Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση Επίκαιρης...

Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Ερώτησης του Βουλευτή Δ. Γελαλή σχετικά με τις καταπτώσεις εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου

XS_Vouli_25.02.2014Πρωτολογία

Κύριε Συνάδελφε,

Με την Επίκαιρη Ερώτηση που συζητάμε σήμερα, θίγεται ένα ζήτημα με ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική σημασία, το οποίο κατά καιρούς έχει απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση και το Κοινοβούλιο.

Το ζήτημα του πλαισίου που διέπει τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου.

Είναι, συνεπώς, ευκαιρία να αναδείξουμε το θέμα σε όλες τις διαστάσεις του, ώστε να έχουμε μια καλύτερη αντίληψη του τι πραγματικά συμβαίνει, αλλά και του τι μπορεί μελλοντικά, να υλοποιηθεί.

Με ρεαλισμό και υπευθυνότητα.

Μακριά από ανεύθυνες «κορώνες» και λαϊκίστικες προσεγγίσεις.

Κύριε Συνάδελφε,

Είναι αλήθεια ότι η χορήγηση εγγυήσεων από το Ελληνικό Δημόσιο αποτελεί ένα σημαντικό μέσο στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής του Κράτους, το οποίο μέχρι σήμερα έχει χρησιμοποιηθεί, σε μεγάλο βαθμό, για τη χρηματοδότηση δημόσιων και ιδιωτικών φορέων της οικονομίας αλλά και για κοινωνικούς σκοπούς.

Οι γενικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να παράσχει την εγγύησή του αποτυπώνονται στο σχετικό νομικό πλαίσιο, όπως αυτό κάθε φορά ισχύει.

Παράλληλα, με τις επιμέρους Υπουργικές Αποφάσεις παροχής εγγύησης καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις ισχύος αυτής.

Ειδικότερα, και απαντώντας στο 1ο σας ερώτημα, για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου απαιτείται:

1ον. Να περιλαμβάνεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα προσώπων στις κατηγορίες των δικαιούχων του Ν. 2322/1995.

2ον. Να διασφαλίζεται η συμβατότητα με την περί κρατικών ενισχύσεων νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προηγούμενη κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή του σχεδιαζόμενου μέτρου εγγύησης, στις περιπτώσεις που αυτό επιβάλλεται από τη σχετική νομοθεσία.

3ον. Να διασφαλίζεται η τήρηση του ετήσιου ανώτατου εγκεκριμένου ορίου συνολικού ποσού εγγυήσεων.

Πρέπει να επισημανθεί ότι από το έτος 2012, στο πλαίσιο των κριτηρίων και των στόχων του επικαιροποιημένου Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, το ετήσιο όριο εγγυήσεων είναι κατ’ αρχήν μηδενικό, με μόνες εξαιρέσεις τις εγγυήσεις:

  • που παρέχονται για τη στήριξη των τραπεζών,
  • που σχετίζονται με δάνεια που χορηγούνται από την ΕΤΕπ,
  • που χορηγούνται από το ΕΤΕΑΝ υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις,
  • που σχετίζονται με Διαρθρωτικά Ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη χρήση εργαλείων επιμερισμού κινδύνου.

Πρέπει δε να επισημανθεί ότι ως νέα εγγύηση λογίζεται και η επιμήκυνση υφιστάμενων εγγυήσεων για χρονικό διάστημα πέραν του αρχικώς προβλεπόμενου από τη σύμβαση.

4ον. Να τηρείται αυστηρά η προβλεπόμενη από το νομικό πλαίσιο διαδικασία, που επιβάλλει:

  • Την εξέταση των αιτημάτων από Υποεπιτροπή Εγγυήσεων ή, προκειμένου για δανεισμό ΔΕΚΟ, από Εξαμελή Επιτροπή Εγγυήσεων, που εισηγείται στη Διυπουργική Επιτροπή Εγγυήσεων ή στη Διυπουργική Επιτροπή ΔΕΚΟ αντίστοιχα.
  • Την παροχή της εγγύησης με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν σύμφωνης, ομόφωνης γνώμης της Διυπουργικής Επιτροπής.

Επιπλέον, για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να λαμβάνονται εξασφαλίσεις, εμπράγματες ή ενοχικές, και να επιβάλλεται προμήθεια ασφαλείας μέχρι 2% ετησίως επί του εκάστοτε εγγυημένου ποσού.

Παράλληλα, κατά την εξέταση των αιτημάτων από τα αρμόδια όργανα, αναλύονται οι όροι και ο σκοπός των δανείων, λαμβάνονται υπόψη οι επικρατούσες συνθήκες της αγοράς, οι επιδιωκόμενοι κοινωνικοί/αναπτυξιακοί στόχοι, η πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη και ο αναλαμβανόμενος, από πλευράς Δημοσίου, κίνδυνος.

Κύριε Συνάδελφε,

Σας ανέπτυξα, όσο το δυνατόν πιο κωδικοποιημένα, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται να παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Δυστυχώς, όμως, είναι γεγονός ότι, λόγω της κρίσης αλλά και λανθασμένων επιλογών του παρελθόντος, αρκετές από τις παρασχεθείσες εγγυήσεις καταπίπτουν, επιβαρύνοντας το Δημόσιο.

Πρόκειται για μία δυσμενή εξέλιξη, την οποία προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε με διάφορες ρυθμίσεις, τις οποίες προωθούμε, στο πλαίσιο πάντα των περιορισμών που απορρέουν από τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η χώρα.

Ωστόσο, για να απαντήσω στις υπερβολικές αιτιάσεις σας περί μη καταγραφής των στοιχείων, πρέπει να επισημάνω ότι τα στοιχεία που αφορούν τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου προφανώς όχι μόνο καταγράφονται αλλά και δημοσιοποιούνται.

Το Υπουργείο Οικονομικών δημοσιοποιεί, δύο φορές το μήνα, στο Δελτίο Εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού, στοιχεία για τις καταπτώσεις εγγυήσεων με κατηγοριοποίηση αυτών σε εντός και εκτός Γενικής Κυβέρνησης.

Ενώ, στην Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού του 2014, στο Κεφάλαιο 4, υπάρχει ολόκληρη ενότητα με πίνακες και διαγράμματα όπου μπορεί, όποιος ενδιάφερεται βέβαια, να ενημερωθεί για το ύψος των εγγυήσεων, το ανεξόφλητο εγγυημένο υπόλοιπο, τα έσοδα από προμήθειες εγγυήσεων – γιατί υπάρχουν και έσοδα – και το τελικό ποσό των καταπτώσεων που βαρύνουν το Δημόσιο, από το έτος 2000 μέχρι σήμερα.

Κύριε Συνάδελφε,

Ήδη έχω μακρηγορήσει, καθώς τα στοιχεία είναι πολλά και το θέμα σύνθετο.

Κατά τη δευτερολογία μου, θα τοποθετηθώ και επί των άλλων ζητημάτων που θίγετε στην Ερώτησή σας.

Δευτερολογία

Κύριε Συνάδελφε,

Είναι γεγονός ότι η ήδη ανειλημμένη, από τα προηγούμενα χρόνια, εγγυητική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου είναι, σωρευτικά, αρκετά αυξημένη.

Για το λόγο αυτό, και προκειμένου να μειωθεί περαιτέρω ο κίνδυνος μελλοντικών καταπτώσεων, η πολιτική εγγυήσεων συνεχίζει να προσανατολίζεται κυρίως στην κάλυψη δανείων που χρηματοδοτούν επενδυτικά προγράμματα, τα οποία συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, και να διαμορφώνεται σύμφωνα με τις επιταγές και τις εξαιρέσεις του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, με στόχο να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του Δημοσίου.

Προς την κατεύθυνση αυτή, και προς επίρρωση των ανωτέρω, οι παρασχεθείσες εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, από 01.01.2012 έως 30.11.2013, ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 1,7 δισ. ευρώ περίπου, τη στιγμή που το ανεξόφλητο εγγυημένο υπόλοιπο δανείων την 31.11.2011 ανήρχετο στο ποσό των 19,9 δισ. ευρώ.

Οι περιπτώσεις φορέων που δανειοδοτήθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που θέτει το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής.

Πρόκειται, κυρίως, είτε για δανειοδότησεις από την ΕΤΕπ, είτε για περιπτώσεις για τις οποίες έχει ληφθεί ειδική εξαίρεση, όπως π.χ. η ΔΕΗ και η ΔΕΠΑ, προκειμένου να μην δημιουργηθεί πρόβλημα στην ελληνική αγορά ενέργειας, ή για να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις έκτακτων φυσικών καταστροφών (Πίνακας 1).

Όσον αφορά στις καταπτώσεις εγγυήσεων (ερώτημα 3), τα δεδομένα έχουν συνοπτικά ως εξής:

Για το 2010:

  • Σε φορείς εντός Γενικής Κυβέρνησης 852 εκατ. ευρώ.
  • Σε φορείς εκτός Γενικής Κυβέρνησης 122 εκατ. ευρώ.

Για το 2011:

  • Σε φορείς εντός Γενικής Κυβέρνησης 1,25 δισ. ευρώ.
  • Σε φορείς εκτός Γενικής Κυβέρνησης 193 εκατ. ευρώ.

Για το 2012:

  • Σε φορείς εντός Γενικής Κυβέρνησης 678 εκατ. ευρώ.
  • Σε φορείς εκτός Γενικής Κυβέρνησης 117 εκατ. ευρώ.

Για το 2013:

  • Σε φορείς εντός Γενικής Κυβέρνησης 512 εκατ. ευρώ.
  • Σε φορείς εκτός Γενικής Κυβέρνησης 356 εκατ. ευρώ.

Καταθέτω του σχετικούς πίνακες στα Πρακτικά, προς ενημέρωσή σας.

Κύριε Συνάδελφε,

Στο σημείο αυτό θέλω να σας ενημερώσω, διότι μπορεί να μην το γνωρίζετε, ότι η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, δεν ενέχει μόνο τον κίνδυνο της κατάπτωσης και, συνεπώς, της επιβάρυνσης του Δημοσίου.

Από την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου προκύπτουν και έσοδα για τα δημόσια ταμεία.

Όπως συνέβη με την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις τράπεζες, στο πλαίσιο του Ν. 3723/2008, προκειμένου να ενισχυθεί η ρευστότητα της οικονομίας.

Η εγγύηση αυτή παρασχέθηκε έναντι προμήθειας, η οποία αποτελεί έσοδο του Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, για το έτος 2013 έχει εισπραχθεί το συνολικό ποσό των 580 εκατ. ευρώ.

Κύριε Συνάδελφε,

Η μείωση των παρεχομένων εγγυήσεων, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, είναι αποτέλεσμα της αυστηροποίησης των κριτηρίων αξιολόγησης των δανείων που παρέχονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Ωστόσο, από την έναρξη ισχύος του Ν. 2322, το 1995, πολύ δε περισσότερο συνεκτιμώντας την τρέχουσα οικονομική συγκυρία, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της χώρας μας έχουν αλλάξει αισθητά.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με σχετικό αίτημα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για προσαρμογή του νομικού πλαισίου εγγυήσεων στα επιτασσόμενα από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο περί κρατικών ενισχύσεων, κατέστησαν αναγκαία τη αναμόρφωση του νομικού πλαισίου για τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου.

Προς το σκοπό αυτό έχει συνταχθεί από τις αρμόδιες Υπηρεσίες σχετικό Σχέδιο Νόμου, το οποίο, δίχως να υπονομεύει τον κοινωνικό/αναπτυξιακό ρόλο, που το Κράτος οφείλει να επιτελεί με την πολιτική εγγυήσεων, αυστηροποιεί τις ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις παροχής εγγύησης, θέτοντας δικλείδες προς ελαχιστοποίηση, στο μέτρο του εφικτού, των δημοσιονομικών κινδύνων και προς τη διασφάλιση της συμβατότητας με την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Εν τω μεταξύ, από τον Απρίλιο του 2013, με το Ν. 4151/2013, έχουν ήδη αναληφθεί στοχευμένες, βελτιωτικές πρωτοβουλίες επί του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου με την τροποποίηση της σύνθεσης και τον σαφή προσδιορισμό, αυστηρά ως γνωμοδοτικού οργάνου, του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου.

Δυστυχώς, την εν λόγω πρωτοβουλία, επιδιώξατε, ανεπιτυχώς, να ακυρώσετε με την κατάθεση τροπολογίας, μαζί με άλλους Συναδέλφους σας του ΣΥΡΙΖΑ, στις 21.06.2013, σε άλλο νομοσχέδιο, με την οποία ζητούσατε να επαναποδοθεί η δυνατότητα στο Συμβούλιο να διαγράφει χρέη.

Προφανώς, τότε, δεν είχατε αντιληφθεί ότι οι καταπτώσεις εγγυήσεων και η διαγραφή χρεών επιβαρύνουν τους φορολογούμενους πολίτες, που καταβάλλουν από το υστέρημά τους μεγάλα ποσά, όπως λέτε σήμερα στην Ερώτησή σας…

Καλώς ορίσατε, επιτέλους, στην πραγματικότητα!

Κύριε Συνάδελφε,

Σήμερα, η δημοσιονομική συγκυρία είναι διαφορετική και οι δυνατότητες παρέμβασης συγκεκριμένες και αισθητά περιορισμένες, σε σχέση με το παρελθόν.

Εμείς προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τις δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης και να αναδείξουμε τις δυνατότητες που διαφαίνονται μέσα από το γενικότερο πλαίσιο σταθεροποίησης και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, με σύνεση και υπευθυνότητα.

Προς την κατεύθυνση αυτή, με αυτά τα δεδομένα, συνεχίζουμε να αναζητούμε βιώσιμες, ρεαλιστικές και εφικτές λύσεις.