Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα σε απάντηση Επίκαιρης Ερώτησης του Βουλευτή...

Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα σε απάντηση Επίκαιρης Ερώτησης του Βουλευτή Ν. Καραθανασόπουλου για την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος – 02.08.2012

Πρωτολογία

Κύριε Συνάδελφε,

Είναι γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Σήμερα όμως το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, εξαιτίας κυρίως της βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης και της αναδιάρθρωσης του χρέους, βρίσκεται αντιμέτωπο με πολλές, μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Αυτές έχουν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Αυτή η εικόνα επιτάσσει την ανάγκη συνετής και διορατικής διαχείρισης της κατάστασης, τόσο από τα πιστωτικά ιδρύματα, όσο και από την Πολιτεία με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Κύριε Συνάδελφε,

Λόγω χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων, συνεχιζόμενων κακών επιδόσεων αλλά και της δραματικής επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών, στις 27 Ιουλίου, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής και προ της παρέλευσης σχετικής προθεσμίας που είχε τεθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με δυσμενείς συνέπειες για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τους εργαζομένους της Τράπεζας, η Τράπεζα της Ελλάδος εφάρμοσε μέτρα εξυγίανσης στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος.

Συγκεκριμένα, κατ’ εφαρμογή διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, και κατόπιν διερεύνησης του ενδιαφέροντος εγχώριων και ξένων τραπεζών, η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε στη μεταβίβαση του υγιούς τμήματος της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Τράπεζα Πειραιώς, μετά από σχετική πρόταση της τελευταίας.

Κύριε Συνάδελφε,

Με την λύση που δρομολογήθηκε, διασφαλίζονται στο ακέραιο οι καταθέσεις του συνόλου των πελατών της Αγροτικής Τράπεζας και η ομαλή συνέχιση των εργασιών της.

Ενώ, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Τράπεζας Πειραιώς, εξασφαλίζονται και οι θέσεις απασχόλησης.

Αναφορικά με το ζήτημα των θυγατρικών εταιρειών, όσες δεν θα μεταβιβαστούν στην Τράπεζα Πειραιώς θα αξιοποιηθούν από το Δημόσιο ως περιουσιακό του στοιχείο, μέσω του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ).

Γνωρίζετε άλλωστε, ότι η Αγροτική Τράπεζα υλοποιούσε ήδη πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, σε συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις της από τη συμμετοχή της στο 1ο μέτρο του Ν. 3723/2008. Σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζει η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε όλες τις τράπεζες που λαμβάνουν κρατική ενίσχυση, οι τράπεζες για τις οποίες το σύνολο της ενίσχυσης υπερβαίνει το 2% των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού, όπως στην περίπτωση της Αγροτικής Τράπεζας, υποχρεούνται να υποβάλλουν σχέδιο αναδιάρθρωσης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στο εν λόγω υποβληθέν και εγκεκριμένο από την ΕΚΤ, το ΔΝΤ και την ΕΕ πρόγραμμα, προβλέπονταν ρητά η απεμπλοκή της Αγροτικής Τράπεζας από όλες τις συμμετοχές της που δεν ανήκουν στον χρηματοπιστωτικό τομέα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι εταιρείες ΕΒΖ, ΣΕΚΑΠ και ΔΩΔΩΝΗ.

Στο πλαίσιο των δεσμεύσεων αυτών, η Αγροτική Τράπεζα προκήρυξε διαγωνισμό για την πώληση των συμμετοχών της στις παραπάνω εταιρείες. Ο διαγωνισμός για την ΣΕΚΑΠ απέβη άγονος και θα πρέπει να επανεκτιμηθεί η κατάσταση, ενώ αυτοί για την ΕΒΖ και την ΔΩΔΩΝΗ βρίσκονται σε διαδικασία αξιολόγησης των προσφορών.

Σχετικά με το ζήτημα των δανείων με ενέχυρο αγροτική γη, για τα μη ενήμερα δάνεια, που δεν θα μεταβιβαστούν στην Τράπεζα Πειραιώς, θα υπάρξει σύντομα ειδική νομοθετική πρωτοβουλία.

Για τα ενήμερα δάνεια, σύμφωνα με τα ισχύοντα, οι υποθήκες αποτελούν παρεπόμενα διασφαλιστικά δικαιώματα των δανείων που ακολουθούν τα δάνεια ανεξαρτήτως της νομικής μορφής του φορέα.

Δευτερολογία 

Κύριε Συνάδελφε,

Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος είχε συσσωρεύσει χρόνια δομικά προβλήματα χαμηλής παραγωγικότητας, παρουσίαζε βασικές ελλείψεις στην οργανωτική και λειτουργική διάρθρωσή της, ενσωμάτωνε κακής ποιότητας στοιχεία ενεργητικού λόγω σημαντικών αδυναμιών στο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων και εμφάνιζε κεφαλαιακή ανεπάρκεια, παρά τις συνεχείς «ενέσεις» κεφαλαίων από το Ελληνικό Δημόσιο.

Εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν σημαντικά υποκεφαλαιοποιημένη και δεν υπήρχε προοπτική ο βασικός μέτοχός της, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο, να την ανακεφαλαιοποιήσει λόγω έλλειψης πόρων, θα έπρεπε, σύμφωνα με σχετικές απόφάσεις της ΕΚΤ, να εφαρμοστούν μέτρα εξυγίανσης το αργότερο μέχρι τέλος Ιουλίου, αφού, εν τω μεταξύ, είχαν δοθεί δύο παρατάσεις στη σχετική προθεσμία. Μια τρίτη παράταση δεν θα ήταν εφικτή, καθώς η συνεχιζόμενη παροχή έκτακτης ρευστότητας σε υποκεφαλαιοποιημένη τράπεζα συνιστά νομισματική χρηματοδότηση και συνεπώς παραβίαση του Άρθρου 123 της Συνθήκης.

Παρά την αρχική άποψη ορισμένων εκπροσώπων της Τρόικα για οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Τράπεζας, τελικά για λόγους συστημικής ευστάθειας αλλά και κόστους αποφεύχθηκε η ακραία λύση και εξευρέθηκε άλλη, προσφορότερη, οδός.

Έτσι, για ένα διάστημα η Τράπεζα αφέθηκε να ακολουθήσει πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, που ούτως ή άλλως έπρεπε να ακολουθήσει, όπως ήδη ανέφερα, βάσει των υποχρεώσεων που προέκυψαν από τη χρηματοδότηση που έλαβε μέσω του Ν. 3723/2008.

Όμως, η μεγάλη αύξηση στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και φυσικά η σημαντική αρνητική επίπτωση από το PSI, κατέστησαν την κατάσταση μη αναστρέψιμη. Είναι ενδεικτικό ότι καθόλη τη διάρκεια του 2011 τα ίδια κεφάλαιά της υπολείπονταν των απαιτήσεων για κάλυψη του ελάχιστου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας (8%), ενώ από τις 31.12.2011 διαμορφώθηκαν σε αρνητικό επίπεδο, πλησίον των 3 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας να διαμορφωθεί σε επίπεδο χαμηλότερο του -20%.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και τη συνολική αξιολόγηση των κεφαλαιακών αναγκών της που έγινε στο πλαίσιο του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, όπως άλλωστε έγινε για όλες τις τράπεζες, θα απαιτούνταν ποσό ύψους περίπου 5 δισ. ευρώ για την επόμενη διετία. Άμεσα μάλιστα, θα απαιτούνταν 4 δισ. ευρώ προκειμένου να αποκατασταθεί ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας στο εποπτικό όριο του 8%. Πρέπει να σημειωθεί ότι την αναγκαιότητα αυτή δεν απέτρεψαν ούτε οι δύο κεφαλαιακές ενισχύσεις ύψους 1,55 δισ. ευρώ στις οποίες προέβη το Ελληνικό Δημόσιο το 2011.

Σύμφωνα με το 2ο Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, ως αποτέλεσμα των παραπάνω δυσμενών εξελίξεων, ανελήφθη η ρητή υποχρέωση για τη διενέργεια ειδικής μελέτης για την Αγροτική Τράπεζα με σκοπό την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων και την παρουσίαση του συγκριτικού κόστους καθώς και άλλων πτυχών κάθε εναλλακτικής λύσης.

Σύμφωνα με την μελέτη, εξετάσθηκαν τέσσερα εναλλακτικά σενάρια:

1ο.    Ανακεφαλαιοποίηση και ριζική αναδιάρθρωση της Τράπεζας, πέραν του μέχρι πρότινος εφαρμοζόμενου σχεδίου.

2ο.    Αναδιάρθρωση υπό καθεστώς μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, με στόχο την πώλησή του σε σύντομο χρονικό διάστημα.

3ο.    Μεταβίβαση των υγιών στοιχείων της Τράπεζας σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα.

4ο.    Κλείσιμο και εκκαθάριση της Τράπεζας.

Επισημαίνεται ότι η ανακεφαλαιοποίηση κρατικής τράπεζας μέσω κεφαλαίων του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δεν μπορεί να γίνει, σύμφωνα με τις προβλέψεις της 5ης Επικαιροποίησης του Μνημονίου (Δεκ-2011).

Σύμφωνα με το Ν. 4021/2011, ο οποίος συμπλήρωσε το Ν. 3601/2007, προβλέπονται δύο εναλλακτικά μέτρα εξυγίανσης:

  • Η εντολή μεταβίβασης, κατά την οποία η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο ανάδοχο πιστωτικό ίδρυμα.
  • Η ίδρυση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, για την οποία αποφασίζει ο Υπουργός Οικονομικών μετά από σχετική εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Η επιλογή της μεταβίβασης στην περίπτωση της Αγροτικής Τράπεζας προκρίθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος καθότι:

  • Ενέχει το μικρότερο τελικό κόστος, λαμβάνοντας υπόψη τα εκτιμώμενα ποσά ανάκτησης μέσω της εκκαθάρισης, τη δυνατότητα μελλοντικής κερδοφορίας μέσω αναδιάρθρωσης και το γεγονός ότι συντρέχει χαμηλότερος κίνδυνος επιπρόσθετων αναγκών ανακεφαλαιοποίησης στο μέλλον.
  • Δεν απαιτεί μείωση προσωπικού και δραστική συρρίκνωση δικτύου, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση ανακεφαλαιοποίησης με τη δημιουργία μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος.
  • Αποτελεί μόνιμη λύση σε σχέση με την ίδρυση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, οπότε και θα έπρεπε να βρεθεί αγοραστής σε σύντομο χρονικό διάστημα.
  • Επιταχύνει την προσαρμογή της εταιρικής κουλτούρας για την εξάλειψη προβλημάτων και δυσλειτουργιών.

Συνεπώς, προτιμήθηκε η λύση, αφού δεν εκφράστηκε ενδιαφέρον από άλλες εγχώριες και ξένες τράπεζες, η οποία, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, διασφαλίζει τη συστημική ευστάθεια, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τις καταθέσεις των πολιτών και τις θέσεις απασχόλησης των εργαζομένων.