Ομιλία στην εκδήλωση του Ελληνικού Συλλόγου Αποφοίτων του London School of Economics...

Ομιλία στην εκδήλωση του Ελληνικού Συλλόγου Αποφοίτων του London School of Economics and Political Science – “Το Σύμφωνο για το Ευρώ και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας: Οι ευκαιρίες και οι προκλήσεις για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες τις Ευρωζώνης”

Το αντικείμενο της σημερινής Ημερίδας επικεντρώνεται στις πρόσφατες Ευρωπαϊκές αποφάσεις.

Αποφάσεις που σχετίζονται με το «Σύμφωνο για το Ευρώ», με τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και με τον καθορισμό της δέσμης νομοθετικών προτάσεων για την «Οικονομική Διακυβέρνηση».

Αποφάσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών, στην ενίσχυση της σταθερότητας στην ευρωζώνη, στην τόνωση της οικονομικής διακυβέρνησης και της ανταγωνιστικότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην εύρεση λύσης στο πρόβλημα κρατικού χρέους.

Συγκεκριμένα:

1ον. Σύμφωνο για το Ευρώ +

Συμφωνήθηκε από 23 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (από όλες τις χώρες της ευρωζώνης).

Βασικές δεσμεύσεις του Συμφώνου είναι:

  • Η ενίσχυση της ενιαίας αγοράς.
  • Η προώθηση της ανταγωνιστικότητας βάσει της εξέλιξης των μισθών και της παραγωγικότητας. Στην κατεύθυνση αυτή προωθείται:
    • Η επανεξέταση του τρόπου καθορισμού μισθών και ημερομισθίων.
    • Η στήριξη της προσπάθειας του ιδιωτικού τομέα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας από τις μισθολογικές συμφωνίες στο δημόσιο τομέα.
    • Το άνοιγμα των προστατευόμενων επαγγελμάτων με την άρση αδικαιολόγητων περιορισμών στους κλάδους της Οικονομίας.
    • Η βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και η προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας.
    • Η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με την εξάλειψη της γραφειοκρατίας και τη βελτίωση του κανονιστικού πλαισίου (π.χ. πτωχευτικό δίκαιο, εμπορικός κώδικας).
  • Η προώθηση της απασχόλησης. Στην κατεύθυνση αυτή θα προωθηθούν:
    • Μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας για την προαγωγή του συνδυασμού ευελιξίας και ασφάλειας.
    • Πολιτικές για την ενίσχυση της δια βίου μάθησης.
    • Φορολογικές μεταρρυθμίσεις, όπως είναι η μείωση της φορολόγησης του εργατικού εισοδήματος.
    • Η ενίσχυση της διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών, με βασικούς άξονες:
      • Την ευθυγράμμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος προς την εθνική δημογραφική κατάσταση (π.χ. με ευθυγράμμιση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης προς το προσδόκιμο ζωής ή με αύξηση των ποσοστών συμμετοχής – εισφορών).
      • Τον περιορισμό των συστημάτων πρόωρης συνταξιοδότησης και τη χρήση στοχοθετημένων κινήτρων για την απασχόληση των εργαζόμενων προχωρημένης ηλικίας (ατόμων >55 ετών).
      • Την ευχέρεια επιλογής συγκεκριμένου εθνικού νομικού μέσου, βέβαια επαρκώς ισχυρού, δεσμευτικού και μόνιμου, για την ενσωμάτωση των δημοσιονομικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
  • Η ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, με:
    • Τη θέσπιση εθνικής νομοθεσίας για την εξυγίανση των τραπεζών (εποπτεία και ρύθμιση χρηματοπιστωτικού τομέα) και με
    • Αυστηρές δοκιμές αντοχής των τραπεζών.
  • Ο συντονισμός της φορολογικής πολιτικής, με:
    • Τον ρεαλιστικό συντονισμό των φορολογικών πολιτικών ως στοιχείου ισχυρότερου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών, και με
    • Τη διαμόρφωση κοινής βάσης φορολογίας των επιχειρήσεων.

Τα συμμετέχοντα κράτη-μέλη δεσμεύονται να καταθέσουν τις δράσεις τους για την επίτευξη των στόχων του Συμφώνου στα Προγράμματα Σταθερότητας και Σύγκλισης και στα Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων που θα υποβληθούν, κανονικά, αυτό τον μήνα και θα αξιολογηθούν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου.

2ον. Οικονομική Διακυβέρνηση (Economic Governance)

Η Οικονομική Διακυβέρνηση περιλαμβάνει ουσιαστικά τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Η δέσμη μέτρων για την Οικονομική Διακυβέρνηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

  • Προληπτικές δράσεις, όπως είναι:
    • Ο κανόνας των δαπανών (expenditure benchmark) (ο ετήσιος ρυθμός αύξησης δαπανών να μην υπερβαίνει το μεσοπρόθεσμο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ).
  • Κατασταλτικές δράσεις, όπως είναι:
    • Η πρόβλεψη για μείωση του χρέους στο 60% του ΑΕΠ, σε ίσο ποσοστό για 20 χρόνια.
    • Η επιβολή ποινών (στο 0,2% του ΑΕΠ, και εάν δεν συμμορφώνονται οι χώρες τότε η επιβολή προστίμων).
  • Παρακολούθηση οικονομικών δεικτών (“scoreboard” of economic indicators), στη βάση ποσοτικών και ποιοτικών μεταβλητών.

Προγραμματίζεται η ολοκλήρωση της σχετικής διαβούλευσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέχρι τον Ιούνιο του 2011.

3ον. Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (European Stability Mechanism)

Βασικά χαρακτηριστικά του υπό διαμόρφωση Μηχανισμού:

  • Η πραγματική δανειοδοτική ικανότητά του διαμορφώνεται στα 500 δισ. ευρώ.
  • Το συνολικό εγγεγραμμένο κεφάλαιό του διαμορφώνεται στα 700 δισ. ευρώ.
    • 80 δισ. ευρώ θα καταβληθούν από τα μέλη της ευρωζώνης σε 5 ετήσιες δόσεις.
    • 620 δισ. ευρώ θα είναι δεσμευμένο, καταβλητέο κεφάλαιο και εγγυήσεις από τα κράτη-μέλη.
    • Το ποσοστό συμμετοχής των χωρών-μελών της ευρωζώνης στο κεφάλαιο θα υπολογίζεται βάσει της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο της ΕΚΤ (κλείδα της ΕΚΤ) [2,8% για την Ελλάδα].
    • Ο Μηχανισμός θα παρέχει δάνεια (υπό την προϋπόθεση αυστηρού προγράμματος οικονομικής προσαρμογής – έλεγχος βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους).
    • Ο Μηχανισμός, κατ’ εξαίρεση, μπορεί να παρεμβαίνει στην πρωτογενή αγορά ομολόγων (υπό αυστηρές, και πάλι, προϋποθέσεις).
    • Αν βάσει της ανάλυσης βιωσιμότητας, συνάγεται ότι ένα πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής δεν μπορεί ρεαλιστικά να επαναφέρει το δημόσιο χρέος σε μία βιώσιμη πορεία, το δικαιούχο κράτος-μέλος υποχρεούται να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις με τους δανειστές του για να εξασφαλίσει την άμεση συμμετοχή τους στην αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους (αναπρογραμματισμός ή αναδιάρθρωση του χρέους).
    • Υπάρχουν ρήτρες συλλογικής δράσης, από τον Ιούνιο του 2013, σε όλα τα νέα κρατικά χρεόγραφα της ευρωζώνης με προθεσμία λήξης άνω του έτους. Στόχος των ρητρών αυτών είναι η διευκόλυνση της επίτευξης συμφωνίας μεταξύ του κράτους και των δανειστών του, του ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα.
    • Τέλος, ο ΕΜΣ θα απολαμβάνει καθεστώτος προτιμησιακού πιστωτή, όπως και το ΔΝΤ.

Απαιτούνται εθνικές διαδικασίες έγκρισης του Μηχανισμού αφού πρόκειται για αλλαγή του Άρθρου 136 της Συνθήκης.

Κυρίες και Κύριοι,

Πως όμως αποτιμώνται αυτές οι αποφάσεις για την Ευρώπη και για την Ελλάδα;

Καταρχήν, θα πρέπει να περιμένουμε την τελική τους διαμόρφωση.

Κυρίως σε ότι αφορά τη διαμόρφωση του Μηχανισμού Σταθερότητας.

Και αυτό διότι η απόφαση, τόσο σε κεντρικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κρατών-μελών, κυρίως λόγω των εκλογών στη Φιλανδία, έχει μεταφερθεί για τα τέλη Ιουνίου.

Η αποδοχή ίσως να είναι προβληματική σε αυτή τη χώρα εάν οι ευρωσκεπτικιστές (“True Finns”) αποτελέσουν μέλος της επόμενης Κυβέρνησης.

Εκτός όμως της αναβολής, παρατηρούνται και παλινωδίες.

Ενδεικτικό των μεταβολών στη διαμόρφωση του Μηχανισμού, ανάλογα και με τις εθνικές προτεραιότητες, κυρίως Γερμανικές, είναι η απόφαση για τη διαμόρφωση του κεφαλαίου του Μηχανισμού, ύψους 80 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τις οριστικές, που δεν ήταν, αποφάσεις του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομικών, το κεφάλαιο του Μηχανισμού θα καταβάλλονταν σε 4 χρόνια, τα μισά την πρώτη χρονιά.

Η απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής αναφέρεται σε 5 χρόνια, ίσα ποσά ετησίως.

Αυτή η απόφαση βοηθάει χώρες που το 2013 έχουν εκλογές (Γερμανία) ή αντιμετωπίζουν άμεσα πρόβλημα στις αγορές (Ισπανία [1,9 δισ. ευρώ αντί για 4,8 δισ. ευρώ το 2013]).

Ενώ μεταγενέστερα, αυτή την εβδομάδα, εκδηλώθηκε η πρόθεση της Bundestag να αλλάξει βασικό όρο του Μηχανισμού που αφορά την αυτόματη παροχή κεφαλαίων από ένα κράτος-μέλος εάν κριθεί αναγκαίο (callable capital).

Θα πρέπει συνεπώς να αναμένουμε τις τελικές αποφάσεις για να τις αξιολογήσουμε, συμμετέχοντας όμως ενεργά στη διαμόρφωσή τους.

Κρίνεται θετικό ότι στις υπάρχουσες ευρωπαϊκές αποφάσεις:

1ον. Θεσπίζεται Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και παρέχεται σε αυτόν η δυνατότητα να παρεμβαίνει στην πρωτογενή αγορά (όπως και στον προσωρινό μηχανισμό).

2ον. Κυριαρχεί η ορθή λογική ότι το «ίδιο κοστούμι δεν ταιριάζει σε όλους».

Αποφεύγονται ακραίες, μαξιμαλιστικές προσεγγίσεις, υιοθετούμενες κυρίως από τον Γερμανογαλλικό άξονα, όπως η διαμόρφωση της μέτρων πολιτικής σε κεντρικό Ευρωπαϊκό επίπεδο και η ενσωμάτωση των δημοσιονομικών κανόνων στα Εθνικά Συντάγματα.

Χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχει η αναγκαιότητα ύπαρξης δημοσιονομικού πλαισίου και κανόνων οι οποίοι να συμβάλλουν στην ενίσχυση της δημοσιονομικής προσαρμογής και στην επίτευξη μόνιμης πειθαρχίας στα δημόσια οικονομικά.

Τέτοιοι κανόνες άλλωστε ήδη υπάρχουν, σε διάφορες εκδοχές.

Το ζητούμενο είναι η εφαρμογή τους, με την υποχρέωση λογοδοσίας από τις δημοσιονομικές αρχές, τη διαμόρφωση ενός ορθολογικού πλαισίου κυρώσεων και την πρόβλεψη ρήτρας παρέκκλισης σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Η συνταγματική κατοχύρωση των κανόνων προσδίδει συστημική ακαμψία, εισάγοντας περιορισμούς στη αναγκαία, σε ορισμένες φάσεις του οικονομικού κύκλου, λελογισμένη δημοσιονομική ευελιξία.

Σύμφωνα πάντως με το κείμενο συμπερασμάτων, το μείγμα πολιτικών αποφασίζεται, διαμορφώνεται και εφαρμόζεται από τα ίδια τα κράτη-μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες προκλήσεις που αυτά αντιμετωπίζουν, ενώ και τα κράτη-μέλη αποφασίζουν το εθνικό νομικό μέσο εφαρμογής των δημοσιονομικών κανόνων (Σύνταγμα ή Νόμος).

3ον. Θεσπίζεται συγκεκριμένος κανόνας «φρένου στις δαπάνες» (“public expenditure break”).

Κανόνας που συνοδεύεται από την εξέλιξη του ΑΕΠ.

Σε καλές περιόδους, οι δαπάνες ως ποσοστό του πραγματικού ΑΕΠ θα μειώνονται, ενώ το αντίστροφο θα συμβαίνει στις κακές περιόδους.

Αυτό θα ενισχύει την αντικυκλική συμπεριφορά της δημοσιονομικής πολιτικής, διατηρώντας όμως τα όρια των αυτόματων σταθεροποιητών.

Σύμφωνα πάντως και με την Έκθεση του ΔΝΤ (Fiscal Monitor, April 2011), ο κανόνας θα μπορούσε να εξαιρεί δαπάνες που σχετίζονται με την κυκλική συνιστώσα του ελλείμματος (όπως είναι τα επιδόματα ανεργίας), δεν είναι στη διακριτική ευχέρεια του κράτους αν δεν θα καταβληθούν (όπως είναι η καταβολή τόκων), ή είναι δημοσιονομικά ουδέτερα (όπως είναι τα χρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή έργα).

4ον. Έχουν αποφευχθεί εσφαλμένες προσεγγίσεις, όπως αυτή της φορολόγησης χρηματοπιστωτικών συναλλαγών μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η προσέγγιση πλέον αφορά σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά από μελέτες που θα πραγματοποιηθούν.

Υπάρχουν όμως επιφυλάξεις και ερωτηματικά για ορισμένα ζητήματα:

1ον. Η συμμετοχή των ιδιωτών στο ρίσκο των κρατικών ομολόγων εγείρει προβληματισμούς, κυρίως μέσα από τις ρήτρες συλλογικής δράσης, πράγμα που εκτιμάται ότι θα αυξήσει το κόστος δανεισμού για αρκετές χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, δημιουργώντας έτσι προβλήματα, αντί για σταθεροποίηση.

Εισάγεται έτσι η έννοια της αναδιάρθρωσης, σε όλες τις εκδοχές της, σε μη οικειοθελή βάση, από το 2013.

2ον. Η ένταση και η έκταση των προϋποθέσεων προκειμένου να στηριχθούν τα κράτη-μέλη που έχουν ανάγκη, πρέπει να λειτουργούν ως κίνητρα για να εξυγιάνουν οι χώρες τα οικονομικά τους, και όχι, όπως γίνεται σήμερα στη χώρα μας, ως βασικά συστατικά που τις  βυθίζουν σε βαθύτερη κρίση.

3ον. Δεν είναι ακόμη γνωστό με ποιόν τρόπο θα γίνεται η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους.

Ο μηχανισμός απόφασης είναι σημαντικός με δεδομένο ότι η αξιολόγηση θα γίνεται κατά περίπτωση (case-by-case basis).

Ενώ ακόμη δεν γνωρίζουμε βασικούς δείκτες με βάση τους οποίους θα αξιολογείται η κάθε χώρα σύμφωνα με τους κανόνες της «Οικονομικής Διακυβέρνησης».

Πάντως, σε τελική ανάλυση, πολλές από τις σημερινές συστάσεις είναι αντίστοιχες αυτών που περιγράφονταν στη Συνθήκη της Λισσαβόνας (2000), με την οποία, στοχεύαμε, ως Ευρώπη, να «γίνουμε η πιο ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία της γνώσης στον κόσμο μέχρι το 2010» (δια βίου μάθηση, επιχειρηματικότητα, έρευνα, καινοτομία).

Για την Ελλάδα, εκτός των ανωτέρω συμπερασμάτων που την αφορούν άμεσα, θα ήθελα να κάνω και 4 συγκεκριμένες παρατηρήσεις:

1η Παρατήρηση: Με την επιμήκυνση της δανειακής σύμβασης και τη διαμόρφωση χαμηλότερων επιτοκίων διορθώθηκε ένα λάθος του Μνημονίου.

Η χώρα «ανακουφίζεται».

Αλλά το ύψος του χρέους δεν μειώνεται.

Ίσα-ίσα που τελικά θα πληρώσουμε, αθροιστικά, περίπου 14 δισ. ευρώ περισσότερα απ’ ότι πριν.

Τα 6 δισ. ευρώ δε, στα οποία αναφέρεται ο κ. Πρωθυπουργός ως όφελος, δεν είναι όφελος, αλλά αποφυγή δυνητικής ζημίας εάν είχε επιτευχθεί η επιμήκυνση χωρίς να μειωθούν και τα επιτόκια.

2η Παρατήρηση: Το «φρένο χρέους» είναι ιδιαίτερα απαιτητικό για χώρες όπως η Ελλάδα, το Βέλγιο και η Ιταλία.

Απαιτεί την ύπαρξη τουλάχιστον ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.

Για παράδειγμα, η Ιταλία, με έτος αναφοράς το 2013, και με την παραδοχή ονομαστικής μεγέθυνσης 3% για το 2013-2022 και 3,5% για το 2023-2032, θα πρέπει να επιτύχει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς για 20 χρόνια.

Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για την Ελλάδα (βλέπε διαφάνεια).

3η Παρατήρηση: Η Ελλάδα θα πρέπει να επιδιώξει την οικειοθελή επαναγορά ομολόγων και τη δυνατότητα παρέμβασης του Μηχανισμού Σταθερότητας, τόσο του Προσωρινού όσο και του Μόνιμου, και στην δευτερογενή αγορά (buyback operations), αφού για το 2012, οι εκτιμήσεις είναι ότι δεν θα μπορέσουμε να βγούμε στις αγορές και έχουμε υψηλές δανειακές ανάγκες (στο 26% του ΑΕΠ, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μετά την Ιαπωνία [52,5% του ΑΕΠ], σύμφωνα με το ΔΝΤ) – 66 δισ. ευρώ (27 δισ. ευρώ από τις αγορές).

4η Παρατήρηση: Θα πρέπει να συνεχισθεί η προσπάθεια για την έκδοση ευρωομολόγων από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χρέους και για την προώθηση ιδιωτικών ομολογιακών δανείων για τη χρηματοδότηση ευρωπαϊκών έργωνEU project bonds»). Έτσι ώστε:

–        Να καλυφθούν κενά των ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

–        Να χρηματοδοτηθούν διευρωπαϊκές επενδύσεις σε σύγχρονες υποδομές, δίκτυα και σε τομείς υψηλής ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας.