Ερώτηση σχετικά με φορολόγηση ιατρών συμβεβλημένων με το Δημόσιο Τομέα

Ερώτηση σχετικά με φορολόγηση ιατρών συμβεβλημένων με το Δημόσιο Τομέα

Σύμφωνα με την παράγραφο 10 του άρθρου 6 της εγκυκλίου ΠΟΛ 1135/2010, η οποία αναφέρεται στον Νόμο 3842/2010, από 1.1.2011, μεταβάλλεται ο χρόνος απόκτησης και φορολόγησης του εισοδήματος από ελευθέριο επάγγελμα. Ως τέτοιος ορίζεται πλέον ο χρόνος κατά τον οποίο παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες από τον ελεύθερο επαγγελματία και όχι ο χρόνος είσπραξης της αμοιβής, που ίσχυε με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις. Κατ’εξαίρεση, για τους ελεύθερους επαγγελματίες που παρέχουν υπηρεσίες στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ,  χρόνος κτήσης του εισοδήματος από τις υπηρεσίες στα Πρόσωπα αυτά θεωρείται ο χρόνος είσπραξης του. Ωστόσο, εξαιτίας των εν λόγω νομοθετικών ρυθμίσεων, έχει δημιουργηθεί μια φορολογική κατάσταση,  που επηρεάζει όλους τους επαγγελματίες που είναι συμβεβλημένοι με το κράτος και φυσικά εκείνους που δραστηριοποιούνται στον τομέα των υπηρεσιών υγείας.

Οι ιατροί που είναι συμβεβλημένοι με τα ασφαλιστικά ταμεία συγκεκριμένων επαγγελματικών φορέων, παρότι εκδίδουν Αποδείξεις Παροχής Υπηρεσιών προς τους ασφαλισμένους ασθενείς τους, αδυνατούν να εισπράξουν την αμοιβή τους από τα προαναφερθέντα ασφαλιστικά ταμεία, λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζουν. Σε πολλές περιπτώσεις,  οι οφειλές  των ταμείων προς τους ιδιώτες ιατρούς αφορούν υπηρεσίες που παρασχέθηκαν ακόμα και πριν από ένα χρόνο.  Επίσης, σύμφωνα με τον Νόμο, σε περίπτωση που εισπράξουν, συγκεντρωτικά, τις οφειλές προηγούμενων ασφαλιστικών ετών, θα υποστούν, συνολικά, υψηλότερη φορολογία από ότι εάν φορολογούνταν ανά έτος.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω συνθηκών, αρκετοί ιδιώτες ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Μάλιστα προ λίγων ημερών, ιατροί σε αρκετές Περιφέρειες της χώρας προχώρησαν σε επίσχεση των συμβάσεων τους με τον Οργανισμό Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.), απαιτώντας πλέον την παροχή υπηρεσιών από μέρους τους, κατόπιν αμοιβής, από τον, έως πρόσφατα, ασφαλισμένο πολίτη.

Κατόπιν τούτων,

ΕΡΩΤΩΝΤΑΙ

ο κ.κ. Υπουργοί:

Πώς προτίθενται τα αρμόδια Υπουργεία να αντιμετωπίσουν την προαναφερθείσα κατάσταση;