Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή της Κυριακής” – “Τραπεζικό Σύστημα: Προκλήσεις και Προοπτικές”

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή της Κυριακής” – “Τραπεζικό Σύστημα: Προκλήσεις και Προοπτικές”

Τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας βρέθηκαν, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών και δικών τους σφαλμάτων, αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις, που είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα και στη φερεγγυότητά τους.

Επιπτώσεις, που κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, προκειμένου να διαφυλαχθούν και οι καταθέσεις των πολιτών.

Το πλαίσιο, ξεκίνησε να δημιουργείται το 2008, με διορατικό και μεθοδικό τρόπο, από την τότε Κυβέρνηση της ΝΔ, παρά τη λυσσαλέα αντίδραση των Κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης.

Ενδεικτικά, από τότε και μέχρι το 2014, ανελήφθησαν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες πρωτοβουλίες:

1ον. Το 2008, θεσπίστηκε, «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι από τη ρύθμιση που είχε γίνει τα συνολικά έσοδα για τον Κρατικό Προϋπολογισμό, από μερίσματα και προμήθειες, κατά την περίοδο 2009-2014, υπερέβησαν τα 4 δισ. ευρώ. Αυτό το «πακέτο» αποτελεί, μέχρι και σήμερα, σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος.

2ον. Επίσης, από το 2008, ελήφθησαν πρωτοβουλίες για τη θεσμική θωράκιση του τραπεζικού συστήματος. Ενδεικτικά:

  • Το 2008, ενισχύθηκε το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ. Όριο που ισχύει μέχρι και σήμερα στη χώρα μας.
  • Το 2010, ιδρύθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο λειτουργεί και με την παρούσα Κυβέρνηση.
  • Το 2011, διαμορφώθηκε θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων, το οποίο υιοθετήθηκε και από την παρούσα Κυβέρνηση.

3ον. Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Ανακεφαλαιοποίηση που προφανώς, αντίθετα από τις αιτιάσεις της σημερινής Κυβέρνησης, περιελάμβανε και την αξιολόγηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου των τραπεζών. Και αυτό γιατί:

α) Οι τράπεζες έχουν ενσωματώσει τις προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο, βελτιώνοντας σημαντικά τα τελευταία χρόνια, τον δείκτη κάλυψης, που είναι ο λόγος των συσσωρευμένων προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο προς τα δάνεια σε καθυστέρηση.

β) Το 2013, η ΤτΕ ανέθεσε στην BlackRock την ευθύνη αξιολόγησης των πολιτικών, των διαδικασιών και των πρακτικών που έχουν καθιερώσει οι συστημικές τράπεζες προκειμένου να αντιμετωπίσουν μια ευρείας κλίμακας εξυγίανση των προβληματικών στοιχείων του ενεργητικού τους.

γ) Τον Οκτώβριο του 2014, ολοκληρώθηκε από την ΕΚΤ η άσκηση συνολικής αξιολόγησης, που αποτελούνταν επίσης από έναν ενδελεχή διαγνωστικό έλεγχο με ιδιαίτερα αυστηρά κριτήρια (Asset Quality Review – AQR) και μια άσκηση προσομοίωσης καταστάσεων κρίσης (stress tests).

Η επιτυχής αξιολόγηση των τραπεζών και η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης, σε συνδυασμό με τη σταθεροποίηση στα δημόσια οικονομικά της χώρας την περίοδο 2013-2014, είχε ως αποτέλεσμα τα τραπεζικά ιδρύματα να επανακτήσουν την πρόσβασή τους στις αγορές, μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου ύψους 8,3 δισ. ευρώ και έκδοσης τίτλων αξίας 2,5 δισ. ευρώ, να μηδενίσουν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό έκτακτης στήριξης της ΕΚΤ (ELA), ενώ μειώθηκε σημαντικά η ροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά το 2015. Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών της, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με τεράστιους κινδύνους, οι οποίοι διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς. Αυτή την πραγματικότητα την επισημαίνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία σε Έκθεσή της, τον Ιούλιο του 2015, αναφέρει ότι «υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ελλάδα που προήλθαν από την αβεβαιότητα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πολιτικών της Ελληνικής Κυβέρνησης το τελευταίο εξάμηνο [δηλαδή το 1ο εξάμηνο του 2015]» (European Commission, Greece – Request for stability support in the form of an ESM loan, 10 Ιουλίου 2015).

Ποιό όμως είναι το αποτέλεσμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σήμερα, στο τραπεζικό σύστημα;

1ον. Η χρηματοδότηση των τραπεζών γίνεται, κυρίως, μέσω του Ευρωσυστήματος. Ενδεικτικά, η χρηματοδότηση μέσω του ELA διαμορφώνεται περίπου στα 85 δισ. ευρώ, από μηδέν στο τέλος του 2014. Με κόστος τόσο για τις τράπεζες όσο και για τους δανειολήπτες.

2ον. Η αξία των τραπεζικών μετοχών έχει καταρρεύσει. Η αξία των μετοχών που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο, από την προηγούμενη ανακεφαλαιοποίηση, διαμορφώνεται περίπου στα 3 δισ. ευρώ, από 15 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014. Με τεράστιο δυνητικό κόστος για τους φορολογούμενους.

3ον. Καθίσταται αναγκαία μια νέα ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων, της οποίας το πλαίσιο πρόσφατα ψηφίστηκε από τη Βουλή. Με κεφαλαιακές ανάγκες, όπως επιβεβαιώνει και η ΕΚΤ, που οφείλονται στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Συγκεντρωτική Έκθεση για τη Συνολική Αξιολόγηση των Ελληνικών Τραπεζών, που δημοσιεύθηκε το προηγούμενο Σάββατο, οι ανάγκες αυτές οφείλονται «…στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, η οποία οδήγησε σε αύξηση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων καθώς και σε μείωση τόσο της αξίας των εξασφαλίσεων όσο και των αποτιμήσεων των ταμειακών ροών», ενώ οι κεφαλαιακές ανάγκες του βασικού σεναρίου ενσωματώνουν την επίδραση «της τραπεζικής αργίας, της εισαγωγής κεφαλαιακών περιορισμών και των νέων δημοσιονομικών μέτρων του προγράμματος».

Συνεπώς, είναι καθαρή η διαχρονική υπεροχή της ΝΔ έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων πολιτικών κομμάτων της χώρας, στο σχεδιασμό και την έγκαιρη εφαρμογή των αναγκαίων πολιτικών, οι οποίες αφορούσαν το τραπεζικό σύστημα της χώρας, στη δύσκολη παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ξεκίνησε το 2007. Κρίση η οποία ταλανίζει ακόμη τη χώρα μας.

Το ζητούμενο πλέον είναι η άμεση ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, παρά τους εύλογους προβληματισμούς που υφίστανται για τον ενισχυμένο και διευρυμένο ρόλο των «θεσμών» στη λειτουργία και διοίκηση του τραπεζικού συστήματος, για την ανάγκη τροποποίησης ήδη εγκεκριμένων σχεδίων αναδιάρθρωσης πιστωτικών ιδρυμάτων (ήδη η Εθνική Τράπεζα πουλάει τη συμμετοχή της στην Finansbank), για τους κινδύνους αφελληνισμού του τραπεζικού συστήματος.

Και αυτό γιατί θα πρέπει τα τραπεζικά ιδρύματα, με ισχυρή παρουσία ιδιωτών, να επιτελέσουν τον διαμεσολαβητικό τους, κυρίως, ρόλο στη λειτουργία της οικονομίας, να αρθούν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και να αποφευχθεί ο κίνδυνος ευρείας συστημικής αποσταθεροποίησης.