Συνέντευξη στο περιοδικό “Επίκαιρα” – “Σήμερα γίνεται αντιληπτό, ότι το υπάρχον Πρόγραμμα...

Συνέντευξη στο περιοδικό “Επίκαιρα” – “Σήμερα γίνεται αντιληπτό, ότι το υπάρχον Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του δημοσίου χρέους”

Πρόσφατα φέρατε στη Βουλή το θέμα του «αναγκαστικού» κατοχικού δανείου της Γερμανίας. Τι προσδοκάτε μ’ αυτή σας την πρωτοβουλία;

Όπως έχει παρουσιασθεί σε σειρά άρθρων του Περιοδικού σας, το ζήτημα των οφειλών της Γερμανίας λόγω του «αναγκαστικού» κατοχικού δανείου, είναι διαχρονικά ξεκάθαρο, ανοικτό και διεκδικούμενο από την ελληνική πλευρά.

Το ερώτημα που εγείρεται είναι με ποιόν τρόπο σκέφτεται η παρούσα Κυβέρνηση να θέσει υπό δικαιοδοτική κρίση αυτό το ζήτημα και αν υπάρχουν περιορισμοί στις απαιτήσεις λόγω της σύναψης του «Μνημονίου».

Είναι γνωστό ότι το «Μνημόνιο» επιβάλλει οι πληρωμές της χώρας μας να καταβάλλονται στο ακέραιο, χωρίς μείωση λόγω συμψηφισμού ή ύπαρξης ανταπαίτησης.

Μιας και ο λόγος περί Γερμανίας, γιατί η Ν.Δ. είναι αντίθετη με την πρόταση για τη συνταγματική κατοχύρωση κανόνων ελλείμματος και χρέους;

Η Ν.Δ. συμφωνεί με την αναγκαιότητα ύπαρξης δημοσιονομικού πλαισίου και κανόνων οι οποίοι συμβάλλουν στην ενίσχυση της δημοσιονομικής προσαρμογής και στην επίτευξη μόνιμης πειθαρχίας στα δημόσια οικονομικά.

Τέτοιοι κανόνες άλλωστε ήδη υπάρχουν, σε διάφορες εκδοχές, όπως είναι του προϋπολογισμού, των ορίων στις δημόσιες δαπάνες, του «χρυσού κανόνα».

Χαρακτηριστικό μάλιστα παράδειγμα κανόνα προϋπολογισμού είναι το ίδιο το  «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης», το οποίο θέτει όρια στο έλλειμμα και στο χρέος, ενώ ορίζει, ως μεσοπρόθεσμο στόχο για τα κράτη-μέλη, την υποχρέωση τήρησης σχεδόν ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού προϋπολογισμού.

Το ζητούμενο συνεπώς είναι η εφαρμογή αυτών των κανόνων, με την υποχρέωση λογοδοσίας από τις δημοσιονομικές αρχές, τη διαμόρφωση ενός ορθολογικού πλαισίου κυρώσεων και την πρόβλεψη ρήτρας παρέκκλισης σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Η συνταγματική κατοχύρωση των κανόνων προσδίδει συστημική ακαμψία, εισάγοντας περιορισμούς στη αναγκαία, σε ορισμένες φάσεις του οικονομικού κύκλου, λελογισμένη δημοσιονομική ευελιξία.

Επιμένετε όμως στην αναγκαιότητα πλεονασματικών προϋπολογισμών;

Κε. Κοτταρίδη, σήμερα γίνεται αντιληπτό τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από την «Τρόικα», με μεγάλη βέβαια χρονική καθυστέρηση, ότι το υπάρχον Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, της δυναμικής και της βιωσιμότητάς του.

Χρέος το οποίο αναμένεται να διευρυνθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2013.

Χρέος το οποίο, για να μειωθεί στο 60% του ΑΕΠ, σύμφωνα με πρόσφατη Έκθεση του Ινστιτούτου Bruegel, επιβάλλει ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα από 8,4% έως 14,5% του ΑΕΠ για τα επόμενα 20 χρόνια, κάτι που καμία χώρα δεν έχει επιτύχει μέχρι σήμερα.

Συνεπώς, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί, εκτός από τη διαμόρφωση μιας συνολικής λύσης σε Ευρωπαϊκό επίπεδο (μεταξύ άλλων με την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και τη μείωση του επιτοκίου της δανειακής σύμβασης), τη δημιουργία, όπως σωστά με ρωτήσατε, πλεονασματικών προϋπολογισμών, την υιοθέτηση αναπτυξιακών πρωτοβουλιών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και την ορθολογική διαχείριση και διαφανή αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Επιλογές που, μέχρι σήμερα, απουσιάζουν από την εφαρμοζόμενη κυβερνητική πολιτική.

Εάν συμφωνείτε με την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου γιατί αντιδράσατε τόσο έντονα στις ανακοινώσεις της Κυβέρνησης;

Κε. Κοτταρίδη, πως να παρακολουθήσεις τις συνεχείς παλινωδίες της Κυβέρνησης;

Πώς να συμφωνήσεις όταν στο Μνημόνιο και σε όλες τις επικαιροποιημένες εκδοχές του δεσμεύεται να προχωρήσει στην «πώληση περιουσιακών στοιχείων», όπως επαναλαμβάνουν και τα μέλη της «Τρόικας», και σήμερα προαναγγέλλει ειδικό νόμο για την απαγόρευση πώλησης γης;

Πως να συμφωνήσεις όταν τον Ιούνιο του 2010, από την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, προσδοκούσε να εισπράξει 3 δισ. ευρώ την τριετία 2011-2013, τον Δεκέμβριο 7 δισ. ευρώ για την ίδια περίοδο, και σήμερα 15 δισ. ευρώ για τη διετία 2011-2012;

Πως να συμφωνήσεις όταν προσδοκούσε να αντλήσει 2,5 δισ. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις μέσα στο 2010, και τελικά δεν πραγματοποίησε καμία;

Η Ν.Δ. δεν μπορεί να συμφωνήσει με μια Κυβέρνηση που παλινωδεί και που δεν διαθέτει ολοκληρωμένο και συνεκτικό σχέδιο αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Σε κάθε περίπτωση η ΝΔ, έγκαιρα, αναλυτικά και με συνέπεια παρουσίασε την πρότασή της.

Συνεπώς τι πρέπει να αξιοποιηθεί και πως;

Καταρχήν «αξιοποιώ» σημαίνει δίνω αξία σε κάποιο περιουσιακό στοιχείο που έως τώρα παραμένει ανενεργό ή απαξιώνεται.

Μετατρέπω δηλαδή αδρανείς πόρους σε τμήμα του εθνικού ενεργητικού.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αξιοποιηθούν αυτοί οι πόροι, εμπορικά και επενδυτικά, χωρίς το δημόσιο να χάσει την κυριότητά τους, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια, την τήρηση των κανόνων και την αποδοτικότητα.

Με ενοικίαση, με leasing, με μακροχρόνιες μισθώσεις, με ΣΔΙΤ, με συμβάσεις παραχώρησης, με χρήση σύγχρονων και πιο σύνθετων εργαλείων διαχείρισης χαρτοφυλακίου ακινήτων (τιτλοποιήσεις ιδιοχρησιμοποιούμενων ακινήτων, δημιουργία εταιρειών συμμετοχών κ.α.).

Ενώ μπορούν να υλοποιηθούν και «ώριμες» αποκρατικοποιήσεις που είχαν σχεδιαστεί, δρομολογηθεί και ωριμάσει επί διακυβέρνησης Ν.Δ.

Και με τις οποίες το ΠΑΣΟΚ ως Αξιωματική Αντιπολίτευση σφόδρα αντιδρούσε και «ανέβαινε στα κεραμίδια».

Βέβαια  στη συνέχεια, ως Κυβέρνηση, αρχικώς τις «πάγωσε» και σήμερα τις περιλαμβάνει στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεών της.

Και πως θα βρεθούν τα κεφάλαια σήμερα χωρίς την πώληση περιουσιακών στοιχείων;

Μεταξύ άλλων με την μέθοδο της προχρηματοδότησης. Αυτή επιτρέπει να διαχωριστεί ο χρόνος είσπραξης κεφαλαίων, με προείσπραξη εσόδων και υπεραξιών, από το μεταγενέστερο χρόνο αξιοποίησης της περιουσίας.

Για παράδειγμα, στην πιο απλή μορφή, «προεισπράττει» έσοδα το Κράτος από την ενοικίαση ενός ακινήτου του μέσω τραπεζικού δανεισμού, και τα μελλοντικά έσοδα από το ακίνητο αποπληρώνουν το πιστωτικό ίδρυμα.

Σε πιο σύνθετη μορφή, «προεισπράττει» έσοδα το Κράτος μέσω δημιουργίας Αμοιβαίων Κεφαλαίων και σύστασης εταιριών συμμετοχών έναντι μελλοντικών εσόδων από εκμετάλλευση και υπεραξίες.

Και όταν το Κράτος πουλήσει μερίδια ή μετοχές εκχωρεί δικαιώματα εκμετάλλευσης και μελλοντικών υπεραξιών, όχι όμως και την κυριότητα των ακινήτων.

Βέβαια, για να βελτιωθούν οι αξίες και οι υπεραξίες στα ακίνητα, πρέπει να αρθούν, με νομοθετικές παρεμβάσεις, οι πολλαπλοί περιορισμοί σε τίτλους, χρήσεις γης και όρους δόμησης.

Και γιατί δεν συζητάτε με την Κυβέρνηση αυτές τις προτάσεις σας;

Καταρχάς να θυμίσω ότι η Ν.Δ. ως Κυβέρνηση καλούσε την τότε Αντιπολίτευση σε συνεννόηση για την αντιμετώπιση της κρίσης η οποία είχε προσβάλλει και την Ελλάδα. Τότε ο κ. Παπανδρέου αρνήθηκε κάθε συνεννόηση με το επιχείρημα ότι δεν υφίσταται παγκόσμια κρίση.

Η Ν.Δ ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, αντιθέτως, κατέθεσε εγκαίρως προτάσεις για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου. Η Κυβέρνηση, αρχικώς τις αγνόησε και στη συνέχεια τις διαστρέβλωσε.

Έρχεται λοιπόν σήμερα η Κυβέρνηση, και λόγω των αδιεξόδων στην πολιτική της (βαθιά ύφεση, υψηλός πληθωρισμός, διόγκωση της ανεργίας) και στη λειτουργία της (διαχειριστική ανεπάρκεια, προχειρότητα, παλινωδίες, αργά ανακλαστικά, εσωτερικές τριβές) αναζητά «συνενόχους».

Νομίζει ότι με διαδοχικά εκβιαστικά διλήμματα θα επιβάλλει συνεχώς  «μονοδρομήσεις».

Όπως αυτόν της προσφυγής στο ΔΝΤ, που όπως αποδεικνύεται σήμερα, ήταν εξαρχής συνειδητή επιλογή της ηγεσίας της Κυβέρνησης.

Όμως τα ψέματα έχουν «κοντά ποδάρια»…

Τέλος, ποιά είναι η εκτίμησή σας για τις τελευταίες εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα και για την αντίδραση της Κυβέρνησης;

Κε. Κοτταρίδη, είναι γεγονός ότι ο τραπεζικός τομέας, σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης κρίσης, δέχεται ισχυρές πιέσεις τόσο στο παθητικό του (εκροή καταθέσεων, αδυναμία πρόσβασης στη διατραπεζική αγορά, σταδιακή απεξάρτηση από το Ευρωσύστημα) όσο και στο ενεργητικό του (επιδείνωση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου δανείων).

Αυτές τις δυσχέρειες καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει μέσα από πρωτοβουλίες αναπροσαρμογής της επιχειρησιακής στρατηγικής (όπως είναι και η πραγματοποίηση εξαγορών και συγχωνεύσεων), αναδιάρθρωσης του ενεργητικού και περιορισμού του λειτουργικού κόστους.

Από την πλευρά της η Κυβέρνηση, σε πλήρη αναντιστοιχία με τη θέση της ως Αντιπολίτευση, έχει προχωρήσει, ορθώς, στην παράταση και επέκταση του προγράμματος ενίσχυσης της ρευστότητάς τους.

Ζητούμενο βέβαια παραμένει να διασφαλιστεί από την Κυβέρνηση ότι μέρος αυτής της ρευστότητας θα διοχετευτεί στην πραγματική οικονομία, κάτι που δυστυχώς δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα.

Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι ο Υπουργός Οικονομικών, για μια ακόμη φορά, βιάστηκε να θριαμβολογήσει, αντί να αξιολογεί συνεχώς τις εξελίξεις με νηφαλιότητα, υπευθυνότητα και σταθερό κριτήριο το δημόσιο συμφέρον.