Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Ερώτησης του...

Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Ερώτησης του Βουλευτή Λ. Τσούκαλη για τους αδρανείς καταθετικούς λογαριασμούς

Πρωτολογία

Κύριε Συνάδελφε,

Με την επίκαιρη ερώτησή σας μου δίνετε την ευκαιρία να παρουσιάσω στο Σώμα, στο πλαίσιο της διαδικασίας κοινοβουλευτικού ελέγχου, την πορεία υλοποίησης μίας σημαντικής πρωτοβουλίας που νομοθετήθηκε τον Απρίλιο.

Μία νομοθετική πρωτοβουλία η οποία συγκέντρωσε τη συναίνεση μεγάλου μέρους της εθνικής αντιπροσωπείας.

Πρόκειται για μια νομοθετική παρέμβαση ενδεικτική της βούλησης της Κυβέρνησης, τον τελευταίο ενάμισι χρόνο, να νομοθετεί και πέραν των όποιων «μνημονιακών» υποχρεώσεων.

Και αυτό διότι επιδίωξη του Υπουργείου Οικονομικών είναι η διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και η εξασφάλιση δημοσιονομικών ωφελειών από πεδία αδιαφανή και σκιώδη.

Ένα τέτοιο πεδίο ήταν οι αδρανείς καταθέσεις, καθώς μέχρι τον περασμένο Απρίλιο το συγκεκριμένο πεδίο διέπονταν από ένα παρωχημένο, ασαφές και αναποτελεσματικό νομικό πλαίσιο.

Θα θυμάστε από τις συζητήσεις με τους αρμόδιους φορείς, ότι δεν ήταν δυνατόν να απαντήσει κάποιος πλήρως ότι όλοι οι αδρανείς καταθετικοί πόροι που έπρεπε να καταλήξουν στο δημόσιο ταμείο όντως κατέληγαν και ποιο ήταν το μέγεθος αυτών των αδρανών πόρων.

Με λίγα λόγια, το νομικό πλαίσιο δεν επέτρεπε στο δημόσιο να έχει πλήρη εικόνα και εποπτεία του πεδίου.

Αυτή η κατάσταση άλλαξε.

Το νέο νομικό πλαίσιο θέσπισε ξεκάθαρες, διαφανείς και αποτελεσματικές διατάξεις και διαδικασίες ώστε οι πόροι των αδρανών καταθέσεων να αξιοποιούνται προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος.

Έτσι, με απλό, αλλά και λεπτομερειακό, τρόπο ρυθμίστηκε όλη η διαδικασία χρήσης και απόδοσης από τις τράπεζες των κεφαλαίων που προέρχονται από τους αδρανείς καταθετικούς λογαριασμούς στο Δημόσιο.

Πιο συγκεκριμένα και συνοπτικά:

  • Αποτυπώθηκε με σαφήνεια ο ορισμός του αδρανούς λογαριασμού και ορίσθηκε ότι μετά την επερχόμενη παραγραφή των δικαιωμάτων του καταθέτη από την παρέλευση εικοσαετίας από την τελευταία αποδεδειγμένη συναλλαγή με την τράπεζα, τα χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο.
  • Η παραγραφή δεν επέρχεται με αιφνίδιο τρόπο αλλά μετά από υποχρεωτικές 3 ειδοποιήσεις του δικαιούχου από τις τράπεζες, στις περιπτώσεις που δεν παρουσιάζουν κίνηση, στα 5, 10 και 15 έτη.
  • Τα πιστωτικά ιδρύματα, με την παρέλευση της 15ετίας υποχρεούνται να τηρούν ειδικό αρχείο το οποίο θα οριστικοποιείται με την παρέλευση της 20-ετίας και θα βρίσκεται στη διάθεση των δικαιούχων και των νόμιμων κληρονόμων τους για την παροχή πληροφοριών.
  • Προβλέφθηκε ότι η πίστωση των καταθέσεων με τόκους, καθώς και η κεφαλαιοποίησή τους, δεν συνιστούν συναλλαγή και, συνεπώς, δεν διακόπτουν την παραγραφή.
  • Οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα δραστηριοποιείται στην Ελλάδα οφείλει να αποδίδει συγκεντρωτικά, το αργότερο μέχρι το τέλος Απριλίου κάθε έτους, στο δημόσιο τα υπόλοιπα των αδρανών καταθέσεων μαζί με τους αναλογούντες τόκους.
  • Θεσπίστηκε η διαδικασία της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων από την Τράπεζα της Ελλάδος με κανόνες εσωτερικού ελέγχου και η συμμετοχή των ορκωτών ελεγκτών, ώστε στους ετήσιους ελέγχους των ισολογισμών των τραπεζών να βεβαιώνουν την τήρηση του νόμου και την απόδοση υπέρ Δημοσίου των σχετικών πόρων.

Κύριε Συνάδελφε,

Με την ψήφιση του νόμου ξεκίνησαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες για την πλήρη εφαρμογή του, ώστε οι πόροι από τις αδρανείς καταθέσεις να καταλήξουν στο δημόσιο ταμείο.

Ενώ τηρούνται και τα προβλεπόμενα στο πλαίσιο της κατάρτισης του Κρατικού Προϋπολογισμού, αν και δεν αποτυπώνονται στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού λόγω της συνοπτικής του φύσης.

Κατά τη δευτερολογία μου θα σας παραθέσω περισσότερα στοιχεία.

Δευτερολογία

Κύριε Συνάδελφε,

Θεωρώ πως όλοι στην αίθουσα συμφωνούμε στην αναγκαιότητα ύπαρξης ενός σαφούς πλαισίου που θα επιτρέπει στο Δημόσιο να αξιοποιεί τους αδρανείς καταθετικούς πόρους.

Νομίζω ότι τόσο οι οπτικές μας, όσο και η τελική μας στόχευση συγκλίνουν.

Θα συμφωνήσω, επίσης, με το πνεύμα της Επίκαιρης Ερώτησής σας ότι παράλληλα με τη θέσπιση των νομοθετικών πρωτοβουλιών κρίσιμη είναι και η διαδικασία υλοποίησής τους.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, του σχετικού νόμου και για τις ανάγκες της κατάρτισης του Κρατικού Προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 2014, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με επιστολές του προς την Ελληνική Ένωση Τραπεζών και προς διακριτά πιστωτικά ιδρύματα ζήτησε στοιχεία σχετικά με τα υπόλοιπα των αδρανών καταθέσεων που εκτιμάται ότι θα περιέλθουν στο δημόσιο μέχρι το τέλος Απριλίου 2014, όπως προβλέπεται και από το Νόμο.

Οι επιστολές αυτές εστάλησαν στις 10 Ιουλίου 2013 (ΟΙΚ2/67637/ΔΠΓΚ/10.07.2013) και στις 24 Οκτωβρίου 2013 (ΟΙΚ2/95480/ΔΠΓΚ/24.10.2013).

Η καταληκτική ημερομηνία για την αποστολή των σχετικών στοιχείων είναι η 1η Νοεμβρίου 2013, δηλαδή αύριο.

Μέχρι την κατάθεση του Προϋπολογισμού, συνεπώς, θα έχουμε μια ασφαλή εικόνα για τους πόρους των αδρανών καταθέσεων που θα αποδοθούν στο Δημόσιο το 2014.

Ωστόσο, για να υπάρχει μία τάξη μεγέθους, οι αρμόδιες υπηρεσίες εκτιμούν, με βάση, καταρχήν, τα στοιχεία που έχουν αποστείλει οι τράπεζες, ότι οι εν λόγω πόροι θα ανέλθουν κοντά στα 15 εκατ. ευρώ.

Όσον αφορά το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 2014 που κατατέθηκε ήδη στην Εθνική Αντιπροσωπεία, όπως σας προανέφερα, δεν γίνεται ειδική αναφορά στη συγκεκριμένη κατηγορία εσόδων δεδομένου ότι δεν περιέχεται ανάλυση των εσόδων σε επίπεδο Κωδικών Αριθμών.

Η σχετική πληροφορία θα περιληφθεί με σαφήνεια στον Τόμο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2014, ο οποίος καταρτίζεται προκειμένου να κατατεθεί προς ψήφιση εντός των προσεχών εβδομάδων.

Τα σχετικά ποσά θα εμφανιστούν στον Κωδικό Αριθμό Εσόδου του Κρατικού Προϋπολογισμού 3824 «Έσοδα από την περιέλευση αδρανών καταθέσεων στο Ελληνικό Δημόσιο» που δημιουργήθηκε κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, με σκοπό την πληρέστερη παρακολούθηση των εν λόγω εσόδων.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί, για την πλήρη αποσαφήνιση του θέματος, ότι σε όλα τα παρελθόντα μέχρι σήμερα έτη τα έσοδα από αδρανείς καταθέσεις δεν εμφανίζονταν σε ξεχωριστό Κωδικό Αριθμό Εσόδου, με συνέπεια να ήταν από δυσχερής έως αδύνατος ο διακριτός εντοπισμός τους.

Από φέτος, όχι μόνο έχουμε εικόνα για τους πόρους αυτούς, αλλά θα ενημερώνεται, όπως προβλέπεται και από το σχετικό νόμο, με ειδική έκθεση σε ετήσια βάση η Βουλή για το ύψος των κεφαλαίων από αδρανείς καταθέσεις.

Αναφορικά με το δεύτερό σας ερώτημα, όπως, προανέφερα, ο εποπτικός ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος περιγράφεται με σαφήνεια στο Νόμο και ασκείται μέσω της αρμοδιότητάς της, αφενός να επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα, συστήματα και εσωτερικές διαδικασίες ελέγχου, αξιολογώντας παράλληλα τις υποβαλλόμενες εκθέσεις ελέγχου, και αφετέρου μέσω της δυνατότητας της ιδίας, να ασκήσει επιτόπιους τακτικούς και έκτακτους ελέγχους.

Περαιτέρω ως ασφαλιστική δικλείδα προβλέπεται και η σχετική βεβαίωση των ορκωτών ελεγκτών στις δημοσιευόμενες οικονομικές καταστάσεις των τραπεζών για το ύψος του αποδιδόμενου ποσού των αδρανών καταθετικών λογαριασμών στο Δημόσιο.

Ο ρόλος του Υπουργού Οικονομικών εστιάζεται στην υπενθύμιση προς την Τράπεζα της Ελλάδος της δυνατότητας που αυτή έχει για τη διενέργεια εκτάκτου ελέγχου.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, θεωρώ ότι θα ήταν σκόπιμο η εν λόγω ενέργεια του Υπουργού Οικονομικών να ασκηθεί στην περίπτωση που τυχόν εκτιμηθεί ότι η εφαρμογή του νόμου δεν αντανακλά τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Προς το παρόν, οι σημαντικές αποκλίσεις που διαφαίνεται να υπάρχουν μεταξύ των ποσών που εκτιμάται ότι θα αποδοθούν από τις τράπεζες, σύμφωνα πάντα με τα πρώτα στοιχεία, φαίνεται να χρήζουν αξιολόγησης από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, ιδίως αφού πρόκειται για το πρώτο έτος εφαρμογής του νέου θεσμικού πεδίου.

Από την πλευρά μας, παρακολουθούμε το ζήτημα και θα κινηθούμε άμεσα όταν έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα, πάντα με γνώμονα τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος.

Κύριε Συνάδελφε,

Όπως γνωρίζετε και έχει υπογραμμισθεί από την πρώτη στιγμή, στόχος του Υπουργείου Οικονομικών είναι τα κεφάλαια που θα προκύψουν να καλύψουν ανάγκες του Δημοσίου με απώτερο σκοπό τη στήριξη κοινωνικών ομάδων που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση.

Δεν είναι, όμως, εφικτό, για λογιστικούς λόγους που σχετίζονται με την κατάρτιση του Προϋπολογισμού, να συνδεθεί με κάποια συγκεκριμένη παροχή ή κοινωνική πολιτική.

Ωστόσο, νομίζω ότι έχει καταστεί σαφής ο προσανατολισμός της Κυβέρνησης για διανομή κοινωνικού μερίσματος ανάλογα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες.

Και προς αυτή την κατεύθυνση θα συνεχίσουμε την προσπάθεια.