Εισήγηση Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων κατά τη...

Εισήγηση Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων κατά τη συζήτηση για το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2013

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σήμερα, στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, συζητούμε το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού του 2013, το οποίο κατατέθηκε την προηγούμενη Δευτέρα, 1η Οκτωβρίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα.

Για να καταστεί εφικτή η έγκαιρη κατάθεσή του, εξαιτίας των συνεχών και συνεχιζόμενων συζητήσεων με την Τρόικα, απαιτήθηκε μεγάλη προσπάθεια από στελέχη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Για το λόγο αυτό τα ευχαριστώ.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα βρίσκεται στη δίνη μιας πολυδιάστατης Ευρωπαϊκής, και όχι μόνο, κρίσης που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ το 2007/2008.

Οι δυναμικές εξελίξεις που ακολούθησαν τη διαταραχή της διεθνούς χρηματοπιστωτικής ευστάθειας προκάλεσαν, σε παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό επίπεδο, υψηλή αβεβαιότητα και διαμόρφωσαν συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης κρίσης.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον διαταραχής η Ελλάδα, με στρεβλό παραγωγικό και αναπτυξιακό πρότυπο  και υποβόσκουσες χρόνιες παθογένειες όλων των συστημάτων της, ήταν αναμενόμενο να κλυδωνιστεί.

Βασική πτυχή ο δημοσιονομικός, και όχι μόνο, εκτροχιασμός που είχε ριζώσει από τη δεκαετία του ‘80.

Η προβληματική εξέλιξη αποτυπώνεται στα υψηλά «δίδυμα» ελλείμματα και χρέη, τα οποία, επί πολλά χρόνια, δεν καταφέραμε να αντιμετωπίσουμε  δραστικά.

Όπως ήταν αναμενόμενο, τα ανωτέρω είχαν, εκ των πραγμάτων, θέσει τη χώρα μας στην ομάδα των περισσότερων ευάλωτων οικονομιών της Ευρωζώνης.

Με το ξέσπασμα της κρίσης, λόγω των μακροχρόνιων ενδογενών παθογενειών και της απουσίας αποτελεσματικού μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, σε συνδυασμό με τις διαχειριστικές πράξεις, αστοχίες και παραλείψεις από την πλευρά της Ελλάδας, προκλήθηκε κρίση δανεισμού που οδήγησε τη χώρα στο Μηχανισμό Στήριξης.

Από τη στιγμή εκείνη η οικονομία, η κοινωνία, η πολιτική και ευρύτερα η χώρα έχουν εισέλθει σε μια επώδυνη δοκιμασία.

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Έλληνες πολίτες έχουν υποβληθεί σε τεράστιες θυσίες τα τελευταία χρόνια.

Θυσίες που έχουν φτάσει, για την περίοδο 2010 – 2012, τα 49 δισ. ευρώ ή το 22,5% του ΑΕΠ.

Ωστόσο το δημοσιονομικό αποτέλεσμα δεν ήταν αντάξιο της «ηράκλειας» συνεισφοράς των πολιτών.

Παράλληλα, η πραγματική οικονομία ακολούθησε μια έντονα πτωτική πορεία.

Βυθίστηκε σε μια πρωτοφανή ύφεση που σωρευτικά τα τελευταία χρόνια ξεπέρασε το 22%, ενώ η ανεργία εκτοξεύθηκε στο πρωτόγνωρο 24,5%.

Τα αποτελέσματα αυτά αποδίδονται στο ότι δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή σε μέτρα για την ανάκαμψη της οικονομίας και την τόνωση της παραγωγικής διαδικασίας.

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι και όσα θετικά μέτρα επιχειρήθηκαν να εφαρμοστούν παρέμειναν ημιτελή και επομένως δεν απέδωσαν, δυστυχώς, ως τώρα τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Αναφέρω αυτά τα δεδομένα για να καταστήσω σαφή την αφετηρία από την οποία ξεκίνησε η Κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης.

Η νέα προσπάθεια έχει άξονα τη σύζευξη δημοσιονομικής εξυγίανσης, προσαρμογής και πειθαρχίας με την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Στόχος να ξεφύγουμε από το φαύλο κύκλο των ελλειμμάτων και της ύφεσης.

Στη λογική αυτή, όσον αφορά το σκέλος της δημοσιονομικής προσαρμογής, εντάσσεται και το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού του 2013.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Θα ήθελα να σας ξεκαθαρίσω εξ’ αρχής το περιβάλλον στο οποίο συντάχθηκε το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού και τις ιδιαιτερότητές του σε σχέση με τα αντίστοιχα των προηγούμενων ετών.

Πρόκειται για ένα ρευστό περιβάλλον στο μέσον μιας σημαντικής διαπραγματευτικής διαδικασίας, η οποία, μέχρι να ολοκληρωθεί, εκ των πραγμάτων, συντελεί στην αύξηση του βαθμού αβεβαιότητας ως προς τη διάρθρωση του Προσχεδίου.

Συνοπτικά, τα βασικά δομικά συστατικά στοιχεία του εν λόγω περιβάλλοντος είναι:

1ον. Οι επικρατούσες τάσεις δημοσιονομικής πολιτικής σε πολλές οικονομίες της Ευρωζώνης.

2ον. Οι αυστηροί περιορισμοί στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής.

3ον. Το σημερινό μακροοικονομικό, και όχι μόνο, περιβάλλον.

4ον. Η οριακή κατάσταση των ταμειακών διαθεσίμων του Κράτους.

Πιο συγκεκριμένα και ενδεικτικά για κάθε ένα από αυτά:

Όσον αφορά το 1ο, τις τάσεις δημοσιονομικής πολιτικής στην Ευρωζώνη, σημειώνω ότι στην Ισπανία, η κυβέρνηση ενέκρινε τον προϋπολογισμό του 2013, ο οποίος προβλέπει σκληρά μέτρα λιτότητας, με έμφαση στις κοινωνικές δαπάνες.

Το προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπει περικοπές ύψους 40 δισ. ευρώ.

Να σημειωθεί ότι η Κυβέρνηση ήδη έχει περικόψει 27 δισ. ευρώ από τον προϋπολογισμό του 2012.

Στη Γαλλία, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε τον προϋπολογισμό του 2013, τον σκληρότερο της 30ετίας, σε συνθήκες μηδενικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με το σχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπονται μέτρα ύψους 37 δισ. ευρώ που θα προέλθουν από την αύξηση φόρων και την περικοπή δαπανών το επόμενο έτος.

Στην Πορτογαλία ανακοινώθηκαν νέα μέτρα σκληρής λιτότητας.

Μεταξύ άλλων, αύξηση της μέσης φορολογίας στο εισόδημα των πολιτών, ειδική έκτακτη εισφορά, αύξηση των φόρων για τα έσοδα από ίδια κεφάλαια, την ακίνητη περιουσία, κ.α.

Αντίστοιχο είναι το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και στην Ιταλία, ενώ η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική στην Σλοβενία και στην Κύπρο, με την τελευταία να βρίσκεται σε συζητήσεις με τους εταίρους ώστε να συμφωνηθεί εγκαίρως το δικό της πρόγραμμα στήριξης.

Διαπιστώνουμε, συνεπώς, ότι πολλά κράτη-μέλη της Ευρωζώνης καλούνται να κάνουν δρακόντειες περικοπές στο κοινωνικό τους κράτος και να μειώσουν δραστικά το βιοτικό τους επίπεδο.

Όσον αφορά το 2ο, τους περιορισμούς στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής, σημειώνω ότι τα περιθώρια άμεσης αλλαγής της «συνταγής» που εφαρμόζεται από την αρχή του Προγράμματος είναι σχεδόν ανύπαρκτα.

Και αυτό διότι η αλήθεια είναι ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα προσέφυγε στο Μηχανισμό Στήριξης, και λαμβανομένων υπόψη των εσωτερικών χρόνιων αδυναμιών μας, ο χώρος σχεδιασμού πολιτικών είναι αυστηρά περιορισμένος και εξαρτημένος από το πλαίσιο συνεργασίας με τους εταίρους και δανειστές μας.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο έχει ψηφιστεί το Μάρτιο από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, προβλέπονταν η λήψη μέτρων ύψους 11,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2013-2014 ώστε να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι που είχαν τεθεί.

Και πιο συγκεκριμένα η λήψη μέτρων ύψους 7,8 δισ. ευρώ για το 2013.

Πρόκειται, σαφώς, για ένα πακέτο εξαιρετικά επώδυνο για τους πολίτες και ιδιαίτερα δύσκολο για την Κυβέρνηση και τις πολιτικές δυνάμεις που την απαρτίζουν, το οποίο όμως αποτελεί δέσμευση της χώρας, και το οποίο θα έπρεπε ήδη να έχει εξειδικευθεί από τον περασμένο Ιούνιο.

Και είναι εξαιρετικά επώδυνο εάν αναλογιστούμε ότι περίπου το 78% των πρωτογενών δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης αφορά μισθούς, συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα.

Όσον αφορά το 3ο, το μακροοικονομικό περιβάλλον, σημειώνω ότι οι αποκλίσεις από τις εκτιμήσεις του Μαρτίου, και οι οποίες επηρεάζουν και το προηγούμενο σημείο, είναι μεγάλες.

  • Η ύφεση είναι πρωτοφανής σε βάθος, έκταση και ένταση. Ειδικότερα, το 2011 διαμορφώθηκε στο 7,1%. Το 2012 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 6,5%, ίσως και περισσότερο μετά την μεταγενέστερη της κατάθεσης του Προσχεδίου αναθεώρηση των στοιχείων από την ΕΛΣΤΑΤ, από 4,8% που ήταν η πρόβλεψη του Προγράμματος το Μάρτιο. Ενώ εκτιμάται ότι θα φτάσει το 3,8% το 2013, από πρόβλεψη του Προγράμματος για εξάλειψη των υφεσιακών πιέσεων (0%). Το εύρος της απόκλισης καθίσταται ακόμα μεγαλύτερο εάν λάβουμε υπόψη την πρόβλεψη της Τρόικα για ύφεση κοντά στο 5% την επόμενη χρονιά.
  • Αντίστοιχες είναι και οι αστοχίες στις προβλέψεις για την ανεργία. Ειδικότερα, το 2012 το ποσοστό ανεργίας εκτιμάται να ανέλθει στο 23,5% από 19,4% που ήταν η πρόβλεψη του Προγράμματος το Μάρτιο, ενώ αναμένεται να διατηρηθεί η τάση, χωρίς τη λήψη μέτρων για ανάταξη της Οικονομίας, και το 2013, όπως υποστηρίζει στην πρόσφατη Έκθεσή του και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
  • Επίσης, τον Ιούνιο, η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού ήταν εκτός στόχων.
  • Ενώ, η υλοποίηση των απαραίτητων για την οικονομία και συμφωνηθέντων με τους εταίρους μας διαρθρωτικών αλλαγών είχε παγώσει, με αποτέλεσμα 89 διαρθρωτικά μέτρα που έπρεπε να είχαν προωθηθεί από το Μάρτιο να συνιστούν τώρα αναγκαίες δράσεις για την αποδέσμευση της δόσης του Προγράμματος.
  • Τέλος, το έλλειμμα αξιοπιστίας που διαμορφώθηκε τα τελευταία τρία περίπου χρόνια λόγω τεράστιων αποκλίσεων μεταξύ προθέσεων, σχεδιασμού, υλοποίησης και κυρίως αποτελέσματος ήταν μεγάλο και δύσκολα διαχειρίσιμο.

Όσον αφορά το 4ο, την οριακή κατάσταση των ταμειακών διαθεσίμων, σημειώνω ότι το «πάγωμα» των χρηματοδοτικών ροών του Μηχανισμού Στήριξης από τον περασμένο Ιούνιο έχει διαμορφώσει συνθήκες «ασφυξίας» τόσο στα δημόσια οικονομικά, όσο, όμως, και στη ρευστότητα της πραγματικής οικονομίας.

Από τη στιγμή που η χώρα δεν έχει λάβει, ως τώρα, τις προγραμματισμένες δόσεις της χρηματοδοτικής στήριξης έχει δημιουργηθεί πρωτοφανής πίεση στην ταμειακή της κατάσταση.

Πίεση που θα υπάρχει και θα εντείνεται μέχρι τη λήψη της επόμενης δόσης.

Να θυμίσω και να τονίσω ότι, υπό προϋποθέσεις βέβαια, θα έπρεπε να αποδεσμευθεί δόση ύψους 31,2 δισ. ευρώ από το 2ο τρίμηνο και 5 δισ. ευρώ από το 3ο τρίμηνο, ενώ εκκρεμεί ακόμη μία δόση ύψους 7,2 δισ. ευρώ για το 4ο τρίμηνο του έτους. Δόσεις των οποίων την καταβολή έχει άμεσα ανάγκη η ελληνική οικονομία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σ’ αυτό το περιβάλλον το περιεχόμενο του Προσχεδίου του Προϋπολογισμού σηματοδοτεί την προσπάθεια που ξεκίνησε με τον σχηματισμό της Κυβέρνησης Εθνικής Ευθύνης για:

  • τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών,
  • το τέλος της αμφισβήτησης της προοπτικής της Ελληνικής οικονομίας,
  • τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την επανεκκίνηση της παραγωγικής διαδικασίας,
  • τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Καταδεικνύει ότι η βούληση της Κυβέρνησης είναι η χώρα, εντός της Ευρωζώνης, να βγει το ταχύτερο από το τέλμα.

Άμεση επιδίωξη είναι ο περιορισμός των δανειακών αναγκών της χώρας, επιτυγχάνοντας πρωτογενές πλεόνασμα από το 2013.

Δηλαδή στόχος είναι τα έσοδα του Κράτους να υπερτερούν των πρωτογενών δαπανών του, ώστε οι βασικές του λειτουργίες να πραγματοποιούνται χωρίς την ανάγκη χρηματοδοτικής στήριξης.

Η επιτυχία αυτού του εθνικού στόχου σημαίνει ότι θα έχει σταματήσει η δημιουργία πρόσθετου δημόσιου χρέους μέσω πρωτογενών ελλειμμάτων και ακόμη ότι η χώρα θα αποκτά βαθμούς ελευθερίας.

Προς την κατεύθυνση αυτή, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε κάποιες πρώτες, μικρές αλλά πάντως θετικές ενδείξεις.

Ενδείξεις που εντοπίζονται και καταγράφονται στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του:

  • Το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης, παρά τη βαθύτερη από τις εκτιμήσεις ύφεση, και πριν την αναθεώρηση των μεγεθών για την ύφεση που έγινε προχθές από την ΕΛΣΤΑΤ, θα διαμορφωθεί στα 13,3 δισ. ευρώ ή στο 6,6% του ΑΕΠ το 2012, από 19,4 δισ. ευρώ ή 9,0% του ΑΕΠ το 2011.
  • Το πρωτογενές έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2012, χωρίς νέα – εκτός Προϋπολογισμού – μέτρα, θα διαμορφωθεί στα 2,8 δισ. ευρώ ή στο 1,4% του ΑΕΠ, έναντι 4,5 δισ. ευρώ ή 2,1% του ΑΕΠ το 2011.
  • Οι συνολικές δαπάνες του Τακτικού Προϋπολογισμού το 2012 θα είναι μειωμένες κατά 12% σε σχέση με το 2011.
  • Το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2013 με τις απαιτούμενες, υπό διαπραγμάτευση, παρεμβάσεις δημοσιονομικής προσαρμογής συνολικού ύψους, επί του παρόντος, ίσου με ότι προβλέπεται στο Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, προβλέπεται να περιορισθεί ακόμη περισσότερο, στα 8 δισ. ευρώ ή στο 4,2% του ΑΕΠ.
  • Επίσης το 2013 η χώρα, παρά την παρατεταμένη ύφεση της οικονομίας, αναμένεται να έχει πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2,2 δισ. ευρώ ή 1,1% του ΑΕΠ.
  • Οι συνολικές δαπάνες του Τακτικού Προϋπολογισμού προβλέπεται να διαμορφωθούν σε 56,6 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση 8,5% σε σχέση με τις αντίστοιχες εκτιμήσεις για το 2012.
  • Ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αναμένεται να αποπληρωθούν στο σύνολό τους την περίοδο 2012-2013, μέσα από τις δόσεις του δανείου, όπως προβλέπεται και στο Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Υπάρχουν ήδη κάποια θετικά δείγματα γραφής της Κυβέρνησης Εθνικής Ευθύνης που συμβάλλουν στη σταθεροποίηση της κατάστασης και στην επίτευξη των στόχων.

Δείγματα γραφής που είναι συγκεκριμένα και αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας.

Ειδικότερα, σ’ αυτά περιλαμβάνονται:

  • Η ποσοτική και ποιοτική βελτίωση του «κεφαλαίου αξιοπιστίας» της χώρας ως αποτέλεσμα συγκροτημένων, μεθοδικών και αποτελεσματικών κινήσεων της Κυβέρνησης. Βελτίωση της αξιοπιστίας που καθίσταται σαφής τόσο από τις δηλώσεις των εταίρων μας, όσο και από την πρόσφατη επίσκεψη της Γερμανίδας Καγκελαρίου στη χώρα μας.
  • Η πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού του τρέχοντος έτους που κρίνεται ικανοποιητική, παρά την ύφεση.
  • Η αξιοσημείωτη μείωση στα spreads των Ελληνικών ομολόγων.
  • Η αποκλιμάκωση του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή στο 0,9% το Σεπτέμβριο (ο εναρμονισμένος ΔΤΚ στο 0,3%), που είναι το χαμηλότερο επίπεδο πληθωρισμού από τον Οκτώβριο του 2009.
  • Η αλλαγή του επενδυτικού κλίματος στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
  • Η χθεσινή έκδοση εξάμηνων εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου με επιτόκιο στο 4,46%, το οποίο είναι το χαμηλότερο από τις αρχές του 2010.
  • Η βελτίωση στο εξωτερικό ισοζύγιο και η άνοδος των εξαγωγών.
  • Η σταδιακή επιστροφή καταθέσεων, αν και μέρος αυτών διοχετεύεται στην κάλυψη φορολογικών υποχρεώσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αλλά και επενδυτών, καθώς αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη στην Ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας.
  • Η προώθηση μιας σειράς αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της περιουσίας της Δημοσίου (π.χ. διαγωνισμός για IBC κ.α.).
  • Η δημιουργία νέων ισχυρών τραπεζικών ομίλων με μεγέθη ικανά να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις όχι μόνο του εθνικού αλλά και του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος.

Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι η Κυβέρνηση δίνει δείγματα ότι η χώρα περνά από τη σφαίρα των λόγων και των προθέσεων στο πεδίο των δύσκολων, αλλά αναγκαίων, αποφάσεων και πράξεων.

Δείχνει ότι υπάρχει η βούληση για να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις και να τεθούν οι στέρεες βάσεις για να βγει η οικονομία από την ανατροφοδοτούμενη κρίση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Χρησιμοποιώ τον όρο «ανατροφοδοτούμενη», διότι αποτελεί βασική μου πεποίθηση, όπως και θεμελιώδη θέση της Κυβέρνησης, ότι η δημοσιονομική προσαρμογή, αν και αναγκαία, δεν είναι από μόνη της ικανή συνθήκη για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Η αποτελεσματικότητα, συνεπώς, της προσπάθειας δημοσιονομικής εξυγίανσης, προσαρμογής και πειθαρχίας θα καθοριστεί τόσο από τη σύζευξή της με πολιτικές για την ανάσχεση της ύφεσης, όσο και από την υλοποίηση γενναίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Παράλληλα δηλαδή με τη συρρίκνωση της διαρθρωτικής διάστασης του δημοσιονομικού ελλείμματος πρέπει να αντιμετωπίσουμε και την κυκλική διάσταση, ώστε να καταστεί αποτελεσματική η προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής και να πιάσουν τόπο οι θυσίες των πολιτών.

Προς την κατεύθυνση αυτή, βασική επιδίωξη της Κυβέρνησης, λαμβανομένου υπόψη του ασφυκτικού πλαισίου κατά την τρέχουσα συγκυρία, είναι η θετική έκθεση αξιολόγησης από τους εταίρους μας που θα αποδεσμεύσει τις επόμενες δόσεις του δανείου.

Δόσεις οι οποίες θα επιτρέψουν στο Δημόσιο να αποπληρώσει μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τον ιδιωτικό τομέα, να τονώσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία, να συμβάλλει στην ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και να ενισχύσει τα ταμειακά διαθέσιμα.

Μετέπειτα, αφού αποκατασταθούν οι ζωτικής σημασίας στην παρούσα φάση χρηματοδοτικές ροές του προγράμματος στήριξης, η οικονομική πολιτική θα είναι σε θέση να αξιοποιήσει αποτελεσματικά συγκεκριμένα μέτρα και πολιτικές τόσο για την ανάσχεση των έντονων υφεσιακών πιέσεων, όσο και για την τόνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Σ’ αυτό το πλαίσιο οι βασικές προτεραιότητες της Κυβέρνησης είναι δύο:

  • Ο εμπλουτισμός της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής με μέτρα και δράσεις που στοχεύουν στην άμεση επανεκκίνηση της οικονομίας. Πρόσθετων πολιτικών με στόχο την ανάσχεση της ύφεσης, την ανάκαμψη της οικονομίας και την αντιστροφή της ανοδικής πορείας της ανεργίας.
  • Και η επιτάχυνση της υλοποίησης και η προώθηση μιας σειράς λιμναζουσών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και αποκρατικοποιήσεων που τα τελευταία χρόνια δεν βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, αλλά τις έχει μεγάλη ανάγκη η Ελλάδα.

Διότι, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι, είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαίες οι τολμηρές διαρθρωτικές αλλαγές και η άρση των στρεβλώσεων στη λειτουργία της πραγματικής οικονομίας.

Όπως είναι εξίσου αναγκαίες η προσέλκυση επενδύσεων και η ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης της Ελλάδας.

Άλλωστε, οι μόνιμες διαρθρωτικές βελτιώσεις σε συνδυασμό με ένα φιλικότερο επενδυτικό περιβάλλον θα συμβάλλουν και στην καλύτερη επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων μας, μέσω της ανάκαμψης τόσο των δημοσίων εσόδων, όσο και αυτών των ασφαλιστικών ταμείων.

Μπορούν, επίσης, να επιφέρουν άμεσο κοινωνικό όφελος μέσω νέων θέσεων εργασίας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το προαναφερθέντα δεδομένα, οι εκτιμήσεις και οι πολιτικές που εμπεριέχονται στο υπό συζήτηση Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, μας επιβάλλουν να κρατήσουμε γερά, χωρίς ταλάντευση, το τιμόνι του σκάφους για να πάρουμε τη δύσκολη στροφή.

Να αντιμετωπίσουμε αυτή την πολύ δύσκολη καμπή με αποφασιστικότητα και ακλόνητη προσήλωση στην εθνική προσπάθεια.

Η εθνική προσπάθεια κατ’ ανάγκην θα ενσωματώνει όρους των εταίρων, αλλά θα εμπεριέχει και τη σταθερή βούλησή μας η χώρα να αξιοποιεί τα δικά της αποτελέσματα αλλά και τις ευκαιρίες που φαίνεται να δημιουργούνται στο Ευρωπαϊκό περιβάλλον.

Να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες ώστε, εν πορεία, να τροποποιήσει, σε συνεργασία με τους εταίρους, όρους του Προγράμματος προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσης των πιέσεων.
Μόνο έτσι η Ελληνική οικονομία θα καταφέρει να εισέλθει το συντομότερο δυνατόν στον ενάρετο κύκλο της δημοσιονομικής σταθερότητας και της ανάπτυξης και θα είναι σε θέση μεσο-μακροπρόθεσμα να διαμορφώσει όρους αξιοπρέπειας και ευημερίας για όλους τους Έλληνες πολίτες.

Για να καταφέρει η Ελλάδα να αξιοποιήσει τις πολιτικές επανεκκίνησης της οικονομίας και να υλοποιήσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις χρειάζεται «ανάσες» και χρόνο, έχοντας καταδείξει πλέον έμπρακτα την προσήλωσή της στις δεσμεύσεις της και τον διαχρονικό Ευρωπαϊκό της προσανατολισμό.

Πρόκειται για μια πραγματικότητα που πρέπει όλοι, εντός και εκτός χώρας, να συνειδητοποιήσουμε, να αποδεχτούμε και να ενσωματώσουμε στις προσπάθειες που καταβάλλονται για την έξοδο της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, από την κρίση.