Ομιλία στην παρουσίαση των βιβλίων των Πάνου Καζάκου «Μετά το Μνημόνιο» και...

Ομιλία στην παρουσίαση των βιβλίων των Πάνου Καζάκου «Μετά το Μνημόνιο» και Παναγιώτη Λιαργκόβα & Σπύρου Ρεπούση «Κρίση, δανεισμός και χρεοκοπία»

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους Συγγραφείς του Βιβλίου και τις Εκδόσεις Παπαζήση για την πολύ τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυναν, να παρουσιάσω, μαζί με άλλους εκλεκτούς καλεσμένους, Συναδέλφους μου από τον πανεπιστημιακό χώρο και το πεδίο της πολιτικής, τα εξαιρετικά βιβλία τους.

Για εμένα, η αποδοχή αυτής της πρόσκλησης ήταν πρόκληση και ευκαιρία.

Πρόκληση, προκειμένου να αντλήσω σκέψεις και προτάσεις για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της οικονομικής πολιτικής.

Ευκαιρία, να δω συγκεντρωμένη και εστιασμένη, σε ένα εγχειρίδιο, την ελληνική και διεθνή εμπειρία σε ζητήματα κρίσεων, δανεισμού και χρεοκοπίας.

Σήμερα, αισθάνομαι δικαιωμένος γι’ αυτή την επιλογή.

Και αυτό γιατί, και τα δύο βιβλία αποτελούν εφαλτήριο για γόνιμη σκέψη και θρυαλλίδα για προβληματισμό.

Θα μου επιτρέψετε, στο πλαίσιο και της δικής μου συμβολής στη σημερινή παρουσίαση, να μοιραστώ μαζί σας ορισμένες σκέψεις που αναδύονται από το περιεχόμενο των βιβλίων.

Και θα τις αναπτύξω, θέτοντας τα αντίστοιχα, σχετικά, ερωτήματα, με χρονολογική σειρά.

1η Σκέψη: Η σημερινή κρίση στην Ελλάδα είναι διεθνής ή εγχώρια;

Πρόσφατα, προχθές, ο κ. Πρωθυπουργός είπε ότι η κρίση είναι ευρωπαϊκή και όχι ελληνική.

Βέβαια ο ίδιος, ως Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, σταθερά υποστήριζε το αντίστροφο: ότι η κρίση είναι εγχώρια και όχι διεθνής.

Μάλλον όμως και αυτό ήταν ένα από «τα ατελείωτα παραδείγματα αντιπολιτευτικής ανευθυνότητας», στα οποία αναφέρεται ο Καθηγητής κ. Καζάκος στο βιβλίο του.

Κατά την άποψή μου, η διεθνής κρίση διέλυσε χρόνιες ψευδαισθήσεις και υποκριτικές συμπεριφορές για την πραγματική κατάσταση της χώρας και της Οικονομίας της.

Η Ελληνική Οικονομία έχει συσσωρευμένες, από χρόνια, δομικές αδυναμίες, υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, υψηλό και με αυξητική δυναμική δημόσιο χρέος, πρόβλημα σύγχρονου και βιώσιμου αναπτυξιακού προτύπου.

Με υπερβάλλουσα ζήτηση από τη μία και κακή χρήση των πόρων από την πλευρά της προσφοράς.

Ορθώς, συνεπώς, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι «είναι πρωτίστως ενδογενείς οι παράγοντες που καθόρισαν τη στρεβλή δυναμική του συστήματος».

«Και η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση που ακολούθησε, βρήκε την Ελλάδα χωρίς συστοιχίες αντιστάθμισης».

Όμως, σε αυτό το σημείο πρέπει να τονισθεί ότι τα «υποκείμενα νοσήματα» της Οικονομίας δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του ’80.

Αυτή τη δεκαετία αναπτύχθηκαν έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες και ακολουθήθηκε μια επεκτατική πολιτική με αποτέλεσμα την εκρηκτική διόγκωση του δημοσίου χρέους.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σε αυτή τη δεκαετία, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο, 13% του ΑΕΠ.

Αυτά τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα οδήγησαν στην έκρηξη του δημοσίου χρέους, από το 22% του ΑΕΠ το 1980 στο 71% του ΑΕΠ το 1990.

Έτσι, ενώ στις αρχές της δεκαετίας, η Ελλάδα ήταν η λιγότερο χρεωμένη χώρα της σημερινής Ευρωζώνης, στο τέλος της, μετά από δύο υποτιμήσεις της δραχμής, μετά από μια διετία ασφυκτικής λιτότητας, και αφού η χώρα απορρόφησε τα Κοινοτικά Μεσογειακά Προγράμματα, βρέθηκε με τριπλάσιο χρέος.

Και σε αυτό δεν περιλαμβάνεται η εκρηκτική αύξηση στα χρέη των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών και των αγροτικών συνεταιρισμών.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οι εγγυήσεις του Δημοσίου για δάνεια από ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ανήλθαν το 1989 στο 32% του ΑΕΠ.

Τα επόμενα 3 χρόνια, περίπου, οι μισές – από αδυναμία εξυπηρέτησής τουςκατέπεσαν, εκτοξεύοντας το χρέος στο 110% του ΑΕΠ.

Είναι επίσης γεγονός ότι από το 1990, ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια αντιμετώπισης των ανισορροπιών και στρεβλώσεων της Ελληνικής οικονομίας.

Δεν αντιμετωπίσαμε όμως με επάρκεια το πρόβλημα που δημιουργήθηκε την προηγούμενη δεκαετία.

2η Σκέψη: Για τη σημερινή κατάσταση φταίει η διακυβέρνηση της ΝΔ;

Η πραγματικότητα δείχνει ότι, από το 2004 ως το 2007, τόσο τα δημοσιονομικά ελλείμματα, όσο και το δημόσιο χρέος μειώθηκαν σημαντικά, ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Μετά το 2008 τα ελλείμματα πράγματι διευρύνθηκαν, κυρίως ως αποτέλεσμα όμως της διεθνούς κρίσης.

Το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα των χωρών της Ευρωζώνης δεκαπλασιάστηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ 2007 και 2009. Από το 0,6% το 2007, ανέβηκε στο 6,4% το 2009.

Ενώ το μέσο χρέος των χωρών της Ευρωζώνης ανέβηκε, από το 66% του ΑΕΠ το 2007, στο 78% το 2009.

Βέβεια, η αύξηση των δαπανών του κράτους περίπου κατά 23 δισ. ευρώ την περίοδο 20042009, αν αφορούσε κατά 78% μισθούς, συντάξεις και επιχορηγήσεις ασφαλιστικών ταμείων, υπερέβη κατά πολύ τις δυνατότητες της Οικονομίας.

3η Σκέψη: Ποιές είναι οι ευθύνες της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ μέχρι να μπούμε στο Μνημόνιο;

Αρκετές από αυτές επισημαίνονται και από τους Συγγραφείς. Η Κυβέρνηση:

1ον. Συνέβαλε, με πράξεις και παραλείψεις, στη διόγκωση του ελλείμματος του 2009, αφού, άλλωστε, κυβέρνησε για το 1/4 του χρόνου.

2ον. Δεν είχε σχέδιο και αναλώθηκε σε διακηρύξεις.

3ον. Ψήφισε Προϋπολογισμό που ενσωμάτωνε μη ρεαλιστικούς στόχους.

4ον. Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης κατώτερο των περιστάσεων.

5ον. Εμφάνισε διαχειριστικές αδυναμίες και υπέπεσε σε σωρεία παλινωδιών.

6ον. Έστελνε αντιφατικά μηνύματα στις αγορές, με αποτέλεσμα ακόμη και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης να συστήσουν στα κυβερνητικά στελέχη να σιωπήσουν.

7ον. Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της.

8ον. Θριαμβολογούσε, αδικαιολόγητα, για Ευρωπαϊκές αποφάσεις.

9ον. Δεν άντλησε έγκαιρα κεφάλαια από τις αγορές.

10ον. Άργησε να πάρει τα αναγκαία μέτρα.

Ο κ. Τρισέ, όπως μας υπενθυμίζει το βιβλίο των Λιαργκόβα και Ρεπούση, τόνισε ότι η «η Ελληνική Κυβέρνηση άργησε πάρα πολύ να αναγνωρίσει την έκταση του προβλήματος και να λάβει τα αναγκαία μέτρα».

Έτσι, η Κυβέρνηση μετέτρεψε ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, κοινό στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως άλλωστε καταγράφει ο εφετινός Προϋπολογισμός, σε κρίση δανεισμού.

Με αποτέλεσμα την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης.

4η Σκέψη: Ποια είναι η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας σήμερα;

  • Η ύφεση είναι μεγάλη, πολύ βαθύτερη από τις αρχικές και πρόσφατες εκτιμήσεις.
  • Η ανεργία έχει διαμορφωθεί σε πρωτόγνωρα επίπεδα.
  • Η ψυχολογία νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχει καταρρεύσει.
  • Η αναπτυξιακή διάσταση απουσιάζει.
  • Αποκρατικοποιήσεις δεν πραγματοποιούνται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της Οικονομίας επιδεινώνεται.
  • Το κόστος δανεισμού έχει εκτοξευθεί στα ύψη.
  • Το «εσωτερικό χρέος» έχει διογκωθεί, και αυτό γιατί το κράτος, όπως ορθώς επισημαίνει ο κ. Καζάκος, μεταβιβάζει το κόστος της μη συμμόρφωσης στον ιδιωτικό τομέα με διάφορες μορφές, π.χ. στάση πληρωμών προς τους προμηθευτές, μη επιστροφή ΦΠΑ στους εξαγωγείς, πάγωμα έργων.
  • Το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί και διατηρεί τη δυναμική του.
  • Οι δημοσιονομικοί στόχοι δεν επιτυγχάνονται.

Οι Κυβερνητικές προβλέψεις και διαβεβαιώσεις διαρκώς διαψεύδονται και οι αποκλίσεις από τους στόχους διογκώνονται.

Αποκλίσεις που οδηγούν σε νέα, δυσβάσταχτα μέτρα.

Μέτρα κοινωνικά άδικα και οικονομικά αναποτελεσματικά.

Όπως αυτά που λαμβάνονται ή θα ληφθούν μέσα στο 2011, συνολικού ύψους περίπου 10% του ΑΕΠ για να μειωθεί το έλλειμμα, εάν μειωθεί, μόλις κατά 2% του ΑΕΠ.

Οικονομική αποτελεσματικότητα, για να χρησιμοποιήσω έκφραση που επαναλαμβάνεται συχνά στο βιβλίο του κ. Καζάκου, μόλις 20%.

Και όλα αυτά γιατί έχει αποτύχει η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική.

Τόσο στην έμπνευση όσο και στην εκτέλεσή της.

Τόσο στη επίτευξη της αναγκαίας δημοσιονομικής προσαρμογής, όπου ο ρυθμός συμμόρφωσης όπως αναφέρουν και οι Συγγραφείς είναι μεγαλύτερος, όσο και στην υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών.

5η Σκέψη: Πως αξιολογείτε την κατάσταση από εδώ και μπρος;

Θα μου επιτρέψετε να μείνω στην τελευταία Έκθεση των Εταίρων στην οποία αποδεικνύεται ότι τα απανωτά «σχέδια σωτηρίας» της χώρας απέτυχαν.

«Πάτος στο βαρέλι» του χρέους δεν υφίσταται, αφού η κατάσταση της Οικονομίας επιδεινώνεται.

Συγκεκριμένα:

1ον. Η χώρα εκτιμάται ότι θα επιστρέψει στις αγορές σε μια δεκαετία, το 2021, όταν η αρχική πρόβλεψη της κυβέρνησης ήταν για εφέτος και η μεταγενέστερη της τρόικας για το 2013-2014.

2ον. Δεν αναμένεται ανάκαμψη της Οικονομίας πριν από το 2013. Επισημαίνεται ότι, μέχρι πρόσφατα, αυτή προβλεπόταν για το 2012. Η ύφεση πλέον εκτιμάται στο 5,5% για το 2011, υψηλότερη από το 2010, και στο 2,8% για το 2012, αντί ανάπτυξης 0,8% που προβλέπεται από το Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο.

3ον. Το χρέος θα παραμείνει σε επίπεδα άνω του 130% του ΑΕΠ μέχρι το 2030.

4ον. Εντοπίζονται καθυστερήσεις και διαχειριστικές αδυναμίες στην προετοιμασία και υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών. Για παράδειγμα ο κανόνας 1 προς 10 για τις προσλήψεις στο δημόσιο δεν έχει εφαρμοστεί.

5ον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι του 2011 δεν επιτυγχάνονται. Οι αποκλίσεις διευρύνονται. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 8,5% – 9,0% του ΑΕΠ το 2011, από 7,3% που ήταν οι εκτιμήσεις του Μεσοπρόθεσμου Σχεδίου. Απαιτούνται περιοριστικά μέτρα ύψους 61,8 δισ. ευρώ την περίοδο 2010-2014, όταν το Μνημόνιο προέβλεπε 30 δισ. ευρώ μέχρι το 2013.

6ον. Ο στόχος των εσόδων από αποκρατικοποιήσεις δεν θα επιτευχθεί. Μάλιστα, η απόκλιση θα είναι αισθητή. Εκτιμάται ότι τα έσοδα θα ανέλθουν στο 1,7 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του έτους, αντί πρόβλεψης για 5 δισ. ευρώ.

7ον. Η δημοσιονομική προσαρμογή εξακολουθεί να είναι οικονομικά αναποτελεσματική. Προβλέπεται να ληφθούν μέτρα ύψους 6% του ΑΕΠ για να μειωθεί το έλλειμμα, εάν μειωθεί, κατά 1,7% του ΑΕΠ (αποτελεσματικότητα 28,3%).

Συμπερασματικά, όπως αναφέρει και ο κ. Καζάκος:

  • Πολλές προσδοκίες που επενδύθηκαν στο Μνημόνιο ήταν υπερβολικές.
  • Μερικές διαψεύστηκαν, πράγμα που θέτει και ζητήματα εγκυρότητας της θεωρίας στην οποία βασίζεται.
  • Υποτιμήθηκαν οι επιπτώσεις της εμπροσθοβαρούς δημοσιονομικής προσαρμογής στην ύφεση που τελικά ήταν μεγαλύτερη από την αναμενόμενη.
  • Υποτιμήθηκε η επίπτωση των νέων φόρων στις τιμές που τελικά αυξήθηκαν ενώ η ζήτηση μειωνόταν.
  • Οι ονομαστικοί μισθοί υποχώρησαν, αλλά όχι οι τιμές.
  • Οι προτεραιότητες της δημοσιονομικής προσαρμογής είναι συζητήσιμες.
  • Η αναμενόμενη εσωτερική υποτίμηση έχει δομικά όρια και μπορεί να ευνοήσει αδύναμες παραγωγικές δομές.

6η Σκέψη: Δεν αρκούν οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του χρέους;

Μόνο η Κυβέρνηση, όπως αναφέρει και το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, εξακολουθεί να αιθεροβατεί υποστηρίζοντας ότι «η συμφωνία της 21ης Ιουλίου διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του χρέους».

Η τελευταία Έκθεση για την Ελλάδα επιβεβαιώνει την ανάγκη αναθεώρησης εκείνης της απόφασης.

Όπως ορθώς αρκετοί, μεταξύ των οποίων και η Αξιωματική Αντιπολίτευση, είχαμε επισημάνει και προβλέψει από τότε.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, οι παραδοχές της συμφωνίας δεν ήταν ρεαλιστικές, δημιουργώντας μεγάλο χρηματοδοτικό κενό.

7η Σκέψη: Ποιοι είναι οι κίνδυνοι από την αναθεώρηση της Συμφωνίας;

Η αναθεώρησή της απαιτεί προσοχή, γιατί εμπεριέχει μεγάλους κινδύνους, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για τη σταθερότητα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας Οικονομίας.

  • Κινδύνους για τις αντοχές και τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και την αναγκαία επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και των ασφαλιστικών ταμείων.
  • Κινδύνους για τον εθελοντικό χαρακτήρα της συμμετοχής των ιδιωτών ώστε να μην «πυροδοτηθούν» άλλες δυσάρεστες εξελίξεις, όπως η μετάδοση της κρίσης σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
  • Κινδύνους για την κάλυψη των δανειακών αναγκών της χώρας, για όσο διάστημα – και αυτό εκτιμάται, δυστυχώς πλέον, ότι θα είναι πολύ μεγάλο – η χώρα θα μείνει εκτός αγορών.
  • Κινδύνους, τέλος, για τον οικονομικό έλεγχο της χώρας και την επιβολή βαρύτερης και παρατεταμένης λιτότητας στην Ελληνική Κοινωνία. Μία κοινωνία που έχει φθάσει στα όρια ανοχής και αντοχής της.

Σε κάθε περίπτωση, η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, εκτός από το όποιο «κούρεμα», προϋποθέτει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και μεγάλα και συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα.

Όπως δήλωσε άλλωστε σήμερα και ο Λορέντζο Σμάγκι, μέλος του Συμβουλίου της ΕΚΤ, «όσοι πιστεύουν ότι μια ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους αποτελεί τη λύση ξεχνούν ότι η συμφωνία του Ιουλίου έδειξε ότι η πραγματικότητα διαφέρει».

8η Σκέψη: Τι πρέπει να κάνουμε εμείς ως χώρα;

Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου.

Προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι:

1ος. Η μείωση του διαρθρωτικού ελλείμματος, κυρίως, μέσω της περιστολής των δαπανών.

Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι διατηρήσιμη εάν βασίζεται σε περικοπή των πρωτογενών δαπανών.

Απαιτείται, όμως, και η αναδιάρθρωση των δαπανών με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών και με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων.

Επιβάλλεται η αξιοποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής μέσω της ενεργής δημοσιονομικής παρέμβασης, με αξιολόγηση του μεγέθους του πολλαπλασιαστή ανάλογα με το εργαλείο και τις δημοσιονομικές συνθήκες, για τη μακροχρόνια και ισόρροπη σταθεροποίηση της οικονομίας, για τη βελτίωση του μεσοπρόθεσμου δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης και για την επίτευξη στόχων κοινωνικής πολιτικής.

2ος. Η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων.

Με την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και του συντονισμού σε όλα τα επίπεδα του φορολογικού, ελεγκτικού και εισπρακτικού μηχανισμού.

3ος. Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δαπανών ώστε να αντιμετωπισθεί το κύμα φτώχειας και ανεργίας που σαρώνει τη χώρα.

Με στοχευμένες παρεμβάσεις κοινωνικής πολιτικής.

Με τον εξορθολογισμό των μηχανισμών αναδιανομής εισοδήματος.

4ος. Η ανάληψη των αναγκαίων μέτρων τόνωσης της αγοράς και της Οικονομίας.

5ος. Η αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Μια ορθολογική διαχείριση και μια δυναμική και στοχευμένη αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικά, σταθερά και σε μακροχρόνια βάση έσοδα για το Δημόσιο, να μειώσει το ύψος του χρέους, και να δημιουργήσει πρόσθετα αναπτυξιακά οφέλη.

6ος. Η επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών ώστε να αξιοποιηθούν λιμνάζουσες αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.

Αλλαγές, κάποιες από τις οποίες περιλαμβάνονται και στο «Μνημόνιο».

Μεταρρυθμίσεις, που πράγματι επί δεκαετίες δεν είχαμε θέσει σε εφαρμογή και οι οποίες είναι αναγκαίες για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της  οικονομίας.

7ος. Η επένδυση στη γνώση, στην έρευνα και στην καινοτομία.

Με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης.

8ος. Η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας.

  • Με τη διαμόρφωση απλών, διαφανών και σταθερών κανόνων.
  • Με τη βελτίωση του ρυθμιστικού και ανταγωνιστικού πλαισίου των αγορών.
  • Με τη μείωση των φόρων.
  • Με τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού αυτές, στο ύψος που είναι διαμορφωμένες, δημιουργούν προβλήματα στην απασχόληση και στην ανταγωνιστικότητα.

9ος. Η δημιουργία ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους. Με τη βελτίωση της ποιότητας των θεσμών και τη δραστική μείωση της γραφειοκρατίας.

10ος. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Με την τόνωση της εξωστρέφειας και την ανάδειξη των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας.

Συμπερασματικά, είναι πλέον σαφές, ότι η ακολουθούμενη «συνταγή», και μάλιστα σε μεγαλύτερη δοσολογία, που επιδιώκει αρχικά τη δημοσιονομική προσαρμογή και μεταγενέστερα την ανάκαμψη, είναι λανθασμένη, ειδικά σε συνθήκες ύφεσης.

Τη θέση αυτή υποστηρίζουν επιφανείς νομπελίστες οικονομολόγοι και προσωπικότητες, κάποιοι από τους οποίους έχουν συνδέσει τη διαδρομή τους με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Συγκεκριμένα, ο Krugman σημειώνει ότι «η θεραπεία της αφαίμαξης σκοτώνει την Οικονομία», ο Stiglitz υπογραμμίζει ότι «τα μέτρα λιτότητας βουλιάζουν την Ελλάδα στην ύφεση», ο Solow υποστηρίζει ότι «για να μειωθούν τα ελλείμματα, πρέπει η Οικονομία να πάρει μπροστά», ενώ ο Delors τονίζει ότι, με αυτή τη «συνταγή», «μαθαίνουμε στις χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα να πεθαίνουν αφού θεραπευτούν».

Δηλαδή ουσιαστικά εναρμονίζονται με τις θέσεις της Νέας Δημοκρατίας η οποία προτείνει δημοσιονομική προσαρμογή και πειθαρχία σε συνδυασμό με την Επανεκκίνηση της Οικονομίας.

Μόνο έτσι μπορούμε να μπούμε σε τροχιά βιώσιμης λύσης των προβλημάτων της Ελληνικής Οικονομίας, στο πλαίσιο πάντα της Ευρωζώνης.

Το ζητούμενο συνεπώς είναι, εγχώριες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, προσανατολισμένοι στην άμεση Επανεκκίνηση της Οικονομίας, να εντείνουμε τις προσπάθειες για δημοσιονομική εξυγίανση, υιοθέτηση αναπτυξιακών πρωτοβουλιών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και ορθολογική διαχείριση και διαφανή αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Και οι εταίροι μας να εφαρμόσουν πρακτικές κοινοτικής αλληλεγγύης, χωρίς δισταγμούς και καθυστερήσεις.

Μόνον έτσι το παίγνιο θα καταστεί θετικού αθροίσματος.

Αρκεί να αντιληφθούμε όλοι ότι η χώρα θα ισορροπήσει σε χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο.

Και ότι χρειάζεται υπομονή και επιμονή, διότι ο αγώνας είναι μαραθώνιος και όχι κατοστάρι.

Κυρίες και Κύριοι,

Η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου, η οποία και δεν εξαντλείται σε αυτά τα στοιχεία, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη.

Εύχομαι ολόψυχα, το ανά χείρας βιβλίο να βρει την ανταπόκριση που προσδοκούν οι συγγραφείς, και να διαβαστεί, να μελετηθεί καλύτερα, από πολλούς, όσο γίνεται περισσότερους…