Τοποθέτηση στην Επιτροπή Απολογισμού-Ισολογισμού του Κράτους επί της Έκθεσης του ΓΠΚ για...

Τοποθέτηση στην Επιτροπή Απολογισμού-Ισολογισμού του Κράτους επί της Έκθεσης του ΓΠΚ για το 1ο τρίμηνο του 2015 –

xristos-staikouras-bouli--Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με την ευκαιρία της σημερινής πρώτης συνεδρίασης της Επιτροπής, με αφορμή και τη συζήτηση επί της πρώτης Έκθεσης για το 2015 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, θέλω να αναφερθώ στην κατάσταση του Προϋπολογισμού που παρέδωσε η προηγούμενη Κυβέρνηση καθώς και στη σημερινή κατάσταση της οικονομίας, μετά τις πρώτες 100 ημέρες της νέας Κυβέρνησης.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η χώρα, το 2014, επέτυχε, για 2η συνεχόμενη χρονιά, πρωτογενές πλεόνασμα.

Αυτό το αναγνωρίζει όλοι, εντός και εκτός χώρας.

Ακόμη και η σημερινή Κυβέρνηση, αφού ο Υπουργός Οικονομικών έχει δηλώσει, στις συνεδριάσεις του Eurogroup, ότι στηρίζεται για τη διαπραγμάτευση στα δημοσιονομικά επιτεύγματα των τελευταίων ετών, χαρακτηρίζοντάς τα «σημείο αφετηρίας» και «σημείο εκκίνησης» για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 0,5% του ΑΕΠ.

Αυτό το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι, πράγματι, πολύ χαμηλότερο από το στόχο του 1,5% του ΑΕΠ που είχε τεθεί για το 2014.

Παρά το γεγονός ότι η επίτευξή του ήταν απολύτως εφικτή το Νοέμβριο του 2014.

Αυτό άλλωστε είχε τότε υποστηρίξει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη φθινοπωρινή της Έκθεση.

Αυτό κατέγραφαν και οι «Θεσμοί», οι οποίοι και δεν «έβλεπαν» κανένα δημοσιονομικό κενό για το 2014.

Αυτό υποστήριξε, πολύ πρόσφατα, και ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Κατάινεν, ο οποίος δήλωσε ότι «μέχρι τον φετινό χειμώνα, τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, η χώρα είχε πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ, τώρα δυστυχώς τα πράγματα άλλαξαν» (Real News, 15 Μαρτίου 2015).

Και, το κυριότερο, αυτό επιβεβαιώνεται και μεθοδολογικά από τον τρόπο καταγραφής της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με τον οποίο, σε δημοσιονομική βάση, πολλές κατηγορίες εσόδων – και όχι δαπανών – των 2 πρώτων μηνών του επόμενου έτους (δηλαδή του 2015), καταγράφονται στο προηγούμενο έτος (δηλαδή στο 2014).

Άρα επηρεάζουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2014.

Που οφείλεται, συνεπώς, αυτή η μεγάλη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος από τον Δεκέμβριο του 2014;

Οφείλεται στην υστέρηση των εσόδων του Προϋπολογισμού από το Δεκέμβριο του 2014 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015.

Συγκεκριμένα:

1ον. Στο 11μηνο του 2014, τα καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού ήταν 920 εκατ. ευρώ κάτω από τους στόχους.

Αυτή την υστέρηση, η προηγούμενη Κυβέρνηση την είχε πλήρως καλύψει με τη μείωση των δαπανών, η οποία διαμορφώθηκε 1 δισ. ευρώ κάτω από τους στόχους.

Και μάλιστα χωρίς να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

Το αντίθετο μάλιστα, αυτές μειώθηκαν κατά 70% την προηγούμενη διετία.

Αντίθετα απ’ ότι κάνει σήμερα η Κυβέρνηση.

Άρα, τέλος Νοεμβρίου, η επίτευξη του στόχου για 1,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα ήταν απολύτως εφικτή!

2ον. Στο τέλος του 2014, η απόκλιση στα καθαρά έσοδα του Προϋπολογισμού υπερέβη τα 1,6 δισ. ευρώ.

Άρα προστέθηκε απώλεια επιπλέον εσόδων ύψους 700 εκατ. ευρώ το μήνα Δεκέμβριο.

Τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο, που δημοσιονομικά – επαναλαμβάνω – καταγράφονται στο 2014, η απόκλιση στα καθαρά έσοδα του Προϋπολογισμού ανήλθε στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η οποία, αν προστεθεί στη διαφορά του Δεκεμβρίου, λόγω της αβεβαιότητας προκήρυξης και τελικά διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών, των Κυβερνητικών ασαφειών, των πολυάριθμων, προεκλογικών και μετεκλογικών εξαγγελιών της Κυβέρνησης και της ανοικτής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, ανεβάζει τη συνολική απόκλιση του τελευταίου τριμήνου περίπου στα 2 δισ. ευρώ.

Αυτά τα 2 δισ. ευρώ είναι και η απόκλιση του 2014.

Αυτή είναι η αλήθεια.

Την οποία επιβεβαιώνει και η τελευταία Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ποιά είναι σήμερα η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας;

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η Κυβέρνηση, τις πρώτες 100 ημέρες, δεν έχει καλές επιδόσεις.

Ενδεικτικά, σε αυτό το χρονικό διάστημα, όπως καταγράφει και η Έκθεση:

1ον. Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.

Οι διεθνείς και εγχώριοι θεσμοί και οργανισμοί αναθεωρούν, προς το δυσμενέστερο, τις εκτιμήσεις τους για το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης του 2015.

Έτσι, ενδεικτικά, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν για οικονομική ανάπτυξη 2,9% το 2015 (προβλέψεις Νοεμβρίου 2014), αναθεωρήθηκαν στο 2,5% (προβλέψεις Φεβρουαρίου 2015) και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, αυτές διαμορφώθηκαν στο 0,5%.

Υπάρχουν μάλιστα και προβλέψεις άλλων οργανισμών, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει», και πάλι, στην ύφεση το 2015.

Ενώ και οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανεργία, οι οποίες ήταν σταθερές από το Νοέμβριο του 2014 μέχρι το Φεβρουάριο του 2015, αναθεωρήθηκαν, το τελευταίο τρίμηνο, προς το δυσμενέστερο.

2ον. Όπως υποστηρίζει και η Έκθεση, «το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται».

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος έχει «πέσει» στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 μηνών, μειώνεται ραγδαία το τελευταίο τρίμηνο, ενώ διευρύνεται και η απόστασή του από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δηλαδή, έχει καταρρεύσει τόσο η ψυχολογία όσο και προσδοκίες επενδυτών και καταναλωτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

3ον. Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων «σκαρφαλώνουν» όλο και ψηλότερα.

Βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας τριετίας, όταν, μάλιστα, οι αποδόσεις τίτλων των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Είναι προφανές ότι η προεκλογική πρόβλεψη της Κυβέρνησης, ότι οι αγορές θα «χορεύουν» σύμφωνα με τις επιθυμίες, δεν επαληθεύεται.

4ον. Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.

Ενδεικτικά, η τελευταία έκδοση εντόκων γραμματίων 26 εβδομάδων, στις 6 Μαΐου 2015, πραγματοποιήθηκε με επιτόκιο 2,97%, όταν η αντίστοιχη, στις 7 Ιανουαρίου 2015, είχε γίνει με επιτόκιο 2,30%.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι, κατά το 1ο τρίμηνο του 2015, οι τόκοι αυξήθηκαν κατά 250 εκατ. ευρώ ή 12,5% έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2014.

Δηλαδή αυξήθηκε το κόστος για τον Έλληνα φορολογούμενο.

5ον. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.

Μάλιστα, οι προοπτικές αναθεώρησης των εκτιμήσεών τους είναι προς το δυσμενέστερο.

6ον. Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου, το τελευταίο τρίμηνο, καταγράφει σημαντικές απώλειες.

Επενδυτές εγκαταλείπουν ή «παγώνουν» τα επενδυτικά τους σχέδια στη χώρα μας.

Όπως υποστηρίζει και η Έκθεση, «η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνο όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και όσες τα χρόνια της κρίσης άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις. Απειλεί δηλαδή, την υγιή επιχειρηματικότητα».

7ον. Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης, κατά το 1ο τρίμηνο του 2015, διαμορφώθηκε πολύ χαμηλότερα από πέρυσι, μειωμένο κατά περισσότερο από 50%.

Η υστέρηση μάλιστα στα φορολογικά έσοδα είναι και μεγάλη (υπερβαίνει τα 750 εκατ. ευρώ) και σταθερή, ακόμη και το μήνα Απρίλιο και τις πρώτες ημέρες του Μαΐου, παρά τις υψηλές Κυβερνητικές προσδοκίες από το νέο πλαίσιο φορολογικών ρυθμίσεων.

Ενώ, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης εμφανίζουν πρωτογενές έλλειμμα.

Πρωτογενές έλλειμμα το οποίο, μήνα με το μήνα, διευρύνεται.

8ον. Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν, μέσα στο 2015, κατά περίπου 720 εκατ. ευρώ.

Η αύξηση αυτή είναι και συνεχής και διευρυνόμενη.

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει κηρύξει εσωτερική στάση πληρωμών, δημιουργώντας συνθήκες «ασφυξίας» στην οικονομία.

Υπενθυμίζεται ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές μειώθηκαν περίπου κατά 70% την προηγούμενη διετία, από τα 9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012 στα 3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

9ον. Η Κυβέρνηση έχει «σκουπίσει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προχωρώντας πλέον και σε εσωτερικό αναγκαστικό δανεισμό.

10ον. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.

Συγκεκριμένα, οι καταθέσεις διαμορφώθηκαν στα 138,5 δισ. ευρώ το Μάρτιο του 2015, από 160,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

11ον. Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Έτσι, ο ELA διαμορφώθηκε στα 69 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου του 2015, από 22 δισ. ευρώ στο τέλος Φεβρουαρίου, 6 δισ. ευρώ στο τέλος Ιανουαρίου και 0 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Συνεπώς, το κόστος δανεισμού των τραπεζών έχει διογκωθεί, με δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, μέχρι σήμερα, η πορεία, σε συνθήκες «ομίχλης» από ασάφεια, ανασφάλεια και αβεβαιότητα, έχει οδηγήσει σε καθήλωση την οικονομία.

Οι μακρόσυρτες συζητήσεις, που αναμφίβολα πρέπει να είναι τεκμηριωμένες και σκληρές, με τους εταίρους και δανειστές, στο θολό περιβάλλον, έχουν κόστος για την οικονομία.

Εύχομαι η Κυβέρνηση, με την τελική συμφωνία, να πετύχει οφέλη για τη χώρα τα οποία θα υπερβούν το κόστος.

Προς αυτή την κατεύθυνση καλούμε να συνδράμουν έμπρακτα και οι εταίροι και δανειστές.

Όλοι μας πρέπει να γνωρίζουμε ότι κανένας δεν έχει συμφέρον από την παράταση μιας «προβληματικής» κατάστασης σε χώρα της Ευρωζώνης.

Απαιτείται, συνεπώς, η Κυβέρνηση, έστω και αργά, με σύνεση, ρεαλισμό και αποφασιστικότητα, να προχωρήσει σε μία όσο το δυνατόν πιο επωφελή για τη χώρα συμφωνία, εντός του αναμφίβολα ασφυκτικού πλαισίου στο οποίο αυτή κινείται.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εξομάλυνση των αντιφάσεων μεταξύ προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων και τη διευθέτηση των εσωτερικών αντιθέσεων στα κόμματα της συγκυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, μετά τη δοκιμή και της ριζοσπαστικής αριστεράς στη διακυβέρνηση της χώρας μας, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες, τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ρόλο μας, σε κάθε περίοδο, στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε πλάτη» ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί και να πορευθεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.