Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη Συζήτηση του Σχεδίου Νόμου “Κύρωση Πράξης Νομοθετικού...

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη Συζήτηση του Σχεδίου Νόμου “Κύρωση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου – Ρύθμιση θεμάτων χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα” (30.11.2011)

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Κυρώνουμε σήμερα την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με αντικείμενο τη ρύθμιση της παροχής εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς την Τράπεζα της Ελλάδος για κάλυψη πιστώσεων σε τράπεζες που αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας.

Με τη χορήγηση επιπλέον εγγυήσεων ύψους 60 δισ. ευρώ.

Έναντι 30 δισ. ευρώ που όριζε, αρχικά, η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, και 15 δισ. ευρώ που ήταν η αρχική πρόβλεψη.

Η Κύρωση, που τροποποιεί την τελευταία απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, κρίνεται αναγκαία λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις διεθνείς χρηματοοικονομικές συνθήκες όσο και τις συνθήκες λειτουργίας του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Τραπεζικό σύστημα το οποίο, εξαιτίας, κυρίως, της ανεπάρκειας της προηγούμενης Κυβέρνησης και της βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης της Οικονομίας, βρίσκεται αντιμέτωπο με πολλές, μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απορρέουν:

1ον. Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, με την ύφεση να εκτιμάται ότι θα υπερβαίνει σωρευτικά το 15% την περίοδο 2009-2012, ενώ δεν αναμένεται ανάκαμψη πριν από το 2013.

Οικονομία που εκτιμάται ότι θα βρίσκεται τουλάχιστον για 5 συνεχόμενα χρόνια σε ύφεση.

2ον. Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών, αποτέλεσμα των αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας.

3ον. Από τον αποκλεισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.

4ον. Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων, καθώς μια σειρά από στοιχεία δείχνουν ότι πλέον δημιουργούνται συνθήκες «πιστωτικής ασφυξίας», όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρωζώνη.

5ον. Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων εξαιτίας της βίαιης, απότομης και μεγάλης επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αλλά και σφαλμάτων στο σκέλος των χορηγήσεων των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων.

6ον. Από την έντονη και συνεχή εκροή των καταθέσεων, λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας, των παλινωδιών της προηγούμενης Κυβέρνησης και της ανάγκης κάλυψης, από μέρους νοικοκυριών και επιχειρήσεων, καταναλωτικών ή λειτουργικών αναγκών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από την αρχή του έτους, οι καταθέσεις έχουν υποχωρήσει κατά 33 δισ. ευρώ (ή περίπου 15%).

Ενώ η υποχώρηση από τις αρχές του 2010, όταν ξέσπασε η κρίση χρέους στη χώρα μας, διαμορφώθηκε στα 62 δισ. ευρώ (ή περίπου 25%).

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Όλες αυτές οι προκλήσεις έχουν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Όπως προκύπτει και από σχετικές δημοσιευμένες εκτιμήσεις, οι ελληνικές τράπεζες, το Σεπτέμβριο, άντλησαν από τον Μηχανισμό Παροχής Έκτακτης Ρευστότητας (ELA) 26,7 δισ. ευρώ.

Ανεβάζοντας σήμερα, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τη συνολική χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα (δηλαδή ELA και ANFA) στα 41 δισ. ευρώ.

Ενώ, ένα μήνα πριν, τον Αύγουστο, ο ίδιος μηχανισμός (ELA) είχε ενισχύσει τις ελληνικές τράπεζες με 6,6 δισ. ευρώ.

Ενώ η χρηματοδότηση της ΕΚΤ προς τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα υποχώρησε στα 77,8 δισ. ευρώ στα τέλη Σεπτεμβρίου, από 93,1 δισ. ευρώ τον Αύγουστο.

Η απεξάρτηση αυτή οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στο γεγονός ότι αρκετοί τίτλοι που προσφέρουν οι ελληνικές τράπεζες ως εγγύηση για την ρευστότητα, δεν γίνονται αποδεκτοί από την ΕΚΤ.

Και όλα αυτά εν αναμονή και της αποτίμησης των ζημιών που θα υποστούν οι τράπεζες από τη συμμετοχή τους στην αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους, αλλά και του διαγνωστικού ελέγχου που πραγματοποιείται στα δανειακά χαρτοφυλάκιά τους από την εταιρεία BlackRock.

Έλεγχος, τη χρονική στιγμή που νοικοκυριά και επιχειρήσεις, εξαιτίας της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής, «πνίγονται» από έλλειψη ρευστότητας και αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους.

Αυτή η εικόνα, επιτάσσει την ανάγκη συνετής και διορατικής διαχείρισης της κατάστασης, τόσο από τα πιστωτικά ιδρύματα, όσο και από την Πολιτεία με στόχο τη διατήρηση της ευρωστίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Πιστωτικά ιδρύματα τα οποία οφείλουν να διαχειρισθούν αποτελεσματικά τη φύση και το ύψος των κινδύνων που αναλαμβάνουν, να ενισχύσουν, ποιοτικά και ποσοτικά, την κεφαλαιακή τους επάρκεια και να συγκρατήσουν τα λειτουργικά τους έξοδα, χωρίς εκτεταμένη απομόχλευση.

Και Πολιτεία η οποία, όπως σταθερά και διαχρονικά υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία, οφείλει να ενισχύσει τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, τόσο σε όρους κεφαλαιακής επάρκειας όσο και σε όρους ρευστότητας, ώστε αυτό να διαδραματίζει επιτυχώς τον οικονομικό και κοινωνικό του ρόλο.

Κάτι τέτοιο ξεκίνησε το 2008, παρά τη σφοδρή αντίδραση της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Με τη χρήση 23 δισ. ευρώ για την ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών και 5 δισ. ευρώ για την κεφαλαιακή τους ενίσχυση.

Και συνεχίστηκε, από την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με τη χορήγηση επιπλέον υποστήριξης προς το τραπεζικό σύστημα, με αποτέλεσμα αυτή σήμερα να ανέρχεται συνολικά στα 155 δισ. ευρώ, εκ των οποίων έχουν ενεργοποιηθεί κάτι περισσότερο από 106 δισ. ευρώ.

Βέβαια, το ζητούμενο σήμερα είναι να αποφευχθεί η πιστωτική ασφυξία και να διασφαλισθεί η ροή πιστώσεων στην πραγματική οικονομία, στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.

Να τονωθεί η παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, συμβάλλοντας στην ανάταξη της Ελληνικής Οικονομίας.

Και παράλληλα να αποφευχθεί ο αφελληνισμός του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Καθώς και η επιστροφή του σε λογικές και πρακτικές που ακολουθούνταν μέχρι πριν από δύο δεκαετίες.

Όταν και ξεκίνησαν οι συστηματικές προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό του τραπεζικού συστήματος, κυρίως μέσω της θεσμικής απελευθέρωσής του και της μεταβολής στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των τραπεζών.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Αναφορικά με την επικαιρότητα των ημερών, είναι θετικό το γεγονός ότι το Eurogroup, κατά τη χθεσινή του συνεδρίαση, αποφάσισε την εκταμίευση της 6ης Δόσης του υπάρχοντος προγράμματος στήριξης της Ελλάδας.

Υπήρξε άρση της εμπλοκής, υπέρβαση των υπαρκτών, αλλά και των τεχνητών, αδιεξόδων που δημιουργήθηκαν μετά την πρωτοβουλία του κ. Παπανδρέου για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.

Έτσι, από τότε μέχρι σήμερα, δόθηκε λύση στο πρόβλημα της ακυβερνησίας της χώρας, ολοκληρώνονται οι διαδικασίες για την εκταμίευση της 6ης δόσης, ξεκίνησαν οι απαραίτητες ενέργειες για την εφαρμογή της Συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου και δημιουργείται κλίμα ομαλότητας στο εσωτερικό ώστε η χώρα να οδηγηθεί, κατά τα συμφωνηθέντα, στη λαϊκή ετυμηγορία.

Στην κατεύθυνση αυτή το Eurogroup αποφάσισε να προωθηθεί, με τον ταχύτερο δυνατό ρυθμό, η διαπραγμάτευση για το νέο Πρόγραμμα και το PSI, με στόχο οι σχετικές διαδικασίες να έχουν ολοκληρωθεί τον Ιανουάριο, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, όπως προβλέπει τόσο η Ευρωπαϊκή Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου όσο και η απόφαση που ελήφθη μετά τη συνάντηση των εκπροσώπων των 2 μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων στις 6 Νοεμβρίου.

Ευρωπαϊκή Απόφαση η οποία κατέστη αναπόφευκτη αφού, όπως καταδεικνύει και η Έκθεση των εταίρων, το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο.

Έκθεση που αποτυπώνει την ολιγωρία, την αναβλητικότητα, την ασυνέπεια, την ανεπάρκεια της προηγούμενης Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Έκθεση που αποδεικνύει ότι τα απανωτά, μέχρι σήμερα, «σχέδια σωτηρίας» της χώρας απέτυχαν.

Τώρα είναι σε όλους σαφές ότι η ύφεση είναι βαθιά και χρονικά μακρά.

Αποκρατικοποιήσεις δεν έγιναν.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος και στη λειτουργία των αγορών δεν υλοποιούνται.

Και έτσι, παρά τη συνεχή αφαίμαξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, οι δημοσιονομικοί στόχοι δεν επιτυγχάνονται.

Να προσθέσω απλώς ότι η πρόσφατη Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος αξιολογεί την πρόσφατη ευρωπαϊκή απόφαση χρησιμοποιώντας την ίδια ακριβώς λέξη: τη χαρακτηρίζει «αναπόφευκτη».

Με αυτά τα δεδομένα, η Νέα Δημοκρατία, το τελευταίο χρονικό διάστημα, επανέλαβε την προσήλωσή της στην επίτευξη των αναγκαίων και συμφωνημένων στόχων της δημοσιονομικής προσαρμογής και στην πραγματοποίηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Και επανέλαβε τη θέση του για την αναγκαιότητα τροποποίησης συγκεκριμένων πολιτικών που έχουν αποδειχθεί λανθασμένες και βεβαίως τη συμπλήρωσή τους με πολιτικές που θα πυροδοτήσουν την επανεκκίνηση της οικονομίας και την αναπτυξιακή διαδικασία.

Σε καμιά περίπτωση, ως Νέα Δημοκρατία,  «δεν θα παίξουμε» με την προοπτική, την πορεία, τη δημιουργική συμμετοχή της πατρίδας μας στη νέα ευρωπαϊκή και παγκόσμια αρχιτεκτονική που εκτιμώ ότι έχει ήδη ξεκινήσει.

Είναι μία κρίσιμη περίοδος κατά την οποία, οι ηγεσίες των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεσμικών οργάνων της, αλλά και οι Ευρωπαίοι πολίτες θα πρέπει να υπηρετήσουμε τα πολύ μεγάλα που μας ενώνουν.

Να οργανώσουμε φυγή προς τα εμπρός για «περισσότερη Ευρώπη», με αλληλεγγύη και συνοχή.

Και να μην συνθλιβούμε κάτω από το βάρος της οικονομικής και θεσμικής κρίσης, τους εθνικούς εγωϊσμούς και νοοτροπίες του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν».