Ομιλία στο Συνέδριο “Banking and Insurance Forum: The Day After”

Ομιλία στο Συνέδριο “Banking and Insurance Forum: The Day After”

xristos-staikouras-banking-and-insurance-forumΚυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να παραστώ και να καταθέσω σκέψεις για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της χώρας, ιδιαίτερα του τραπεζικού συστήματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Γνωρίζετε ότι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.

Κρίση δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική.

Κρίση μεταδοτική, από τον χρηματοπιστωτικό προς το δημοσιονομικό τομέα, ή αντίστροφα.

Κρίση η οποία ανέδειξε τις ατέλειες και τις υστερήσεις του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Αφού το βρήκε «ανοχύρωτο». Χωρίς μηχανισμούς αντίστασης και αντίδρασης, ελέγχου και εποπτείας.

Με το εγχείρημα της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, δομικά και θεσμικά, ημιτελές.

Και με την Ελλάδα, να πλήττεται άμεσα και περισσότερο.

Αφού είχε τις μεγαλύτερες, διαχρονικά, ενδογενείς αδυναμίες.

Με αποτέλεσμα, η οικονομία της να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.

Και με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα μας είναι γνωστή.

Η κρίση δανεισμού, η προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών της τότε περιόδου, η εφαρμογή ενός Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, του ίδιου Προγράμματος από το 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα ασφυκτικό και ανελαστικό.

Πρόγραμμα το οποίο απαιτεί βίαιη και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Πρόγραμμα το οποίο, παρά τα οποία λάθη στο περιεχόμενό του στο μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, κατέγραψε, στο τέλος του 2014, θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Αποτελέσματα τα οποία αναγνωρίζονται τόσο διεθνώς όσο και εντός της χώρας.

Και τα οποία είναι προϊόν συλλογικής και σκληρής δουλειάς.

Και, κυρίως, των μεγάλων θυσιών των Ελλήνων πολιτών.

  • Επιτεύχθηκαν δημοσιονομικοί στόχοι.
  • Παράχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Η οικονομία άρχισε και πάλι να μεγεθύνεται.
  • Η ανεργία, αν και οριακά, είχε αρχίσει να υποχωρεί.
  • Ενώ ολοκληρώθηκε επιτυχώς και η ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στο τελευταίο.

Και αυτό όχι μόνο γιατί αποτελεί το θέμα του Συνεδρίου.

Αλλά και γιατί η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκαν αντιμέτωπα με πολλές, μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απέρρεαν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών, αποτέλεσμα των αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας.
  • Από τον αποκλεισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του Ελληνικού δημοσίου χρέους, που άσκησε πιέσεις στα μεγέθη των Ελληνικών τραπεζών.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή των καταθέσεων.
  • Από την αναγκαιότητα να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο καλύπτοντας εκδόσεις βραχυπρόθεσμου χρέους.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων εξαιτίας της βίαιας και μεγάλης επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αλλά και σφαλμάτων στο σκέλος των χορηγήσεων των ιδίων των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Όλες αυτές οι προκλήσεις είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Για το λόγο αυτό, στόχος της προηγούμενης Κυβέρνησης ήταν να τεθούν οι  βάσεις για τη δημιουργία ενός ισχυρού, αποτελεσματικού, βιώσιμου και σταθερού τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και να αποφευχθεί ευρεία συστημική αποσταθεροποίηση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο:

  • εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος,
  • καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας μέσω της παροχής έκτακτης χρηματοδότησης,
  • διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων ικανό να στηρίξει την ανασύνταξη του τραπεζικού τομέα και
  • μπήκαν οι βάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Οι στόχοι που είχαν τεθεί επιτεύχθησαν.

Το τραπεζικό σύστημα ανακεφαλαιοποιήθηκε και αναδιατάχθηκε επιτυχώς και η εμπιστοσύνη σε αυτό ενισχύθηκε.

Απόδειξη αυτών, ενδεικτικά, μέχρι το τέλος του 2014, αποτελεί:

1ον. Η σταθεροποίηση των καταθέσεων, μετά το καλοκαίρι του 2012. Σ’ αυτό βοήθησε η διατήρηση του κλίματος εμπιστοσύνης και η άνοδος των συναλλαγών στο πλαίσιο της σταδιακής ανάκαμψης της οικονομίας.

2ον. Το γεγονός ότι οι 4 συστημικές τράπεζες, εντός του 1ου εξαμήνου του 2014, είχαν άνετη πρόσβαση στη διατραπεζική χρηματοδότηση και προέβησαν στην έκδοση τραπεζικών ομολόγων – χωρίς εξασφαλίσεις – στις διεθνείς αγορές, αντλώντας σημαντική ρευστότητα και μηδενίζοντας, παράλληλα, την προσφυγή τους στον Έκτακτο Μηχανισμό Ρευστότητας.

3ον. Η κάλυψη, σχεδόν εξ’ ολοκλήρου, από ξένα επενδυτικά κεφάλαια και θεσμικούς επενδυτές, των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου των ιδρυμάτων.

4ον. Η ταχεία προώθηση της εφαρμογής των σχεδίων αναδιάρθρωσης των τραπεζών που έχουν εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Αυτή η βελτίωση επιβεβαιώθηκε και από τα αποτελέσματα της άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή.

Δυστυχώς όμως, σήμερα, το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο, και πάλι, με νέες προκλήσεις.

Και αυτό είναι φυσικό, γιατί επηρεάζεται και επηρεάζει την πραγματική οικονομία.

Πραγματική οικονομία η οποία, κυρίως λόγω της παρατεταμένης αβεβαιότητας και των συνεχιζόμενων Κυβερνητικών παλινωδιών, έχει μπει, το τελευταίο τρίμηνο, σε νέα φάση επιδείνωσης:

  • Η οικονομική δραστηριότητα έχει παγώσει και ιδιώτες εγκαταλείπουν επενδυτικές πρωτοβουλίες.
  • Η ανάκαμψη της οικονομίας, που ετετεύχθη το 2014, για 1η φορά μετά από 6 χρόνια, κινδυνεύει.
  • Το κόστος δανεισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει επιβαρυνθεί.
  • Η απόσταση από την επιστροφή στις αγορές μεγαλώνει, όπως αποδεκνύεται από την πορεία των αποδόσεων μεσο-μακροπρόθεσμεων Ελληνικών ομολόγων και από το επιτόκιο των τελευταίων εκδόσεων εντόκων γραμματίων.
  • Το κόστος του προγράμματος χρηματοδότησης μεγαλώνει, οι πηγές άντλησης πόρων «στερεύουν» και το Κράτος έχει κηρύξει μερική εσωτερική στάση πληρωμών.

Ενώ η χώρα δεν μπορεί, με τα σημερινά δεδομένα, να συμμετάσχει στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Όλα αυτά συνθέτουν πάλι ένα βαρύ περιβάλλον, με κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και με αντίκτυπο, άμεσο και έμμεσο, στο τραπεζικό σύστημα.

Αντίκτυπο που σχετίζεται και με την απροθυμία εκ μέρους των ξένων επενδυτών να ανανεώσουν διατραπεζικά δάνεια και repos με Ελληνικές τράπεζες, αλλά και με την περαιτέρω σημαντική εκροή καταθέσεων λόγω της μείωσης της εμπιστοσύνης των καταθετών.

Καταθέσεις που έχουν διαμορφωθεί στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, σύμφωνα με τα στοιχεία του Φεβρουαρίου που δημοσιοποιήθηκαν χθες.

Ταυτόχρονα, η απόφαση της ΕΚΤ, λόγω μη διαφαινόμενης προοπτικής για ολοκλήρωση της αξιολόγησης του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, να άρει την εξαίρεση χρεογράφων που έχει εκδώσει ή εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο από τις προϋποθέσεις ελάχιστης πιστωτικής διαβάθμισης για την αποδοχή τους ως εξασφαλίσεων κατά τις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, επιδείνωσε περαιτέρω τις συνθήκες ρευστότητας των τραπεζών.

Πλέον, οι τράπεζες εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από το Έκτακτο Μηχανισμό ρευστότητας, με αρκετά υψηλότερο κόστος.

Ενώ η πρακτική της Κυβέρνησης να χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα στις εμπορικές τράπεζες φορέων της Γενικής Κυβέρνησης προκειμένου να καλύψει τις πιεστικές ταμειακές ανάγκες της χώρας, χειροτερεύει την κατάσταση.

Το αποτέλεσμα είναι, αυτές οι πιέσεις στο παθητικό των τραπεζών, να έχουν άμεση επίπτωση στο ενεργητικό τους.

Καθώς η έλλειψη και το υψηλό κόστος άντλησης ρευστότητας επηρεάζει τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενώ το υψηλό κόστος χρηματοδότησης μετακυλίεται, στο σύνολό του ή εν μέρει, στους δανειολήπτες.

Κυρίες και Κύριοι,

Πέραν του προβλήματος της ρευστότητας, η άλλη μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζει το τραπεζικό σύστημα έχει να κάνει με το δυσθεώρητο ύψος των μη-εξυπηρετούμενων δανείων.

Το γεγονός αυτό παραμένει σαφώς ένα από τα βασικότερα αίτια για την αδυναμία ουσιαστικής πιστωτικής επέκτασης.

Έχει σημασία να τονίσουμε 4 παραμέτρους όσον αφορά στο πρόβλημα αυτό:

1ον. Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα των ίδιων των τραπεζών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά τα δάνεια σε καθυστέρηση.

Σ’ αυτό το πεδίο θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ ο Κώδικας Δεοντολογίας για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών, με τον οποίο εγκαθιδρύθηκε μηχανισμός επίλυσης του μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους με βάση τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές.

2ον. Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται όμως και με τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Με την παγίωση θετικών, σημαντικών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, η οποία θα δημιουργήσει μια αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία μείωσης των προβληματικών δανείων καθώς θα βελτιώνονται οι δυνατότητες αποπληρωμής από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Δυστυχώς, η αναμενόμενη επιβράδυνση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, θα έχει ως αποτέλεσμα, πιθανότατα, τη δημιουργία πρόσθετων «κόκκινων» δανείων.

Ήδη, τους 2 πρώτους μήνες του έτους, παρατηρήθηκε επιτάχυνση της εμφάνισης νέων καθυστερήσεων, έναντι αποκλιμάκωσης τα τελευταία τρίμηνα του 2014.

3ον. Κομβικής σημασίας είναι και η σταθερότητα ως προς την άσκηση πολιτικής προκειμένου να αποφεύγονται φαινόμενα ηθικού κινδύνου (moral hazard).

Δηλαδή δεν θα πρέπει να δημιουργούνται κίνητρα για αθέτηση οφειλών στους δανειολήπτες που έχουν δυνατότητα να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.

Μέρος όμως της προαναφερθείσας εμφάνισης νέων καθυστερήσεων εκτιμάται ότι προέρχεται από την εμφάνιση των λεγόμενων «στρατηγικών κακοπληρωτών», λόγω προσδοκιών που είχαν δημιουργηθεί για διαγραφή χρεών.

4ον. Τέλος, οι ρυθμίσεις επιχειρηματικών δανείων θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τη βιωσιμότητα των επιχειρησιακών σχεδίων.

Κι αυτό, ώστε να μη δεσμεύονται πόροι σε επιχειρήσεις που δεν έχουν καμία προοπτική επιβίωσης, καθώς έτσι περιορίζεται η χρηματοδότηση προς υγιείς επιχειρήσεις που μπορούν να συνδράμουν στην οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης.

Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκε ο Ν. 4307/2014, με τον οποίο παρασχέθηκαν κίνητρα για τη ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών και προβλέφθηκαν έκτακτες διαδικασίες ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων.

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτές οι προκλήσεις επιτάσσουν την ανάγκη συνετής και διορατικής διαχείρισης της κατάστασης από την Πολιτεία, η οποία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας.

Δυστυχώς, στην παρούσα φάση, οι προοπτικές αυτές δεν είναι θετικές.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει αναλώσει πολύτιμο χρόνο και διαπραγματευτικό κεφάλαιο σε ασκήσεις επικοινωνιακής, και μόνο, πολιτικής και σε παίγνια με σύμβολα, συμβολισμούς και λέξεις.

Προκειμένου να δικαιολογήσει, στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, τις παλινωδίες, τις ασυνέπειες, την αβελτηρία, την απουσία σχεδίου.

Καλούμε συνεπώς την Κυβέρνηση να επιδείξει υπευθυνότητα, σύνεση και ρεαλισμό.

Και να περάσει, επιτέλους, από τη «δημιουργική ασάφεια» στη σαφήνεια της πραγματικότητας.

Γιατί αυτό που προέχει είναι να προχωρήσει, άμεσα, στην υλοποίηση των Ευρωπαϊκών αποφάσεων της 20ης Φεβρουαρίου.

Έστω και αν σήμερα διαπιστώνει ότι έκανε λάθος που συμφώνησε στην επιστροφή του συνόλου των ομολόγων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και στη χορήγηση της δόσης, ακόμη και του τμήματος της επιστροφής κερδών από τη διακράτηση Ελληνικών ομολόγων, στο τέλος της αξιολόγησης του τρέχοντος Προγράμματος.

Όσο δε οι υφιστάμενες στη συμφωνία ασάφειες, καταστούν εν πορεία σαφείς και ποσοτικά συγκεκριμένες, τότε πλέον θα πέσουν και τα τελευταία «φύλλα συκής» και θα αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια.

Εμείς πάντως, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, στην περίπτωση αναζήτησης καλών λύσεων για τη χώρα και τους πολίτες, θα είμαστε δημιουργικά σαφείς.

Η άρνηση σε όλα και η «δημιουργική ασάφεια», αποτέλεσε πρακτική άλλων.

Καθιστώ συνεπώς σαφές, για ακόμη μία φορά, ότι στηρίζουμε κάθε προσπάθεια που στοχεύει στη ρεαλιστική, σταθερή, ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας, εντός της ευρωζώνης.

Άλλωστε η προσπάθεια με στόχο τη συγκρότηση μιας ισχυρής Ελλάδας, η οποία θα λειτουργεί με αξιοπρέπεια στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή, πρέπει να είναι συνεχής και συλλογική.