που αφορούσε την 5η μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα στην Τουρκία, η οποία κάλυπτε το μεγαλύτερο ποσοστό των εργασιών του Ομίλου στο εξωτερικό, συμμετείχε σημαντικά στα μεγέθη του και συνέβαλε, καθοριστικά, στην κερδοφορία του.

Καλούμε συνεπώς, για ακόμη μία φορά, την Κυβέρνηση να απαντήσει συγκεκριμένα, έστω εκ των υστέρων, στο κεντρικό ερώτημα:

H μεγάλη και υψηλού συμβολισμού επένδυση του 2006, υπήρξε για την εθνική μας οικονομία και τη χώρα, συμφέρουσα, ασύμφορη ή ουδέτερη;

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να παίρνουν συγκεκριμένες απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα.

Αρκετή ζημιά υπέστη η χώρα από τις, επί δεκαετίες, ασάφειες και τις γκρίζες ζώνες που καλλιέργησε η ριζοσπαστική, αριστερή, και όχι μόνο, εκδοχή στη δημόσια ζωή.

 

13ον. Τα πεπραγμένα της Κυβέρνησης στο πεδίο των αποκρατικοποιήσεων είναι πενιχρά.

Κι αυτό, παρά τις διατυπώσεις του Προϋπολογισμού, σε αντίθεση με ότι επί χρόνια η Αριστερά υποστήριζε, για «τα πολλαπλά οφέλη» τους στην Ελληνική οικονομία.

Και μάλιστα με πρώτο στην καταγραφή, «την άμεση μείωση του δημοσίου χρέους».

Όταν μέχρι και τον εφετινό Ιούνιο υποστηρίζατε ότι τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις δεν πρέπει να «κατευθύνονται» για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Η Κυβέρνηση, και στο πεδίο αυτό, είναι «εγκλωβισμένη» ανάμεσα στις ιδεοληψίες της και στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, που η ίδια προκάλεσε.

14ον. Το δημόσιο χρέος και πάλι διογκώνεται.

Το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, διαμορφώνεται περίπου στο 188% το 2016, αυξημένο κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέσα σε 2 χρόνια.

Και επειδή πολλές φορές η Κυβέρνηση θριαμβολογεί ότι δήθεν «κατάφερε επιτέλους να ανοίξει το θέμα του χρέους», η αλήθεια είναι η εξής:

Το ύψος και το «προφίλ» του χρέους, μετά το 2012, βελτιώθηκαν αισθητά.

Αποδείξεις;

α) Το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά περίπου 40 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2014.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

β) Το 2014, η μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους ήταν τα 16,2 έτη. Το 2011, η διάρκεια ήταν 6,3 έτη.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

γ) Το 2014, οι τόκοι ανέρχονταν στα 5,5 δισ. ευρώ. Το 2011, ήταν στα 16,1 δισ. ευρώ.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

Όλα αυτά τα έχει προσυπογράψει ο κ. Τσίπρας, στην απόφαση της 12ης Ιουλίου, σύμφωνα με την οποία: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ υπενθυμίζει ότι τα κράτημέλη της Ευρωζώνης έχουν θεσπίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μία αξιοσημείωτη δέσμη μέτρων προς υποστήριξη της βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας, η οποία εξομάλυνε την πορεία εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας και μείωσε το κόστος σημαντικά».

Συνεπώς, πως η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «ανοίγει για πρώτη φορά το θέμα του χρέους», όταν η ίδια υποστηρίζει ότι έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητα του χρέους κατά το παρελθόν;

Οι ανακρίβειες και τα ψεύδη αποτελούν δομικό στοιχείο της Αριστερής κυβέρνησης.

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία κατά το 2015.

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Το αποτέλεσμα είναι το δημόσιο χρέος κατά το 2015 να αυξάνεται, ως απόλυτος αριθμός, εξαιτίας της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, και ως ποσοστό του ΑΕΠ, λόγω της μείωσης του ΑΕΠ.

Οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την εξέλιξη του δημοσίου χρέους αποκαλύπτουν την εφιαλτική δυναμική του, που πυροδότησαν οι ανερμάτιστοι χειρισμοί της Κυβέρνησης.

Άρα, καθίσταται αναπόφευκτη η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012.

Συγκεκριμένααναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Και προσθέτει: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ τονίζει ότι δεν μπορούν να αναληφθούν απομειώσεις της ονομαστικής αξίας του χρέους».

Ο κ. Τσίπρας, επί χρόνια, καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για τη λύση του προβλήματος του δημόσιου χρέους.

Τώρα, προσγειώθηκε στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση της Αριστεράς, πέραν των ευθυνών που φέρει γιατί επί δεκαετίες «πετροβόλησε» κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος που έκαναν προηγούμενες Κυβερνήσεις, ευθύνεται γιατί η ίδια, ως Κυβέρνηση, οδηγούμενη από αριστερές ιδεολοψίες, εμμονές και δογματισμούς, περιέφερε, ασκόπως, τη χώρα σε περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας», οδηγώντας την σε πλήρες αδιέξοδο.

Αγνοώντας τους κανόνες διαπραγμάτευσης «ροκάνισε» πολύτιμο χρόνο.

Χωρίς στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα διεξήγαγε ένα  προσχηματικό δημοψήφισμα.

Και τελικά οδηγήθηκε, σπασμωδικά και φοβικά, στη σύναψη του 3ου Μνημονίου.

Το κόστος από τη διακυβέρνηση της Αριστεράς για τη χώρα και την οικονομία της, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, είναι μεγάλο.

Ένα μέρος αυτού του κόστους αποτυπώνει ο Προϋπολογισμός του 2016.

Οι πολίτες, το αισθάνονται, δυσφορούν, αισθάνονται εξαπατημένοι και έχουν αρχίσει να οργίζονται.

Και όπως είχε υποστηρίξει ο κ. Τσίπρας, πριν ένα χρόνο (7.12.2014), κατά την αντίστοιχη συζήτηση του Προϋπολογισμού:

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο λαός μας το έχει εμπεδώσει πια και νομίζω ότι πρέπει να το εμπεδώσετε και εσείς: Το μνημόνιο δεν είναι κάτι από το οποίο μπορεί κανείς να μπαινοβγαίνει. Όποιος το υπηρετήσει δεν βρίσκει εύκολα την πόρτα της εξόδου».

Η «αριστερή χρυσόσκονη» δεν επαρκεί για να κρύψει αυτή τη δυσάρεστη πραγματικότητα.