Εισήγηση Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων επί του...

Εισήγηση Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων επί του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών “Πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, κατάργηση του Ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις”

50141002EC4D3623AB60D5F80830050FΚυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ολοκληρώνεται σήμερα στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, με τη 2η Ανάγνωση, η συζήτηση επί του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών με τίτλο «Πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του Ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις».

Ενός Σχεδίου Νόμου, βασικός στόχος του οποίου είναι να διασφαλισθεί η εύρυθμη λειτουργία των τραπεζών και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στον τραπεζικό τομέα μέσα από το συντονισμό των εθνικών διατάξεων αναφορικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων, τους λεπτομερείς όρους διακυβέρνησής τους και το εποπτικό τους πλαίσιο.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Γνωρίζετε ότι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.

Κρίση χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική.

Κρίση μεταδοτική, στις περισσότερες χώρες από το χρηματοπιστωτικό προς το δημοσιονομικό τομέα, και σε ορισμένες, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, αντίστροφα.

Κρίση συστημική, που έθεσε σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια τη βιωσιμότητα του κοινού νομίσματος.

Αυτή η κρίση βρήκε την Ευρώπη «ανοχύρωτη».

Χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισης της κρίσης.

Με το εγχείρημα της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, δομικά και θεσμικά, ημιτελές.

Αυτή η κρίση και οι προσπάθειες αντιμετώπισής της ανέδειξαν τις ατέλειες και τις υστερήσεις του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Ανέδειξαν, όμως, και τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες.

Οδήγησαν στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων.

Συμπερασμάτων, όπως το ότι απαιτείται η υιοθέτηση ενός πλέγματος πολιτικών ενίσχυσης τόσο της οικονομικής διακυβέρνησης όσο και της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται, τα τελευταία χρόνια, και στις δύο κατευθύνσεις.

1η. Για την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης, με την υιοθέτηση δέσμης Οδηγιών και Κανονισμών, με τη θέσπιση μηχανισμών στήριξης των κρατών-μελών, με την ενδυνάμωση της οικονομικής συνεργασίας σε πεδία ευρύτερης οικονομικής πολιτικής και με την ενίσχυση της εποπτείας σε κεντρικό επίπεδο των εθνικών προϋπολογισμών.

2η. Για την ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, με την προώθηση της ολοκλήρωσης της Τραπεζικής Ένωσης με βασικά συστατικά τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό των μεγαλύτερων συστημικών πιστωτικών ιδρυμάτων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το ενιαίο πλαίσιο εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και το ενιαίο ταμείο εγγύησης καταθέσεων.

Η Οδηγία που ενσωματώνεται με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου, αποτελεί μέρος της δέσμης των νομοθετημάτων που θέσπισε η Ευρωπαϊκή Ένωση, με βάση τα διδάγματα από την πρόσφατη κρίση.

Κρίση, που αποκάλυψε τα τρωτά σημεία της εποπτείας του τραπεζικού συστήματος, σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.

Σημεία, όπως είναι:

1ον. Η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των νομισματικών, δημοσιονομικών και εποπτικών αρχών, καθώς οι εξελίξεις σε διασυνοριακό επίπεδο εξετάστηκαν πολύ αργά και οι διασυνοριακές επιπτώσεις ήταν πολύ δύσκολο να αναλυθούν και να αντιμετωπιστούν.

2ον. Οι καθοριστικές διαφορές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά στην ποιότητα, στο επίπεδο και στη διαθεσιμότητα της κεφαλαιακής βάσης, στη διαχείριση της ρευστότητας και στην αποτελεσματικότητα της εσωτερικής και της εταιρικής τους διακυβέρνησης.

3ον. Η δυσκολία αντιμετώπισης, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, των ανεπαρκειών των διεθνών χρηματοπιστωτικών ομίλων διασυνοριακής εμβέλειας.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν πολλές τράπεζες να χρειαστούν την παρέμβαση του κράτους, προκειμένου να επιβιώσουν, θέτοντας στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης το ζήτημα την επαρκούς προληπτικής εποπτείας των τραπεζών.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το μέχρι πρόσφατα ισχύον κοινοτικό πλαίσιο για την  άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών (οδηγίες 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ), που ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 3601/2007, έχει κατ’ επανάληψη υποστεί εκτεταμένες τροποποιήσεις ώστε να ανταποκριθεί στους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ.

Ωστόσο, όπως είναι γνωστό, η χρηματοπιστωτική κρίση αποκάλυψε μια σειρά από αδυναμίες της Βασιλείας ΙΙ.

Προς αυτό το σκοπό, η Επιτροπή της Βασιλείας εξέδωσε νέους ρυθμιστικούς κανόνες για την τραπεζική κεφαλαιακή επάρκεια και τη ρευστότητα, που χαρακτηρίστηκαν συνολικά ως Βασιλεία III.

Για λόγους σαφήνειας και προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των σχετικών διατάξεων κρίθηκε σκόπιμο αυτές να συγκεντρωθούν σε νέες νομοθετικές ρυθμίσεις.

Ρυθμίσεις, που ενισχύουν τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, υπηρετούν την ανάγκη αναμόρφωσής του, βελτιώνουν την εποπτεία του, προάγουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, διασφαλίζουν την ποσότητα και ποιότητα των κεφαλαίων του, περιορίζουν τη μόχλευση, εγγυώνται ισχυρότερα αποθέματα ασφαλείας, συνεκτικό πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης και ενισχυμένες αρμοδιότητες εποπτείας, που ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τους κινδύνους της εποχής.

Με το παρόν Σχέδιο Νόμου ενσωματώνεται στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία 2013/36/ΕΕ, η οποία:

  • Καταργεί τις οδηγίες 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (Ν. 3601/2007).
  • Συμπληρώνει το ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο λειτουργίας των ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στον τραπεζικό τομέα και τις κεφαλαιαγορές, το οποίο θεσπίζεται με τον Κανονισμό 575/2013.

Η βασική ειδοποιός διαφορά πλέον είναι ότι αντί για το μονοδιάστατο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ, με μοναδική προληπτική αναφορά το κεφάλαιο, στο ευρωπαϊκό πλαίσιο προχωράμε σε μια πολυδιάστατη ρύθμιση και εποπτεία, όχι μόνο ως προς το κεφάλαιο αλλά και προς τη ρευστότητα και το δείκτη μόχλευσης.

Πρόκειται για διαφοροποίηση ιδιαιτέρως σημαντική, αφού καλύπτεται το σύνολο του ισολογισμού των τραπεζών.

Με τις νέες διατάξεις, που ισχύουν σταδιακά από την 1η Ιανουαρίου 2014, θα ενισχυθεί η  χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η προστασία των συμφερόντων των καταθετών και της εμπιστοσύνης των επενδυτών, αλλά και θα διασφαλιστεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ταυτόχρονα, θεσπίζονται ενιαίοι κανόνες προληπτικής εποπτείας που εφαρμόζονται ομοιόμορφα και με συνέπεια σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στις αρμόδιες αρχές περιέρχονται εκτεταμένες εποπτικές αρμοδιότητες και αρμοδιότητες επιβολής αυστηρών και συνεκτικών κυρώσεων, γεγονός που θα οδηγήσει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των παραβάσεων.

Τέλος, εκτός από την εφαρμογή της Βασιλείας ΙΙΙ, η εν λόγω Οδηγία εισάγει μια σειρά από σημαντικές αλλαγές σε πτυχές του τραπεζικού ρυθμιστικού πλαισίου, όπως είναι:

  • Η εταιρική διακυβέρνηση.
  • Η πολιτική των αποδοχών.
  • Η διαφάνεια των δραστηριοτήτων.
  • Η επιβολή κυρώσεων.
  • Η μείωση της εξάρτησης των ιδρυμάτων από εξωτερικές αξιολογήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας.
  • Η εισαγωγή μιας σειράς αποθεμάτων ασφαλείας (buffers).

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με πολλές, μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απέρρεαν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Από τον αποκλεισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων εξαιτίας της βίαιης, απότομης και μεγάλης επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης των επιχειρήσεων και των εισοδημάτων των νοικοκυριών, αλλά και σφαλμάτων των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από το χαμηλό ποσοστό κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του Ελληνικού χρέους, που άσκησε πιέσεις στα μεγέθη των Ελληνικών τραπεζών.
  • Από την έντονη και συνεχή για μεγάλο χρονικό διάστημα εκροή των καταθέσεων, λόγω της οικονομικής αβεβαιότητας. Τάση, βέβαια, που αναστράφηκε μερικώς τα τελευταία 2 χρόνια.

Όλες αυτές οι προκλήσεις είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Αυτή η εικόνα καθιστούσε αναγκαία τη συνετή και διορατική διαχείριση της κατάστασης, τόσο από τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και από την Πολιτεία, με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Πιστωτικά ιδρύματα τα οποία οφείλουν να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τη φύση και το ύψος των κινδύνων που αναλαμβάνουν, να ενισχύουν, ποιοτικά και ποσοτικά, την κεφαλαιακή τους επάρκεια, να συγκρατούν τα λειτουργικά τους έξοδα.

Και Πολιτεία, η οποία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για τη διατήρηση της σταθερότητας του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος και για την αυστηρότερη μακρο- και μικρο-προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία, σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζικών ιδρυμάτων στη χώρα μας, κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σήμερα, όπου οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιούνται, βγαίνουν σταδιακά στις διεθνείς αγορές, αρχίζουν να επανατοποθετούνται στο διατραπεζικό χάρτη και προσελκύουν το επενδυτικό ενδιαφέρον είναι κρίσιμο όσο ποτέ να ανταποκριθούν άμεσα στο δομικό τους ρόλο.

Να κάνουν πράξη το διαμεσολαβητικό τους ρόλο και να παράσχουν την απαραίτητη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία, στηρίζοντας μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Να αξιοποιήσουν την κρατική, αλλά και φυσικά, κοινωνική αρωγή και να ενισχύσουν την μεγάλη προσπάθεια της χώρας για την έξοδο από την κρίση.

Σ’ αυτό το ρόλο, εκτιμώ ότι θα ανταποκριθούν.

Και πρέπει να ανταποκριθούν.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Θέλω, στο σημείο αυτό, να ενημερώσω την Επιτροπή, ενόψει και της συζήτησης στην Ολομέλεια, για 2 Τροπολογίες του Υπουργείου Οικονομικών με φορολογικό περιεχόμενο.

Με την 1η Τροπολογία εισάγεται κατ’ επιλογή ειδικό καθεστώς καταβολής του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας κατά το χρόνο είσπραξης της αντιπαροχής.

Το σημερινό καθεστώς επιβολής του ΦΠΑ βασίζεται στο λεγόμενο σύστημα των δεδουλευμένων πράξεων (accrual based scheme), το οποίο έχει οδηγήσει σε οικονομική στενότητα χιλιάδες εταιρείες και έχει συμβάλλει στην υπερφόρτωση των φορολογικών δικαστηρίων.

Ο βασικός λόγος αυτής της ασφυξίας είναι η μη έγκαιρη πληρωμή τιμολογίων και παραστατικών που έχουν εκδοθεί, ακόμα και από το Δημόσιο, με αποτέλεσμα ο εκδότης του παραστατικού να είναι υπόχρεος έναντι της φορολογικής διοίκησης, ενώ ο παραλήπτης του να τυγχάνει όλων των πλεονεκτημάτων αφού δεν έχει πληρώσει την αξία της υπηρεσίας ή του προϊόντος, να εκπίπτει του αντίστοιχου ΦΠΑ και τέλος να γράφει δαπάνες με αποτέλεσμα τη μείωση του φορολογητέου εισοδήματός του.

Με την προτεινόμενη διάταξη, και σε αντιστοιχία προς τις προσεγγίσεις που υιοθετούνται τα τελευταία χρόνια σε χώρες όπως είναι αυτές του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Μάλτας, γίνεται χρήση της ευχέρειας που παρέχεται στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το άρθρο 1 παρ. 7 της Οδηγίας 2010/45/EΕ, προκειμένου να επιλεγεί, αντί του συστήματος των δεδουλευμένων πράξεων, το ειδικό καθεστώς καταβολής του φόρου κατά το χρόνο είσπραξης της αντιπαροχής, δηλαδή το σχήμα των εκκαθαρισμένων πράξεων (cash accounting scheme).

Η εφαρμογή του ειδικού αυτού καθεστώτος αναβάλλει τη φορολογική υποχρέωση επί των πωλήσεων, ώστε να συμπίπτει χρονικά με την πληρωμή.

Κατά συνέπεια, το σημείο στο οποίο οι φορολογούμενοι δικαιούνται να εκπέσουν το ΦΠΑ επί των αγορών αναβάλλεται επίσης, έως ότου ο ΦΠΑ έχει πράγματι καταβληθεί στον προμηθευτή.

Η άμεση εφαρμογή του μέτρου αναμένεται ότι θα επιφέρει μια σειρά θετικών αλλαγών στο υπάρχον επιχειρηματικό και οικονομικό περιβάλλον, όπως την αύξηση των ταμειακών ροών και την ενίσχυση της ρευστότητας για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και τη δραστική μείωση των υποθέσεων που επιλύονται δικαστικά.

Παράλληλα, η εφαρμογή του συστήματος αυτού, που βασίζεται στις ευρωπαϊκές και διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, θα συμβάλλει στην αποφυγή της δημιουργίας ενός νέου κύματος ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο και θα συμβάλλει στην καταπολέμηση της απάτης που σχετίζεται με το ΦΠΑ.

Επίσης, το νέο σύστημα είναι φορολογικά ουδέτερο.

Δεν χάνονται οφειλές ΦΠΑ, ούτε καθυστερούνται οφειλές.

Αντίθετα, σε κάθε περίπτωση, εντοπίζεται από την αρχή η πραγματική πηγή της οφειλής.

Συγκεκριμένα, προβλέπεται η δυνατότητα των υποκείμενων στο φόρο, των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο δεν έχει υπερβεί τις 500.000 ευρώ, να επιλέξουν την εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος καταβολής, κατά παρέκκλιση των γενικών διατάξεων.

Τονίζεται ότι πρόθεση της Κυβέρνησης είναι, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο περί ΦΠΑ, κατόπιν διαβούλευσης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία θα πραγματοποιηθεί το φθινόπωρο, να επεκταθεί η ρύθμιση αυτή σε επιχειρήσεις με τζίρο μέχρι 2 εκατ. ευρώ ετησίως.

Για τα πρόσωπα που εντάσσονται στο ειδικό αυτό καθεστώς:

α) Ο φόρος καθίσταται απαιτητός κατά το χρόνο είσπραξης της αντιπαροχής, που αφορά τις πραγματοποιούμενες από τα πρόσωπα αυτά φορολογητέες πράξεις.

β) Ο φόρος εισροών εκπίπτει κατά το χρόνο πληρωμής του τιμήματος, που αφορά τις φορολογητέες πράξεις που λαμβάνουν από άλλους υποκείμενους στο φόρο.

Αφετέρου δε, ως προς τους υποκείμενους στο φόρο λήπτες παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών από τα πρόσωπα που έχουν ενταχθεί στο ειδικό καθεστώς, αυτοί εκπίπτουν του φόρου που αναλογεί στις πράξεις αυτές κατά το χρόνο πληρωμής του τιμήματος.

Επίσης, θεσπίζονται μια σειρά από εχέγγυα, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποφυγή καταστρατηγήσεων και η δυνατότητα ελέγχου όσων υπαχθούν στο ειδικό καθεστώς.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με 2η Τροπολογία, ρυθμίζεται η φορολόγηση των πολιτών που κατά την χρήση του έτους 2013 είχαν μικρά εισοδήματα από περιστασιακή απασχόληση όπως άνεργοι, φοιτητές κ.λπ., ώστε να φορολογούνται με την κλίμακα μισθωτών – συνταξιούχων, να τύχουν των μειώσεων φόρου με την προσκόμιση αποδείξεων που προβλέπονται από το άρθρο αυτό και να μην υπολογίζεται προκαταβολή φόρου.

Τέλος, με διάταξη αυτής της Τροπολογίας διευρύνεται η δυνατότητα εξόφλησης του φόρου κληρονομίας από οφειλέτες, οι οποίοι βρίσκονται αποδεδειγμένα σε οικονομική αδυναμία να τον καταβάλουν με μετρητά, με μεταβίβαση ακινήτου.

Και, κατ’ αποτέλεσμα, διευκολύνεται σημαντικά η απόκτηση κληρονομιαίας περιουσίας από πρόσωπα, τα οποία δεν έχουν τη δυνατότητα καταβολής του φόρου κληρονομιάς.