Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στο Συνέδριο του Economist 9th Cyprus...

Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στο Συνέδριο του Economist 9th Cyprus Summit – “Cyprus on the mend? An open discussion between government and business”

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να συμμετάσχω στο σημερινό Συνέδριο στη Λευκωσία.

Συνέδριο από το βήμα του οποίου θα ήθελα να εκφράσω τα συλλυπητήρια μου για την απώλεια του Γλαύκου Κληρίδη.

Ενός πολιτικού ηγέτη που πορεύτηκε στα χνάρια της ιστορίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και πρωταγωνίστησε σε όλους τους σημαντικούς σταθμούς της.

Ενός πολιτικού με βαθιά χαραγμένη μέσα του την έννοια του Ελληνισμού.

Του πατριωτικού ρεαλισμού στις κρίσιμες στιγμές.

Κρίσιμες στιγμές όπως είναι και οι σημερινές.

Για την Κύπρο. Για την Ελλάδα.

Σε πολλούς τομείς.

Θα μου επιτρέψετε όμως να επικεντρωθώ σε αυτόν της οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η Ελληνική οικονομία χαρακτηρίζονταν από χρόνιες, δομικές και, κυρίως, ενδογενείς αδυναμίες.

Επιγραμματικά, αυτές ήταν:

  • Η αδυναμία βιώσιμης διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, κατά περιόδους.
  • Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και η περιορισμένη φορολογική βάση.
  • Η αδυναμία εξορθολογισμού των δημόσιων, κυρίως των κοινωνικών, δαπανών.
  • Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.
  • Η εξάρτηση της ανάπτυξης σχεδόν αποκλειστικά από την κατανάλωση.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η κατανάλωση αντιπροσώπευε το 72% του ΑΕΠ το 1975 και διαμορφώθηκε στο 95% του ΑΕΠ το 2010.

Ενώ τους πλεονασματικούς ή λίγο ελλειμματικούς προϋπολογισμούς της περιόδου 1960-1980, ακολούθησαν τα μεγάλα ελλείμματα της επόμενης δεκαετίας με διψήφια ποσοστά ως προς το ΑΕΠ, ακόμη και πάνω από 20%.

Με αποτέλεσμα, το δημόσιο χρέος, από 18% του ΑΕΠ το 1975, να ανέλθει στο 72% το 1990 και να διαμορφωθεί στο 148% το 2010.

Η Ελλάδα, συνεπώς, λειτούργησε επί πολλές δεκαετίες, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.

Οι συνθήκες αυτές επιδεινώθηκαν μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008 και τη διάχυσή της στην Ευρώπη.

Οι εξελίξεις αυτές «πυροδότησαν», τα επί μακρόν υπαρκτά και υψηλά, «δίδυμα» ελλείμματα και χρέη της Ελληνικής οικονομίας.

Φυσικά, οι εξελίξεις θα ήταν διαφορετικές εάν η Ευρώπη είχε εγκαίρως μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισης μιας τέτοιας κρίσης.

Όπως, όμως, γνωρίζουμε και βιώσαμε, δεν είχε.

Δυστυχώς, η κρίση βρήκε το εγχείρημα της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης ημιτελές και τις ηγεσίες της Ευρωζώνης αδυνατούσες να διαχειριστούν τα προβλήματα που προέκυπταν.

Είναι γεγονός ότι η Ευρώπη αντιμετώπισε την παγκόσμια οικονομική κρίση κοντόφθαλμα.

Κυριάρχησαν, στους κόλπους της, δογματισμοί, πρακτικές επιβολής, γεωγραφικοί διαχωρισμοί.

Άργησε να συνειδητοποιήσει πως η κρίση ήταν και είναι «συστημική» και απειλεί την ίδια τη βιωσιμότητα του κοινού νομίσματος.

Άργησε να καταλήξει σε μία συνολική και συνεκτική λύση.

Αναγκάστηκε, αν και καθυστερημένα, έστω και συμβιβαστικά, να οδηγηθεί σε επιμέρους θεσμικές αποφάσεις.

Ορισμένες από τις οποίες, όπως αυτή για την Κύπρο, δεν μπορούν να αποτελούν πρότυπο για το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Οικοδόμημα το οποίο θα πρέπει να εδράζεται στο στοιχείο της δημιουργικής αλληλεγγύης των εταίρων και να ενσωματώνει τις προσδοκίες των Ευρωπαίων πολιτών για την προώθηση της μεγάλης ιδέας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Κυρίες και Κύριοι,

Η εξέλιξη των γεγονότων για την Ελλάδα είναι γνωστή.

Η κρίση δανεισμού, η προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης και η εφαρμογή ενός «ασφυκτικού» Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής από το 2010.

Κατά την τριετία που ακολούθησε, η Ελληνική οικονομία έχει βρεθεί σε μία επώδυνη δοκιμασία βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης και πρωτοφανούς ανεργίας.

Πρόκειται για μία περίοδο όπου οι πολίτες κατέβαλαν τεράστιες θυσίες, τόσο σε όρους δημοσιονομικού εγχειρήματος όσο και σε όρους βιοτικού επιπέδου.

Ωστόσο, το εγχείρημα δημοσιονομικής προσαρμογής αυτής της τριετίας μπορεί να διαχωριστεί σε δύο φάσεις.

Σε δύο φάσεις προσαρμογής, όπου η κάθε μία ανταποκρίνεται και σε διαφορετική προσέγγιση.

Συγκεκριμένα, το πρώτο «Μνημόνιο» δομούσε τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως, στο σκέλος των φορολογικών εσόδων και όχι στο σκέλος των δαπανών, παραγκωνίζοντας τη σημασία των δομικών διαρθρωτικών αλλαγών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ απουσίαζαν ή δεν εφαρμόζονταν πρωτοβουλίες για την τόνωση της αγοράς και της πραγματικής οικονομίας.

Τα αποτελέσματα αυτής της προσέγγισης προσαρμογής είναι γνωστά.

Αποκλίσεις από τους στόχους, πλήγμα στην αξιοπιστία του εγχειρήματος.

Αξίζει να συγκρίνουμε τις αρχικές μακροοικονομικές προβλέψεις του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, το Μάιο του 2010, με την πραγματικότητα.

Ενδεικτικά, ενώ η αρχική πρόβλεψη για την οικονομική δραστηριότητα εκτιμούσε ανάπτυξη 1,1% το 2012, το αποτέλεσμα τελικά ήταν ύφεση 6,4%.

Ενώ η αρχική πρόβλεψη για την ανεργία ήταν για 14,8% το 2012, το αποτέλεσμα ήταν αυτή να ξεπεράσει το 24%.

Αντίστοιχες είναι και οι αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους.

Αυτή, η πρώτη προσέγγιση, τροποποιήθηκε κατά το δεύτερο «Μνημόνιο», ο Νοέμβριο του 2012.

Το δημοσιονομικό εγχείρημα βασίστηκε κατά τα 2/3 στο σκέλος των δαπανών, συμβάλλοντας, όπως προκύπτει και από τη διεθνή βιβλιογραφία, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και διατηρησιμότητάς του.

Παράλληλα, το Πρόγραμμα εμπλουτίζεται με τις διαρθρωτικές αλλαγές στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, με τις πρώτες αποκρατικοποιήσεις, με τις στοχευμένες κινήσεις για την τόνωση της δραστηριότητας της πραγματικής οικονομίας (όπως είναι, μεταξύ άλλων, η πληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών, η επιτάχυνση της απορρόφησης κοινοτικών πόρων, κ.ά.).

Ενώ καταγράφονται και οι πρώτες κινήσεις αποκλιμάκωσης της φορολογικής επιβάρυνσης.

Είναι γεγονός ότι φέτος, για πρώτη φορά την τελευταία περίοδο, επήλθαν στοχευμένες ελαφρύνσεις σε φόρους.

Τέτοιες ελαφρύνσεις είναι η μείωση κατά 15% στο Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ακινήτων και η μείωση κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες του συντελεστή ΦΠΑ στην εστίαση.

Είναι ξεκάθαρο, συνεπώς, ότι μεταξύ πρώτου και δεύτερου «Μνημονίου» η συνταγή διαφοροποιήθηκε, στο μέτρο πάντα του εφικτού και μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαφορετικής πολιτικής είναι οι στόχοι που έχουν τεθεί, να επιτυγχάνονται.

Και να υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι θυσίες αρχίζουν να πιάνουν τόπο.

Συγκεκριμένα, εφέτος:

  • Η ύφεση επιβραδύνεται και αναθεωρούνται, επί τα βελτίω, οι αρχικές εκτιμήσεις.
  • Η αυξητική δυναμική της ανεργίας ανακόπτεται.
  • Ο πληθωρισμός συνεχίζει την καθοδική του πορεία.
  • Το οικονομικό κλίμα βελτιώνεται.
  • Το κόστος δανεισμού μειώνεται.
  • Οι διαρθρωτικές αλλαγές υλοποιούνται.
  • Αναπτυξιακά προγράμματα και εργαλεία ρευστότητας «ξεπαγώνουν».
  • Η ανακεφαλαιοποίηση και αναδιάρθρωση των τραπεζών ολοκληρώνεται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας ενισχύεται.
  • Οι στόχοι της δημοσιονομικής πολιτικής επιτυγχάνονται.

Εκτιμάται ότι θα καταγραφεί πρωτογενές πλεόνασμα, σε όρους Προγράμματος, ύψους 812 εκατ. ευρώ το 2013, ενώ ο στόχος είναι για μηδενικό πρωτογενές πλεόνασμα.

Η συγκεκριμένη, μάλιστα, επίδοση σε κυκλικά διορθωμένους όρους είναι η υψηλότερη μεταξύ όλων των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.

Η κατάσταση συνεπώς σταθεροποιείται.

Η χώρα βρίσκεται σε καλύτερο σημείο και μπορεί να ελπίζει για το μέλλον της.

Η Κυβέρνηση επέδειξε συνδυασμό λογικής, διορατικότητας, τόλμης και αποτελεσματικότητας.

Έδωσε δείγματα ότι η χώρα περνά, με αποφασιστικότητα, στο πεδίο των δύσκολων, αλλά αναγκαίων, αποφάσεων και πράξεων.

Αυτές οι θετικές ενδείξεις αποτελούν τη βάση επί της οποίας δομείται η συνέχιση της προσπάθειας κατά το 2014.

Οικονομικό έτος για το οποίο:

  • Η Ελληνική οικονομία προβλέπεται, μετά από 6 χρόνια, να εξέλθει από την παρατεταμένη ύφεση.
  • Το ποσοστό ανεργίας, αντιδρώντας με κάποιο βαθό υστέρησης στην πορεία της οικονομικής δραστηριότητας, θα αρχίσει, σταδιακά, να μειώνεται.
  • Το πρωτογενές πλεόνασμα, σύμφωνα με τους όρους του Προγράμματος, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 1,6% του ΑΕΠ, έναντι στόχου για 1,5% του ΑΕΠ.
  • Το δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί κάτω από το ευρωπαϊκό όριο του 3% του ΑΕΠ.

Κυρίες και Κύριοι,

Σε καμία περίπτωση αυτές οι θετικές ενδείξεις και εκτιμήσεις δεν αποτελούν αφορμή για εφησυχασμό.

Συνιστούν εφαλτήριο για συνέχιση της προσπάθειας μέσω του εμπλουτισμού του δημοσιονομικού εγχειρήματος με αναπτυξιακές πολιτικές που θα συμβάλλουν καθοριστικά στην επαναφορά της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας σε τροχιά διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Που θα καταφέρουν να επιτύχουν την αντιμετώπιση, παράλληλα με την διαρθρωτική, και της κυκλικής διάστασης του δημοσιονομικού προβλήματος.

Και αυτό διότι η δημοσιονομική εξυγίανση, προσαρμογή και πειθαρχία, αν και αναγκαία, δεν αποτελεί από μόνη της ικανή συνθήκη για την έξοδο από την κρίση.

Προς αυτή την κατεύθυνση, απαιτείται η συνέχιση της υλοποίησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η περαιτέρω προώθηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και η επιτάχυνση των δομικών αλλαγών για τη βελτίωση του επιχειρηματικού και επενδυτικού περιβάλλοντος.

Σ’ αυτή τη λογική εδράζεται η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική, η οποία διαρθρώνεται σε τέσσερις προτεραιότητες:

1η. Η επίτευξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων.

Αυτό θα διασφαλιστεί μέσω της πιστής εφαρμογής των κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας.

2η. Η ανάταξη της οικονομίας το 2014 και η επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.

Η βιώσιμη ανάπτυξη θα εδράζεται αφενός στην αύξηση των επενδύσεων και στην ενίσχυση των εξαγωγών και αφετέρου στη διατήρηση της κατανάλωσης σε υψηλά επίπεδα, έχοντας, όμως, σημαντικά μικρότερο συντελεστή βαρύτητας στη διαμόρφωση του ΑΕΠ.

3η. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.

Η χώρα οφείλει να «φρενάρει» ριζικά την αυξητική δυναμική του δημόσιου χρέους και να αντιστρέψει την τάση, τόσο σε απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Αυτό θα υλοποιηθεί αφενός με την επίτευξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων και με την ισχυροποίηση των αναπτυξιακών εργαλείων, και αφετέρου με την αρωγή των εταίρων για την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους.

Το ζήτημα παραμένει ανοικτό.

4η. Η διαμόρφωση των συνθηκών για την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Αυτή φυσικά η προτεραιότητα σχετίζεται και προϋποθέτει σε μεγάλο βαθμό και την επιτυχή εξέλιξη στα προαναφερθέντα πεδία, καθώς αυτά θα συμβάλλουν στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος.

Σε συνδυασμό, λοιπόν, με τις ήδη σημαντικές δημοσιονομικές επιδόσεις και τις αισιόδοξες μακροοικονομικές ενδείξεις, προωθείται ο σχεδιασμός χρηματοοικονομικών τεχνικών που θα καταστήσουν εφικτή την επιστροφή της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου μέσα στο 2014.

Κυρίες και Κύριοι,

Οι προτεραιότητες αυτές είναι συστατικά μιας στρατηγικής οικονομικής πολιτικής μέσω της οποίας επιτυγχάνεται τόσο η βιώσιμη αποκατάσταση των δημόσιων οικονομικών όσο και το οριστικό τέλος του καθοδικού κύκλου της οικονομίας.

Μιας φιλοσοφίας οικονομικής πολιτικής που επιτυγχάνει το συγκερασμό δημοσιονομικής προσαρμογής και ανάπτυξης, οδηγώντας στην επιστροφή της οικονομίας και της κοινωνίας στον ενάρετο κύκλο της ευημερίας για όλους τους πολίτες, εντός της Ευρωζώνης.